Αλλαγές σε Ποινικό Κώδικα, Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και νόμο για ενδοοικογενειακή βία (Σχέδιο νόμου)

Ποινικοποιείται το «Stalking», νέα διάταξη για τον ακρωτηριασμό γεννητικών οργάνων – Αλλαγές στην άσκηση αναίρεσης από τον εισαγγελέα ΑΠ

Τροποποιήσεις σε Ποινικό Κώδικα, Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, καθώς και στο νόμο για την αντιμετώπιση της ενδοοοικογενειακής βίας, περιλαμβάνει το σχέδιο νόμου του Υπουργείου Δικαιοσύνης για την Κύρωση της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για την Πρόληψη και την Καταπολέμηση της Βίας κατά των γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας (Σύμβαση Κωνσταντινούπολης).Όπως αναφέρει ο Υπουργός Δικαιοσύνης, κ. Κοντονής, το εν λόγω σχέδιο νόμου εισάγεται προς συζήτηση στην αρμόδια επιτροπή την Πέμπτη, 8 Μαρτίου 2018, Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας, μια εμβληματική ημέρα για τα δικαιώματα των γυναικών.Σύμφωνα με το Υπουργείο, η κύρωση της εν λόγω Σύμβασης, επτά χρόνια μετά την υπογραφή της, αποτελεί ένα σημαντικό βήμα για την εμπέδωση και προστασία των δικαιωμάτων τους, με τις ρυθμίσεις που εισάγονται να περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων,:
Την ενίσχυση της ποινικής νομοθεσίας για την αντιμετώπιση εγκλημάτων που διαπράττονται σε βάρος των γυναικών (ακρωτηριασμός γεννητικών οργάνων, stalking, «εγκλήματα τιμής»),
Την κατάργηση της διάταξης του άρθρου 339 παρ. 3 ΠΚ (μη άσκηση ποινικής δίωξης εάν μεταξύ του υπαιτίου αποπλάνησης ανηλίκου και του θύματος τελέστηκε γάμος).
Την τροποποίηση του ν. 3500/2006 για την ενδοοικογενειακή βία, με στόχο την ευρύτερη και αποτελεσματικότερη εφαρμογή του.
Την τροποποίηση του ν. 2168/1993 περί όπλων, ώστε να μην χορηγούνται άδειες σε όσους διώκονται ποινικά ή έχουν καταδικασθεί για αδικήματα ενδοοικογενειακής βίας.
Την προστασία από την επιστροφή αλλοδαπών που είναι θύματα ενδοοικογενειακής βίας και προσέρχονται στις αρμόδιες αρχές για να υποβάλουν τη σχετική καταγγελία.

Ποινικός ΚώδικαςΣτο δεύτερο άρθρο του νομοσχεδίου περιλαμβάνονται τροποποιήσεις του Ποινικού Κώδικα.Με την πρώτη παράγραφο τροποποιείται η περίπτωση α’ της παρ. 3 του άρθρου 79 του Ποινικού Κώδικα με σκοπό την προσαρμογή στο άρθρο 42 της Σύμβασης. Η πρόβλεψη του άρθρου 42 της Σύμβασης σκοπεί να αποκλείσει κοινωνικές αντιλήψεις άλλων εποχών (π.χ. «η τιμή της οικογένειας» κ.λπ.) από το να αποτελέσουν δικαιολογητικό λόγο για την διάπραξη εγκλημάτων. Από απόψεως νομοθετικών ρυθμίσεων το ποινικό μας σύστημα είναι κατά βάση επαρκές, αφού δεν προβλέπεται κάποιος σχετικός λόγος άρσεως του αδίκου ή του καταλογισμού. Ωστόσο, προκειμένου η προστασία του θύματος να καταστεί πληρέστερη, πρέπει να αφαιρεθεί η δυνατότητα να επικαλεσθεί ο δράστης των σχετικών εγκλημάτων την τιμή, τη θρησκεία, τα έθιμά του κ.λπ. και κατά το στάδιο της επιμέτρησης της ποινής, κατά το οποίο αξιολογείται η προσωπικότητά του.Επομένως, στην περίπτωση α’ της παρ. 3 του άρθρου 79 ΠΚ προστίθεται ότι «Τα έθιμα και οι παραδόσεις που ακολουθεί ο δράστης, καθώς και η θρησκεία του δεν συνιστούν στοιχεία ικανά να μειώσουν την ποινή».Με τη δεύτερη παράγραφο και δεδομένης της ρητής προβλέψεως του άρθρου 38 της Σύμβασης, ποινικοποιείται σε νέα διάταξη (άρθρο 315 Β ΠΚ) η παρότρυνση γυναίκας να υποβληθεί σε ακρωτηριασμό γεννητικών οργάνων, καθώς και η δημόσια πρόκληση και διέγερση στην πράξη αυτή, κατά το πρότυπο των άρθρων 184 και 186 του Ποινικού Κώδικα. Βεβαίως, σε περίπτωση τέλεσης της πράξης, η ποινική ευθύνη του εν λόγω προσώπου εξετάζεται με βάση τις γενικές διατάξεις του Ποινικού Κώδικα για την συμμετοχή (άρθρα 45 επ. ΠΚ).Με την τρίτη παράγραφο και σύμφωνα με το άρθρο 37 της Σύμβασης προστίθεται στους σκοπούς της εμπορίας ανθρώπων (άρθρο 323 Α ΠΚ) ο εξαναγκασμός σε τέλεση γάμου.Με την τέταρτη παράγραφο και σύμφωνα με το άρθρο 34 της Σύμβασης ποινικοποιείται το λεγόμενο Stalking, δηλαδή μία επίμονη συμπεριφορά καταδίωξης ή παρακολούθησης, με την οποία η επέμβαση στην ιδιωτική σφαίρα του θύματος είναι ιδιαιτέρως επαχθής. Ως εκ τούτου, στην παράγραφο 1 του άρθρου 333 ΠΚ προστίθεται δεύτερο εδάφιο. Το νέο αδίκημα που τυποποιείται, σε αντίθεση με αυτό της απειλής, δεν τελείται με απειλή βίας ή άλλης παράνομης πράξης ή παράλειψης, αλλά με την επίμονη καταδίωξη ή παρακολούθηση του θύματος, η οποία πραγματοποιείται είτε με την επιδίωξη διαρκούς επαφής μέσω τηλεπικοινωνιακού ή ηλεκτρονικού μέσου (π.χ. αποστολή μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, τηλέφωνα κλπ.), είτε με διαρκείς επισκέψεις στο περιβάλλον του θύματος, παρά την εκπεφρασμένη αντίθετη βούλησή του, προκαλώντας στο θύμα τρόμο ή ανησυχία.Τέλος, με την παρ. 5 καταργείται η άκρως αναχρονιστική διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 339 του Ποινικού Κώδικα. Η εν λόγω διάταξη προβλέπει την παύση της ποινικής δίωξης ή την αποχή από αυτήν, αν μεταξύ του δράστη του αδικήματος της αποπλάνησης ανηλίκου κάτω των 15 ετών και του θύματος τελέστηκε γάμος. Η διάταξη αυτή έχει κατακριθεί από εθνικά και διεθνή όργανα προστασίας ανθρωπίνων δικαιωμάτων και από την Κοινωνία των Πολιτών. Περαιτέρω, δεν συνάδει με το βέλτιστο συμφέρον και την προστασία του ανηλίκου και συνεπώς προτείνεται η κατάργησή της.Νόμος 3500/2006 για την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίαςΤο τρίτο άρθρο του σχεδίου νόμου περιλαμβάνει μία σειρά τροποποιήσεων στο ν. 3500/2006 για την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας.Με την πρώτη παράγραφο και σε εναρμόνιση με το ν. 4356/2015 διευρύνεται περαιτέρω η έννοια της οικογένειας, ώστε να καταλαμβάνει και τα πρόσωπα που συνδέονται με σύμφωνο συμβίωσης.Με τη δεύτερη παράγραφο και σύμφωνα με το ως άνω άρθρο 3 της Σύμβασης, για την υπαγωγή στην προστασία του ν. 3500/20006 της μόνιμης συντρόφου του άνδρα ή του μόνιμου συντρόφου της γυναίκας και των τέκνων τους, κοινών ή ενός εξ αυτών, παύει να είναι απαραίτητη προϋπόθεση η συνοίκησή τους. Επίσης, κατ’ ακολουθία της πρώτης παραγράφου, οι διατάξεις του ν. 3500/2006 εφαρμόζονται, εκτός από τους τέως συζύγους, και στα μέρη συμφώνου συμβίωσης που έχει λυθεί.Με την τρίτη παράγραφο συμπληρώνεται το άρθρο 11 παρ. 2 εδ. β’ του ν. 3500/2006 που ορίζει τις προϋποθέσεις για την έναρξη της διαδικασίας της ποινικής διαμεσολάβησης, έτσι ώστε να επέρχονται οι απαραίτητες έννομες συνέπειες όταν το πρόσωπο στο οποίο αποδίδεται η τέλεση του εγκλήματος ενδοοικογενειακής βίας δε συμμορφώνεται στις υποχρεώσεις που ορίζει η συγκεκριμένη νομοθετική διάταξη. Συγκεκριμένα, στην περίπτωση που έχει κριθεί αναγκαία η παρακολούθηση ειδικού συμβουλευτικού-θεραπευτικού προγράμματος σε δημόσιο φορέα και το εν λόγω πρόσωπο δεν ολοκληρώσει υπαίτια την παρακολούθηση του προγράμματος, τότε ο εισαγγελέας διακόπτει τη διαδικασία διαμεσολάβησης και προκαλεί την αναδρομική άρση των επελθόντων αποτελεσμάτων. Συνεπώς, ανασύρεται η δικογραφία από το αρχείο και συνεχίζεται η ποινική διαδικασία κατά τις κοινές διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Η εισαχθείσα πρόβλεψη σκοπεί να εξασφαλίσει την ουσιαστική συμμόρφωση του εν λόγω προσώπου στις επιταγές της ποινικής διαμεσολάβησης, αντί μίας προσχηματικής ή ωφελιμιστικής συμμετοχής του στη διαδικασία.Με την τέταρτη παράγραφο τροποποιείται το άρθρο 16 του ν. 3500/2006 για την παραγραφή των εγκλημάτων ενδοοικογενειακής βίας (άρθρα 6, 7 και 9 του ν. 3500/2006), ώστε η παραγραφή των εγκλημάτων αυτών, όταν στρέφονται κατά ανηλίκων, να αναστέλλεται μέχρι την ενηλικίωση του θύματος και για ένα έτος μετά, εφόσον πρόκειται για πλημμέλημα, και για τρία έτη μετά, εφόσον πρόκειται για κακούργημα. Με την προσθήκη αυτή, το άρθρο 16 του ν. 3500/2006 εναρμονίζεται με το άρθρο 113 του Ποινικού Κώδικα, για την καλύτερη διασφάλιση των δικαιωμάτων των ανήλικων θυμάτων ενδοοικογενειακής βίας και την προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στο άρθρο 58 της Σύμβασης.Με τις τροποποιήσεις που επέρχονται στο άρθρο 18 του ν. 3500/2006 επιδιώκεται η ευχερέστερη εφαρμογή της εν λόγω διάταξης, κατά τις προβλέψεις του άρθρου 53 της Σύμβασης. Ειδικότερα, με την πέμπτη παράγραφο αντικαθίσταται η παρ. 1 του άρθρου 18 και οι προβλεπόμενοι περιοριστικοί όροι για την προστασία της σωματικής και ψυχικής υγείας του θύματος μπορούν να επιβληθούν, πλέον, και από τον εισαγγελέα που έχει επιληφθεί της υπόθεσης με αιτιολογημένη διάταξή του, κατά της οποίας επιτρέπεται η άσκηση προσφυγής ενώπιον του συμβουλίου πλημμελειοδικών. Περαιτέρω, η απαρίθμηση των περιοριστικών όρων (απομάκρυνση από την οικογενειακή κατοικία, μετοίκηση, κλπ.) είναι πλέον ενδεικτική. Κατά συνέπεια, το αρμόδιο δικαστικό όργανο μπορεί να επιβάλει τον πλέον ενδεδειγμένο περιοριστικό όρο (π.χ. απαγόρευση να προσεγγίζει ο κατηγορούμενος το νοσοκομείο όπου νοσηλεύεται το θύμα).Επίσης, προβλέπεται πλέον ποινή φυλάκισης σε όποιον παραβιάζει τον περιοριστικό όρο που του έχει επιβληθεί, ώστε το εν λόγω μέτρο να καταστεί ουσιαστικό και αποτελεσματικό.Τέλος, διαγράφεται η πρόβλεψη ότι η ισχύς του περιοριστικού όρου παύει αυτοδικαίως μετά την έκδοση οριστικής αποφάσεως ή της διατάξεως του εισαγγελέα με την οποία αρχειοθετείται η υπόθεση λόγω ποινικής διαμεσολάβησης. Ως εκ τούτου, ο περιοριστικός όρος ισχύει μέχρι την ανάκληση, αντικατάσταση ή τροποποίησή του από το δικαστικό όργανο που τον επέβαλε, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 2 του άρθρου 18, ανάλογα με τις περιστάσεις και για την αποτελεσματική προστασία του θύματος.Με την έκτη παράγραφο αντικαθίσταται η παρ. 2 του άρθρου 18 του ν. 3500/2006 και ο περιοριστικός όρος που έχει επιβληθεί είναι δυνατόν να ανακληθεί, αντικατασταθεί ή τροποποιηθεί με αίτηση του θύματος ή αυτού στον οποίο επιβλήθηκε ή και αυτεπαγγέλτως αν εκλείψουν οι λόγοι επιβολής ή προκύψει λόγος αντικατάστασης ή τροποποίησής του. Προβλέπεται δε η ακρόαση αμφότερων των μερών.Κώδικας Ποινικής ΔικονομίαςΜε το άρθρο 25 παρ. 1 του σχεδίου νόμου τροποποιείται το άρθρο 483 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση, με την προτεινόμενη ρύθμιση ενσωματώνεται στη νομοθεσία η ορθή ερμηνεία και εφαρμογή από τη νομολογία των διατάξεων αναφορικά με το επιτρεπτό ή μη άσκησης αναίρεσης από τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά βουλευμάτων με τα οποία τα αρμόδια δικαστικά συμβούλια αποφαίνονται αμετακλήτως, σύμφωνα με ειδική ρύθμιση.Ειδικότετα, η παρ. 3 του άρθρου 483 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής:«3. Ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιουδήποτε βουλεύματος, συμπεριλαμβανομένων εκείνων με τα οποία τα συμβούλια πλημμελειοδικών και εφετών αποφαίνονται αμετακλήτως, με σχετική δήλωση στον γραμματέα του Αρείου Πάγου, μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479, το δεύτερο εδάφιο του οποίου εφαρμόζεται και σε αυτήν την περίπτωση. Μετά την προθεσμία αυτή ο ίδιος ο εισαγγελέας μπορεί να ασκήσει αναίρεση του βουλεύματος υπέρ του νόμου και για οποιαδήποτε παράβαση των διατάξεων που αφορούν την προδικασία χωρίς να βλάπτονται τα δικαιώματα των διαδίκων.».

Δείτε αναλυτικά το σχέδιο νόμου εδώ και την αιτιολογική του έκθεση εδώ

Αναδημοσίευση από lawspot.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *