Σημαντική η νέα απόφαση που εξέδωσε στις 11.10.2018 το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΔΑ) στην υπόθεση Parol κατά Πολωνίας (αρ. αίτησης 65379/13). Την προσφυγή έκανε ο Albert Parol, Πολωνός υπήκοος, 40 ετών, ο οποίος είναι κρατούμενος στις φυλακές της Βαρσοβίας.
Η υπόθεση αφορούσε στην εφαρμογή από τα εθνικά δικαστήρια των διαδικαστικών διατάξεων της εθνικής νομοθεσίας της Πολωνίας περί υποβολής έφεσης. Συγκεκριμένα το ΕΔΔΑ έκρινε ότι η απόρριψη της έφεσης με την αιτιολογία ότι δεν κατατέθηκε αντίγραφο αυτής, αλλά μόνο χειρόγραφο αυτής από τον προσφεύγοντα, παραβίασε το δικαίωμα του τελευταίου για πρόσβαση στο δεύτερο βαθμό δικαιοδοτικής κρίσης.
Ιστορικό: Τον Ιούλιο του 2011 ο Parol άσκησε αγωγή στο περιφερειακό δικαστήριο της Βαρσοβίας-Πράγας , εναντίον τεσσάρων σωφρονιστικών καταστημάτων, ζητώντας αποζημίωση λόγω των συνθηκών κράτησής του. Τον Ιούνιο του 2012 το περιφερειακό δικαστήριο απέρριψε την αγωγή του ως παραγραφείσα. Τον Νοέμβριο του 2012 ο προσφεύγων άσκησε έφεση κατά της αποφάσεως αυτής. Σε επιστολή του στις 20 Νοεμβρίου 2012, το περιφερειακό δικαστήριο ζήτησε από τον Parol να διορθώσει ορισμένα τυπικά ελαττώματα στην έφεσή του. Του ζήτησε συγκεκριμένα, να υποβάλει αντίγραφο της έφεσης και με την υπόμνηση να διορθώσει τα τυπικά ελαττώματα. Για να συμμορφωθεί, ο αιτών ζήτησε από το περιφερειακό δικαστήριο να του αποστείλει αντίγραφο της έφεσής του με δικά του έξοδα. Ωστόσο δεν έγινε καμία ενέργεια.
Τον Δεκέμβριο του 2012 ο Parol υπέβαλε ένα χειρόγραφο αντίγραφο της έφεσής του ενώπιον του περιφερειακού δικαστηρίου, μαζί με τα άλλα αιτούμενα έγγραφα. Στα τέλη Δεκεμβρίου 2012 το Περιφερειακό Δικαστήριο κήρυξε απαράδεκτη την έφεση του προσφεύγοντος με την αιτιολογία ότι το αντίγραφο της εφέσεως που υπέβαλε δεν ήταν πανομοιότυπο με το πρωτότυπο. Τον Ιούλιο του 2013 το Εφετείο της Βαρσοβίας απέρριψε την έφεση του Parol κατά της απορριπτικής απόφασης του Δεκεμβρίου του 2012, επισημαίνοντας ότι οι εφέσεις έπρεπε να υποβληθούν εις διπλούν ώστε να μπορούν να επιδοθούν στον εφεσίβλητο. Τον Οκτώβριο του 2013 το Εφετείο κήρυξε την έφεση του προσφεύγοντος κατά της απόφασης του Ιουλίου 2013 ως απαράδεκτη, διότι η επίδικη απόφαση δεν μπορούσε να εφεσιβληθεί.
Ο προσφεύγων απευθύνθηκε στο ΕΔΔΑ βασιζόμενος στο άρθρο 6 § 1 (δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο) της ΕΣΔΑ , επικαλούμενος παραβίαση του δικαιώματός του πρόσβασης σε δικαστήριο λόγω της απόρριψης της έφεσης του κατά της απόφασης του περιφερειακού δικαστηρίου, του Ιούνιο του 2012, ως απαράδεκτης, κρίνοντας ως αδικαιολόγητα περιοριστικές τις σχετικές διαδικαστικές ρυθμίσεις που ακολούθησαν τα εθνικά δικαστήρια.
Το ΕΔΔΑ δέχτηκε τον ισχυρισμό του προσφεύγοντος, κρίνοντας ότι λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι όντας κρατούμενος δεν είχε κάποιον δικηγόρο να τον συμβουλέψει για τη διαδικασία υποβολής της έφεσης, ωστόσο προσπάθησε να συμμορφωθεί με το αίτημα του εθνικού δικαστηρίου να υποβάλει αντίγραφο της έφεσης του, ωστόσο το περιφερειακό δικαστήριο δεν του απέστειλε αντίγραφο του κατατεθέντος δικογράφου. Επισης το Δικαστήριο έκρινε ότι ο προσφεύγων δεν ενημερώθηκε για τη διαδικασία υποβολής της έφεσης, όπως θα έπρεπε.
Με τις διαπιστώσεις αυτές το ΕΔΔΑ κατέληξε ότι τα εθνικά δικαστήρια παρεμπόδισαν την πρόσβαση του προσφεύγοντος σε δευτεροβάθμιο δικαστήριο επομένως παραβιάστηκε το άρθρο 6 § 1 της Σύμβασης και επιδίκασε στον προσφεύγοντα το ποσό των 3.250 ευρώ για ηθική βλάβη. (legalnews24.gr/ECHR)

Αναδημοσίευση από legalnews24.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *