Έκθεση επίδοσης και επισημείωση δικαστικού επιμελητή: Διαφορά ως προς τον χρόνο επίδοσης. Ποια χρονολογία υπερισχύει

ΑΠ 736/2017 (πολ.) : Έκθεση επίδοσης και επισημείωση δικαστικού επιμελητή: Διαφορά ως προς τον χρόνο επίδοσης. Ποια χρονολογία υπερισχύει.
«Κατά τη διάταξη του άρθρου 139 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, «όποιος ενεργεί την επίδοση σημειώνει επάνω στο επιδιδόμενο έγγραφο την ημέρα και την ώρα της επίδοσης και υπογράφει. Η σημείωση αυτή αποτελεί απόδειξη υπέρ εκείνου προς τον οποίο έγινε η επίδοση. Αν υπάρχει διαφορά ανάμεσα στην έκθεση της επίδοσης και στη σημείωση υπερισχύει η έκθεση».
Από τη διάταξη του τελευταίου εδαφίου της εν λόγω παραγράφου, ερμηνευόμενη, σε συνδυασμό με εκείνη του δεύτερου εδαφίου της ίδιας παραγράφου και κατά τελολογική συστολή που υπαγορεύεται από το γεγονός ότι τα έννομα αποτελέσματα για τη διενέργεια διαδικαστικών πράξεων συναρτώνται προς τη γνώση του ακριβούς χρόνου της επίδοσης, την οποία εκείνος προς τον οποίο γίνεται (η επίδοση) αντλεί επισήμως και ασφαλώς από την επισημείωση του δικαστικού επιμελητή στο επιδιδόμενο έγγραφο, η ύπαρξη της οποίας καθώς και το περιεχόμενό της εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, συνάγεται ότι σε περίπτωση διαφοράς μεταξύ της ανωτέρω επισημείωσης και της έκθεσης του δικαστικού επιμελητή (αντίγραφο της οποίας δεν παραδίδεται στο λήπτη του εγγράφου), η χρονολογία της έκθεσης επίδοσης υπερισχύει έναντι εκείνης της επισημείωσης, μόνο εφόσον ωφελεί αυτόν προς τον οποίο έγινε η επίδοση, ενώ στην αντίθετη περίπτωση, ως βάση υπολογισμού της προθεσμίας πρέπει να λαμβάνεται η χρονολογία της επισημείωσης στο επιδιδόμενο έγγραφο, διότι μόνο έτσι διασφαλίζεται πλήρως η δυνατότητα του λήπτη του εγγράφου να ασκήσει παραδεκτά το υπό προθεσμία δικαίωμά του, το οποίο στην περίπτωση των ένδικων βοηθημάτων και μέσων, κατοχυρώνεται με τις διατάξεις του άρθρου 20 παρ.1 του Συντάγματος και του άρθρου 6 παρ.1 εδάφ. α’ της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, υπό το φως των οποίων πρέπει να ερμηνεύεται και να εφαρμόζεται ο οικείος δικονομικός κανόνας (ΑΠ 124/2013, 831/2008).
Η παράλειψη δε της σημείωσης αυτής μπορεί να καταστήσει άκυρη την επίδοση με τη συνδρομή του στοιχείου της βλάβης, όπως συμβαίνει, όταν η εν λόγω παράλειψη αποτέλεσε την αιτία δημιουργίας πλάνης στον παραλήπτη για το χρόνο έναρξης προθεσμίας διαδικαστικής πράξης, με αποτέλεσμα τη ματαίωση νόμιμης διαδικαστικής ενέργειας.
Στην ένδικη περίπτωση, με τους λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη: 1) με τον πρώτο λόγο η πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση, ότι δεν έλαβε υπόψη τον πρώτο λόγο της εφέσεως του αναιρεσείοντος κατά της 3976/2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με τον οποίο επανέφερε τον πρωτοδίκως υποβληθέντα ισχυρισμό του ότι η ένδικη ανακοπή κατά του ….4.2005 Πρωτοκόλλου Καθορισμού Αποζημίωσης Αυθαίρετης Χρήσης Δημόσιου Κτήματος του Προϊσταμένου της Κτηματικής Υπηρεσίας Πειραιά είχε ασκηθεί εκπροθέσμως, καθόσον το επίμαχο πρωτόκολλο επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη, στις 9/5/2006, σύμφωνα με το από 9/5/2006 αποδεικτικό της υπαλλήλου Κ. Χ., ενώ η ανακοπή ασκήθηκε εκπροθέσμως, στις 3/11/2006, μετά την παρέλευση 30 ημερών από την κοινοποίηση του πρωτοκόλλου και 2) με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως η πλημμέλεια από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την ένδικη ανακοπή, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της.
Όπως, όμως, προκύπτει από την επισκόπηση της 3976/2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αντιμετωπίζοντας τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, περί εκπρόθεσμης άσκησης της ανακοπής, τον απέρριψε, δεχόμενο ότι στο επιδοθέν στην αναιρεσίβλητη αντίγραφο του πρωτοκόλλου δεν σημειώθηκε ενυπογράφως η κατ’ άρθρο 139 παρ. 3 ΚΠολΔ σημείωση του δικαστικού επιμελητή για την ημέρα και την ώρα της επίδοσης, η παράλειψη δε αυτή καθιστά την επίδοση άκυρη, διότι η ανακόπτουσα (αναιρεσίβλητη) παραπλανήθηκε για τον χρόνο της επίδοσης από τον οποίο αρχίζει η προθεσμία του μηνός για την άσκηση της ανακοπής.
Το αναιρεσείον, με τον πρώτο λόγο της έφεσής του, κατά το οικείο επισκοπούμενο περιεχόμενό του, παραπονέθηκε για κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία των άρθρων 139 παρ. 3 ΚΠολΔ και 115 του από 12/11/1929 Π.Δ., όπως ισχύει, απόρριψη της ενστάσεώς του περί εκπρόθεσμης άσκησης της ανακοπής, καθόσον, κατά τους ισχυρισμούς του η προθεσμία προς άσκησή της είχε παρέλθει, με χρόνο αφετηρίας της την ημερομηνία που αναγράφεται στη σχετική έκθεση επιδόσεως (9/5/2006), ενώ η ανακοπή ασκήθηκε, στις 2/11/2006, χωρίς να πλήξει με συγκεκριμένο λόγο έφεσης την αιτιολογία της οριστικής απόφασης, περί παραπλάνησης της εφεσίβλητης (ήδη αναιρεσίβλητης) για το χρόνο επίδοσης από τον οποίο αρχίζει η προθεσμία προς άσκηση της ανακοπής, εξαιτίας παράλειψης της ανωτέρω σημείωσης στο επιδοθέν σ’ αυτήν αντίγραφο του πρωτοκόλλου, με αποτέλεσμα να καθίσταται εκ του λόγου τούτου άκυρη.
Έτσι, ο πρώτος λόγος της εφέσεως, όπως προβλήθηκε, δεν ασκούσε έννομη επιρροή στη δευτεροβάθμια δίκη και εντεύθεν, αλυσιτελώς το αναιρεσείον μέμφεται την αναιρεσιβαλλομένη για τις πλημμέλειες από τους αρ. 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τα παραπάνω αναφερθέντα. Κατ’ ακολουθίαν τούτων η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν’ απορριφθεί». (areiospagos.gr)

Αναδημοσίευση από legalnews24.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *