Δικαστήριο ΕΕ: Έγκυρη η νέα οδηγία για τα ηλεκτρονικό τσιγάρα και τις συσκευασίες καπνού

Η οδηγία προβλέπει, μεταξύ άλλων, την απαγόρευση, από το 2020, της διάθεσης στην αγορά προϊόντων καπνού με χαρακτηριστικό άρωμα/γεύση, καθώς και την τυποποίηση της επισήμανσης και της συσκευασίας των προϊόντων καπνού

Έγκυρη έκρινε τη νέα οδηγία της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τα προϊόντα καπνού το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η οδηγία 2014/40/ΕΕ προβλέπει, μεταξύ άλλων, την απαγόρευση, από τις 20 Μαΐου 2020, της διάθεσης στην αγορά προϊόντων καπνού με χαρακτηριστικό άρωμα/γεύση, καθώς και την τυποποίηση της επισήμανσης και της συσκευασίας των προϊόντων καπνού.

Παράλληλα, θεσπίζει ειδικό καθεστώς για τα ηλεκτρονικά τσιγάρα.

Η υπόθεση έφτασε ενώπιον του Δικαστηρίου της ΕΕ, έπειτα από προσφυγή της Πολωνίας, η οποία, υποστηριζόμενη από τη Ρουμανία, βάλλει κατά της απαγόρευσης των τσιγάρων με μινθόλη (υπόθεση C-358/14).

Σε δύο άλλες υποθέσεις (C-477/14 και C-547/14), το τμήμα διοικητικών διαφορών του High Court of Justice (England & Wales), ζητεί από το Δικαστήριο της ΕΕ να λάβει θέση επί του κύρους ορισμένων διατάξεων της οδηγίας για τα προϊόντα καπνού.

Με τις σημερινές του αποφάσεις, το Δικαστήριο απορρίπτει την προσφυγή της Πολωνίας και επιβεβαιώνει το κύρος των διατάξεων της οδηγίας τις οποίες εξέτασε.

Όσον αφορά κατ’ αρχάς την απαγόρευση των τσιγάρων με μινθόλη, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι τα προϊόντα καπνού με χαρακτηριστικό άρωμα/γεύση (είτε μινθόλη είτε άλλο) έχουν, αφενός, παρεμφερή αντικειμενικά γνωρίσματα και, αφετέρου, παρόμοια αποτελέσματα ως προς τη μύηση στο κάπνισμα και τη συντήρηση της συνήθειας του καπνίσματος.

Υπενθυμίζει δε ότι η μινθόλη, λόγω του ευχάριστου αρώματος/γεύσης της, έχει ως σκοπό να καταστήσει πιο δελεαστικά για τους καταναλωτές τα προϊόντα καπνού, ενώ η μείωση της ελκυστικότητας των προϊόντων αυτών μπορεί να συμβάλει στον περιορισμό του καπνίσματος και της εξάρτησης τόσο στους νέους όσο και στους συνήθεις χρήστες.

Εν συνεχεία, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι υπήρχαν, κατά τον χρόνο έκδοσης της οδηγίας, σημαντικές αποκλίσεις μεταξύ των ρυθμίσεων των κρατών μελών, δεδομένου ότι ορισμένα εξ αυτών είχαν καταρτίσει διαφορετικούς καταλόγους επιτρεπόμενων ή απαγορευμένων αρωμάτων/γεύσεων, ενώ άλλα δεν είχαν καν θεσπίσει ειδική ρύθμιση ως προς αυτό το ζήτημα.

Επιπλέον, το Δικαστήριο εκτιμά ότι η οδηγία, απαγορεύοντας την κυκλοφορία προϊόντων καπνού με χαρακτηριστικό άρωμα/γεύση, προλαμβάνει ακριβώς την ανομοιογενή εξέλιξη των ρυθμίσεων των κρατών μελών.

Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο κρίνει ότι η εν λόγω απαγόρευση διευκολύνει την ομαλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς όσον αφορά τον καπνό και τα συναφή προϊόντα και, ταυτόχρονα, είναι κατάλληλη να εξασφαλίσει υψηλό επίπεδο προστασίας της υγείας, ιδίως των νέων.

Όσον αφορά την τυποποίηση της επισήμανσης και της συσκευασίας των προϊόντων καπνού, το Δικαστήριο διευκρινίζει εκ προοιμίου ότι τα κράτη μέλη επιτρέπεται να διατηρήσουν σε ισχύ ή να προβλέψουν νέες απαιτήσεις μόνον ως προς τις πτυχές της συσκευασίας οι οποίες δεν εναρμονίζονται με την οδηγία.

Ως προς την απαγόρευση προσθήκης είτε στην επισήμανση των μονάδων συσκευασίας είτε στην εξωτερική συσκευασία είτε πάνω στο ίδιο το προϊόν καπνού οποιουδήποτε στοιχείου η χαρακτηριστικού το οποίο θα μπορούσε να συμβάλει στην προώθηση των προϊόντων καπνού ή να ενθαρρύνει την κατανάλωσή τους, ακόμη και αν πρόκειται για στοιχεία ή χαρακτηριστικά που ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, το Δικαστήριο κρίνει ότι η συγκεκριμένη απαγόρευση, αφενός, μπορεί όντως να προστατεύσει τους καταναλωτές από τους κινδύνους του καπνίσματος, αφετέρου, δεν υπερβαίνει τα όρια αυτού που είναι αναγκαίο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού.

Επιπλέον, κατά το Δικαστήριο, είναι σύμφωνοι με την αρχή της αναλογικότητας οι κανόνες οι οποίοι αφορούν, κατ’ ουσίαν, την απαίτηση να διατηρούνται ακέραιες οι προειδοποιήσεις για την υγεία μετά το άνοιγμα του πακέτου, τη θέση και τις ελάχιστες διαστάσεις της γενικής προειδοποίησης για την υγεία, τις ελάχιστες διαστάσεις των συνδυασμένων προειδοποιήσεων για την υγεία, το σχήμα των μονάδων συσκευασίας των τσιγάρων και τον ελάχιστο αριθμό τσιγάρων ανά μονάδα συσκευασίας.

Το Δικαστήριο διαπιστώνει ακόμη ότι ο νομοθέτης της Ένωσης δεν υπερέβη τα όρια αυτού που είναι πρόσφορο και αναγκαίο προβλέποντας ότι κάθε μονάδα συσκευασίας ή εξωτερική συσκευασία πρέπει να φέρει προειδοποίηση για την υγεία η οποία θα αποτελείται από μήνυμα και έγχρωμη φωτογραφία και θα καλύπτει το 65 % τόσο της εμπρόσθιας όσο και της οπίσθιας εξωτερικής πλευράς της μονάδας συσκευασίας.

Όσον αφορά το ειδικό καθεστώς για τα ηλεκτρονικά τσιγάρα, το οποίο προβλέπει, μεταξύ άλλων, υποχρέωση των κατασκευαστών και των εισαγωγέων να υποβάλλουν στις αρμόδιες εθνικές αρχές κοινοποίηση για κάθε προϊόν που προτίθενται να διαθέσουν στην αγορά (με παράλληλη υποχρέωση standstill για έξι μήνες), αναγραφή συγκεκριμένων προειδοποιήσεων, μέγιστη περιεκτικότητα 20 mg/ml σε νικοτίνη, χωριστό ενημερωτικό φυλλάδιο εντός της συσκευασίας, ειδική απαγόρευση διαφημιστικής προώθησης και χορηγιών, καθώς και κατάρτιση και διαβίβαση ετήσιας έκθεσης, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι τα τσιγάρα αυτά έχουν διαφορετικά αντικειμενικά χαρακτηριστικά από εκείνα των προϊόντων καπνού.

Συνεπώς, ο νομοθέτης της Ένωσης δεν παραβίασε την αρχή της ίσης μεταχείρισης προβλέποντας για αυτά διαφορετικό νομικό καθεστώς, το οποίο είναι μάλιστα λιγότερο αυστηρό από το ισχύον για τα προϊόντα καπνού.

Το Δικαστήριο παρατηρεί επίσης ότι, λαμβανομένης υπόψη της επέκτασης της αγοράς των ηλεκτρονικών τσιγάρων και των περιεκτών επαναπλήρωσης, οι εθνικοί κανόνες σχετικά με τις προδιαγραφές που πρέπει να πληρούν τα συγκεκριμένα προϊόντα ενδέχεται ως εκ της φύσης τους, ελλείψει εναρμόνισης σε επίπεδο Ένωσης, να συνιστούν εμπόδια στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων.

Το Δικαστήριο διαπιστώνει, εξάλλου, ότι η οδηγία, επιτρέποντας στα κράτη μέλη να απαγορεύσουν τη διασυνοριακή εξ αποστάσεως πώληση ηλεκτρονικών τσιγάρων και περιεκτών επαναπλήρωσης και επιβάλλοντας ορισμένους κοινούς κανόνες σε όσα κράτη μέλη δεν την απαγορεύσουν, παρέχει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να αποτρέψουν την καταστρατήγηση των ως άνω προδιαγραφών.

Το Δικαστήριο υπογραμμίζει ότι οι αποδεδειγμένοι και οι δυνητικοί κίνδυνοι οι οποίοι συνδέονται με τη χρήση ηλεκτρονικών τσιγάρων οδήγησαν τον νομοθέτη της Ένωσης να ενεργήσει κατά τρόπο σύμφωνο με τις επιταγές που απορρέουν από την αρχή της προφύλαξης.

Στο πλαίσιο αυτό, η επιβολή υποχρέωσης κοινοποίησης ως προς τα ηλεκτρονικά τσιγάρα δεν είναι προδήλως απρόσφορη ούτε βαίνει προδήλως πέραν αυτού που είναι αναγκαίο για την επίτευξη του σκοπού τον οποίο επιδιώκει ο νομοθέτης της Ένωσης.

Το Δικαστήριο απορρίπτει δε και το επιχείρημα ότι αντιβαίνει στις αρχές της αναλογικότητας και της ασφάλειας δικαίου η προβλεπόμενη υποχρέωση των κατασκευαστών και των εισαγωγέων ηλεκτρονικών τσιγάρων και περιεκτών επαναπλήρωσης να διαβιβάζουν ετησίως στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών ορισμένα στοιχεία, ώστε να μπορούν οι τελευταίες να εποπτεύουν την εξέλιξη της αγοράς.

Ομοίως, ορίζοντας ότι τα 20 mg ανά ml αποτελούν τη μέγιστη ποσότητα νικοτίνης η οποία επιτρέπεται να περιέχεται στο υγρό των ηλεκτρονικών τσιγάρων, ο νομοθέτης δεν ενήργησε αυθαίρετα ούτε υπερέβη προδήλως τα όρια αυτού που είναι πρόσφορο και αναγκαίο για την επίτευξη του σκοπού της οδηγίας.

Το Δικαστήριο καθιστά επίσης σαφές ότι δεν προσκρούει στην αρχή της αναλογικότητας η απαίτηση να περιέχουν όλες οι συσκευασίες ηλεκτρονικών τσιγάρων και περιεκτών επαναπλήρωσης χωριστό ενημερωτικό φυλλάδιο, όπως άλλωστε δεν είναι αντίθετη προς την αρχή της αναλογικότητας και η απαγόρευση, ουσιαστικά, κάθε εμπορικής επικοινωνίας και χορηγίας σε σχέση με τα συγκεκριμένα προϊόντα.

Σημειωτέον ακόμη ότι, κατά το Δικαστήριο, η απαγόρευση στους οικείους οικονομικούς φορείς να προωθούν αυτά τα προϊόντα τους δεν θίγει το βασικό περιεχόμενο της επιχειρηματικής ελευθερίας ούτε του δικαιώματος ιδιοκτησίας, όπως κατοχυρώνονται στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Τέλος, το Δικαστήριο καταλήγει ότι το ειδικό καθεστώς για τα ηλεκτρονικά τσιγάρα δεν παραβιάζει ούτε την αρχή της επικουρικότητας.

Δείτε ολόκληρα τα κείμενα των αποφάσεων C-358/14, C-477/14 και C-547/14.

Αναδημοσίευση από lawspot.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *