Με απόφασή του το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών έκρινε ότι ο σύντροφος θανούσης, με την οποία ήταν σε ελεύθερη ένωση και είχαν τέκνα, δικαούται εύλογη χρηματική ικανοποίηση για ψυχική οδύνη, κατά το άρθρο 932 εδ. γ’ του Αστικού Κώδικα.

Όπως αναφέρεται στην απόφαση, η περιχαράκωση του όρου «οικογένεια», όπως αυτός οριοθετείται από το νομοθέτη στην διάταξη του άρθρου 932 εδ. γ’ ΑΚ, στα συνδεόμενα μόνο με συγγενική σχέση, κατά τον αστικό κώδικα, πρόσωπα, θίγει τον ίδιο τον πυρήνα της διάταξης, ο οποίος προτάσσει την προστασία των προσώπων εκείνων των οποίων ο ψυχισμός δοκιμάζεται συναισθηματικά τόσο έντονα από την απώλεια του οικείου τους προσώπου.

Προς το σκοπό αυτό, κατά την ερμηνεία της διάταξης πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι σύγχρονες κοινωνικές αντιλήψεις στο πεδίο των ανθρωπίνων σχέσεων, και η διαμόρφωση νέων μορφών σχέσεων, στις οποίες η παραδοσιακή έννοια της έγγαμου συμβίωσης δείχνει να μην αποτελεί πλέον την αποκλειστική μορφή της διαμορφούμενης οικογένειας.

Ο ίδιος, άλλωστε, ο νομοθέτης τα τελευταία έτη με σειρά νομοθετημάτων δείχνει την τάση, ακολουθώντας το σύνολο σχεδόν των ευρωπαϊκών δικαιικών συστημάτων, να απομακρυνθεί από την ως άνω στενή παραδοσιακή παραδοχή της διαμόρφωσης οικογένειας μόνο δια μέσου του – κατά τις διατάξεις του αστικού κώδικα – θρησκευτικού ή πολιτικού γάμου.

Απόσπασμα της απόφασης

Κατά συνέπεια, επί θανατώσεως αλλοδαπού στην Ελλάδα, εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ, στο τρίτο εδάφιο της οποίας προβλέπεται ότι «σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου, η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης. Το ελληνικό δίκαιο θα προσδιορίσει ποια πρόσωπα ανήκουν στην οικογένεια του θύματος. Μόνο δε στην περίπτωση εκείνη που αμφισβητηθεί, στη συνέχεια, η συγγενική ιδιότητα, αναφορικά με την ύπαρξη ή την εγκυρότητα της σχέσης, από την οποία προέρχεται η ιδιότητα αυτή (πχ η ύπαρξη ή όχι γάμου ή συγγενικής σχέση γονέα και τέκνου), τότε πλέον καθίσταται αναγκαία η εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 13, 14, 17 – 24 ΑΚ (κατά περίπτωση), για να κριθεί, αναλόγως, το εάν ο ενάγων έχει τελικώς την ιδιότητα του συζύγου ή του τέκνου, του πατέρα ή του παππού του θανατωθέντος (ΟλΑΠ 10/2011 ΝΟΜΟΣ, Κρητικού Α., Αποζημίωση από Τροχαία Ατυχήματα, Συμπλήρωμα 4ης έκδοσης, 2014, σ. 157). Ακολούθως, ο νομοθέτης στο άρθρο 932 εδ. γ’ ΑΚ, ηθελημένα δε προβαίνει σε ειδικότερο προσδιορισμό του όρου «οικογένεια» του θύματος, διότι δεν θέλησε να διαγράψει κατά τρόπο δεσμευτικό τα όρια ενός θεσμού, ο οποίος από τη φύση του, αναγκαστικά υφίσταται επιδράσεις, λόγω των κοινωνικών διαφοροποιήσεων (ΑΠ 1218/2008 ΕφΑΔ 2008 σ. 62. Δωρής ΝοΒ 2001 σ. 600).

Ο όρος «οικογένεια» ερμηνεύεται διασταλτικά, ώστε, με βάση και το σκοπό της θέσπισης της εν λόγω διάταξης, να περιλαμβάνονται στην οικογένεια του θύματος οι εγγύτεροι και στενά συνδεόμενοι συγγενείς του αποβιώσαντος, δηλαδή πρόσωπα τα οποία συνδέονται με στενούς δεσμούς οικογενειακού δικαίου με τον αποβιώσαντα, αλλά και με αισθήματα αγάπης και στοργής και τα οποία δοκιμάσθηκαν ψυχικά από την απώλειά του, αδιαφόρως, αν συζούσαν μαζί του ή διέμεναν χωριστά. Η δε ύπαρξη των δεσμών αυτών ως ζήτημα πραγματικό εναπόκειται στη κρίση του δικαστηρίου (ΟλΑΠ 21/2000 ΝΟΜΟΣ).

Εφόσον, όμως, κριθεί ότι και άλλα πρόσωπα, πέραν των συνδεόμενων με στενό δεσμό οικογενειακού δικαίου με τον αποβιώσαντα, διατηρούσαν ισχυρά αισθήματα αγάπης και στοργής με τον τελευταίο, τότε η ως άνω αξίωση επεκτείνεται και σε αυτά, τα οποία κατέχουν de facto θέση ανάλογη με εκείνη των συγγενικών προσώπων με τη στενή έννοια των διατάξεων του αστικού κώδικα (ΕφΑθ 6862/2007 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 727/2001 ΕλλΔ/ΝΗ 2001 σ. 1358, ΕφΑθ 3413/2001 ΕλλΔ/ΝΗ 2001 σ. 726, Παντελίδου Αρμ. 1982 σ. 410, Σπυριδάκης ΝοΒ 1976 σ. 726). Η περιχαράκωση, εξάλλου, του όρου «οικογένεια», όπως αυτός οριοθετείται από το νομοθέτη στην διάταξη του άρθρου 932 εδ. γ’ ΑΚ, στα συνδεόμενα μόνο με συγγενική σχέση, κατά τον αστικό κώδικα, πρόσωπα, θίγει τον ίδιο τον πυρήνα της διάταξης, ο οποίος προτάσσει την προστασία των προσώπων εκείνων των οποίων ο ψυχισμός δοκιμάζεται συναισθηματικά τόσο έντονα από την απώλεια του οικείου τους προσώπου, ώστε να δικαιολογείται η καταβολή εύλογης χρηματικής ικανοποίησης, κριτήριο το οποίο κυριαρχικά χρησιμοποιείται από την νομολογία.

Προς το σκοπό αυτό, κατά την ερμηνεία της ως άνω διάταξης πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι σύγχρονες κοινωνικές αντιλήψεις στο πεδίο των ανθρωπίνων σχέσεων, και η διαμόρφωση νέων μορφών σχέσεων, στις οποίες η παραδοσιακή έννοια της έγγαμου συμβίωσης δείχνει να μην αποτελεί πλέον την αποκλειστική μορφή της διαμορφούμενης οικογένειας.

Ο ίδιος, άλλωστε, ο νομοθέτης τα τελευταία έτη με σειρά νομοθετημάτων (βλ. ν. 3739/2008 με τον οποίο εισάγεται ο θεσμός του «συμφώνου συμβίωσης», ως νέα μορφή διαμόρφωσης νομικής δέσμευσης μεταξύ ανθρώπων, και ιδίως ν. 4356/2015, ο οποίος επεκτείνει τη δυνατότητα σύναψης συμφώνου συμβίωσης και σε άτομα του ιδίου φύλου), δείχνει την τάση, ακολουθώντας το σύνολο σχεδόν των ευρωπαϊκών δικαιικών συστημάτων, να απομακρυνθεί από την ως άνω στενή παραδοσιακή παραδοχή της διαμόρφωσης οικογένειας μόνο δια μέσου του – κατά τις διατάξεις του αστικού κώδικα – θρησκευτικού ή πολιτικού γάμου.

Προς την κατεύθυνση αυτή, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων με την απόφαση Saucedo Gomez κατά Ισπανίας (26-01-1999), αναγνώρισε ότι η συμβίωση δύο προσώπων για μεγάλο χρονικό διάστημα χωρίς γάμο σημαίνει την ύπαρξη «οικογενειακής ζωής» κατά την έννοια του άρθρου 8 της Ε.Σ.Δ.Α. (δικαίωμα σεβασμού ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής), ενώ προς την ίδια κατεύθυνση κινείται το Δικαστήριο και στην απόφαση Κοροσίδου κατά Ελλάδας (10-02-2011). Κριτήρια δε που πρέπει συνδυαστικά να λαμβάνει υπόψη ο Δικαστής για την κρίση του περί της συμπερίληψης ενός προσώπου, το οποίο δεν συνδέεται με τον αποβιώσαντα με κάποια από τις παρατιθέμενες στον αστικό κώδικα παραδοσιακές μορφές συγγενικού δεσμού, είναι η χρονική διάρκεια της σχέσης του θανόντος με τον αιτούντα την χρηματική ικανοποίηση, η συμβίωση, η απόκτηση τέκνων και κάθε άλλο γεγονός το οποίο είναι ικανό, κατά την κρίση του Δικαστή, να δημιουργήσει ιδιαιτέρως ισχυρά αισθήματα αγάπης και στοργής.

Δείτε αναλυτικά την απόφαση 1815/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών

Αναδημοσίευση από lawspot.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *