Νομική Ανάλυση της Δίκης του Ιησού

Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ
Από το μέλος Zadok the Priestess
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Εκ πρώτης όψεως, μπορεί να σας φαίνεται ότι το θέμα αυτού του άρθρου είναι αυστηρά θρησκευτικό.
Η Δικαιοσύνη είναι μία από τις βασικές αρχές του εσωτερισμού, με αυτήν περιβάλλεται η έννοια του Ελέους, πάνω σ’ αυτήν η ίδια η κοινωνία οικοδομείται και χωρίς αυτήν δεν μπορεί να υπάρξει πραγματική αγάπη στην ψυχή του ανθρώπου.
Θεωρώ ότι ιδανικό αντικείμενο μελέτης και στοχασμού (επίκαιρο όσο ποτέ) αποτελεί η πιο διάσημη ποινική δίκη στην ιστορία του κόσμου, όπου τα ποικίλα πάθη της ανθρωπότητος είχαν αφεθεί ελεύθερα, η δίκη του Ιησού Χριστού.
Επιθυμώ να παρουσιάσω το θέμα απογυμνωμένο από τις θρησκευτικές του όψεις, σα νομική μελέτη και σε συνάρτηση με το καθήκον των μελετητών του εσωτερισμού να υπολογίζουν σοβαρά ως εσωτερική αξία τη Δικαιοσύνη.
Μέχρι τούδε, η μελέτη μας επί της δίκης του Χριστού είχε πάντοτε μία χροιά θρησκευτικότητος. Έχουμε διδαχθεί κι έχουμε μάθει να εξετάζουμε την τραγωδία ως ένα ανείπωτο αίσχος διαπραχθέν εις βάρος του Σωτήρα της Ανθρωπότητος, του Υιού του ΘΕΟΥ. Η ανθρώπινη πλευρά της σπανίως έως ποτέ μας παρουσιάζεται. Η άγια όψη του Χριστού ήταν πάντοτε προεξέχουσα μέσα στο νου μας και αναπολούμε την σκηνή άλλοτε από την ανθρωπιστική της πλευρά, με αποτροπιασμό για την αγριότητα και τη μοχθηρία των διωκτών του ενός, ο οποίος δεν έβλαψε κανέναν και έκανε μόνο καλό και άλλοτε από τη θρησκευτική της πλευρά, ως την εκούσια θυσία του ΥΙΟΥ από το ΘΕΟ για τη λύτρωση του κόσμου.
Για λίγα λεπτά, διαλογισθείτε αυτή την τραγωδία από μία διαφορετική οπτική, από τη νομική παρά από την ανθρωπιστική ή θρησκευτική της όψη. Βάσει αυτού, δε θα λάβουμε υπ’ όψιν την αγιότητα του Χριστού, αλλά την ανθρώπινή του πλευρά. Η δίκη δεν είναι εκείνη του Υιού του ΘΕΟΥ, αλλά του Ιησού ανθρώπου, του Ναζηραίου μαραγκού και υιού του μαραγκού. Είναι ο κρατούμενος κατά τον κώδικα, στον οποίο παρέχεται προστασία βάσει εκείνων των νόμων, οι οποίοι παρέχονται για την προστασία κάθε ατόμου, το οποίο κατηγορείται για κάποιο αδίκημα, υπόκειται στην τιμωρία, η οποία προβλέπεται για την παραβίαση του νόμου και έχει τα ίδια δικαιώματα και μόνον τα ίδια δικαιώματα από κάθε άποψη, τα οποία έχει κάθε κατηγορούμενος πολίτης της χώρας. Η δίκαιη ή η άδικη εκτέλεσή του και τα κίνητρα εκείνων οι οποίοι τον καταδίκασαν είναι παντελώς άσχετα με το θέμα με εξαίρεση μόνον και για όσο αυτό ισχύει της πιθανής συνάφειας με τη νομική σκοπιά της αντιπαράθεσης. Σκοπός μας είναι αποκλειστικά και μόνο να ανακαλύψουμε εάν ο κατηγορούμενος άνθρωπος Ιησούς καταδικάσθηκε νόμιμα και σε συμφωνία με τις θεσμοθετημένες νομικές αρχές της εποχής και του τόπου.

Θα μπορούσαμε, λοιπόν, να συγκεντρώσουμε το θέμα σε δύο ερωτήματα:
1. Ήταν ο Χριστός ένοχος παραβίασης του νόμου;
2. Εάν ήταν, καταδικάσθηκε και εκτελέστηκε κανονικά, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου;

Απαντώντας εν μέρει στην πρώτη ερώτηση και προσπαθώντας να είμαι ακριβής όσο γίνεται, επιτρέψτε μου να πω ότι όταν ο Ιησούς ισχυρίστηκε ότι είναι ο Υιός του ΘΕΟΥ, ήταν ένοχος βλασφημίας σύμφωνα με τους τότε ισχύοντες νόμους. Εάν, λοιπόν, είχε δικασθεί και καταδικασθεί κανονικά γι’ αυτό το αδίκημα και εν συνεχεία είχε εκτελεσθεί (εις θάνατον) δια λιθοβολισμού, δηλαδή δια της νόμιμα προβλεπόμενης τιμωρίας, δε θα υπήρχε καμία νόμιμη ένσταση επί της εκτελέσεως, παρά τα όσα δύναται κάποιος να σκεφθεί επί του δικαίου ή των κανόνων.
Η Ιουδαία εκείνη την εποχή ήταν Ρωμαϊκή επαρχία. Υπαγόταν διοικητικά στη Ρώμη. Ήταν η «φωτισμένη» γη και η Ρώμη με το εκπληκτικό διοικητικό της σύστημα, το οποίο προωθούσε την Αυτό-διοίκηση (εφόσον δεν αμφισβητήτο η Ρωμαϊκή ανώτατη κυριαρχία), της επέτρεπε να εφαρμόζει πρακτικά και καθ’ ολοκληρίαν το δικό της νομικό σύστημα, δια ιδίων δικαστικών οργάνων και να επιβάλλει τις ποινές της με μία μόνη εξαίρεση: την ποινή του θανάτου, για την οποία χρειαζόταν η Ρωμαϊκή έγκριση (ή ανοχή), ειδικά για την επικύρωση και εκτέλεση της καταδίκης, πιθανά όμως και για την ίδια την έκδοση μίας τέτοιας απόφασης. Και τα δύο νομικά συστήματα, το Ιουδαϊκό και το Ρωμαϊκό, ήταν αξιοθαύμαστα και όσον αφορά στους κατηγορουμένους, οι οποίοι δικάζονταν από τα δικαστήριά τους ήταν υπέρ του δέοντος προστατευμένοι από τυχόν άδικες αποφάσεις πολύ περισσότερο τολμώ να πω, απ’ όσο προστατεύονται απ’ τα σύγχρονά μας συστήματα, μολονότι η τιμωρία του ενόχου ήταν περισσότερο και γενικότερα εξασφαλισμένη. Και ο Ιησούς δικάσθηκε, όχι από τον όχλο όπως κάποιες φορές νομίζουμε, αλλά από δύο δικαστήρια αρμόδιας δικαιοδοσίας και σύμφωνα και με τα δύο ισχύοντα νομικά συστήματα, Ιουδαϊκό και Ρωμαϊκό, των οποίων οι φωτισμένες διατάξεις έχουν σταδιακά εγκολπωθεί μέχρι και σήμερα στην Αγγλοσαξονική φιλοσοφία του δικαίου, από την οποία είχαν επί αιώνες αποκλεισθεί λόγω των αυταρχικών και αχρείων θεωριών του Φεουδαρχικού συστήματος.
Για να μπορέσουμε να παρακολουθήσουμε την έρευνα αυτή, ας παρουσιάσουμε εν συντομία τις βασικές διατάξεις του νόμου σχετικά με την εκδίκαση ποινικών υποθέσεων στην Ιουδαία, η στοιχειώδης απαρίθμηση των οποίων θα σας πείσει, κατά την γνώμη μου, ότι το σημερινό σύστημα δεν είναι απροσμέτρητα ανώτερο του παλαιότερου από όλες τις απόψεις.
Η δίκη των κυριοτέρων αδικημάτων ελάμβανε χώρα ενώπιον της Σανχεντρίν, ενός δικαστηρίου γενικής δικαιοδοσίας, το οποίο αποτελείτο από 71 άρχοντες, ιερείς, νομοδιδασκάλους και λόγιους και το οποίο συνεδρίαζε συνήθως στο Ναό. Προεδρεύων αξιωματούχος ήταν συνήθως, αλλά όχι πάντα, ο Αρχιερέας. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις η Σανχεντρίν μπορούσε να συνεδριάσει στο παλάτι του Αρχιερέα. Σε σημαντικές υποθέσεις, όπως εκείνες στις οποίες μπορούσε να επιβληθεί η θανατική ποινή, είκοσι-ένα μέλη έπρεπε να παρίστανται. Κανένα Ιουδαϊκό δικαστήριο δεν μπορούσε να διεξάγει οποιοδήποτε ένδικο μέσο σε μέρα γιορτής και όσον αφορά σε σημαντικές υποθέσεις, το δικαστήριο δεν μπορούσε να συνεδριάσει τη νύχτα.
Ένα άτομο το οποίο εκατηγορήτο για κάποιο έγκλημα μπορούσε να συλληφθεί μόνον αφού θα είχε διατυπωθεί η κατηγορία νομότυπα (επίσημη καταγγελία), εκτός αν είχε συλληφθεί επ’ αυτοφώρω. Εάν επρόκειτο περί συλλήψεως τη νύχτα, θα έπρεπε να τεθεί υπό κράτησιν έως την επόμενη μέρα.
Σε κάθε περίπτωση, ο κατηγορούμενος εθεωρείτο αθώος μέχρι αποδείξεως της ενοχής του. Μπορούσε να δικαστεί και να καταδικαστεί μόνον όντας παρών.
Δεν μπορούσε να κλιθεί ως μάρτυρας, ούτε μπορούσε να καταθέσει εναντίον του εαυτού του. Η κατηγορία έπρεπε να στοιχειοθετηθεί από άλλους μάρτυρες. Οριζόταν οπωσδήποτε συνήγορος υπεράσπισης. Αποδεικτικά στοιχεία υπέρ της αθωότητος του κατηγορουμένου αναγνωρίζονταν ελευθέρως.
Κανείς δεν μπορούσε να καταδικαστεί με την κατάθεση ενός και μόνου μάρτυρα.Τουλάχιστον δύο άτομα έπρεπε να καταθέσουν ενώπιον του κατηγορουμένου και οι μαρτυρίες τους έπρεπε να συμφωνούν. Οι καταθέσεις τους έπρεπε να εξεταστούν πολύ προσεκτικά και από κάθε άποψη. Στη δε περίπτωση και της παραμικρής ασυμφωνίας μεταξύ τους, καθίσταντο ανεπαρκείς για την καταδίκη του κατηγορούμενου. Ο επιβαλλόμενος όρκος στους μάρτυρες ήταν μία έκκληση «προς τον ζώντα ΘΕΟ».
Αυτός ήταν ο πιο ιερός όρκος τον οποίο Ιουδαίος μπορούσε να πάρει και, όταν έκανε τέτοια έκκληση, δεσμευόταν να απαντήσει και να πει την αλήθεια. Ήταν καθήκον του προεδρεύοντος αξιωματούχου του δικαστηρίου να εφιστήσει την προσοχή των μαρτύρων στην αξία της ζωής και να τους προειδοποιήσει να μην ξεχάσουν να αναφέρουν οτιδήποτε γνώριζαν υπέρ της αθωότητος του κρατουμένου.
Σε μικρές υποθέσεις, οι συνήγοροι και των δύο πλευρών επιτρεπόταν να αναπτύξουν επιχειρηματολογία. Σε σοβαρές υποθέσεις, ακουγόταν μόνον ο συνήγορος του κατηγορουμένου.
Μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας, οι ψήφοι των νεότερων (σε ηλικία) μελών του δικαστηρίου ελαμβάνοντο πρώτες, ώστε να μην τύχει και επηρεαστούν από γηραιότερα μέλη. Ένας δικαστής, ο οποίος είχε ψηφίσει υπέρ της καταδίκης του κατηγορουμένου, μπορούσε ν’ αλλάξει την ψήφο του οποιαδήποτε στιγμή. Ένας, ο οποίος είχε μιλήσει υπέρ της απαλλαγής του κατηγορουμένου, δεν μπορούσε ν’ αλλάξει την ψήφο του και να τον καταδικάσει. Σε σοβαρές υποθέσεις, απαιτείτο η πλειοψηφία τουλάχιστον δύο για να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος.
Αθωωτική ετυμηγορία μπορούσε να δοθεί μεμιάς. Καταδικαστική ετυμηγορία δεν μπορούσε να εκδοθεί παρά μετά μία ημέρα από την ολοκλήρωση της δίκης. Αυτή η μέρα ήταν ημέρα νηστείας, προσευχής και θρησκευτικού διαλογισμού για όσους δικαστές τάσσονταν υπέρ της καταδίκης. Εάν δε γινόταν να εκδοθεί αθωωτική ετυμηγορία την ημέρα που ολοκληρωνόταν η δίκη, το δικαστήριο ήταν επιβεβλημένα υποχρεωμένο να διακόψει τη συνεδρίασή του ώστε να επιτρέψει στα μέλη να περάσουν μία πλήρη ημέρα με νηστεία και προσευχή.
Σε περίπτωση καταδίκης, ο καταδικασμένος έπρεπε να οδηγηθεί εκεί όπου θα ελάμβανε χώρα ο λιθοβολισμός του, αλλά το δικαστήριο δεν έλυε τη συνεδρίασή του. Ένας αξιωματούχος στεκόταν στην είσοδο με ένα σημαιάκι (σηματοδοσίας). Ένας άλλος ακολουθούσε τον κρατούμενο έως ενός σημείου, απ’ όπου θα μπορούσε να δει το σινιάλο. Εάν οποιοσδήποτε νέος μάρτυρας παρουσιαζόταν με σκοπό ν’ αποδείξει την αθωότητα του κατηγορούμενου το σημαιάκι κυμάτιζε και η εκτέλεση της ποινής αναστελλόταν έως ότου εξετασθούν οι νέοι μάρτυρες και εκδοθεί νέα ετυμηγορία.
Το πνεύμα του Ιουδαϊκού νόμου απεικονιζόταν θαυμάσια στους σχολαστικούς και εξειδικευμένους κανόνες, οι οποίοι προστάτευαν όσους κατηγορούνταν για εγκλήματα.
Συνηθιζόταν να λέγεται ότι η «Σανχεντρίν προοριζόταν για τη διαφύλαξη της ζωής, όχι για να θανατώνει». Υπό την εποπτεία αυτού του συστήματος φέρεται η Σανχεντρίν να διεξήγαγε τη δίκη του Ιησού και βάσει αυτού του συστήματος θα πρέπει να εξετάσουμε την κανονικότητα της διαδικασίας.
Με αυτή τη σύντομη αναφορά περί των βασικών νομικών αρχών, οι οποίες αφορούν στην παρούσα μελέτη, ας καταπιαστούμε με τα διάφορα περιστατικά της δίκης του Χριστού και ας εξετάσουμε τη νομιμότητά τους.
I. ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ

Κανένα σοφό σύστημα καμίας δικαιοδοσίας δε θα επέτρεπε ποτέ την εμπλοκή σε μία υπόθεση ενός δικαστή φατριαστή, ενός δικαστή, ο οποίος ενδιαφέρεται άμεσα για την έκβαση της ποινικής διώξεως. Σύμφωνα με το Μωσαϊκό νόμο, οι δικαστές προειδοποιούνταν: «Δε θα εκμαιεύσετε τη δικαστική απόφαση – δε θα σεβαστείτε τα πρόσωπα, ούτε θα δεχθείτε δώρα». Το σκεπτικό πίσω απ’ όλα αυτά ήταν ότι η κρίση ήταν ΤΟΥ ΘΕΟΥ. Τα δικαστήρια ήταν απλώς οι ανθρώπινοι αντιπρόσωποι, εντεταλμένοι όπως διατυπώσουν την κρίση. Η Σανχεντρίν, το Ανώτατο Δικαστήριο των Ιουδαίων, πολύ περισσότερο έπρεπε να μη διακατέχεται από φατριαστικά συναισθήματα και οι ετυμηγορίες του εθεωρούντο ότι πλησιάζουν πολύ τη σωστή δικαιοσύνη, όπως αυτή μπορεί να προσεγγισθεί δια της ανθρωπίνου σοφίας και της θείας αποκαλύψεως επί του ανθρώπου. Οι φωτισμένοι κανόνες και νόμοι της Ιουδαίας δεν άφηναν κανένα περιθώριο για μεροληπτικά ή προκατειλημμένα δικαστικά σώματα.
Όμως, στις Γραφές διαβάζουμε:
«ΜΕΤΑ ΔΕ ΔΥΟ ΗΜΕΡΑΣ ΗΤΟ ΤΟ ΠΑΣΧΑ ΚΑΙ ΤΑ ΑΖΥΜΑ ΚΑΙ ΕΖΗΤΟΥΝ ΟΙ ΑΡΧΙΕΡΕΙΣ ΚΑΙ ΟΙ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΣ ΠΩΣ ΝΑ ΣΥΛΛΑΒΩΣΙΝ ΑΥΤΟΝ ΜΕ ΔΟΛΟΝ ΚΑΙ ΝΑ ΘΑΝΑΤΩΣΩΣΙΝ» Κατά Μάρκον – κεφ. 14.
«ΤΟΤΕ ΣΥΝΗΧΘΗΣΑΝ ΟΙ ΑΡΧΙΕΡΕΙΣ ΚΑΙ ΟΙ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΣ ΚΑΙ ΟΙ ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΙ ΤΟΥ ΛΑΟΥ ΕΙΣ ΤΗΝ ΑΥΛΗΝ ΤΟΥ ΑΡΧΙΕΡΕΩΣ ΤΟΥ ΛΕΓΟΜΕΝΟΥ ΚΑΪΑΦΑ ΚΑΙ ΣΥΝΕΒΟΥΛΕΥΘΗΣΑΝ ΝΑ ΣΥΛΛΑΒΩΣΙ ΤΟΝ ΙΗΣΟΥΝ ΜΕ ΔΟΛΟΝ ΚΑΙ ΝΑ ΘΑΝΑΤΩΣΩΣΙΝ» Κατά Ματθαίον – κεφ. 26, §3,4.
Σύμφωνα με τα ευαγγέλια λοιπόν, δεν υπήρχε απλά γενική μήνις ή μόνον προσωπική έχθρα εναντίον του Ιησού, αλλά η πλευρά των δικαστών παρουσιάζεται να έχει άμεσο ενδιαφέρον: είναι σαφές ότι οι ίδιοι οργάνωναν συνωμοσία για να κατηγορήσουν τον Χριστό και να τον εκτελέσουν, η δε περαιτέρω συμπεριφορά τους δείχνει ότι μέσον υλοποίησης των στόχων αυτής της συνομωσίας ήταν η δίκη στην οποία οι ίδιοι θα ήταν δικαστές.
Συμπεράσματα
Κατά συνέπεια, η πρώτη ένστασις έγκειται στο γεγονός ότι το δικαστήριο, το οποίο εδίκασε πρώτο τον Χριστό συγκροτήθηκε παρατύπως, αφού αποτελείτο από δικαστές, οι οποίοι είχαν εκδώσει την απόφαση της καταδίκης εις θάνατον πριν τη δίκη και οι οποίοι στην πραγματικότητα συνωμοτούσαν για το πώς θα τον εκτελούσαν.

II. Η ΣΥΛΛΗΨΗ

Την πρώτη μέρα της γιορτής των αζύμων ή του Πάσχα, ο Ιησούς και οι μαθητές του γιόρτασαν τη γιορτή σ’ ένα οίκημα. Αυτό το επεισόδιο αποκαλούμε τώρα Μυστικό Δείπνο. Μετά τον εορτασμό και κατά το βράδυ κατευθύνθηκε με τους μαθητές του προς τον κήπο της Γεθσημανής για να προσευχηθεί. Είδε το τέλος του να πλησιάζει και πέρασε τις λίγες εναπομείνασες ώρες του επι-κοινωνώντας με το ΘΕΟ του. Τρεις φορές πήγε παράμερα μακριά από τους μαθητές του και τρεις φορές επέστρεψε και τους βρήκε να κοιμούνται. Την τρίτη φορά που βγήκε έξω, έφθασε ο Ιούδας με μεγάλο πλήθος αρχιερέων, γερόντων και κόσμου. Τον πρόδωσε με ένα φιλί. Στο πλήθος συμπεριελαμβάνοντο και Ρωμαίοι στρατιώτες, φύλακες του Ναού και κάποια από τα μέλη της Σανχεντρίν.
Και τον συνέλαβαν.
Λίγες μέρες πριν, ο Ιησούς είχε έρθει δημοσίως από τη Γαλιλαία. Είχε μπει στην Ιερουσαλήμ την Κυριακή των Βαΐων, παρουσία τεράστιας κοσμοσυρροής οπαδών του. Είχε διδάξει ανοιχτά στο ναό και είχε προκαλέσει αμηχανία στους Γραμματείς. Κατά συνέπεια, υπήρχαν επαρκείς ευκαιρίες για να διατυπωθεί μία κατηγορία εναντίον του και ν’ ακολουθήσει μία σύλληψη κατά τη διάρκεια της ημέρας.
Την ώρα της σύλληψής του δεν εμπλεκόταν στη διάπραξη οποιασδήποτε εγκληματικής ενέργειας. Δεν κήρυττε καν το ευαγγέλιο. Βρισκόταν σε ώρα προσευχής. Δεν υπάρχει πρόβλεψη στον Εβραϊκό νόμο σύμφωνα με την οποία να θεωρείται νόμιμη η σύλληψή του χωρίς να έχει γίνει πρώτα επίσημη καταγγελία σε βάρος του. Ο Ιησούς γνώριζε ότι η σύλληψή του ήταν παράνομη και υπενθύμισε στα μέλη της Σανχεντρίν, τα οποία ήταν παρόντα την παράβαση του νόμου όταν άρθρωσε αυτή την ήπια κατσάδα: «ΩΣ ΕΠΙ ΛΗΣΤΗΝ ΕΞΗΛΘΕΤΕ ΜΕΤΑ ΜΑΧΑΙΡΩΝ ΚΑΙ ΞΥΛΩΝ ΝΑ ΜΕ ΣΥΛΛΑΒΗΤΕ ΚΑΘ ΗΜΕΡΑΝ ΕΚΑΘΗΜΗΝ ΠΛΗΣΙΟΝ ΥΜΩΝ ΔΙΔΑΣΚΩΝ ΕΝ ΤΩ ΙΕΡΩ ΚΑΙ ΔΕΝ ΜΕ ΕΠΙΑΣΑΤΕ» Κατά Ματθαίον – κεφ. 26, §55.
Συμπεράσματα
Δεν υποστηρίζω ότι η παρανομία της συλλήψεως ήταν αρκετή για να αποτρέψει την παραπομπή του Ιησού σε δίκη. Δε θα μπορούσε να έχει σαν αποτέλεσμα μία εξίσου παράνομη ετυμηγορία, εάν οι εν συνεχεία διαδικασίες ήταν σύννομες. Όμως, είναι σημαντικό να ληφθεί υπ’ όψιν για να μπορέσουμε να εκτιμήσουμε το μέγεθος της εμπλοκής της Σανχεντρίν στην προώθηση της συνωμοσίας τους και ως προστιθέμενο στοιχείο προς απόδειξιν του ότι οι δικαστές βρίσκονταν σε «θέση υπό απαγόρευση» λόγω συμφέροντος και προκατάληψης.
III. Η ΔΙΚΗ ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΗΣ ΣΑΝΧΕΝΤΡΙΝ

Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης γράφει: «ΚΑΙ ΕΦΕΡΑΝ ΑΥΤΟΝ ΕΙΣ ΤΟΝ ΑΝΝΑΝ ΠΡΩΤΟΝ ΔΙΟΤΙ ΗΤΟ ΠΕΝΘΕΡΟΣ ΤΟΥ ΚΑΪΑΦΑ ΟΣΤΙΣ ΗΤΟ ΑΡΧΙΕΡΕΥΣ ΤΟΥ ΕΝΙΑΥΤΟΥ ΕΚΕΙΝΟΥ» (Κεφ. 18, §13). Η μαρτυρία δεν είναι και απόλυτα ξεκάθαρη σ’ αυτό το σημείο. Φαίνεται ότι ο Αρχιερέας Καϊάφας διεξήγαγε κάποια υποτυπώδη προανάκριση, είτε ιδιαιτέρως, είτε ενώπιον του Άννα, αλλά μάλλον αυτή δεν απέδωσε καρπούς, οπότε δε θεωρείται σημαντικό ως γεγονός.
Τότε, ο Ιησούς οδηγήθηκε στο σπίτι του Αρχιερέα, όπου ήταν μαζεμένοι οι αρχιερείς, οι Γραμματείς και οι γέροντες.
Το εάν αυτή ήταν μία εξαιρετική περίσταση, η οποία απαιτούσε η δίκη να διεξαχθεί στο Παλάτι του Αρχιερέα, υπόκειται στην εξέταση πληθώρας σοβαρών και αντιφατικών απόψεων, οπότε δε θα σταθώ. Θα πρέπει όμως, να λάβουμε υπ’ όψιν ότι όλη αυτή η διαδικασία έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια της νύχτας, όταν δηλαδή καμία εκδίκαση σοβαρού αδικήματος δε θα μπορούσε να διεξαχθεί και κατά τη διάρκεια του εορτασμού του Πάσχα, όταν επίσης καμία ποινική δίκη οποιασδήποτε μορφής δεν μπορούσε να διενεργηθεί. Σύμφωνα με τον Εβραϊκό νόμο, όλη η διαδικασία της εκδίκασης της υποθέσεως του Ιησού ενώπιον της Σανχεντρίν ήταν άκυρη, τόσο όσο θα ήταν άκυρο ένα δικαστήριο στη χώρα μας, το οποίο θα δίκαζε και θα καταδίκαζε κάποιον για κάποιο αδίκημα μέρα Κυριακή. Η ετυμηγορία θα εστερείτο νομικής ισχύος.
Παρ’ όλα αυτά, ο Ιησούς παραπέμφθηκε να δικασθεί ενώπιον της Σανχεντρίν. Καμία επίσημη καταγγελία δε διατυπώθηκε έστω και εκείνη την στιγμή εναντίον του. Αλλά, για να περισωθεί η εικονικότητα της δίκης, παρουσιάστηκαν μάρτυρες. Σύμφωνα με τις Γραφές: «ΟΙ ΔΕ ΑΡΧΙΕΡΕΙΣ ΚΑΙ ΟΙ ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΙ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟΝ ΟΛΟΝ ΕΖΗΤΟΥΝ ΨΕΥΔΟΜΑΡΤΥΡΙΑΝ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ ΔΙΑ ΝΑ ΘΑΝΑΤΩΣΩΣΙΝ ΑΥΤΟΝ» Κατά Ματθαίον – κεφ. 26, §59. Δεν βρήκαν, διότι παρότι προσήλθον πολλοί ψευδομάρτυρες, οι μαρτυρίες τους δε συμφωνούσαν. Ήταν απαραίτητο, για να επιτευχθεί η πολυπόθητη καταδίκη, να υπάρξουν τουλάχιστον δύο μάρτυρες των οποίων οι καταθέσεις να συμφωνούν από κάθε άποψη. Τελικά έγιναν δεκτές δύο μαρτυρίες. Στο κατά Ματθαίον αναφέρεται η εκδοχή ότι σύμφωνα με τη μαρτυρία τους ο Ιησούς είχε πει: «ΔΥΝΑΜΑΙ ΝΑ ΧΑΛΑΣΩ ΤΟΝ ΝΑΟΝ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΔΙΑ ΤΡΙΩΝ ΗΜΕΡΩΝ ΝΑ ΟΙΚΟΔΟΜΗΣΩ ΑΥΤΟΝ» κεφ. 26, §61. Στο κατά Μάρκον το κείμενο διαφέρει και εκεί αναφέρεται ως φράση του Ιησού: «ΕΓΩ ΘΕΛΩ ΧΑΛΑΣΕΙ ΤΟΝ ΝΑΟΝ ΤΟΥΤΟΝ ΤΟΝ ΧΕΙΡΟΠΟΙΗΤΟΝ ΚΑΙ ΔΙΑ ΤΡΙΩΝ ΗΜΕΡΩΝ ΑΛΛΟΝ ΑΧΕΙΡΟΠΟΙΗΤΟΝ ΘΕΛΩ ΟΙΚΟΔΟΜΗΣΕΙ» κεφ. 14, §58. Και οι δύο Ευαγγελιστές λένε ότι οι μάρτυρες ήταν ψευδομάρτυρες και ο Μάρκος αναφέρει επιπρόσθετα ότι οι μαρτυρίες των περισσοτέρων δε συμφωνούσαν.
Ο ισχυρισμός της ασυμφωνίας των μαρτύρων, όπως αυτός καταγράφεται από τον Ευαγγελιστή Μάρκο φέρεται να μην έχει ουδεμία νομική βαρύτητα, σύμφωνα με τις Γραφές. Οι Γραφές καταφατικά δεικνύουν ότι οι δύο μάρτυρες συμφώνησαν επί της δηλώσεως του Χριστού. Η μόνη διαφωνία, η οποία προκύπτει από τις Γραφές, είναι εκείνη μεταξύ του Ματθαίου και του Μάρκου σχετικά με το τι έλεγε η μαρτυρία.
Επίσης, απ’ τις Γραφές δεν προκύπτουν στοιχεία που να καταδεικνύουν τους δύο ως ψευδομάρτυρες. Η κατάθεσή τους δεν ήταν απόλυτα ακριβής, είναι προφανές, διότι ο Χριστός είχε πει: «ΧΑΛΑΣΑΤΕ ΤΟΝ ΝΑΟΝ ΤΟΥΤΟΝ ΚΑΙ ΔΙΑ ΤΡΙΩΝ ΗΜΕΡΩΝ ΘΕΛΩ ΕΓΕΙΡΕΙ ΑΥΤΟΝ» Κατά Ιωάννην – κεφ. 2, §19. Αλλά τότε, μίλαγε εντός του ναού της Ιερουσαλήμ, ο οποίος ήταν ο Εβραϊκός ναός του ΘΕΟΥ. Ήταν αναμενόμενο ότι οι Ιουδαίοι δεν κατάλαβαν πως δια της παρατηρήσεως αυτής «ΕΚΕΙΝΟΣ (ΟΜΩΣ) ΕΛΕΓΕ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΝΑΟΥ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ ΑΥΤΟΥ» (Κατά Ιωάννην – κεφ. 2, §21), αφού είναι προφανές ότι οι ίδιοι οι μαθητές του δεν εννόησαν τα λόγια του παρά μετά την ανάστασή του εκ νεκρών. Η εκδοχή, η οποία δίδεται από τους μάρτυρες, ειδικά εκείνη στο κατά Ματθαίον, ήταν κατ’ ουσίαν μία απόδοση του νοήματος, το οποίο φυσιολογικά κάποιος θα εξήγαγε ως συμπέρασμα από τα εκφερόμενα λόγια και τον τόπο όπου αυτά ακούσθηκαν. Σημαντική όμως, ακρίβεια θα απαιτείτο από ένα μάρτυρα, ο οποίος εξιστορεί τα λεγόμενα κάποιου άλλου μόλις λίγο καιρό πριν.
Δεν προκύπτει από τις Γραφές ότι οι μάρτυρες ήταν προειδοποιημένοι να μην ξεχάσουν οποιοδήποτε τεκμήριο της αθωότητος του κατηγορουμένου, να λάβουν υπ’ όψιν τους την ιερότητα της ζωής ή το γεγονός ότι κατέθεταν ενόρκως. Εφόσον αυτά αποτελούσαν την πάγια τακτική σε όλες τις δίκες ποινικών υποθέσεων, μάλλον θεωρήθηκε δεδομένο ότι τηρήθηκαν πιστά. Εντούτοις, είναι προφανές ότι δεν ορίστηκε συνήγορος υπεράσπισης για τον Ιησού και ότι οι δικαστές έψαχναν να βρουν μάρτυρες να καταθέσουν εναντίον του αντί υπέρ του, ως όφειλαν κατά το νόμο.
Μετά την αποδοχή των δύο αυτών μαρτυριών, ο Αρχιερέας ερώτησε τον Ιησού: «ΔΕΝ ΑΠΟΚΡΙΝΕΣΑΙ ΟΥΔΕΝ ΤΙ ΜΑΡΤΥΡΟΥΣΙΝ ΟΥΤΟΙ ΚΑΤΑ ΣΟΥ» Κατά Μάρκον – κεφ. 14, §60. Και ο Ιησούς έμεινε σιωπηλός. Εάν αυτή η ερώτηση ήταν μία προτροπή προς εκείνον, ώστε να μαρτυρήσει κατά του εαυτού του, ήταν παράνομη καθώς κανένας κατηγορούμενος δεν επιτρεπόταν να προτρέπεται κατ’ αυτόν τον τρόπο. Εάν ήταν μία ανακοίνωση από τον Αρχιερέα, ο οποίος προέδρευε του δικαστηρίου, ότι η κατηγορούσα αρχή είχε ολοκληρώσει και έπρεπε ν’ ακουστεί η υπεράσπιση, ο Ιησούς είχε το δικαίωμα να παραμείνει σιωπηλός. Οι νόμιμες προϋποθέσεις δεν είχαν τηρηθεί όσον αφορά στα δικαιώματά του: στη σύγκλιση του δικαστηρίου, στον χρόνο συνεδρίασης ή στη διαδικασία την οποία ακολουθούσε. Το κατά πόσο είχε κατηγορηθεί για ένα έγκλημα πιθανόν να αμφισβητείται, αλλά προφανώς δε θεωρήθηκε ιδιαίτερα σοβαρό ως γεγονός (το αν υπήρχε κατηγορία τελικά), αφού ο Αρχιερέας άμεσα εγκατέλειψε το ζήτημα της κατηγορίας και άλλαξε τακτική.
Ο Χριστός δεν καταδικάσθηκε από τη Σανχεντρίν επί της κατηγορίας, η οποία διατυπώθηκε από τους δύο μάρτυρες.
Το γεγονός ότι ο Αρχιερέας έψαχνε, στην πραγματικότητα και παράνομα, τρόπο να αναγκάσει τον Ιησού να καταθέσει εναντίον του εαυτού του, προκύπτει, κατά την γνώμη μου, από το γεγονός ότι αμέσως μετά την άρνηση του Χριστού να καταθέσει, ο Αρχιερέας επικαλέστηκε γι’ αυτόν τον πιο ιερό όρκο για έναν Ιουδαίο, κατά τον οποίο ήταν υποχρεωμένος ν’ απαντήσει: «ΣΕ ΟΡΚΙΖΩ ΕΙΣ ΤΟΝ ΘΕΟΝ ΤΟΝ ΖΩΝΤΑ ΝΑ ΕΙΠΗΣ ΠΡΟΣ ΗΜΑΣ ΕΝ ΣΥ ΗΣΑΙ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ Ο ΥΙΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ» Κατά Ματθαίον – κεφ. 26, §63. Ο Μάρκος δεν αφηγείται το περιστατικό αυτό με τον ίδιο τρόπο, αλλά καταγράφει απλή ερώτηση: «ΣΥ ΕΙΣΑΙ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ Ο ΥΙΟΣ ΤΟΥ ΕΥΛΟΓΗΤΟΥ» (κεφ. 14, §61). Και στις δύο περιπτώσεις όμως, ήταν μία προτροπή για τον κρατούμενο να καταθέσει εναντίον του εαυτού του και ως εκ τούτου, ήταν παράνομη.
Σ’ αυτή την ερώτηση ο Ιησούς απήντησε: «ΣΥ ΕΙΠΑΣ ΠΛΗΝ ΣΑΣ ΛΕΓΩ ΕΙΣ ΤΟ ΕΞΗΣ ΘΕΛΕΤΕ ΙΔΕΙ ΤΟΝ ΥΙΟΝ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΚΑΘΗΜΕΝΟΝ ΕΚ ΔΕΞΙΩΝ ΤΗΣ ΔΥΝΑΜΕΩΣ ΚΑΙ ΕΡΧΟΜΕΝΟΝ ΕΠΙ ΤΩΝ ΝΕΦΕΛΩΝ ΤΟΥ ΟΥΡΑΝΟΥ» Κατά Ματθαίον – κεφ. 26, §64. Αμέσως ο Αρχιερέας διέρρηξε τα ιμάτιά του λέγοντας «ΕΒΛΑΣΦΗΜΗΣΕ ΤΙ ΧΡΕΙΑΝ ΕΧΟΜΕΝ ΠΛΕΟΝ ΜΑΡΤΥΡΩΝ ΙΔΟΥ ΤΩΡΑ ΗΚΟΥΣΑΤΕ ΤΗΝ ΒΛΑΣΦΗΜΙΑΝ ΑΥΤΟΥ ΤΙ ΣΑΣ ΦΑΙΝΕΤΑΙ»; (§65-66). Και εκείνοι απήντησαν: «ΕΝΟΧΟΣ ΘΑΝΑΤΟΥ ΕΙΝΑΙ».
Και τον χλεύαζαν και τον περιγελούσαν, έπτυαν επί του προσώπου του και τον έδερναν, και, καλύπτοντας την κεφαλή του με πέπλο, τον κτυπούσαν και του ζητούσαν να μαντεύσει ποιος τον είχε χτυπήσει. Φανταστείτε μία τέτοια σκηνή να διαδραματίζεται στο ανώτατο δικαστήριο της χώρας, όπου παρευρίσκοντο τα πιο αξιοσέβαστα μέλη της κοινωνίας, εάν η απόδοση δικαιοσύνης ήταν η επιδίωξη των τεκταινόμενων.
Συμπεράσματα
Οι παρατυπίες αυτής της δίκης ήταν πολλές. Οι δικαστές είχαν αρνηθεί στον Χριστό το τεκμήριο της αθωότητος, το οποίο ο ίδιος ο νόμος το προέβλεπε για εκείνον και τον είχαν κρίνει ένοχο πριν δικασθεί. Το δικαστήριο συνεδρίασε κατά τη διάρκεια της νύχτας και σε μέρα επίσημης αργίας. Κανένας συνήγορος δεν ορίστηκε για τον κατηγορούμενο. Καταδικάσθηκε όχι επί των καταθέσεων των δύο μαρτύρων, αλλά επί της δικής του μαρτυρίας, η οποία εδόθη κατ’ απαίτησιν του Αρχιερέα και, σύμφωνα με το κατά Ματθαίον, μετά την ορκωμοσία, η οποία του επεβλήθη και την οποία ένας Ιουδαίος δεν μπορούσε ν’ αψηφήσει. Οι δικαστές έψαξαν για μάρτυρες οι οποίοι θα κατέθεταν εναντίον του αντί ν’ αναζητούν εκείνους οι οποίοι θα κατέθεταν υπέρ του. Δεν ακολουθήθηκε η νόμιμη διαδικασία για την έκδοση ετυμηγορίας (ψηφοφορία). Ο Αρχιερέας, ο οποίος θα έπρεπε να μιλήσει τελευταίος, με το μελοδραματικό σχίσιμο του ρουχισμού του εξέφρασε την άποψή του πρώτος και απλώς κάλεσε τους υπολοίπους να την επιβεβαιώσουν. Η καταδικαστική ετυμηγορία εκδόθηκε άμεσα, χωρίς να τηρηθεί η διαδικασία, η οποία προέβλεπε νηστεία, προσευχή και θρησκευτικό διαλογισμό για μία μέρα.
Η ίδια Σανχεντρίν αναγνώρισε το παράτυπο της διαδικασίας αυτής, του να συνεδριάζει δηλαδή κατά τη διάρκεια της νύχτας και μόλις ξημέρωσε συνεδρίασε εκ νέου. Σ’ αυτή τη συνεδρίαση, η οποία μνημονεύεται από τον Ευαγγελιστή Λουκά, όλοι υπέβαλλαν το ερώτημα στον Ιησού εάν ήταν ο Χριστός. Και όταν απάντησε καταφατικά, είπαν «ΤΙ ΧΡΕΙΑΝ ΕΧΟΜΕΝ ΠΛΕΟΝ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΔΙΟΤΙ ΗΜΕΙΣ ΑΥΤΟΙ ΗΚΟΥΣΑΜΕΝ ΑΠΟ ΤΟΥ ΣΤΟΜΑΤΟΣ ΑΥΤΟΥ. ΤΟΤΕ ΕΣΗΚΩΘΗ ΑΠΑΝ ΤΟ ΠΛΗΘΟΣ ΑΥΤΩΝ ΚΑΙ ΕΦΕΡΑΝ ΑΥΤΟΝ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΠΙΛΑΤΟΝ» (κεφ. 22, §71 – κεφ. 23). Είναι περιττό το να επισημανθεί ότι η συνεδρίαση εκείνης της μέρας ήταν επίσης παράτυπη. Υπόκειται σε όλες τις ενστάσεις, οι οποίες έχουν διατυπωθεί επί εκείνης η οποία διενεργήθη κατά τη διάρκεια της προηγούμενης νύχτας με μόνη εξαίρεση ότι ετούτη φέρεται να διενεργήθηκε κατά τη διάρκεια της μέρας.
IV. Η ΔΙΚΗ ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΠΙΛΑΤΟΥ

Η δίκη ενώπιον του Πόντιου Πιλάτου, του Ρωμαίου Έπαρχου, ξεκίνησε στο Πραιτόριο νωρίς το πρωί. Δε διεξήχθει κεκλεισμένων των θυρών, καθώς οι Ιουδαίοι δε θα εισέρχονταν στην αίθουσα σε μέρα γιορτής γιατί θα είχαν το φόβο ότι θα μολυνθούν. Αυτή δεν είναι η μόνη περίπτωση στην ιστορία, όπου η σχολαστική τήρηση των θρησκευτικών εθίμων ή της ηθικής συνόδευσε ένα παράδειγμα ανθρώπινης απανθρωπιάς εναντίον ενός ανθρώπου. Ο Χριστός οδηγήθηκε ενώπιον του Πιλάτου επειδή η Σανχεντρίν δεν ήταν εξουσιοδοτημένη να επιβάλλει την ποινή του θανάτου χωρίς την έγκριση του Ρωμαίου Έπαρχου.
Όταν οδηγήθηκε ο Ιησούς στο Πραιτόριο, ο Πιλάτος βγήκε έξω και είπε «ΤΙΝΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΝ ΦΕΡΕΤΕ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΤΟΥΤΟΥ» Κατά Ιωάννην – κεφ. 18, §29. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, εξέφρασε σαφές αίτημα για έκθεση των κατηγοριών. Οι ιερείς δεν διατύπωσαν συγκεκριμένη κατηγορία, αλλά απήντησαν «ΕΑΝ ΟΥΤΟΣ ΔΕΝ ΗΤΟ ΚΑΚΟΠΟΙΟΣ ΔΕΝ ΗΘΕΛΟΜΕΝ ΣΟΙ ΠΑΡΑΔΩΣΕΙ ΑΥΤΟΝ». Ο Πιλάτος τους είπε «ΛΑΒΕΤΕ ΑΥΤΟΝ ΣΕΙΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΝΟΜΟΝ ΣΑΣ ΚΡΙΝΑΤΕ ΑΥΤΟΝ». Και εκείνοι απήντησαν «ΟΙ ΙΟΥΔΑΙΟΙ ΗΜΕΙΣ ΔΕΝ ΕΧΟΜΕΝ ΕΞΟΥΣΙΑΝ ΝΑ ΘΑΝΑΤΩΣΩΜΕΝ ΟΥΔΕΝΑ».
Αυτός ο διάλογος δεικνύει ότι οι Ιουδαίοι ζητούσαν μόνον ν’ αποσπάσουν την έγκριση του Έπαρχου για την καταδίκη εις θάνατον για βλασφημία, την οποία η Σανχεντρίν είχε καθορίσει. Παρόλο που ήταν καθήκον του Ρωμαίου Έπαρχου να κρίνει όλες τις υποθέσεις στις οποίες είχε επιβληθεί η θανατική καταδίκη, ήταν συνήθης πρακτική, για να αποφεύγονται όσο το δυνατόν οι τριβές με τις τοπικές αρχές, να επικυρώνεται η καταδίκη χωρίς περαιτέρω διερεύνηση και σαν να είναι ένα καθαρά τυπικό θέμα. Η αμέλεια των ιερέων να παρουσιάσουν μία συγκεκριμένη κατηγορία εις απάντησιν της ερώτησης του Πιλάτου, ήταν εμμέσως μία υπόδειξη προς εκείνον ότι αυτή η συνήθεια θα ήταν ιδιαιτέρως αρεστή στη Σανχεντρίν για τη συγκεκριμένη υπόθεση.
Υπάρχουν αρκετοί προφανείς λόγοι, για τους οποίους ο Πιλάτος αρνήθηκε να ενεργήσει κατά την υπόδειξη. Ήξερε ότι «ΔΙΑ ΦΘΟΝΟΝ ΠΑΡΕΔΩΚΑΝ» (Κατά Ματθαίον – κεφ. 27, §18) τον Χριστό σε εκείνον. Παρουσιάζεται να τρέφει αξιοσημείωτο σεβασμό προς τον Ιησού, για του οποίου τα έργα είχε ακούσει. Όντας πολυθεϊστής, θα ήταν μάλλον άτοπο να περιμένει κανείς ότι θα γεμίσει αγανάκτηση λόγω διαφορών, οι οποίες αφορούσαν σε δεισιδαιμονίες. Γνωρίζοντας ότι η κατηγορία επινοήθηκε από φθόνο και χωρίς να λαμβάνει υπ’ όψιν προφανώς το ζήτημα της όποιας ιδιαίτερης επίπτωσης, δεν έτρεφε ιδιαίτερη συμπάθεια για την αντικειμενική επιδίωξη των ιερέων. Έτσι δικαιολογείται η περιφρονητική του συμβουλή να δικάσουν τον Ιησού σύμφωνα με τον Ιουδαϊκό νόμο, με τον οποίο ήξερε ότι θανατική καταδίκη δεν μπορούσε να επιβληθεί.
Οι ιερείς επίσης γνώριζαν ότι η κατηγορία της βλασφημίας δεν ήταν ιδιαίτερα βαρύνουσα για έναν πολυθεϊστή Έπαρχο και έτσι, παράλλαξαν την αληθινή καταγγελία τους και διατύπωσαν εναντίον του Χριστού την κατηγορία της συνομωσίας εις βάρος της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.
«ΤΟΥΤΟΝ ΕΥΡΟΜΕΝ ΔΙΑΣΤΡΕΦΟΝΤΑ ΤΟ ΕΘΝΟΣ ΚΑΙ ΕΜΠΟΔΙΖΟΝΤΑ ΤΟ ΝΑ ΔΙΔΩΣΙ ΦΟΡΟΥΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΚΑΙΣΑΡΑ ΛΕΓΟΝΤΑ ΕΑΥΤΟΝ ΟΤΙ ΕΙΝΑΙ ΧΡΙΣΤΟΣ ΒΑΣΙΛΕΥΣ» Κατά Λουκάν – κεφ. 23, §2.
Μία τέτοια κατηγορία ευνοήτως δεν μπορούσε να απορριφθεί χωρίς ανάκριση από τον Έπαρχο. Πέραν των διοικητικών εξουσιών του, ήταν και δικαστής, έχων τη δυνατότητα να δικάζει, να καταδικάζει και να εκτελεί. Αρνούμενος να εξασκήσει τις διοικητικές και απεριόριστες εξουσίες του υπέρ της θανατικής καταδίκης για βλασφημία κατά την ετυμηγορία της Σανχεντρίν, ήταν αναγκασμένος, ως δικαστής, να κρίνει αυτή τη νέα καταγγελία, της συνομωσίας εις βάρος της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας σύμφωνα με το Ρωμαϊκό δικαστικό ποινικό κώδικα. Οι γραφές δείχνουν ότι πάσχισε για να το πράξει.
Όταν ο Χριστός κατηγορήθηκε εκ νέου από τους αρχιερείς και τους γέροντες, δεν απάντησε κάτι. Γιατί; Η κατηγορία ήταν τριπλής φύσεως: 1. ο εκμαυλισμός του έθνους, 2. η παρεμπόδιση της πληρωμής των φόρων υποτελείας προς τον Καίσαρα, και 3. ο ισχυρισμός ότι είναι βασιλεύς. Η κατηγορία του εκμαυλισμού του έθνους ήταν πολύ αόριστη για να απαντηθεί συγκεκριμένα. Η κατηγορία της παρεμπόδισης της πληρωμής των φόρων υποτελείας ήταν ψευδής και οι κατήγοροί του το γνώριζαν. Νωρίτερα μέσα στην ίδια εβδομάδα όταν οι Φαρισαίοι, προσπαθώντας να τον παγιδεύσουν, τον είχαν ρωτήσει εάν ήταν νόμιμο να πληρώνουν φόρους στον Καίσαρα, εκείνος είχε απαντήσει, «ΑΠΟΔΟΤΕ (ΛΟΙΠΟΝ) ΤΑ ΤΟΥ ΚΑΙΣΑΡΟΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΚΑΙΣΑΡΑ ΚΑΙ ΤΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΕΙΣ ΤΟΝ ΘΕΟΝ» Κατά Λουκάν – κεφ. 20, §25. Η κατηγορία του ισχυρισμού ότι ήτο βασιλεύς είχε διττή φύση, έχοντας πολιτικό και θρησκευτικό χαρακτήρα, και προφανώς περίμενε να του συγκεκριμενοποιήσουν τι εννοούσαν. Ο Πιλάτος, όπως θα δούμε, αγνόησε την κατηγορία σχετικά με την πληρωμή των φόρων υποτελείας και διεξήγαγε τη δίκη απλώς επί της κατηγορίας ότι ο Χριστός διατεινόταν ότι ήταν βασιλιάς κι αυτό σε συνάρτηση με το νόημα του ισχυρισμού ότι διέβαλλε το λαό.
Πήρε τον Ιησού μέσα στο Πραιτόριο, μακριά από τους άλλους, και τον ανέκρινε ιδιαιτέρως. Η πρώτη του ερώτηση ήταν «ΣΥ ΕΙΣΑΙ Ο ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΤΩΝ ΙΟΥΔΑΙΩΝ»; (Κατά Ιωάννην – κεφ. 18, §33) Ο Ιησούς προσπάθησε αμέσως να μάθει εάν ο Πιλάτος ασκούσε δίωξη σε πολιτική ή θρησκευτική βάση και απήντησε ερωτώντας: «ΑΦ ΕΑΥΤΟΥ ΛΕΓΕΙΣ ΣΥ ΤΟΥΤΟ Η ΑΛΛΟΙ ΣΟΙ ΕΙΠΟΝ ΠΕΡΙ ΕΜΟΥ»; Είχε σημασία εάν η ερώτηση του Πιλάτου αναφερόταν σ’ ένα βασιλιά όπως εκείνος κατανοούσε τον όρο και με την έννοια ότι ο Καίσαρας ήταν ένας βασιλιάς ή όπως οι Ιουδαίοι τον κατανοούσαν, ως ένα Μεσσία. Ο Πιλάτος δεν ενδιαφερόταν για θρησκευτικές διενέξεις. Ξεκαθάρισε ότι ρωτούσε μόνον από την πολιτική σκοπιά και, ενοχλημένος που δεχόταν ερώτημα από έναν Ιουδαίο, ρώτησε επιτακτικά: «ΜΗΠΩΣ ΕΓΩ ΕΙΜΑΙ ΙΟΥΔΑΙΟΣ ΤΟ ΕΘΝΟΣ ΤΟ ΙΔΙΚΟΝ ΣΟΥ ΚΑΙ ΟΙ ΑΡΧΙΕΡΕΙΣ ΣΕ ΠΑΡΕΔΩΚΑΝ ΕΙΣ ΕΜΕ ΤΙ ΕΚΑΜΕΣ»; Ο Ιησούς απάντησε το ερώτημα και για τις δύο περιπτώσεις εξηγώντας, για το πολιτικό θέμα, ότι δεν ήταν αντίπαλος του Καίσαρα επειδή το βασίλειό του δεν ανήκε σ’ αυτόν τον κόσμο αλλά, όσον αφορά στο θρησκευτικό θέμα, ότι ήταν βασιλιάς στο βασίλειο της αλήθειας. Και ο Πιλάτος, χωρίς άλλη καθυστέρηση, ερώτησε το καίριο ερώτημα, το οποίο βασανίζει τους ελεύθερους ανθρώπους με την ελεύθερη σκέψη από αρχής κόσμου, «ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΛΗΘΕΙΑ»;
Βγήκαν έξω από το Πραιτόριο και μπροστά σε όλο το συγκεντρωμένο πλήθος ο Πιλάτος επισήμως ανακοίνωσε μία αθωωτική ετυμηγορία. «ΕΓΩ ΔΕΝ ΕΥΡΙΣΚΩ ΟΥΔΕΝ ΕΓΚΛΗΜΑ ΕΝ ΑΥΤΩ»
Κατά το νόμο, η υπόθεση εκεί είχε κλείσει. Σε πολλά σύγχρονα νομικά συστήματα τηρείται η αρχή του ακαταδίωκτου για αδίκημα για το οποίο ένα πρόσωπο έχει ήδη δικαστεί. Αυτή η αρχή ήταν μέρος του Ρωμαϊκού κώδικα πολύ πριν και μετά την εποχή του Χριστού, ως εκ τούτου υιοθετήθηκε στη νομοθεσία της Αγγλίας και κληρονομήθηκε παραδοσιακά στην Αμερικάνικη φιλοσοφία του δικαίου. Η ετυμηγορία του Πιλάτου διατυπωμένη μετά την ανάκριση και ενώπιον των κατηγόρων ήταν οριστική. Οποιαδήποτε περαιτέρω άσκηση δίωξης με την ίδια κατηγορία ήταν παράνομη.
Όμως ο κόσμος δεν είχε ικανοποιηθεί. Είτε αναμασώντας την προηγούμενή τους κατηγορία, είτε διαμαρτυρόμενοι εκ νέου, «ΟΙ ΔΕ ΕΠΕΜΕΝΟΝ» (Κατά Λουκάν – κεφ. 23, §5), λέγοντες «ΤΑΡΑΤΤΕΙ ΤΟΝ ΛΑΟΝ ΔΙΔΑΣΚΩΝ ΚΑΘ ΟΛΗΝ ΤΗΝ ΙΟΥΔΑΙΑΝ ΑΡΧΙΣΑΣ ΑΠΟ ΤΗΣ ΓΑΛΙΛΑΙΑΣ ΕΩΣ ΕΔΩ».
Ο Ηρώδης, ο Έπαρχος της Γαλιλαίας, ήταν τότε στην Ιερουσαλήμ.
Ο Πιλάτος, συνειδητοποιώντας ότι ο Ιησούς ήταν Γαλιλαίος, τον έστειλε στον Ηρώδη για να δικαστεί.
Αυτό θα μπορούσε να ήταν νομότυπο. Συνήθως, αλλαγές τόπου εκδίκασης διατάσσονταν ανάλογα με την αρμοδιότητα, η οποία προέκυπτε από τον τόπο κατοικίας του κρατούμενου. Θεωρείται κοινώς αποδεκτό ότι ο Πιλάτος έστειλε τον Ιησού στον Ηρώδη ώστε ν’ αποφύγει την ευθύνη της περαιτέρω δικαστικής εμπλοκής και να μεταθέσει το βάρος του προβλήματος, το οποίο συσσωρευόταν. Δεν γνωρίζω εάν αυτό είναι αληθές. Πάντως, επειδή η καταγγελία, η οποία εκείνη την στιγμή διατυπώθηκε, ήταν ότι ο Χριστός υποκινούσε το λαό της Γαλιλαίας, δεν είναι παράλογο να υποτεθεί ότι ο Πιλάτος, έχοντας κηρύξει αθώο τον κατηγορούμενο για διάπραξη εγκλήματος στην Ιερουσαλήμ, μάλλον επιθυμούσε όπως ο Έπαρχος της Γαλιλαίας διερευνούσε τον ισχυρισμό της παραβίασης του νόμου σύμφωνα με τη δικαιοδοσία του.
Ο Χριστός οδηγήθηκε στον Ηρώδη, ο οποίος χάρηκε που τον είδε, επειδή ήθελε να του πραγματοποιήσει κάποια απ’ τα θαύματα, για τα οποία ο Ηρώδης είχε ακούσει, να κάνει τον «μασκαρά». Ο Χριστός αρνήθηκε να πει κάτι. Και οι αρχιερείς και οι Γραμματείς τον κατηγόρησαν μπροστά στον Ηρώδη. Παρόλο που οι λεπτομέρειες αυτής της καταγγελίας δεν εκθέτονται, ήταν προφανές ότι αφορούσε στον ισχυρισμό του Χριστού ότι ήταν βασιλεύς, καθώς ο Ηρώδης τον περιγέλασε, τον περιέβαλλε με έναν ωραιότατο μανδύα και τον έστειλε πίσω στον Πιλάτο. Είναι σαφές ότι ο Ηρώδης δε θεώρησε τις κατηγορίες σοβαρές ή βάσιμες. Και ο Ηρώδης ήταν Ιουδαίος.
Άμα τη επιστροφή του Ιησού, ο Πιλάτος κάλεσε τους αρχιερείς, τους άρχοντες και τον κόσμο μαζί και για μία ακόμη φορά αποφάνθηκε μετά από ώριμη σκέψη ότι ο κατηγορούμενος ήταν αθώος.
«ΕΦΕΡΑΤΕ ΠΡΟΣ ΕΜΕ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟΝ ΤΟΥΤΟΝ ΩΣ ΣΤΑΣΙΑΖΟΝΤΑ ΤΟΝ ΛΑΟΝ ΚΑΙ ΙΔΟΥ ΕΓΩ ΕΝΩΠΙΟΝ ΣΑΣ ΑΝΑΚΡΙΝΑΣ ΔΕΝ ΕΥΡΟΝ ΕΝ ΤΩ ΑΝΘΡΩΠΩ ΤΟΥΤΩ ΟΥΔΕΝ ΕΓΚΛΗΜΑ ΕΞ ΟΣΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΕΙΤΕ ΚΑΤ ΑΥΤΟΥ, ΑΛΛ ΟΥΔΕ Ο ΗΡΩΔΗΣ ΔΙΟΤΙ ΣΑΣ ΕΠΕΜΨΑ ΠΡΟΣ ΑΥΤΟΝ ΚΑΙ ΙΔΟΥ ΟΥΔΕΝ ΑΞΙΟΝ ΘΑΝΑΤΟΥ ΕΙΝΑΙ ΠΕΠΡΑΓΜΕΝΟΝ ΥΠ ΑΥΤΟΥ, ΑΦΟΥ ΛΟΙΠΟΝ ΠΑΙΔΕΥΣΩ ΑΥΤΟΝ ΘΕΛΩ ΑΠΟΛΥΣΕΙ».
Από νομικής απόψεως, η απόφαση του Πιλάτου να μαστιγώσει τον Ιησού μπορεί να δικαιολογείται κατά μία μόνο έννοια. Ο Πιλάτος, ο δικαστής, έχοντας κρίνει αθώο τον Χριστό για τα εγκλήματα εναντίον του Καίσαρα, μεταβίβασε την υπόθεση στον Πιλάτο, τον Έπαρχο και Διοικητή, του οποίου καθήκον ήταν να εγκρίνει την ετυμηγορία της Σανχεντρίν. Έχοντας συμπεράνει ότι ο Χριστός δεν είχε κάνει «ΟΥΔΕΝ ΑΞΙΟΝ ΘΑΝΑΤΟΥ», δέχτηκε την καταδίκη από τη Σανχεντρίν, αλλά, έχοντας πλήρη εξουσία, τη μετέτρεψε και αντικατέστησε το «εις θάνατον» με την ποινή του μαστιγώματος.
Η άποψη η οποία μάλλον επικρατεί όμως, πέραν της νομικής σκοπιάς, είναι ότι ο Πιλάτος πήρε αυτή την απόφαση απλά για να μπορέσει να κατευνάσει τον κόσμο, ο οποίος επίμονα επιθυμούσε την τιμωρία του Χριστού και η δήλωσή του ότι θα τον άφηνε μετά ελεύθερο ήταν προφανώς μία ενθάρρυνση προς τον κόσμο, ώστε να ζητήσουν την απελευθέρωσή του. Ήταν έθιμο την αργία του Πάσχα να απελευθερώνεται ένας κρατούμενος κατ’ επιλογήν του λαού. Ο Πιλάτος, έχοντας κρίνει τον Χριστό αθώο, για να ενισχύσει την υπονοούμενη έκκλησή του και να σιγουρέψει την επιλογή, τους πρότεινε να επιλέξουν μεταξύ του Χριστού και του πιο επικίνδυνου εγκληματία των φυλακών, του Βαραββά.Και ο όχλος, υποκινούμενος από τους ιερείς και τους πρεσβύτερους, επιλέγει το Βαραββά.
Αμέσως μετά ο Πιλάτος πήρε τον Ιησού και έδωσε εντολή να τον μαστιγώσουν. Οι στρατιώτες, κατά τη διάρκεια του μαστιγώματος, τον έφτυναν, τον περιγελούσαν και του φόρεσαν το ακάνθινο στεφάνι.
Κάτω από οποιοδήποτε πρίσμα εκ των ανωτέρω, η ετυμηγορία ήταν οριστική και η υπόθεση είχε κλείσει.
Εάν η απόφαση ήταν η πλήρης αθώωση του κατηγορουμένου, τότε η ποινή του μαστιγώματος ήταν αδικαιολόγητη και παράτυπη. Εάν αποτελούσε έγκριση της υπό της Σανχεντρίν αποδιδόμενης ετυμηγορίας, τότε το μαστίγωμα ήταν η ανακοίνωση της ποινής επί της ετυμηγορίας αυτής και η ποινή, εφόσον εκτελέστηκε κανονικά, ήταν το έσχατο μέτρο επί του οποίου δεν επιτρεπόταν να ασκηθεί οποιαδήποτε περαιτέρω νομική διαδικασία.
Μετά το μαστίγωμα, ο Πιλάτος έφερε τον Ιησού πάλι μπροστά στον όχλο. Φορούσε πορφυρό μανδύα, με τον οποίο τον είχαν περιβάλλει καθώς τον περιγελούσαν και το ακάνθινο στεφάνι στο κεφάλι του. Για τρίτη φορά ανακοινώθηκε αθωωτική ετυμηγορία. «ΙΔΟΥ ΣΑΣ ΦΕΡΩ ΑΥΤΟΝ ΕΞΩ ΔΙΑ ΝΑ ΓΝΩΡΙΣΗΤΕ ΟΤΙ ΟΥΔΕΝ ΕΓΚΛΗΜΑ ΕΥΡΙΣΚΩ ΕΝ ΑΥΤΩ». (Κατά Ιωάννην – κεφ. 19, §4)
Όταν εμφανίστηκε ο Ιησούς, ο Πιλάτος, προσπαθώντας να ξυπνήσει στις καρδιές του κόσμου κάποιο συναίσθημα οίκτου προς το δίκαιο και αθώο άνθρωπο, τον παρουσίασε στους συγκεντρωμένους, «ΙΔΕ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ». Και οι προσπάθειές του ν’ αφυπνίσει οίκτο έλαβαν την ίδια απάντηση, η οποία δίδεται συνήθως από όσους απορροφώνται τελείως από φατριαστικό μίσος, «ΣΤΑΥΡΩΣΟΝ ΣΤΑΥΡΩΣΟΝ ΑΥΤΟΝ».
Ωστόσο, σ’ αυτή την σκηνή υπάρχει ένα εξιλεωτικό χαρακτηριστικό. Ο όχλος, ο οποίος είχε παρακινηθεί από τους ηγέτες του να ζητήσει την σταύρωση του Χριστού και εξέφραζε επίμονα μέχρι εκείνη την στιγμή την απαίτηση αυτή, τότε έμεινε σιωπηλός. Τον λυπήθηκαν καθώς στεκόταν εκεί. Μόνον οι ηγέτες, οι αρχιερείς και οι αξιωματικοί τότε φώναξαν «ΣΤΑΥΡΩΣΟΝ ΑΥΤΟΝ».
Για μία ακόμη φορά ο Πιλάτος, θυμωμένος με την ακόρεστη μνησικακία των ηγετών, εκφώνησε αθωωτική ετυμηγορία. Αυτή τη φορά, με την ετυμηγορία τους προκάλεσε ευθέως να αναλάβουν οι ίδιοι την ευθύνη της εκτέλεσης του Χριστού.
«ΛΑΒΕΤΕ ΑΥΤΟΝ ΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΤΑΥΡΩΣΑΤΕ ΔΙΟΤΙ ΕΓΩ ΔΕΝ ΕΥΡΙΣΚΩ ΕΝ ΑΥΤΩ ΕΓΚΛΗΜΑ».
Και εκείνοι απάντησαν: «ΗΜΕΙΣ ΝΟΜΟΝ ΕΧΟΜΕΝ ΚΑΙ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΝΟΜΟΝ ΗΜΩΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΑΠΟΘΑΝΗ ΔΙΟΤΙ ΕΚΑΜΕΝ ΕΑΥΤΟΝ ΥΙΟΝ ΤΟΥ ΘΕΟΥ».
Η αιτία αυτής της δήλωσης των ιερέων δε μου είναι και τόσο ξεκάθαρη. Δεν επιζητούσαν απλά την επικύρωση της καταδικαστικής αποφάσεως της Σανχεντρίν. Επιζητούσαν την ποινή της σταυρώσεως υπό την κηδεμονία της Ρώμης. Οι θρησκευτικές διεκδικήσεις δε θα μπορούσαν παρά να ασκούν λίγη επιρροή σε έναν πολυθεϊστή Έπαρχο, συνηθισμένο στη λατρεία πολλών θεών. Πιθανόν να ήταν μία αθέλητη δήλωση, μέσω της οποίας εκδηλώθηκε η μνησικακία τους, μετά τη δεικτική πρόκληση του Πιλάτου. Όμως, η εξήγηση, η οποία δείχνει η πιο λογική σ’ εμένα, είναι ότι ήταν ένα επιχείρημα ώστε να δικαιολογήσουν την στάση τους απευθυνόμενο προς τον όχλο, ο οποίος προφανώς είχε αρχίσει να λυπάται τον Χριστό, να του αποτυπώσουν το γεγονός ότι ο Ιησούς ήταν ένοχος βλασφημίας κατά την Ιουδαϊκή θρησκεία και να μεταστρέψουν τον οίκτο του σε αντιπαλότητα. Σε καμία άλλη περίπτωση δε θα μπορούσαν να υποκινήσουν τόσο σίγουρα τη δυσαρέσκεια αυτού του όχλου, παρά με την κατηγορία ότι ο Ιησούς ισχυριζόταν ότι καταγόταν και ήταν ίσος με το Γιεχόβα.
Η δήλωση είχε σαν αποτέλεσμα να κινήσει την προσοχή του Πιλάτου.
Εκείνος, ο οποίος πίστευε σε «ειδωλολατρικούς» μύθους θεών και γιων των θεών, οι οποίοι άφηναν τις ουράνιες σφαίρες και ανακατεύονταν με τα ανθρώπινα όντα πάνω στη γη, παίρνοντας τη μορφή ανθρώπων, αλλά διατηρώντας τις θείες δυνάμεις τους, φοβήθηκε μήπως ο Ιησούς ήταν γιος του Δία ή κάποιου άλλου θεού και τον ανέκρινε εκ νέου ιδιαιτέρως. Παρόλο που η περιέργειά του δεν είχε ολοκληρωτικά ικανοποιηθεί, ήταν τόσο εντυπωσιασμένος που «ΕΚΤΟΤΕ ΕΖΗΤΕΙ Ο ΠΙΛΑΤΟΣ ΝΑ ΑΠΟΛΥΣΗ ΑΥΤΟΝ» και ήταν η πιο κατάλληλη στάση από πλευράς Ρωμαίου Επάρχου και Δικαστή δεδομένων των πολλών αθωωτικών αποφάσεων, τις οποίες είχε ήδη εκδώσει.
Οι προσπάθειές του ήταν άκαρπες. Η επιχειρηματολογία των ηγετών, επικαλούμενη το θρησκευτικό αίσθημα και την πίστη του όχλου, έπεισε ότι ο Ιησούς έπρεπε να πεθάνει. Με πανούργα κακεντρέχεια, παρουσίασαν στον Πιλάτο το τελευταίο και πειστικότατο επιχείρημά τους.
Η διακυβέρνηση του Πιλάτου ως Έπαρχου δεν ήταν απόλυτα αδιάφθορη. Αντιθέτως, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και ως ληστρική σε κάποιες περιπτώσεις. Σχετική έρευνα θα μπορούσε ν’ αποκαλύψει παρατυπίες και ατασθαλίες. Ο Τιβέριος ήταν ένας καχύποπτος Καίσαρας, ο οποίος πίστευε χωρίς τις απαραίτητες αποδείξεις και ευχαριστιόταν να εξευτελίζει και να τιμωρεί. Καταγγελία στον Καίσαρα ήταν πρακτικά ίση με την καταδίκη από τον Καίσαρα. Και ο Πιλάτος φοβόταν μήπως καταγγελθεί. Η φιλία του Καίσαρα ήταν η πιο ισχυρή, αλλά και η πιο ασταθής βάση.
Αδυνατώντας να πείσουν το δικαστή Πιλάτο και μη μπορώντας να επιτύχουν τη θανατική καταδίκη του Ιησού δια του νόμου, οι Γραμματείς αντεπιτέθηκαν με πολιτικό επιχείρημα, με καλυμμένο υπαινιγμό ότι θα προβούν σε καταγγελία στη Ρώμη.
«ΕΑΝ ΤΟΥΤΟΝ ΑΠΟΛΥΣΗΣ ΔΕΝ ΕΙΣΑΙ ΦΙΛΟΣ ΤΟΥ ΚΑΙΣΑΡΟΣ ΠΑΣ ΟΣΤΙΣ ΚΑΜΝΕΙ ΕΑΥΤΟΝ ΒΑΣΙΛΕΑ ΑΝΤΙΛΕΓΕΙ ΕΙΣ ΤΟΝ ΚΑΙΣΑΡΑ».
Η δίκη είχε περατωθεί. Ο δικαστής Πιλάτος εγκατέλειψε την εξουσία του και υποχώρησε ενώπιον του καιροσκόπου και φοβισμένου πολιτικού Πιλάτου.
Πήρε νερό και έπλυνε τα χέρια του ενώπιον του πλήθους, λέγοντας «ΑΘΩΟΣ ΕΙΜΑΙ ΑΠΟ ΤΟΥ ΑΙΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΟΥΤΟΥ ΥΜΕΙΣ ΟΨΕΣΘΕ» (Κατά Ματθαίον – κεφ. 27, §24). Και τον «ΠΑΡΕΔΩΚΕ ΔΙΑ ΝΑ ΣΤΑΥΡΩΘΗ».
ΚΑΜΙΑ ΚΑΤΑΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΕΤΥΜΗΓΟΡΙΑ

Δεν ανακοινώθηκε καμία καταδικαστική ετυμηγορία. Την στιγμή που οι στρατιώτες τον οδηγούσαν προς την εκτέλεση, τα λόγια του δικαστή ακόμη ηχούσαν στον αέρα. Δίκαιος άνθρωπος, αθώος των κατηγοριών οι οποίες διατυπώθηκαν εναντίον του. Δεν εκτελέστηκε νόμιμα. Το αν δολοφονήθηκε για δικονομικούς ή πολιτικούς λόγους, μάλλον δεν έχει καμία σημασία.

Εξιστορώντας τη δίκη του Χριστού, συν-έραψα τις διάφορες αφηγήσεις των τεσσάρων ευαγγελίων κατά τέτοιον τρόπο, ώστε να παρουσιαστεί όσο το δυνατόν πιο καθαρά το εμπλεκόμενο νομικό ζήτημα, αφού η κάθε αφήγηση παρουσίαζε από μόνη της κενά.
Το συμπέρασμα είναι προφανώς ότι ο Ιησούς δεν καταδικάσθηκε ποτέ νόμιμα από οποιοδήποτε δικαστήριο. Στη συνεδρίαση της Σανχεντρίν, δικάσθηκε από φατριαστές δικαστές, οι οποίοι συνεκάλεσαν το δικαστήριο παρανόμως, παρατύπησαν ως προς τη διεξαγωγή και εξέδωσαν εξίσου παράτυπη ετυμηγορία. Συν τοις άλλοις, η ποινή του δεν εγκρίθηκε από τον αρμόδιο αξιωματούχο, ενώ νέα ποινή του επιβλήθηκε και ετέθη υπό την κρίση και την αρμοδιότητα του αξιωματούχου αντί εκείνης. Ενώπιον του Πιλάτου, ανακηρύχθηκε αθώος τουλάχιστον τέσσερις φορές. Ουδέποτε κηρύχθηκε ένοχος για οποιοδήποτε αδίκημα και εκτελέστηκε χωρίς σχετική εντολή. Ενώπιον του Ηρώδη είχε κηρυχθεί επίσης αθώος των κατηγοριών, οι οποίες τον βάραιναν. Ήταν θύμα θρησκευτικού μίσους και βάδιζε προς το θάνατο, για να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις εκείνων, οι οποίοι φοβόντουσαν να αφήσουν τους ανθρώπους να σκεφθούν.
Το να διαβάσει κάποιος την ιστορία της δίκης απαιτεί λίγα λεπτά της ώρας. Είναι αδύνατο να απαντηθούν όλα τα ερωτήματα, τα οποία προκύπτουν στο νου του αναγνώστη. Η αφήγηση είναι σύντομη, λιτή και σχεδόν χωρίς πάθος. Παρόλα αυτά, η ιστορία, όπως παρουσιάζεται, είναι απερίγραπτα θλιβερή. Η αδικία έναντι του κεντρικού προσώπου είναι σπαραξικάρδια.
Όμως, αυτό το οποίο είναι κυρίως πιο λυπηρό είναι ότι σε όλη αυτή την τραγική σκηνή δεν υπάρχει ούτε ένας άνθρωπος, εκτός ενός, αντάξιος πιστός και νομιμόφρων ενήλικας. Ίσως η ιστορία να μην έχει καταγραφεί πλήρως. Πιθανά κάτω από την αμείλικτη λάμψη του λευκού φωτός του χαρακτήρα του Χριστού, οι άνθρωποι δείχνουν ποταποί. Σίγουρα, ανάμεσα στους Ρωμαίους, των οποίων το περί δικαίου αίσθημα ήταν από τα υψηλότερα, στους ηγέτες και τους Γραμματείς των Ιουδαίων, οι οποίοι λάτρευαν το Γιαχβέ με αφοσίωση, ανάμεσα στο τεράστιο πλήθος, το οποίο ακολουθούσε τον Ιησού, ανάμεσα στους μαθητές, οι οποίοι είχαν ζήσει μαζί του και από τα ίδια του τα χείλη είχαν ακούσει το κήρυγμά του και οι οποίοι εν συνεχεία υπόμειναν μαρτύρια στο όνομά του, θα υπήρχε έστω ένας άνθρωπος. Είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι όλη η ιστορία έχει καταγραφεί.

Εν κατακλείδι, επιτρέψτε μου μοναχά να διατυπώσω μία πρόταση, από νομικής πάντα απόψεως και με βάση τη δίκη, την οποία περιέγραψα πιο πάνω.
Συχνά οι άνθρωποι έχουμε την τάση να καταδικάζουμε τις διαδικασίες του δικονομικού μας συστήματος. Αγανακτισμένοι με τις συνθήκες ή το χαρακτήρα ενός εγκλήματος, κηρύσσουμε αμέσως ένοχο τον κατηγορούμενο και αδημονούμε κατά τη διαδικασία ή με τα τεκμήρια τα οποία περιβάλλεται κατά το νόμο και βάσει των οποίων οφείλει το δικαστήριο να τον προστατέψει. Οι διαδικασίες οι οποίες τηρούνται από τα δικαστήρια αποτελούν την καλύτερη δυνατή έκφραση της καταληκτικής απόφασης των νομομαθών για μία σωστή διεξαγωγή δίκης, η οποία προορίζεται να προσεγγίσει την αλήθεια. Αλλάζουν με αργούς ρυθμούς, επειδή θα πρέπει πάντα να αλλάζουν προς το καλύτερο κι όχι προς το χειρότερο. Θα πρέπει πάντα να προστατεύουν από τυχόν αδικίες αντί να τις ευνοούν. Για όσο κι αν ισχύουν, θα πρέπει να τηρούνται με απαράμιλλο ζήλο. Η ζωή και η ελευθερία είναι τόσο ιερές έννοιες, που είναι ανεπίτρεπτο να καταστρέφονται εξ αιτίας της όποιας κατακραυγής ή του όποιου πάθους της στιγμής. Εάν οι πρέπουσες νομικές διαδικασίες είχαν τηρηθεί στην περίπτωση της δίκης του Χριστού, το πιο πιθανό είναι ότι δε θα είχε καταδικασθεί και δε θα είχε εκτελεσθεί.
Ακόμα και στην προσωπική μας ζωή, θα έπρεπε να τηρούμε πιστά τους τύπους και το πνεύμα του νόμου. Συχνά δικάζουμε, ενώπιον των προκαταλήψεών μας, εκείνους οι οποίοι δε συμπεριφέρονται αποκλειστικά σύμφωνα με τις δικές μας δογματικές αντιλήψεις και, χωρίς να μπαίνουμε στον κόπο καν ν’ ακούσουμε την άλλη πλευρά, τους καταδικάζουμε και απαιτούμε να σταυρωθούν από τον Πιλάτο της κοινής γνώμης. Κάποιες φορές, φτάνουμε και στο σημείο να τους σύρουμε έξω από το μαρτύριο μίας άλλης Γεθσημανής μέσα στη νύχτα, ώστε να εκδώσουμε την ετυμηγορία μας και να απαιτήσουμε την κοινωνική ή πολιτική εξόντωσή τους. Και οτιδήποτε κι αν γνωρίζουμε γι’ αυτούς, μπορεί να είναι πρίγκιπες στο βασίλειο της αλήθειας.
Ας απαγγέλλουμε κατηγορητήριο εναντίον συνανθρώπων μας μόνον ενώπιον της Σανχεντρίν των συνειδήσεών μας. Ας μην επιτρέπουμε σε πάθη, επιδιώξεις και κακόβουλα αισθήματα να προκαταβάλουν το δικαστήριο. Ας τους θεωρούμε αθώους έως ν’ αποδειχθούν ένοχοι. Ας απαιτούμε την ύπαρξη τουλάχιστον δύο μαρτυριών και όχι ψευδών, οι οποίες θα πρέπει να είναι σύμφωνες μεταξύ τους.
Ας ορίζουμε την Ανοχή μας συνήγορο του κατηγορουμένου και ας δεχόμαστε ελεύθερα τεκμήρια της αθωότητός τους. Εάν η ετυμηγορία μας είναι αθωωτική, ας την αναγορεύουμε αμέσως και ξεκάθαρα. Εάν πρόκειται για καταδικαστική, ας εκδίδεται μόνον μετά από μία ημέρα νηστείας, προσευχής και διαλογισμού.
Ακόμα και μετά την εκφώνηση της απόφασης, ας μη λύουμε τη συνεδρίαση του δικαστηρίου της Ανθρωπιάς μας και ας τοποθετούμε τα σημαιάκια σηματοδοσίας από την Αίθουσα έως τον τόπο εκτέλεσης. Και καθώς εκείνος, τον οποίο καταδικάσαμε, οδηγείται κατά την κρίση, ας επιτρέπουμε στον πρώτο τυχόντα μάρτυρα γεγονότος, αμφιβολίας ή απλής φήμης υπέρ του να αναστέλλει την εκτέλεση και να του εκχωρεί το δικαίωμα να δικασθεί εκ νέου. Παραφράζοντας τη ρήση σχετικά με τη Σανχεντρίν, ας λέμε για τον εαυτό μας: «Αποζητά να σώσει τον ψυχισμό, όχι να τον θανατώσει».

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *