Πειθαρχική ποινή σε δικηγόρο για ανάρμοστη συμπεριφορά σε γραμματεία δικαστηρίου και απειλές κατά Δικαστή (ΣτΕ 325/2018)

Εκτός της αίθουσας συνεδριάσεων, οι δικηγόροι δεν μπορούν να κάνουν παρατηρήσεις που υπερβαίνουν την επιτρεπτή έκφραση σχολίων χωρίς στέρεη πραγματική βάση

Με την υπ’ αριθμόν 325/2018 απόφασή του, το Γ’ Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας, απέρριψε αίτηση ακυρώσεως δικηγόρου κατά αποφάσεως του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου Δικηγόρων, με την οποία κρίθηκε ότι αυτή υπέπεσε στο πειθαρχικό παράπτωμα της ανάρμοστης συμπεριφοράς κατά την άσκηση του δικηγορικού λειτουργήματος και επιβλήθηκε εις βάρος της η πειθαρχική ποινή της επιπλήξεως.Συγκεκριμένα, η αιτούσα δικηγόρος ευρισκόμενη εντός της Γραμματείας του Δικαστηρίου, προκειμένου να καταθέσει δικόγραφο προτάσεων, επέδειξε ανάρμοστη συμπεριφορά και προκάλεσε σοβαρή παρενόχληση και αναστάτωση στη Γραμματεία, διατυπώνοντας απειλές εις βάρος ενός Δικαστή και φωνάζοντας εξοργισμένη, κατά το περιεχόμενο του κατηγορητηρίου, «αλίμονο στη δικαστή αν δεν τις δεχθεί, θα δει τι έχει να πάθει, την έχω στη λίστα με τους εξαιρετέους δικαστές … έχω πάρει σειρά σε τηλεοπτική εκπομπή γνωστού δημοσιογράφου».Το Συμβούλιο, αφού απέρριψε λόγους αναγόμενους στην εξωτερική τυπική νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης, εφαρμόζοντας τα ήδη παγίως κριθέντα από τη νομολογία, προέβη στην ερμηνεία των διατάξεων του ισχύοντος κατά τον κρίσιμο χρόνο Κώδικα των Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954) και επικύρωσε την αιτιολογία της αποφάσεως του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου Δικηγόρων, με τη σκέψη ότι «το δικηγορικό επάγγελμα έχει τον χαρακτήρα δημοσίου λειτουργήματος που συνδέεται, ως εκ της φύσεώς του, με την εύρυθμη απονομή της δικαιοσύνης και, για τον λόγο αυτόν, υπόκειται σε καθεστώς ρυθμίσεων, οι οποίες αποβλέπουν στην ευπρεπή άσκηση αυτού, ώστε να διαφυλάσσεται το κύρος του, αλλά και το κύρος της δικαιοσύνης. Στο πλαίσιο αυτό, οι δικηγόροι οφείλουν να ασκούν ευόρκως το λειτούργημά τους, να εκτελούν ευσυνειδήτως και επιμελώς τις εντολές που τους έχουν ανατεθεί και να επιδεικνύουν αξιοπρεπή συμπεριφορά, η οποία πρέπει να είναι σύμφωνη με τις παραδόσεις του δικηγορικού σώματος, ενώ υποχρεούνται περαιτέρω να συμμορφώνονται και προς τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας, τους εσωτερικούς κανονισμούς των δικηγορικών συλλόγων, των οποίων είναι μέλη, και τις λοιπές αποφάσεις των οργάνων διοικήσεώς τους».Διαβάστε επίσης: Αποβολή της δικηγορικής ιδιότητας λόγω αμετάκλητης ποινικής καταδίκης (ΝΣΚ)Άλλωστε, σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης, ουδεμία παραβίαση της ελευθερίας του λόγου και της εκφράσεως της αιτούσας, όπως αυτή κατοχυρώνεται στο άρθρο 10 της ΕΣΔΑ, σε συνδυασμό με την επαγγελματική ελευθερία της, έλαβε χώρα.Το Συμβούλιο, επαναλαμβάνοντας τα γενόμενα δεκτά από το ΕΔΔΑ στην υπόθεση «Αλφαντάκης κατά Ελλάδος της 11.2.2010» (σκ. 24 – 27), αποδέχθηκε καταρχήν ότι ο δικηγόρος εκτός από φορέας δημόσιου λειτουργήματος, είναι και φορέας του ατομικού δικαιώματος της ελευθερίας της έκφρασης, με κεντρική θέση στην απονομή δικαιοσύνης σε μία δημοκρατική κοινωνία, θέση η οποία επάγεται ακολούθως το δικαίωμα κριτικής του έργου της δικαιοσύνης, υπό την προϋπόθεση όμως ότι η κριτική αυτή δεν υπερβαίνει ορισμένα όρια.Τα όρια αυτά «συνίστανται στους συνήθεις περιορισμούς στη συμπεριφορά των μελών των δικηγορικών συλλόγων, όπως αντανακλώνται στις βασικές αρχές που απαριθμούνται από το Συμβούλιο των Ευρωπαϊκών Δικηγορικών Συλλόγων (CCBE) για τους Ευρωπαίους δικηγόρους, με ιδιαίτερη αναφορά στην “αξιοπρέπεια”, την “τιμή” και την ακεραιότητα” και στον “σεβασμό για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης”. Τέτοιοι κανόνες συμβάλλουν στην προστασία της δικαστικής εξουσίας από αδικαιολόγητες και αβάσιμες επιθέσεις, που μπορεί να καθοδηγούνται αποκλειστικώς από επιθυμία ή στρατηγική να διεξαχθεί η δίκη στα μέσα ενημέρωσης ή να πληγούν οι δικαστές που χειρίζονται συγκεκριμένη υπόθεση». Κατ’ακολουθίαν, σύμφωνα με την κρίση του Συμβουλίου, «οι δικηγόροι εκτός της αίθουσας συνεδριάσεων του δικαστηρίου – εντός της οποίας κατά την άσκηση των καθηκόντων τους απολαύουν μεγαλύτερης ελευθερίας – δεν μπορούν να κάνουν παρατηρήσεις τόσο σοβαρές που υπερβαίνουν την επιτρεπτή έκφραση σχολίων χωρίς στέρεη πραγματική βάση ούτε μπορούν να διατυπώνουν προσβολές».

Αναδημοσίευση από lawspot.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *