Απόσπασμα της υπ’αριθμ. 523 /2015 απόφασης του Μον.Πρωτ. Λάρισας

Το απόρρητο της επικοινωνίας αποτελεί τμήμα του ιδιωτικού βίου του προσώπου. Στην ιδιωτική σφαίρα κάθε πολίτη εντάσσονται και οι διαπροσωπικές σχέσεις, στοιχείο των οποίων είναι φυσικά και η επικοινωνία ανάμεσα στα πρόσωπα είτε με την αποστολή επιστολών είτε μέσω τηλεφωνικών συνδιαλέξεων είτε μέσω αποστολής ηλεκτρονικού γράμματος (e-mail) κ.ά. Ειδικότερα, το απόρρητο της με οποιονδήποτε τρόπο επικοινωνίας προστατεύεται από το άρθρο 19 § 1 εδ. α΄ του Συντάγματος, το οποίο ορίζει ότι «το απόρρητο των επιστολών και της ελεύθερης ανταπόκρισης ή επικοινωνίας με οποιονδήποτε άλλο τρόπο είναι απόλυτα απαραβίαστο». Σχετική είναι και η διάταξη της ΕΣΔΑ 8 § 1, η οποία προβλέπει ότι «παν πρόσωπο δικαιούται εις τον σεβασμόν […] της αλληλογραφίας του» (για το ότι τα ηλεκτρονικά μηνύματα περιλαμβάνονται στην προστασία της ΕΣΔΑ βλ. Καραβία σε Σισιλιάνου Ερμηνεία ΕΣΔΑ, εκδ. Νομική Βιβλιοθήκη, 2013 άρθρο 8 αρ. 47). Οι εν λόγω υπερνομοθετικές διατάξεις συνοδεύονται και από αντίστοιχες νομοθετικές ρυθμίσεις, οι οποίες εξειδικεύουν και πραγματώνουν τους στόχους που θέτουν οι ως άνω διατάξεις. Έτσι, για την προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα θεσπίστηκε ο ν. 2472/1997, ενώ ειδικά για την εν λόγω προστασία στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών υφίσταται ο ν. 3471/2006, ο οποίος διεκδικεί την αποκλειστικότητα της ρύθμισης ζητημάτων σχετικά με την παροχή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών (βλ. άρθρο 3 § 2).

Ζητήματα αστικής ευθύνης από την παραβίαση της ιδιωτικής ζωής στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών ρυθμίζουν οι διατάξεις του άρθρου 14. Σύμφωνα με το άρθρο 14 § 1 εδ. α΄, «φυσικό ή νομικό πρόσωπο που, κατά παράβαση του νόμου αυτού, προκαλεί περιουσιακή βλάβη υποχρεούται σε πλήρη αποζημίωση». Με τη συγκεκριμένη ρύθμιση καθιερώνεται ειδικός νόμιμος λόγος ευθύνης, ο οποίος προϋποθέτει: α) ως δράστη φυσικό ή νομικό πρόσωπο· β) παρανομία, δηλαδή πράξη ή παράλειψη που παραβιάζει μία ή περισσότερες από τις διατάξεις του ν. 3471/2006 για την προστασία της ιδιωτικής ζωής στο τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών· γ) πρόκληση περιουσιακής βλάβης στον χρήστη ή συνδρομητή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών· δ) αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της παρανομίας και της πρόκλησης της περιουσιακής βλάβης. Μέχρις εδώ δημιουργείται η εντύπωση ότι πρόκειται για γνήσια αντικειμενική ευθύνη, δεδομένου ότι δεν γίνεται λόγος για το στοιχείο της υπαιτιότητας στο πρόσωπο του δράστη. Ωστόσο, στο επόμενο εδάφιο γίνεται αναφορά σε χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ενώ στην § 2 του ίδιου άρθρου ορίζεται με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο ότι η χρηματική αυτή ικανοποίηση ρυθμίζεται από την ΑΚ 932, διάταξη όμως που εντάσσεται στο ευρύτερο σύστημα κανόνων δικαίου περί αδικοπραξίας, όπου η σχετική ευθύνη διαγράφεται ως υποκειμενική. Η γραμματική διατύπωση των εν λόγω ρυθμίσεων δεν καταλείπει περιθώρια παρά να συναχθεί η ακόλουθη κρίση: Όσον αφορά στην αποζημίωση για περιουσιακή βλάβη, καθιερώνεται γνήσια αντικειμενική ευθύνη (από αδικοπραξία), οπότε ο δράστης δεν απαλλάσσεται αν αποδείξει ότι δεν συνέτρεχε στο πρόσωπό του οποιοσδήποτε βαθμός υπαιτιότητας. Όσον αφορά όμως στη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, η οποία μάλιστα κατά το άρθρο 14§ 2 εδ. β΄ επιδικάζεται ανεξάρτητα από την αιτούμενη αποζημίωση για περιουσιακή βλάβη, εφαρμόζεται η ΑΚ 932, πράγμα που σημαίνει ότι όχι μόνο προϋποτίθεται υπαιτιότητα στο πρόσωπο του δράστη αλλά και ότι την προϋπόθεση αυτή οφείλει να αποδείξει αυτός που την επικαλείται, δηλαδή ο παθών χρήστης των υπηρεσιών ηλεκτρονικής επικοινωνίας. Κατά τα άλλα, το ποσό που επιδικάζεται ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης δεν μπορεί να είναι μικρότερο από τις 10.000 ευρώ, εκτός αν ζητηθεί από τον ενάγοντα μικρότερο ποσό (άρθρο 14 § 2 εδ. α΄). Επίσης, οι απαιτήσεις για αποζημίωση λόγω περιουσιακής βλάβης ή για χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης εκδικάζονται κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών (ΚΠολΔ 664-676), ανεξάρτητα από την έκδοση ή μη απόφασης της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα ή της Αρχής Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών για τη διαπίστωση παρανομίας ή την άσκηση ποινικής δίωξης -άρθρο 14 § 3 (για τα ανωτέρω βλ. ιδίως Γ. Γεωργιάδη, Ο ν. 3471/2006 για την προστασία της ιδιωτικής ζωής στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες ΧρΙΔ 2007 σελ. 17 επ.).

Με την υπό κρίση αγωγή η ενάγουσα ιστορεί ότι ο εναγόμενος, εν διαστάσει σύζυγός της, αφενός παραβίασε το απόρρητο ηλεκτρονικών της μηνυμάτων (emails) που ήταν μυστικά και αφορούσαν σχέση του στενά ιδιωτικού της βίου αφετέρου προσήγαγε εκτυπωμένο το περιεχόμενό τους σε δίκη ασφαλιστικών μέτρων με αντικείμενο την ανάθεση της επιμέλειας και τη διατροφή των ανηλίκων τέκνων τους με σκοπό να βλάψει την τιμή και την υπόληψή της.

Κατά τη διαδικασία ο εναγόμενος επικαλέστηκε, προσκόμισε και στη συνέχεια ενσωμάτωσε στο κατατεθέν σημείωμα ως αποδεικτικά μέσα, έγγραφες εκτυπώσεις συγκεκριμένων μηνυμάτων της ηλεκτρονικής αλληλογραφίας (e-mail), τα οποία είχαν ανταλλαγεί μεταξύ της ενάγουσας…………..

Σε κάθε περίπτωση ακόμη και αν στο παρελθόν είχε δοθεί στον εναγόμενο η δυνατότητα να χρησιμοποιήσει την ηλεκτρονική διεύθυνση της ενάγουσας για να λάβει ή να στείλει μηνύματα, τούτο δεν σημαίνει ότι του είχε δοθεί η συγκατάθεσή της να γνωρίζει το περιεχόμενο των ηλεκτρονικών της μηνυμάτων. Αυτή η ρητή και ειδική συγκατάθεση δεν υπήρξε ποτέ και φυσικά δεν υπήρξε στο συγκεκριμένο χρόνο που έγινε η πρόσβαση, καθώς οι διάδικοι ήταν σε διάσταση. Επιπλέον επειδή στην ηλεκτρονική αυτή αλληλογραφία περιλαμβάνονταν δεδομένα που είχαν τον χαρακτήρα των ευαίσθητων καθώς αναφέρονταν στην ερωτική ζωή της ενάγουσας (άρθρο 2 β ν. 2472/1997) η γνωστική πρόσβαση και πολύ περισσότερο η δημόσια παρουσίαση αυτών απαιτούσε έγγραφη συγκατάθεση της ενάγουσας (άρθρο 7 § 2β ν. 2472/1997). Φυσικά λόγω του περιεχομένου των μηνυμάτων η ενάγουσα δεν επιθυμούσε σε καμία περίπτωση να παρουσιαστούν αυτά δημοσίως στο ακροατήριο ενός δικαστηρίου ή να συμπεριληφθούν σε δικόγραφο δίκης ούτε βέβαια στο ακροατήριο έδωσε αυτοπροσώπως έγγραφη, ρητή και ειδική συναίνεση ή εξουσιοδότησε με όμοιο τρόπο το δικηγόρο της να συναινέσει στη δημόσια ανάγνωση των μηνυμάτων. Ο εναγόμενος, όμως, έκανε χρήση τους στην ανωτέρω δίκη παρόλο που επιπλέον συνιστούσαν και παρανόμως κτηθέντα αποδεικτικά μέσα και μάλιστα αποτύπωσε λέξη προς λέξη το περιεχόμενο των μηνυμάτων. Ακόμη και αν έπραξε τούτο και για να αποδομήσει το ιστορικό της αιτήσεως της ενάγουσας στο οποίο, όπως προαναφέρθηκε, παρουσιάζονταν ως ζηλότυπος σύζυγος που καταλόγιζε αβασίμως στη σύζυγό του ότι «διατηρεί εξωσυζυγική σχέση με συνάδελφο» και επιπλέον για να δείξει ότι δεν συνέτρεχαν περιστάσεις επιείκειας κατ’ άρθρο 1394 εδ. β ΑΚ ώστε να της παραχωρηθούν όλα τα οικιακά αντικείμενα που ζητούσε, τα ανωτέρω δεν συνιστούν λόγους που αίρουν τον άδικο χαρακτήρα της πράξης διότι αφενός (και κυρίως) εν προκειμένω δεν συντρέχει περίπτωση νόμιμης εξαίρεσης από την κατά τα άλλα απόλυτη προστασία της ηλεκτρονικής αλληλογραφίας (σύμφωνα με το άρθρο 4 §1 του ν. 3471/2006 η άρση του απορρήτου είναι επιτρεπτή μόνο υπό τις προϋποθέσεις και τις διαδικασίες που προβλέπονται από το άρθρο 19 του Συντάγματος), αφετέρου (και δευτερευόντως) διότι ιδίως η δημόσια παρουσίαση του περιεχομένου των μηνυμάτων δεν ήταν εν τέλει νομικώς κρίσιμη για το κύριο αντικείμενο της δίκης που ήταν η επιμέλεια των τέκνων και το ύψος της διατροφής, όπως μάλιστα διέλαβε και η εκδοθείσα υπ’ αριθμ. 757/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας [Ανεξαρτήτως της αληθείας ή της αναληθείας όμως αυτών των ισχυρισμών, οι οποίοι δεν ενδιαφέρουν εν προκειμένω στα πλαίσια των αντικειμένων των υποθέσεων και συνεπώς δεν εξετάζονται στην ουσία τους»]. Ενώ δηλαδή ο ενάγων με τη χρήση αυτή δεν προάσπισε κατά τρόπο λυσιτελή κάποιο δικό του δικαίωμα έβλαψε κατά τρόπο δυσανάλογο την προσωπικότητα της ενάγουσας όχι μόνο γιατί αποκαλύφθηκε με τον τρόπο αυτό ο ερωτικός δεσμός που είχε με τον προϊστάμενο της υπηρεσίας της που επιθυμούσε να κρατήσει μυστικό αλλά κυρίως γιατί δημοσιοποιήθηκαν εντελώς προσωπικοί και εμπιστευτικοί διάλογοι που άπτονται του πυρήνα του ιδιωτικού της βίου και οι οποίοι από τη φύση τους ήταν πρόσφοροι να προκαλέσουν (και όντως προκάλεσαν) σχόλια και κρίσεις για τον πολύ προσωπικό της βίο τόσο στο επαγγελματικό όσο και στο ευρύτερο κοινωνικό της περιβάλλον. Υπό τις ανωτέρω περιστάσεις ουδόλως η ενάγουσα είναι συνυπαίτια στην πρόκληση της ζημίας της και η άσκηση της υπό κρίση αγωγής δεν ενέχει υπέρβαση των αξιολογικών ορίων του άρθρου 281 ΑΚ όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο εναγόμενος.

Συνεπώς ο εναγόμενος με την ανωτέρω παράνομη και υπαίτια παραβίαση της ηλεκτρονικής αλληλογραφίας της ενάγουσας και επιπλέον με τη δημοσιοποίηση της, προσέβαλε την προσωπικότητά της, προκαλώντας της ψυχικό άλγος και επεμβαίνοντας στην ελεύθερη διαμόρφωση της ζωής της, για δε την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την προσβολή της προσωπικότητας της πρέπει να της επιδικασθεί ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 10.000 ευρώ, όπως ορίζεται, ως ελάχιστο ποσό, στο άρθρο 14 του ν. 3471/2006 απορριπτομένου του αιτήματος για επιδίκαση επιπλέον ποσού ως δυσανάλογου αν ληφθούν υπόψη όλες οι ανωτέρω περιστάσεις, η συζυγική σχέση αλλά και η οικονομική κατάσταση των διαδίκων μερών.

Αναδημοσίευση από analuseto.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *