Το αμερικανικό σύστημα απονομής Δικαιοσύνης (Του Καραμέτου Κ. Γεωργίου)

Στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού ισχύει η αρχή «justice before truth» ή σε ελεύθερη μετάφραση «η Δικαιοσύνη πριν την αλήθεια». Τα αμερικανικά δικαστήρια, έχουν τη αρμοδιότητα να χαρακτηρίζουν μη συνταγματικούς νόμους του Κογκρέσου αλλά και πράξεις της εκτελεστικής εξουσίας.
Εδώ και αρκετά χρόνια στην Αμερική έχουν διατυπωθεί δύο διαφορετικές απόψεις σχετικά με το ρόλο που πρέπει να διαδραματίζουν τα δικαστήρια. Η μεν πρώτη θεωρία υποστηρίζει ότι οι δικαστές πρέπει να περιορίζονται στο να εφαρμόζουν αυστηρά και «κλειστά» τους κανόνες του Συντάγματος, ενώ η δεύτερη θεωρία υποστηρίζει ότι οι δικαστές οφείλουν να ανακαλύπτουν τις γενικές αρχές του Συντάγματος και να τις εφαρμόζουν ανάλογα την περίπτωση, αφού πρώτα λάβουν υπόψη ηθικά, οικονομικά, κοινωνικά, πολιτικά και άλλα κριτήρια.
Το άρθρο 3 του Συντάγματος μέσω των διατάξεών του προβλέπει την ύπαρξη του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Τα υπόλοιπα Ομοσπονδιακά δικαστήρια προέρχονται από το Κογκρέσο, το οποίο και αποφάσισε την σύσταση δύο ειδών δικαστηρίων χαμηλότερου επιπέδου για το χειρισμό υποθέσεων που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα του Ανωτάτου Δικαστηρίου και είναι τα Συνταγματικά και τα Νομοθετικά. Όσον αφορά την δικαιοδοσία, υπάρχουν δύο συστήματα, ένα πολιτειακό και ένα ομοσπονδιακό, με αποτέλεσμα πολλές φορές να υπάρχει σύγχυση ως προς την εκδίκαση της υπόθεσης.
Το αμερικανικό σύστημα είναι κατά βάση εισαγγελικό. Δηλαδή, η εισαγγελία είναι αυτή που αποφασίζει αν θα προβεί στη σύλληψη του υπόπτου μετά από καταγγελία, από την στιγμή που κρίνει πως στοιχειοθετείται νομικά κατηγορία. Μετέπειτα, πραγματοποιείται η πρώτη ακροαματική διαδικασία στην οποία η πολιτική αγωγή και η υπεράσπιση καταθέτουν τα στοιχεία που βρίσκονται στα χέρια τους ενώπιον της Δικαιοσύνης και ειδικότερα του Δικαστή, ο οποίος στη συνέχεια αποφασίζει αν θα συγκαλέσει σώμα ενόρκων και αν ο φερόμενος ως δράστης θα προφυλακιστεί ή θα αφεθεί ελεύθερος, καταβάλλοντας κάποιο χρηματικό ποσό ως εγγύηση.
Στη συνέχεια, το σώμα των ενόρκων, οι οποίοι επιλέγονται καθαρά στην τύχη, συνέρχεται κεκλεισμένων των θυρών και αποφαίνεται όχι για την αθωότητα ή την ενοχή του κατηγορουμένου, αλλά για το αν τα στοιχεία της υπόθεσης είναι ισχυρά, έτσι ώστε να πάει σε δίκη. Από τη στιγμή που ανακοινώνεται η απόφαση και εφόσον είναι καταδικαστική, ξεκινά η διαδικασία για την εκδίκαση της υπόθεσης η οποία ξεκινά αρκετούς μήνες αργότερα.
Του
Καραμέτου Κ. Γεωργίου

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *