Νόμιμη η απόλυση εγκύων εργαζομένων στο πλαίσιο ομαδικών απολύσεων σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο

Απόφαση του ΔΕΕ στην υπόθεση C-103/16 Jessica Porras Guisado κατά Bankia S.A., Fondo de Garantía Salarial κ.λπ.: Επιτρέπεται η απόλυση εγκύων εργαζομένων στο πλαίσιο ομαδικών απολύσεων. Στην περίπτωση αυτή, ο εργοδότης οφείλει να γνωστοποιήσει στην έγκυο εργαζομένη τους λόγους που δικαιολογούν την απόλυση καθώς και τα αντικειμενικά κριτήρια που καθορίστηκαν για την επιλογή των εργαζομένων που θα απολυθούν.
Στις 9 Ιανουαρίου 2013, η ισπανική εταιρία Bankiaάρχισε διαβουλεύσεις με τους εκπροσώπους των εργαζομένων ενόψει ομαδικών απολύσεων. Στις 8 Φεβρουαρίου 2013, η διαπραγματευτική ομάδα κατέληξε σε συμφωνία με την οποία καθορίστηκαν τα κριτήρια επιλογής των προς απόλυση εργαζομένων καθώς και τα κριτήρια σχετικά με την προτεραιότητα όσον αφορά τη διατήρηση των θέσεων εργασίας στην επιχείρηση.
Στις 13 Νοεμβρίου 2013, η Bankia κοινοποίησε σε έγκυο εργαζομένη έγγραφο καταγγελίας της σύμβασης εργασίας κατ’ εφαρμογήν της συμφωνίας της διαπραγματευτικής ομάδας. Στο έγγραφο καταγγελίας αναφερόταν, μεταξύ άλλων, ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση της επαρχίας όπου αυτή εργαζόταν ήταν επιβεβλημένη σημαντική προσαρμογή του προσωπικού και ότι, στο πλαίσιο της διαδικασίας αξιολόγησης που διενεργήθηκε στην επιχείρηση κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, η βαθμολογία της ήταν μεταξύ των χαμηλότερων στην εν λόγω επαρχία.
Η εργαζομένη άσκησε αγωγή κατά της απόλυσής της ενώπιον του Juzgado de lo Social n° 1 de Mataró (1 ο μονομελές δικαστήριο εργατικών διαφορών της Mataró, Ισπανία), το οποίο αποφάνθηκε υπέρ της Bankia. Εν συνεχεία άσκησε έφεση κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Tribunal Superior de Justicia de Cataluña (ανώτερο δικαστήριο της Καταλονίας, Ισπανία).
Το δικαστήριο αυτό ζητεί από το Δικαστήριο να ερμηνεύσει την απαγόρευση απόλυσης εγκύων εργαζομένων, που προβλέπεται στην οδηγία 92/85 για την υγεία και την ασφάλεια των εγκύων εργαζομένων[1] , στο πλαίσιο διαδικασίας ομαδικών απολύσεων κατά την έννοια της οδηγίας 98/59 για τις ομαδικές απολύσεις[2] .
Ειδικότερα, η οδηγία 92/85 απαγορεύει την απόλυση των εργαζομένων γυναικών επί διάστημα εκτεινόμενο από την αρχή της εγκυμοσύνης τους ως το τέλος της άδειας μητρότητας, εκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις που δεν συνδέονται με την κατάστασή τους και γίνονται δεκτές από τις εθνικές νομοθεσίες ή/και πρακτικές.
Με την απόφασή του, το Δικαστήριο κρίνει ότι η οδηγία 92/85 δεν αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση η οποία επιτρέπει την απόλυση εγκύου εργαζομένης στο πλαίσιο ομαδικών απολύσεων. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει καταρχάς ότι η απόφαση περί απολύσεως η οποία λαμβάνεται για λόγους που συνδέονται κατ’ ουσίαν με την κατάσταση εγκυμοσύνης της οικείας εργαζομένης δεν συνάδει με την απαγόρευση απόλυσης που προβλέπει η οδηγία αυτή.
Αντιθέτως, απόφαση περί απολύσεως που λαμβάνεται κατά την περίοδο από την έναρξη της εγκυμοσύνης μέχρι τη λήξη της άδειας μητρότητας για λόγους που δεν συνδέονται με την κατάσταση εγκυμοσύνης της εργαζομένης δεν αντιβαίνει στην οδηγία 92/85, εφόσον ο εργοδότης δικαιολογεί δεόντως την απόλυση γραπτώς και η απόλυση της οικείας εργαζομένης γίνεται δεκτή από την νομοθεσία και/ή πρακτική του συγκεκριμένου κράτους μέλους. Κατά συνέπεια, οι λόγοι που δεν έχουν σχέση με το πρόσωπο των εργαζομένων και των οποίων μπορεί να γίνει επίκληση στο πλαίσιο ομαδικών απολύσεων κατά την έννοια της οδηγίας 98/59 εμπίπτουν στις εξαιρετικές περιπτώσεις που δεν συνδέονται με την κατάσταση των εργαζομένων γυναικών κατά την έννοια της οδηγίας 92/85.
Το Δικαστήριο κρίνει εν συνεχεία ότι η οδηγία 92/85 δεν αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση η οποία επιτρέπει στον εργοδότη να απολύσει έγκυο εργαζομένη στο πλαίσιο ομαδικών απολύσεων, εφόσον της κοινοποιηθούν μόνο οι λόγοι που δικαιολογούν τις ομαδικές απολύσεις, υπό την προϋπόθεση ότι επισημαίνονται τα αντικειμενικά κριτήρια που καθορίστηκαν για την επιλογή των εργαζομένων που θα απολυθούν.
Στο πλαίσιο αυτό, από τον συνδυασμό των δύο οδηγιών προκύπτει ότι ο εργοδότης οφείλει μόνο: (i) να εκθέσει γραπτώς τους λόγους που δεν έχουν σχέση με το πρόσωπο της εγκύου εργαζομένης και για τους οποίους πραγματοποιεί ομαδικές απολύσεις (όπως οικονομικούς ή τεχνικούς λόγους, ή λόγους σχετικούς με την οργάνωση ή την παραγωγή της επιχείρησης) και (ii) να επισημάνει στη συγκεκριμένη εργαζομένη τα αντικειμενικά κριτήρια που καθορίστηκαν για την επιλογή των εργαζομένων που θα απολυθούν.
Απαντώντας σε άλλο ερώτημα του Tribunal Superior de Justicia de Cataluña, το Δικαστήριο κρίνει επίσης ότι η οδηγία 92/85 αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση η οποία δεν προβλέπει, ως προληπτικό μέσο, την καταρχήν απαγόρευση της απολύσεως εγκύου, λεχώνας ή γαλουχούσας εργαζομένης, αλλά προβλέπει μόνο την ακυρότητα της απολύσεως όταν αυτή είναι παράνομη, ως επανορθωτικό μέσο.
Το Δικαστήριο επισημαίνει ότι η οδηγία 92/85 διακρίνει ρητώς μεταξύ, αφενός, της προληπτικής προστασίας από την απόλυση αυτή καθεαυτήν και, αφετέρου, της επανορθωτικής προστασίας κατά των επιπτώσεων της απόλυσης. Ως εκ τούτου, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να θεσπίσουν τη διπλή αυτή προστασία. Η προληπτική προστασία έχει ιδιαίτερη σημασία στο πλαίσιο της οδηγίας 92/85, λαμβανομένου υπόψη ότι η απόλυση ενδέχεται να επηρεάσει δυσμενώς τη σωματική και ψυχική κατάσταση των εγκύων εργαζομένων, περιλαμβανομένου του ιδιαίτερα σοβαρού κινδύνου να παρακινηθεί η εγκυμονούσα εργαζομένη να διακόψει εκουσίως την κύησή της. Η προβλεπόμενη στην οδηγία απαγόρευση απόλυσης έχει σκοπό να αποτρέψει τον κίνδυνο αυτό.
Ειδικότερα, το Δικαστήριο κρίνει ότι η επανορθωτική προστασία, ακόμα και στην περίπτωση που έχει ως αποτέλεσμα την επαναπρόσληψη της εργαζομένης και την καταβολή των μισθών που δεν καταβλήθηκαν λόγω της απολύσεως, δεν μπορεί να αντικαταστήσει την προληπτική προστασία. Κατά συνέπεια, τα κράτη μέλη δεν μπορούν να περιορίζονται στην πρόβλεψη, ως επανορθωτικού μέσου, της ακυρότητας της απολύσεως όταν αυτή δεν είναι δικαιολογημένη.
Απαντώντας στα δύο υπόλοιπα ερωτήματα του ισπανικού δικαστηρίου, το Δικαστήριο κρίνει ότι η οδηγία 92/85 δεν αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση η οποία, στο πλαίσιο ομαδικών απολύσεων δεν προβλέπει, υπέρ των εγκύων, λεχώνων ή γαλουχουσών εργαζομένων, προτεραιότητα όσον αφορά τη διατήρηση των θέσεων εργασίας τους ή όσον αφορά την τοποθέτησή τους σε άλλη θέση, η οποία να ισχύει πριν από τις ομαδικές αυτές απολύσεις.
Ειδικότερα, η οδηγία 92/85 δεν επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να προβλέπουν τέτοια προτεραιότητα. Ωστόσο, δεδομένου ότι η οδηγία περιέχει κατώτατα όρια προστασίας, τα κράτη μέλη έχουν την ευχέρεια να διασφαλίσουν υψηλότερη προστασία στις εγκύους, λεχώνες ή γαλουχούσες εργαζόμενες.

Δείτε το κείμενο της απόφασης εδώ

[1]Οδηγία 92/85/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Οκτωβρίου 1992, σχετικά με την εφαρμογή μέτρων που αποβλέπουν στη βελτίωση της υγείας και της ασφάλειας κατά την εργασία των εγκύων, λεχώνων και γαλουχουσών εργαζομένων (δέκατη ειδική οδηγία κατά την έννοια του άρθρου 16, παράγραφος 1 της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ) (ΕΕ 1992, L 348, σ. 1)
[2] Οδηγία 98/59/ΕΚ του Συμβουλίου, της 20ής Ιουλίου 1998, για προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών που αφορούν τις ομαδικές απολύσεις (ΕΕ 1998, L 225, σ. 16).

Αναδημοσίεση από legalnews24.gr

Πολτοποίηση Δικογράφων του Ειρηνοδικείου Αθηνών

Προς εξοικονόμηση χώρου για τη φύλαξη νέων και χρήσιμων δικογράφων, το Ειρηνοδικείο Αθηνών ανακοίνωσε ότι θα προβεί στην καταστροφή (πολτοποίηση) δικογράφων τα οποία είναι άχρηστα και δεν θα αναζητηθούν εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερών, που ξεκινάει από τις 7-2-2018. Δείτε ποια δικόγραφα θα καταστραφούν στο έγγραφο του Ειρηνοδικείου στο dsa.gr

Αναδημοσίευση από legalnews24.gr

Αποχή επ’αόριστον των Άμισθων Υποθηκοφυλάκων από 26 Φεβρουαρίου 2018

Αποχή επ’ αόριστον από τα καθήκοντά τους αποφάσισε η Ένωση Άμισθων Υποθηκοφυλάκων Ελλάδας, εκφράζοντας την απόλυτη αντίθεσή της στον πρόσφατο ν. 4512/2018. Όπως αναφέρεται στη σχετική ανακοίνωση, η Ένωση ενημερώνει τους συναλλασσόμενους πολίτες ότι η αποχή, αρχομένη από 26.2.2018, θα συνίσταται στη μη έκδοση πιστοποιητικών και αντιγράφων, καθώς και στη μη διενέργεια διορθώσεων αρχικών κτηματολογικών εγγραφών για τις περιοχές όπου λειτουργεί το κτηματολόγιο. Δείτε την Ανακοίνωση στο dsa.gr

Αναδημοσίευση από legalnews24.gr

Τι ισχύει για την τοποθέτηση διαφημιστικών πινακίδων σε πεζοδρόμια

Είναι νόμιμη η τοποθέτηση διαφημιστικών πινακίδων σε πεζοδρόμια;

Με την υπ’ αριθμ. 14/2018 ατομική γνωμοδότηση το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους απάντησε σε ερωτήματα της αρμόδιας διεύθυνσης του Υπουργείου Εσωτερικών σχετικά με την τοποθέτηση διαφημιστικών πινακίδων επί των πεζοδρομίων.Ειδικότερα, τα ερωτήματα ήταν τα εξής:α) Εάν θεωρείται ακυρωθείσα η παρ. 1 Α άρθρου 4 της με αριθ. 52138/2003 (ΦΕΚ Β 1788) κοινής υπουργικής αποφάσεως, με την οποία καθορίζονται ο τύπος, το μέγεθος, οι όροι και οι προϋποθέσεις των διαφημιστικών πινακίδων επί των πεζοδρομίων και, επομένως, εάν υφίσταται απόλυτη απαγόρευση τοποθέτησης τέτοιων διαφημιστικών πλαισίων,β) Εάν δύναται να αναληφθεί νομοθετική πρωτοβουλία που να ρυθμίζει εκ νέου το επιτρεπτό της συγκεκριμένης άσκησης της υπαίθριας διαφήμισης επί πεζοδρομίων, ή επειδή, έχει κριθεί νομολογιακά, ότι λόγω απόλυτης απαγόρευσης της άσκησης υπαίθριας διαφήμισης επί πεζοδρομίου, κατ’ εφαρμογή Διεθνούς Σύμβασης, δεσμεύεται ο κοινός νομοθέτης από αυτήν, κατ’ άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος.Όπως αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στην γνωμοδότηση, το εξεταζόμενο ζήτημα θεωρείται οριστικώς λυμένο από πλευρά νομολογίας, καθώς τα διοικητικά δικαστήρια, στο πλαίσιο κρίσεως τόσο ακυρωτικών διαφορών, όσο και διοικητικών διαφορών ουσίας από αγωγές αποζημιώσεως κατά του Δημοσίου και Ο.Τ.Α., εξαιτίας παροχής αδείας τοποθετήσεως διαφημιστικών πινακίδων και μη αποξηλώσεώς τους, δέχονται παγίως, ότι ισχύει η απόλυτη απαγόρευση τοποθετήσεως διαφημιστικών πινακίδων στις οδούς και στα πεζοδρόμια (ενδεικτικώς, ΔΕφΑΘ. 381,382/2015, 129,133/2014, 129/2010, ΔΠρωτΠατρ. 1240/2016).Σύμφωνα με το ΝΣΚ, οι διατάξεις της περ. Α της παρ. 1 άρθρου 4 της εν λόγω ΚΥΑ, οι οποίες προβαίνουν σε ειδικότερη ρύθμιση των όρων και προϋποθέσεων για την τοποθέτηση διαφημιστικών πινακίδων σε πεζοδρόμια (την οποία ο κανονιστικός νομοθέτης προϋπέθεσε ότι είναι επιτρεπτή) δεν ακυρώθηκαν μεν, ευθέως, από το Συμβούλιο της ΕΠικρατείας, θεωρούνται, πάντως, ανίσχυρες, ως αντιβαίνουσες προς τις υπερνομοθετικής ισχύος (κατ’ άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος) διατάξεις του άρθρου 4 της Διεθνούς Συμβάσεως της Βιέννης για την Οδική Σήμανση και Σηματοδότηση και, ταυτοχρόνως, ως μη έχουσες νομικό έρεισμα.Συνεπώς, στο πρώτο ερώτημα το ΝΣΚ γνωμοδότησε ότι οι επίμαχες διατάξεις της περ. A της παρ. 1 άρθρου 4 της με αριθμό 52138/2003 κοινής υπουργικής αποφάσεως που καθορίζουν τον τύπο, το μέγεθος, τους όρους και τις προϋποθέσεις των διαφημιστικών πινακίδων επί των πεζοδρομίων, θεωρούνται ανίσχυρες και μη εφαρμόσιμες από την διοίκηση.Ως προς το αν μπορεί να αναληφθεί νομοθετική πρωτοβουλία για την εκ νέου ρύθμιση του επιτρεπτού ασκήσεως της υπαίθριας διαφήμισης, το ΝΣΚ διατυπώνει την άποψη ότι το ερώτημα αυτό δεν μπορεί να τύχει απάντησης από το ίδιο.Ωστόσο, στη γνωμοδότηση επισημαίνεται ότι ο κοινός νομοθέτης και η διοίκηση δεσμεύονται, κατ’ άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, από το άρθρο 4 της Διεθνούς Συμβάσεως της Βιέννης για την Οδική Σήμανση και Σηματοδότηση, που κυρώθηκε με το ν. 4266/2014 και έχει υπερνομοθετική ισχύ.

Αναδημοσίευση από lawspot.gr

Δικηγόροι αλλοδαπών διαδίκων: Υποχρέωση κατάθεσης εξουσιοδότησης/πληρεξουσίου στο Διοικ.Πρωτοδικείο

Σύμφωνα με ανακοίνωση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το άρθρο 24 παρ. 2 του ν. 4509/2017 (ΦΕΚ 201 Α΄/22-12-2017) οι πληρεξούσιοι δικηγόροι αλλοδαπών διαδίκων που υπογράφουν τα ένδικα βοηθήματα αιτήσεων ακύρωσης και αναστολής τα οποία ασκήθηκαν στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών μέχρι και 31/12/2014, οφείλουν, μέσα σε έξι (6) μήνες από τη λήξη της προθεσμίας, των δύο (2) μηνών του πρώτου εδαφίου του ίδιου άρθρου, να καταθέσουν στη γραμματεία του Δικαστηρίου, εξουσιοδότηση των αλλοδαπών διαδίκων, θεωρημένη για το γνήσιο της υπογραφής τους ή συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο, με τα οποία να δηλώνουν ότι επιθυμούν τη συζήτηση των παραπάνω υποθέσεων. Η παραπάνω δήλωση μπορεί να γίνει και με αυτοπρόσωπη παράσταση των διαδίκων στη γραμματεία του Δικαστηρίου.
Όπως καταλήγει η ανακοίνωση, μετά την παρέλευση της προθεσμίας των έξι (6) μηνών, οι δικογραφίες για τις οποίες δεν έχουν προσκομισθεί οι σχετικές δηλώσεις θα παραδοθούν στον Πρόεδρο του Δικαστηρίου ή στον οριζόμενο απ΄ αυτόν Δικαστή για επεξεργασία σύμφωνα με την παρ. 1 του ίδιου άρθρου.

Αναδημοσίευση από legalnews24.gr

Οι Δικαστές στη Ρωσία θα μπορούν πλέον να οδηγούν ακόμα και μεθυσμένοι: Απαγορεύθηκε η σύλληψη τους για τροχαία αδικήματα

Οι Ρώσοι αστυνομικοί δεν θα έχουν πλέον το δικαίωμα να συλλαμβάνουν δικαστικούς που διαπράττουν τροχαίες παραβάσεις, ακόμη και αν οδηγούν σε κατάσταση μέθης, σύμφωνα με τροποποίηση του κώδικα οδικής κυκλοφορίας που τέθηκε πρόσφατα σε ισχύ.
Ο νέος κώδικας, που δημοσιεύτηκε στην επίσημη εφημερίδα της κυβέρνησης, απαγορεύει στους αστυνομικούς της τροχαίας να αφαιρούν το δίπλωμα οδήγησης των δικαστών, να τους υποβάλουν σε αλκοτέστ ή ακόμη και να τους κάνουν παρατήρηση.
Η μοναδική δυνατότητα που απομένει στους αστυνομικούς οι οποίοι θέλουν να εφαρμόσουν τον νόμο είναι να συντάξουν μια έκθεση και να την υποβάλουν στο υπουργείο Δικαιοσύνης.
Το καθεστώς αυτό ίσχυε μέχρι σήμερα μόνο για τους εισαγγελείς. Ο στόχος ήταν «να εμποδιστεί η αστυνομία να ασκεί πιέσεις στους εισαγγελείς», όπως υποστήριζε η Γενική Εισαγγελία, πρωτοβουλία της οποίας υπήρξε αυτό το νέο μέτρο.
Πρόσφατα, ο νόμος για όσους οδηγούν μεθυσμένοι έγινε πιο σκληρός στη Ρωσία: οι οδηγοί που προκαλούν θανατηφόρα δυστυχήματα ενώ έχουν πιει αλκοόλ μπορεί να τιμωρηθούν τουλάχιστον με φυλάκιση δύο ετών, ενώ περίπου 20.000 άνθρωποι σκοτώνονται κάθε χρόνο σε τροχαία δυστυχήματα στη Ρωσία. (πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ)

Αναδημοσίευση από legalnews24.gr

Συναινετικό Διαζύγιο: Η νέα διαδικασία μετά το ν.4509/2017

Εγκύκλιο με θέμα «Συναινετικό διαζύγιο (Ν. 4509/2017, άρθρο 22)» σχετικά με το νέο τρόπο συναινετικής λύσης του γάμου εξέδωσε ο Συμβολαιογραφικός Σύλλογος Εφετείων Αθηνών, Πειραιώς, Αιγαίου και Δωδεκανήσου. Η Εγκύκλιος αναφέρει τα εξής:
«Με τις διατάξεις του άρθρου 22 του Ν. 4509/2017 (ΦΕΚ 201 Α/22-12-2017) αντικαταστάθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 1438 και 1441 του Αστικού Κώδικα, σύμφωνα με τις οποίες το συναινετικό διαζύγιο απαγγελλόταν με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, και εφεξής ορίζεται ότι η συναινετική λύση του γάμου χωρεί μόνο με συμβολαιογραφικό έγγραφο και καθορίζεται λεπτομερώς η διαδικασία που ακολουθείται.
Βάση για την έναρξη της νέας διαδικασίας αποτελεί η έγγραφη συμφωνία των συζύγων περί λύσεως του γάμου τους. Η συμφωνία συνάπτεται εγγράφως είτε μεταξύ των συζύγων με την παρουσία των πληρεξουσίων δικηγόρων τους και επικυρώνεται το γνήσιο της επί του εγγράφου υπογραφής των συζύγων (όχι των δικηγόρων) από την Γραμματεία του Ειρηνοδικείου της έδρας του συμβολαιογράφου που θα καταρτίσει την συμβολαιογραφική πράξη της λύσεως του γάμου τους, είτε μόνον από τους δικηγόρους τους, εφόσον ο κάθε σύζυγος έχει προηγουμένως χορηγήσει στον δικηγόρο του ειδική πληρεξουσιότητα για τον σκοπό αυτό με συμβολαιογραφικό έγγραφο, στο οποίο περιέχονται οι όροι της κοινής τους συμφωνίας (συναποστέλλεται σχετικό σχέδιο). Το ειδικό αυτό πληρεξούσιο ισχύει μόνο για ένα μήνα.
Τα πρόσωπα, τα οποία είναι ικανά να συνάψουν γάμο (άρθρα 1350 επ. ΑΚ), έχουν και την ικανότητα να συνάψουν συμφωνία για τη λύση του. Οι ανήλικοι και οι τελούντες σε επικουρική δικαστική συμπαράσταση μπορούν να συνάπτουν συμφωνία λύσεως του γάμου τους χωρίς άδεια του δικαστηρίου ή συναίνεση του δικαστικού συμπαραστάτη κατ’ ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 594 ΚΠολΔ.
Η συμφωνία των συζύγων δεν εξαρτάται από όρους ή προθεσμίες ή αιρέσεις. Αν τυχόν περιληφθούν στο κείμενο της έγγραφης συμφωνίας την καθιστούν ανύπαρκτη, διότι θεωρείται ότι αίρουν την συναίνεση.
Σε περίπτωση ύπαρξης ανήλικων τέκνων, ουσιαστική προϋπόθεση του συναινετικού διαζυγίου αποτελεί η συμφωνία για την επιμέλεια αυτών, την επικοινωνία με αυτά και την διατροφή τους. Η συμφωνία αυτή δύναται είτε να εμπεριέχεται στην συμφωνία των συζύγων για την λύση του γάμου τους, είτε σε άλλη έγγραφη συμφωνία, η οποία συνάπτεται, όπως ορίζεται στην παρ. 1 του άρθρου 1441 ΑΚ, δηλ. είτε από τους συζύγους και τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους, είτε από τους εφοδιασμένους με ειδικό συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο δικηγόρους τους. Η ως άνω συμφωνία ισχύει για δύο (2) έτη τουλάχιστον –με δυνατότητα σύναψης νέας με την ίδια διαδικασία–, εκτός κι αν τα ανήλικα τέκνα ενηλικιώνονται προ της παρόδου της διετίας, οπότε ισχύει μέχρι της ενηλικιώσεώς τους. Στην συγκεκριμένη διάταξη γίνεται ρητή πρόβλεψη μόνο για τα ανήλικα τέκνα. Θέματα διατροφής π.χ. ενηλίκων αλλά αναπήρων τέκνων ή σπουδαστών ή του/της πρώην συζύγου ρυθμίζονται από τις λοιπές διατάξεις του Αστικού Κώδικα (άρθρα 1442 έως 1446 και 1485 επ.).
Η συναφθείσα, κατά τ’ ανωτέρω, έγγραφη κοινή συμφωνία των συζύγων για α) την λύση του γάμου τους και β) τη ρύθμιση της επιμέλειας των ανηλίκων τέκνων τους, της επικοινωνίας τους με αυτά και την διατροφή τους υποβάλλεται στο συμβολαιογράφο, που θα καταρτίσει την συμβολαιογραφική πράξη της λύσεως του γάμου τους είτε από τους συζύγους με θεωρημένο επ’ αυτής το γνήσιο της υπογραφής τους από τη Γραμματεία του Ειρηνοδικείου της έδρας του συμβολαιογράφου, οι οποίοι παρίστανται, μετά των δικηγόρων τους, είτε διά των εφοδιασμένων με το ειδικό συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο δικηγόρων τους, όπως προαναφέρθηκε.
Για την κατάρτιση της συμβολαιογραφικής πράξης της συναινετικής λύσης του γάμου απαιτούνται:
α) Η έγγραφη συμφωνία των συζύγων, σύμφωνα με τ’ ανωτέρω, η οποία ενσωματώνεται στην συμβολαιογραφική πράξη και το πρωτότυπό της προσαρτάται σ΄ αυτή.
β) Η παρέλευση τουλάχιστον δεκαημέρου από την επομένη της ημερομηνίας θεώρησης του γνησίου της υπογραφής των συζύγων επί της εγγράφου συμφωνίας από τη Γραμματεία του Ειρηνοδικείου, ή από την επομένη της ημερομηνίας σύναψης της προαναφερθείσας εγγράφου συμφωνίας από τους εφοδιασμένους με ειδικό συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο δικηγόρους των συζύγων. Στην περίπτωση αυτή, ελέγχεται η ισχύς των πληρεξουσίων (προσοχή: να μην έχει παρέλθει μήνας από την χορήγησή τους).
γ) Επικυρωμένα αντίγραφα των πληρεξουσίων, τα οποία προσαρτώνται στη συμβολαιογραφική πράξη. Ο κάθε σύζυγος χορηγεί ειδική πληρεξουσιότητα στο δικηγόρο του να προβεί σε συγκεκριμένες ενέργειες, ήτοι 1) στην υπογραφή της κοινής συμφωνίας, η οποία ενσωματώνεται στο πληρεξούσιο, 2) στην αίτηση για έκδοση της ληξιαρχικής πράξης γάμου και του πιστοποιητικού οικογενειακής κατάστασης, αν δεν τα προσκομίζουν οι σύζυγοι, και στην παραλαβή τους, 3) στην υπογραφή της συμβολαιογραφικής πράξης της συναινετικής λύσης του γάμου, 4) στην κατάθεση της πράξης στο αρμόδιο Ληξιαρχείο. Αν έχει τελεσθεί θρησκευτικός γάμος, να αιτείται από τον αρμόδιο Εισαγγελέα την παραγγελία προς τον αρμόδιο Μητροπολίτη για την πνευματική λύση αυτού και να παραλαμβάνει από τον Μητροπολίτη το σχετικό έγγραφο, το οποίο κατατίθεται στο Ληξιαρχείο μαζί με τα υπόλοιπα έγγραφα (αντίγραφο συμβολαιογραφικής πράξης και αίτηση με την επ’ αυτής εισαγγελική παραγγελία).
δ) Ληξιαρχική πράξη του γάμου. Αποδεικνύεται δι’ αυτής η ύπαρξη του γάμου, προκειμένου να ακολουθήσει και η λύση του. Ληξιαρχική πράξη από αλλοδαπή αρχή ισχύει, εφόσον τηρήθηκαν οι διατυπώσεις που ορίζει ο νόμος του τόπου σύνταξής της (άρθρο 41 Ν. 344/1976). Γίνεται μνεία ότι γάμοι που τελούνται στην Ελλάδα από παλαιοημερολογίτη ιερέα είναι έγκυροι, εφόσον αυτός «φέρει κανονικώς» το ιερατικό σχήμα και δεν έχει καθαιρεθεί, διότι ο παλαιοημερολογιτισμός στην Ελλάδα δεν αποτελεί ιδία θρησκεία, δόγμα ή αίρεση.
ε) Πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης.
στ) Δύο γραμμάτια προκαταβολής εισφορών και ενσήμων (ένα για κάθε δικηγόρο), εκδοθέντα από τον αρμόδιο δικηγορικό σύλλογο.
Επισημαίνεται ότι σε περίπτωση συναινετικής λύσης του γάμου:
Ι) υπηκόων κράτους ή κρατών – μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αυτοί δικαιοπρακτούν με την επίδειξη στο συμβολαιογράφο διαβατηρίου σε ισχύ ή της προσωπικής τους ταυτότητας και γενικά, κάθε εγγράφου με το οποίο εισήλθαν στη χώρα.
Γίνεται μνεία ότι με τις διατάξεις του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1259/2010 του Συμβουλίου της 20-12-2010 για τη θέσπιση ενισχυμένης συνεργασίας στον τομέα του δικαίου, που είναι εφαρμοστέο στο διαζύγιο και τον δικαστικό χωρισμό, ο οποίος ισχύει στην Ελλάδα από τις 27-1-2014, κατόπιν της σχετικής απόφασης της Επιτροπής, που επιβεβαιώνει τη συμμετοχή της Ελλάδας στην συνεργασία αυτή και ειδικότερα στο κεφάλαιο ΙΙ άρθρο 5 του Κανονισμού καθορίζεται δικαίωμα επιλογής των συζύγων (με κοινή συμφωνία) του δικαίου που θα είναι εφαρμοστέο σε περίπτωση διαζυγίου ή δικαστικού χωρισμού, εφ΄ όσον αυτό είναι ένα από τα ακόλουθα:
«… α) το δίκαιο του κράτους της συνήθους διαμονής των συζύγων κατά τον χρόνο σύναψης της συμφωνίας ή
β) το δίκαιο του κράτους της τελευταίας συνήθους διαμονής των συζύγων, υπό την προϋπόθεση ότι ο ένας εξ αυτών εξακολουθεί να διαμένει εκεί κατά τον χρόνο σύναψης της συμφωνίας ή
γ) το δίκαιο του κράτους της ιθαγένειας ενός εκ των συζύγων κατά τον χρόνο σύναψης της συμφωνίας … …».
ΙΙ) υπηκόου κράτους – μέλους της Ε.Ε. και υπηκόου τρίτης χώρας, απαιτείται για τον υπήκοο της τρίτης χώρας διαβατήριο σε ισχύ και θεώρηση εισόδου (VISA) ή άδεια παραμονής, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις.
ΙΙΙ) υπηκόων τρίτης χώρας, απαιτείται διαβατήριο σε ισχύ, άδεια παραμονής ή εισόδου (VISA) και έλεγχος αν αναγνωρίζεται η συναινετική λύση του γάμου με συμβολαιογραφικό έγγραφο στη χώρα τους (πληροφορίες από την Πρεσβεία ή το Προξενείο της χώρας τους στην Ελλάδα). Στο σημείο αυτό γίνεται μνεία και των διατάξεων των άρθρων 14 και 16 Α.Κ. για τις περιπτώσεις ΙΙ και ΙΙΙ.
Στη συνέχεια, ο συμβολαιογράφος προβαίνει στη σύνταξη της σχετικής πράξης, στην οποία ενσωματώνει τις συμφωνίες των συζύγων και τις προσαρτά, βεβαιώνει τη λύση του γάμου και επικυρώνει τις συμφωνίες τους. Κατόπιν η πράξη αυτή υπογράφεται από τους συζύγους και τους δικηγόρους τους ή μόνο από τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους, τους εφοδιασμένους με ειδικό συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο, όπως προαναφέρθηκε.
Αντίγραφο της συμβολαιογραφικής πράξης κατατίθεται στο ληξιαρχείο, όπου έχει καταχωρισθεί ο γάμος. Από την ημερομηνία κατάθεσής της, επέρχεται η λύση του γάμου (π.χ. αν η συμβολαιογραφική πράξη υπεγράφη στις 25-1-2018 και κατατέθηκε το αντίγραφό της στις 6-2-2018 στο Ληξιαρχείο ως ημερομηνία λύσης του γάμου είναι η 6-2-2018). Επομένως, δύναται η πράξη να κατατεθεί στο Ληξιαρχείο οποτεδήποτε χωρίς να θεωρηθεί εκπρόθεσμη και να επισύρει την επιβολή των προβλεπόμενων από τις διατάξεις του άρθρου 14 Ν. 344/1976 προστίμων (σε αντίθεση με τα ισχύοντα για την κατάθεση της αμετάκλητης δικαστικής απόφασης του συναινετικού διαζυγίου). (Σχετ. η υπ’ αριθμ. 5/6-2-2018 εγκύκλιος του Υπουργείου Εσωτερικών, η οποία συγκοινοποιείται). Αν έχει τελεσθεί θρησκευτικός γάμος, είναι υποχρεωτική η πνευματική λύση του, η οποία παραγγέλλεται από τον αρμόδιο Εισαγγελέα.
Ο συμβολαιογράφος δικαιούται μόνο πάγια αμοιβή για την κατάρτιση της ανωτέρω πράξης, ανεξάρτητα από το ποσόν ή το είδος της διατροφής, το οποίο αναγράφεται στην έγγραφη κοινή συμφωνία των συζύγων. Η λύση του γάμου δεν είναι αντικείμενο αποτιμητό σε χρήμα, ώστε να θεμελιωθεί με την κατάρτιση της σχετικής πράξης δικαίωμα είσπραξης από το συμβολαιογράφο αναλογικής αμοιβής. Επίσης, η κοινή συμφωνία των συζύγων, με την οποία αυτοί επιλύουν θέματα διατροφής των ανηλίκων τέκνων τους και καθορίζουν το ύψος και τον τρόπο καταβολής της, δεν καταρτίζεται από το συμβολαιογράφο. Καταρτίζεται ιδιωτικά από τους ίδιους με τη συνδρομή των δικηγόρων τους, πριν την κατάρτιση της συμβολαιογραφικής πράξης, στην οποία ενσωματώνεται και επικυρώνεται. Επομένως, δεν καταβάλλονται τέλη χαρτοσήμου ούτε εισπράττονται αναλογικά δικαιώματα επί του ποσού της διατροφής. Επιπροσθέτως γίνεται μνεία, ότι και κατά την μέχρι πρότινος ισχύουσα ενώπιον των δικαστηρίων διαδικασία δεν καταβαλλόταν τέλος χαρτοσήμου για τη διατροφή, ακόμη και κατά την αναγκαστική είσπραξή της.
Η συμβολαιογραφική πράξη, στην οποία ενσωματώνεται η συμφωνία των συζύγων για την επιμέλεια, επικοινωνία και διατροφή των ανηλίκων τέκνων, αποτελεί τίτλο εκτελεστό, αποκλειστικά και μόνο για τα θέματα αυτά και εφόσον έχουν συμπεριληφθεί στη συμφωνία οι ρυθμίσεις των άρθρων 950 και 951 ΚΠολΔ.
Αν δεν έχουν συμπεριληφθεί στη συμφωνία οι ρυθμίσεις των άρθρων 950 και 951 ΚΠολΔ, δεν μπορεί να τις αναφέρει ο συμβολαιογράφος στην πράξη του, προκειμένου να της προσδώσει εκτελεστότητα. Στην περίπτωση αυτή, ακολουθείται για την καταβολή της διατροφής ή της τηρήσεως των συμφωνηθέντων για την επιμέλεια και την επικοινωνία με αυτά η δικαστική οδός (άρθρα 592 επ. ΚΠολΔ).
Επίσης, γίνεται μνεία ότι, μη υπαρχούσης σχετικής διατάξεως, μετά την κατάργηση του προγενέστερου Κώδικα Δικηγόρων (Ν.Δ. 3026/1954) με το άρθρο 166 του Ν. 4194/2013 (ισχύων Κώδικας Δικηγόρων), και κατ’ ακολουθία και της παρ. 7 του άρθρου 11 του Ν. 2830/2000 (Κώδικας Συμβολαιογράφων), απαιτείται η παράσταση δικηγόρου κατά τη σύναψη της συμβολαιογραφικής πράξης της συναινετικής λύσης του γάμου δικαστικού ή εισαγγελικού λειτουργού κάθε βαθμού, του κυρίου προσωπικού του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, συμβολαιογράφου ή υποθηκοφύλακα».

Αναδημοσίευση από legalnews24.gr

Αποζημίωση σε εργατικό ατύχημα: Ερμηνεία των διατάξεων για τις υποχρεώσεις του εργοδότη

Αυθεντική ερμηνεία της διάταξης του Α.Ν. 1846/1951 σχετικά με την αποζημίωση εργατών/υπαλλήλων (Νόμος 4512/2018)

Με το άρθρο 212 του Νόμου 4512/2018 παρέχεται η αυθεντική ερµηνεία της παρ. 2 του άρθρου 34 του α.ν. 1846/1951, σχετικά με την αποζημίωση που υποχρεούται να καταβάλλει ο εργοδότης σε περίπτωση εργατικού ατυχήματος.Όπως αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση, µε την προτεινόµενη αποσαφηνίζεται ότι, κατά την αληθή έννοια της διάταξης αυτής και την αληθή βούληση του νοµοθέτη, ο εργοδότης οφείλει να καταβάλλει στο µεν ασφαλιστικό φορέα τις δαπάνες που αυτός χορήγησε στον παθόντα από εργατικό ατύχηµα, στον δε παθόντα τη διαφορά ανάµεσα στις παροχές αυτές και την πλήρη αποζηµίωση που δικαιούται κατά τις κοινές διατάξεις του Αστικού Κώδικα, σε κάθε περίπτωση που βεβαιώνεται δικαστικά ότι το εργατικό ατύχηµα οφείλεται σε δόλο του εργοδότη, είτε ως προς αυτό καθεαυτό το αποτέλεσµα του εργατικού ατυχήµατος είτε όµως και ως προς την παραβίαση της κείµενης νοµοθεσίας περί ασφάλειας και υγείας στην εργασία.Η νέα διάταξη προβλέπει τα εξής:Η αληθής έννοια της παρ. 2 του άρθρου 34 του α.ν. 1846/1951 (Α΄ 179) είναι ότι ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλλει τη δαπάνη που προβλέπεται στην περίπτωση α΄ της παραγράφου 2 και τη διαφορά μεταξύ του ποσού της, κατά τον Αστικό Κώδικα, αποζημίωσης και των χορηγητέων ασφαλιστικών παροχών που προβλέπεται στην περίπτωση β΄ της παραγράφου 2, εφόσον, με δικαστική απόφαση, διαπιστώνεται ότι το ατύχημα, κατά την εκτέλεση της εργασίας ή εξ αφορμής αυτής, οφείλεται σε δόλο του εργοδότη ή του προστεθέντος από αυτόν προσώπου, είτε ως προς το αποτέλεσμα του ατυχήματος καθεαυτό είτε ως προς τη μη τήρηση διατάξεων νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών, που ορίζουν μέτρα προστασίας της ασφάλειας και της υγείας στην εργασία, εάν το ατύχημα συνδέεται αιτιωδώς με παραβάσεις των διατάξεων αυτών.Τι αναφέρει η σχετική αιτιολογική έκθεσηΣύµφωνα µε τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 3 και 6 του ν. 551/1915 (Α΄ 11), όπως κωδικοποιήθηκε εν συνεχεία µε το β.δ. της 24ης.07./25ης.08.1920 (Α΄ 191), ο κύριος επιχείρησης του είδους που καθορίζεται από το άρθρο 2 του νόµου αυτού, υποχρεούται, ανεξαρτήτως υπαιτιότητας (αντικειµενική ευθύνη) και υπό τις καθοριζόµενες στο νόµο αυτό ειδικότερες προϋποθέσεις, να καταβάλει την προβλεπόµενη στον ίδιο νόµο αποζηµίωση για περιουσιακή ζηµία (άρθρο 3 παρ. 5), στον εργάτη ή υπάλληλό του, που υπέστη βλάβη της υγείας ή της σωµατικής του ακεραιότητας, συνεπεία ατυχήµατος που επήλθε από βίαιο συµβάν, κατά την εκτέλεση της εργασίας του ή εξ αφορµής αυτής, σε περίπτωση δε θανάτου από την ίδια αιτία, στα καθοριζόµενα στο άρθρο 6 του ίδιου νόµου συγγενικά του πρόσωπα.

Περαιτέρω, σύµφωνα µε τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 60 του α.ν. 1846/1951 (Α΄ 179), εάν ο παθών εξ εργατικού ατυχήµατος υπάγεται στην ασφάλιση του ΙΚΑ, τότε ο εργοδότης απαλλάσσεται από την ευθύνη που προκύπτει µε βάση τις ειδικές διατάξεις περί εργατικών ατυχηµάτων, όπως αυτές κωδικοποιήθηκαν µε το β.δ. της 24ης.07./25ης.08.1920 (Α΄ 191). Τέλος, σύµφωνα µε τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 34 του α.ν. 1846/1951 (Α΄ 179), όταν το εργατικό ατύχηµα οφείλεται σε δόλο του εργοδότη, αυτός (δεν απαλλάσσεται από τη σχετική ευθύνη, αλλά) οφείλει να καταβάλει, αφενός στο ΙΚΑ τη δαπάνη των παροχών που ο εν λόγω φορέας χορήγησε στον παθόντα και αφετέρου στον παθόντα τη διαφορά ανάµεσα στις παροχές που αυτός έλαβε από το ΙΚΑ και στην αποζηµίωση που δικαιούται βάσει των κοινών διατάξεων του αστικού δικαίου.Η πρόβλεψη του κανόνα της κατ΄ αρχήν απαλλαγής (µε το άρθρο 60 παρ. 3) του εργοδότη από τη σχετική (αντικειµενική) ευθύνη και της κάλυψης του αντίστοιχου κινδύνου από τον φορέα κοινωνικής ασφάλισης του εργαζοµένου είναι εύλογη, λαµβανοµένου ιδίως υπόψη του γεγονότος ότι µέρος των καταβαλλόµενων από τον εργοδότη ασφαλιστικών εισφορών κατατείνει ακριβώς στην κάλυψη του ασφαλιστικού κινδύνου επέλευσης ατυχηµάτων κατά την εκτέλεση της εργασίας ή µε αφορµή αυτή. Είναι, άλλωστε, γνωστό ότι η κάλυψη αυτού ακριβώς του ασφαλιστικού κινδύνου, του κινδύνου από εργατικό ατύχηµα (όπως και της κάλυψης του γήρατος, της µητρότητας κ.α.) υπήρξε µεταξύ των βασικών στόχων της ίδιας της ίδρυσης και συγκρότησης του συστήµατος κοινωνικής ασφάλισης.Εντούτοις, η διατύπωση της διάταξης της παρ. 2 του άρθρου 34 του α.ν. 1846/1951 (Α΄ 179) περί εξαίρεσης από την κατ΄ αρχήν απαλλαγή του εργοδότη από τη σχετική ευθύνη σε περίπτωση που το ατύχηµα οφείλεται σε δόλου αυτού, εξεταζόµενη σε συνδυασµό µε εκείνη της παρ. 3 του άρθρου 60 του ίδιου νόµου (η οποία, όπως επισηµάνθηκε, προβλέπει την απαλλαγή του εργοδότη από την, απορρέουσα από τις ειδικές διατάξεις περί εργατικών ατυχηµάτων, αντικειµενική ευθύνη, σε περίπτωση υπαγωγής του παθόντος εργαζόµενου στην ασφάλιση του ΙΚΑ), έχει επί σειρά ετών προκαλέσει σοβαρές ερµηνευτικές αµφισβητήσεις και διχογνωµίες και έχει δηµιουργήσει το έδαφος για την υιοθέτηση ερµηνευτικών εκδοχών, που, κατ΄ αποτέλεσµα, όχι µόνο δεν απηχούν την αληθή βούληση του νοµοθέτη και το σκοπό που θέλησε να εξυπηρετήσει µε την πρόβλεψη της απαλλαγής του εργοδότη από την αντικειµενική ευθύνη σε περιπτώσεις εργατικών ατυχηµάτων, αλλά κείνται, επιπλέον, εκτός των ορίων βασικών συνταγµατικών διατάξεων.Ειδικότερα, τίθεται το ζήτηµα εάν η εισαγόµενη µε τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 34 του α.ν. 1846/1951 (Α΄ 179) εξαίρεση από την απαλλαγή του εργοδότη από τη σχετική ευθύνη και η συνακόλουθη υποχρέωση του εργοδότη να καταβάλει αφενός στον ασφαλιστικό φορέα τη δαπάνη των χορηγούµενων στον παθόντα παροχών και αφετέρου στον ίδιο τον παθόντα τη διαφορά ανάµεσα στις παροχές αυτές και την πλήρη αποζηµίωση που δικαιούται κατά τις κοινές διατάξεις του Αστικού Κώδικα, συντρέχει µόνο στην περίπτωση που ο δόλος του εργοδότη καλύπτει και το αποτέλεσµα του εργατικού ατυχήµατος (µόνον, δηλαδή, εφόσον ο εργοδότης θέλησε ή αποδέχθηκε και την ίδια τη βλάβη του παθόντος) ή εάν η έννοια της φράσης «οφείλεται σε δόλο του εργοδότη ή του υπ΄ αυτού προστηθέντος προσώπου» καλύπτει και την περίπτωση που το εργατικό ατύχηµα συνδέεται αιτιωδώς µε δόλια παραβίαση, από αυτούς, των διατάξεων νόµων, διαταγµάτων και κανονισµών που προβλέπουν τα υποχρεωτικά µέτρα προστασίας της ασφάλειας και της 77 υγείας στην εργασία.Η υιοθέτηση της πρώτης εκδοχής οδηγεί στο αποτέλεσµα, ακόµα και εργοδότες που εν γνώσει τους παραβιάζουν τα προβλεπόµενα από το νόµο µέτρα ασφαλείας και συνειδητά εκθέτουν τους εργαζοµένους στους αντίστοιχους σοβαρούς κινδύνους, να µετακυλίουν στο ασφαλιστικό σύστηµα την ευθύνη της παράνοµης αυτής και αντικοινωνικής συµπεριφοράς, η οποία και στάθηκε αιτία -εφόσον τούτο βεβαιώνεται και από τις σχετικές δικαστικές αποφάσεις- για την επέλευση του εργατικού ατυχήµατος. Κάτι τέτοιο, όµως, κείται εκτός της λογικής της ασφαλιστικής κάλυψης του εργατικού ατυχήµατος, καθώς η καταβολή των σχετικών εργοδοτικών ασφαλιστικών εισφορών δεν εξασφαλίζει στον εργοδότη τη δυνατότητα να µην τηρεί τη νοµοθεσία για την ασφάλεια και την υγεία στην εργασία, αλλά τον ασφαλίζει από την περίπτωση που, παρά την τήρηση των σχετικών µέτρων ασφαλείας, επέρχεται το ατυχές, βίαιο συµβάν. Σε διαφορετική περίπτωση το ασφαλιστικό σύστηµα επιβαρύνεται µε -σηµαντικές, συνήθως- δαπάνες χορήγησης των σχετικών ασφαλιστικών παροχών στα θύµατα εργατικών ατυχηµάτων ή τους συγγενείς τους, αναλαµβάνοντας το κόστος µιας -ούτως ή άλλως- αξιόποινης (αφού ο νόµος προβλέπει και ποινικές κυρώσεις για τη µη τήρηση των προβλεπόµενων µέτρων ασφαλείας στην εργασία) συµπεριφοράς του εργοδότη.Παράλληλα, η υιοθέτηση µιας ερµηνευτικής εκδοχής της διάταξης της παρ. 2 του άρθρου 34 παρ. 2 του α.ν. 1846/1951 (Α΄ 179) που οδηγεί εµµέσως σε αποκλεισµό της ευθύνης του εργοδότη (ακόµα και ενός εργοδότη που συνειδητά δεν τηρεί τις διατάξεις περί ασφάλειας στην εργασία) για την καταβολή στον παθόντα της διαφοράς ανάµεσα στις χορηγούµενες σε αυτόν παροχές από τον φορέα κοινωνικής ασφάλισης και στην πλήρη αποζηµίωση που αυτός δικαιούται βάσει των διατάξεων του Αστικού Κώδικα, θα αποστερούσε από τον παθόντα εργαζόµενο το δικαίωµα δικαστικής προστασίας (κατά παράβαση του άρθρου 20 του Συντάγµατος) ως προς την αποκατάσταση της σοβαρής -κατά κανόνα- υλικής ζηµίας που υπέστη από το εργατικό ατύχηµα. Ωστόσο, µία τέτοια ερµηνεία, που θα οδηγούσε στο εξαιρετικά ανεπιεικές αποτέλεσµα του αποκλεισµού της δυνατότητας του παθόντος του εργατικού ατυχήµατος (όπου κατά κανόνα το κόστος της αποκατάστασης της υγείας ή της αντιµετώπισης των συνθηκών που συνεπάγεται µία µόνιµη αναπηρία υπερβαίνει σηµαντικά τις χορηγούµενες από τον ασφαλιστικό φορέα παροχές) να αξιώσει την επιπλέον αυτή αποζηµίωση, που απορρέει από τις κοινές διατάξεις του αστικού δικαίου, έναντι ενός εργοδότη που εν γνώσει του έχει παραβιάσει τις διατάξεις περί προστασίας της ασφάλειας και της υγείας στην εργασία, δεν είναι δυνατόν να γίνει ανεκτή από την έννοµη τάξη (άρθρο 5 του Συντάγµατος). Μία τέτοια ερµηνεία, άλλωστε, δεν προκύπτει ούτε από τη συνδυαστική εφαρµογή της ερµηνευόµενης διάταξης µε εκείνη της παρ. 3 του άρθρου 60 του ίδιου νόµου, αφού η τελευταία, όπως επισηµάνθηκε, εισάγει απαλλαγή του εργοδότη, όχι από κάθε ευθύνη, αλλά από την αντικειµενική ευθύνη που προβλέπεται από τις ειδικές διατάξεις περί εργατικών ατυχηµάτων.Ενόψει των ανωτέρω, µε την προτεινόµενη ρύθµιση αίρεται η σχετική ερµηνευτική αµφισβήτηση και αποσαφηνίζεται ότι, κατά την αληθή έννοια της διάταξης της παρ. 2 του άρθρου 34 του α.ν. 1846/1951 (Α΄ 179) και την αληθή βούληση του νοµοθέτη, ο εργοδότης οφείλει να καταβάλει στο µεν ασφαλιστικό φορέα τις δαπάνες που αυτός χορήγησε στον παθόντα από εργατικό ατύχηµα, στον δε παθόντα τη διαφορά ανάµεσα στις παροχές αυτές και την πλήρη αποζηµίωση που δικαιούται κατά τις κοινές διατάξεις του Αστικού Κώδικα, σε κάθε περίπτωση που βεβαιώνεται δικαστικά ότι το εργατικό ατύχηµα οφείλεται σε δόλο του εργοδότη, είτε ως προς αυτό καθεαυτό το αποτέλεσµα του εργατικού ατυχήµατος είτε όµως και ως προς την παραβίαση της κείµενης νοµοθεσίας περί ασφάλειας και υγείας στην εργασία.

Αναδημοσίευση από lawspot.gr

Άρειος Πάγος: Οι διαχειριστές ιστοσελίδων δεν ευθύνονται για τα σχόλια των χρηστών (ΑΠ 1425/2017)

Υπό ποιες προϋποθέσεις φέρει ευθύνη ο διαχειριστής ιστοσελίδας για δυσφημιστικά σχόλια επισκεπτών;

Μία σημαντική απόφαση, η οποία εναρμονίζει τη νομολογία των ελληνικών δικαστηρίων με τις προβλέψεις του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικά με το διαδίκτυο, εξέδωσε ο Άρειος Πάγος.Ειδικότερα, με την απόφαση 1425/2017 ο Άρειος Πάγος (Α2 Πολιτικό Τμήμα) έκανε δεκτή τη σχετική αίτηση αναίρεσης και ανέτρεψε απόφαση του Εφετείου Αθηνών, σύμφωνα με την οποία διαχειριστής ιστοσελίδας έχει αντικειμενική ευθύνη για τα σχόλια που αναρτούν οι αναγνώστες.Η υπόθεση αφορούσε σε σχόλια που υπεβλήθησαν από χρήστες με ψευδώνυμα σε άρθρο ιστοσελίδας και τα οποία κρίθηκαν ως δυσφημιστικά.Όπως επισημαίνει ο Άρειος Πάγος, από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 13 του Προεδρικού Διατάγματος 131/2003 (προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην Οδηγία 2000/31 για το ηλεκτρονικό εμπόριο) και του άρθρου μόνου του Νόμου 1178/1981 (περί αστικής ευθύνης του Τύπου), προκύπτει ότι η αντικειμενική ευθύνη του «φορέα παροχής υπηρεσιών» (αντίστοιχη με εκείνη του ιδιοκτήτη εντύπου) ισχύει για τις αναρτήσεις που γίνονται στο διαδικτυακό τόπο και όχι στο χώρο φιλοξενίας περιεχομένου, όπου αναρτώνται κείμενα «αποδεκτών της υπηρεσίας» (δηλαδή τρίτων χρηστών του διαδικτυακού τόπου).Σύμφωνα με το Ανώτατο Δικαστήριο, για τις τελευταίες αυτές αναρτήσεις εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 13 παρ.1 π.δ. 131/2003, δηλαδή υπάρχει ευθύνη του φορέα παροχής υπηρεσιών όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου αυτού.Σύμφωνα με το άρθρο 13 του Π.Δ. 131/2013, σε περίπτωση παροχής μιας υπηρεσίας της κοινωνίας της πληροφορίας συνισταμένης στην αποθήκευση πληροφοριών παρεχομένων από ένα αποδέκτη υπηρεσίας, δεν υφίσταται ευθύνη του φορέα παροχής της υπηρεσίας για τις πληροφορίες που αποθηκεύονται μετά από αίτηση αποδέκτη της υπηρεσίας, υπό τους όρους ότι:(α) ο φορέας παροχής της υπηρεσίας δεν γνωρίζει πραγματικά ότι πρόκειται για παράνομη δραστηριότητα ή πληροφορία και ότι, σε ό,τι αφορά αξιώσεις αποζημιώσεως , δεν γνωρίζει τα γεγονότα ή τις περιστάσεις από τις οποίες προκύπτει η παράνομη δραστηριότητα ή πληροφορία, ή(β) ο φορέας παροχής της υπηρεσίας, μόλις αντιληφθεί τα προαναφερθέντα, αποσύρει ταχέως τις πληροφορίες ή καθιστά την πρόσβαση σε αυτές αδύνατη.Όπως αναφέρεται στην απόφαση, το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία είχε δεχθεί εν μέρει την κατ’ αυτού αγωγή και τον είχε υποχρεώσει να καταβάλει για την ίδια αιτία σε κάθε αναιρεσίβλητο το αυτό ως άνω χρηματικό ποσό των 7.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από της επιδόσεως της αγωγής έως εξοφλήσεως.«Έτσι που έκρινε το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου μόνου του ν.1178/1981, τις οποίες εφήρμοσε ενώ δεν ήταν εφαρμοστέες εν προκειμένω, καθώς επίσης και τις διατάξεις του άρθρου 13 του π.δ. 131/2003, τις οποίες δεν εφήρμοσε, με την αιτιολογία ότι ο αναιρεσείων δεν είναι φορέας παροχής υπηρεσιών της κοινωνίας, ενώ οι διατάξεις αυτές ήταν εφαρμοστέες στην ένδικη υπόθεση. Ειδικότερα δέχθηκε ότι υπάρχει ευθύνη του αναιρεσείοντος ο οποίος είχε τη διεύθυνση ιστοσελίδας (δηλαδή είχε την ιδιότητα του «φορέα παροχής υπηρεσιών») από κείμενα τα οποία αναρτήθηκαν στο χώρο φιλοξενίας της ιστοσελίδας από χρήστες αυτής (δηλαδή από πρόσωπα που είχαν την ιδιότητα των «αποδεκτών της υπηρεσίας»), χωρίς να αναφέρει αν συνέτρεχαν ή όχι οι προϋποθέσεις του άρθρου 13 π.δ. 131/2003, υπό την ρυθμιστική εμβέλεια του οποίου έπρεπε να κριθεί η ένδικη διαφορά».

Όπως αναφέρει ο δικηγόρος που χειρίστηκε την υπόθεση, κ. Βασίλης Σωτηρόπουλος, ο διαχειριστής της ιστοσελίδας δεν νοείται να έχει προληπτική ευθύνη για τα σχόλια των χρηστών, καθώς ως προς το πεδίο φιλοξενίας σχολιασμού είναι «φορέας παροχής υπηρεσίας Κοινωνίας της Πληροφορίας» και όχι ιδιοκτήτης μέσου ενημέρωσης ώστε να ευθύνεται αντικειμενικά για όλο το περιεχόμενο που φιλοξενεί σαν να το είχε επιλέξει.Τα κατώτερα δικαστήρια απέρριψαν αυτό τον ισχυρισμό και υποχρέωσαν τον διαχειριστή της ιστοσελίδας να πληρώσει αποζημιώσεις για τα σχόλια των χρηστών, τελικά όμως ο Άρειος Πάγος έκρινε ότι δεν εφαρμόζεται ο Νόμος Περί Τύπου ως προς την φιλοξενία σχολίων ώστε να ευθύνεται γι΄αυτά ο ιδιοκτήτης του ιστοτόπου, καθώς και ότι ο ιδιοκτήτης του ιστοτόπου είναι «φορέας παροχής υπηρεσίας κοινωνίας της πληροφορίας», ο οποίος δεν ευθύνεται προληπτικά για τις πληροφορίες που αναρτούν οι ενδιαφερόμενοι, αλλά μόνο εφόσον του επισημανθεί ότι υπάρχουν παράνομες πληροφορίες και δεν τις αποσύρει ταχέως.

Δείτε αναλυτικά την απόφαση εδώ

Αναδημοσίευση από lawspot.gr

Αποσύνδεση ασφάλισης από την ιδιότητα του Δικηγόρου (Εγκύκλιος)

Εγκύκλιο με θέμα «Γνωστοποίηση άρθρου 20 του ν.4488/2017 – Αποσύνδεση ασφάλισης από ιδιότητα» εξέδωσε το Υπουργείο Εργασίας.
Όπως αναφέρεται στην Εγκύκλιο, με τις διατάξεις του άρθρου 20 του ν.4488/2017 (ΦΕΚ Α’ 137/13-9-2017) επέρχονται μεταβολές στο καθεστώς ασφάλισης των μηχανικών και των δικηγόρων στον ΕΦΚΑ και το ΕΤΕΑΕΠ, αναδρομικά από 1/1/2017, με βασικό στοιχείο την αποσύνδεση της υποχρεωτικής υπαγωγής στην ασφάλιση των ανωτέρω φορέων από την εγγραφή στους οικείους επαγγελματικούς συλλόγους.
Όσον αφορά στην ασφάλιση των Δικηγόρων στην Εγκύκλιο επισημαίνονται τα εξής: «Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 7 του Ν.Δ. 4114/1960, όπως ισχύει, στην ασφάλιση του πρώην ΕΤΑΑ – Τομέας Ασφάλισης Νομικών υπάγονται υποχρεωτικά οι δικηγόροι που έχουν δικαίωμα άσκησης του επαγγέλματος σύμφωνα με τον Κώδικα Δικηγόρων, από την εγγραφή τους στα μητρώα του οικείου δικηγορικού συλλόγου. Επιπλέον, από τις διατάξεις του άρθρου 9 παρ. 4 του ανωτέρω Νομοθετικού Διατάγματος προβλέπεται ότι δεν συνυπολογίζεται στο χρόνο ασφάλισης το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο δικηγόρος δεν ασκεί πράγματι το λειτούργημα. Για την απόδειξη άσκησης του δικηγορικού λειτουργήματος έχουν εφαρμογή τα προβλεπόμενα από το π.δ. 299/1999.
Αντίστοιχα, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, οι νόμιμα διορισμένοι δικηγόροι που έχουν εγγραφεί στα μητρώα του οικείου δικηγορικού συλλόγου Αθηνών, Πειραιώς, Θεσσαλονίκης και Επαρχιών, εφόσον ασκούν ενεργά και αποκλειστικά το δικηγορικό λειτούργημα και διατηρούν την επαγγελματική τους εγκατάσταση στην περιφέρεια του αντίστοιχου Πρωτοδικείου Αθηνών, Εφετείου Πειραιώς, Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και στο αντίστοιχο Πρωτοδικείο της Επαρχίας, καθώς και οι τελούντες σε νόμιμη αναστολή ασκήσεως του επαγγέλματος του δικηγόρου, ασφαλίζονται υποχρεωτικά στους αντίστοιχους Τομείς Υγείας Δικηγόρων Αθηνών, Πειραιώς, Θεσσαλονίκης και Επαρχιών από την ίδια ημερομηνία εγγραφής τους στο πρώην Ταμείο Νομικών.
Με το άρθρο 20 παρ. 2 του ν.4488/2017 τίθεται ως προϋπόθεση η ταυτόχρονη έναρξη επαγγελματικής δραστηριότητας στη Δ.Ο.Υ. για την ασφάλιση των δικηγόρων που ασκούν ελεύθερο επάγγελμα στον ΕΦΚΑ (πρώην ΕΤΑΑ – Τομείς Νομικών), για κύρια σύνταξη και υγειονομική περίθαλψη. Σε περίπτωση διακοπής άσκησης της επαγγελματικής δραστηριότητας και διαγραφής από τη Δ.Ο.Υ. διακόπτεται η υποχρεωτική ασφάλιση στον ΕΦΚΑ.
Τα ανωτέρω εφαρμόζονται αντίστοιχα για τα εν λόγω πρόσωπα ως προς την ασφάλισή τους στο ΕΤΕΑΕΠ για επικουρική ασφάλιση και εφάπαξ παροχή (πρώην Τομέας Επικουρικής Ασφάλισης Δικηγόρων και πρώην Τομέας Πρόνοιας Δικηγόρων Αθηνών του ΕΤΑΑ) σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 76 του ν.4387/2016.
Επισημαίνουμε ότι στις περιπτώσεις δικηγόρων με έμμισθη εντολή η ασφάλιση στον ΕΦΚΑ (πρώην ΕΤΑΑ – Τομείς Νομικών) και το ΕΤΕΑΕΠ είναι υποχρεωτική από την ημερομηνία ανάληψης της έμμισθης εντολής, χωρίς να εξετάζεται εάν έχει πραγματοποιηθεί έναρξη επαγγελματικής δραστηριότητας στη Δ.Ο.Υ.
Σημειώνουμε ότι οι ρυθμίσεις του άρθρου 20 του ν.4488/2017 εφαρμόζονται και στους δικηγόρους που τελούν σε αναστολή σύμφωνα με τον Κώδικα Δικηγόρων (ν.4194/2013). Συνεπώς, δικηγόροι που τελούν σε αναστολή και έχουν προχωρήσει σε διακοπή της επαγγελματικής τους δραστηριότητας στη Δ.Ο.Υ. δεν υπάγονται στην υποχρεωτική ασφάλιση του ΕΦΚΑ και του ΕΤΕΑΕΠ (πρώην ΕΤΑΑ – Τομείς Νομικών).
Ειδικά για τους δικηγόρους που είναι εταίροι σε δικηγορικές εταιρείες σύμφωνα με τα οριζόμενα στον Κώδικα Δικηγόρων (ν.4194/2013), η υπαγωγή τους στην ασφάλιση του ΕΦΚΑ (πρώην ΕΤΑΑ – Τομείς Νομικών) και του ΕΤΕΑΕΠ είναι υποχρεωτική. Στις περιπτώσεις αυτές θα πρέπει να έχει ολοκληρωθεί η διαδικασία έναρξης εργασιών μη φυσικού προσώπου στη Δ.Ο.Υ για τη δικηγορική εταιρεία και η καταχώρισή της στο ειδικό βιβλίο (μητρώο εταιρειών) που τηρείται από τον δικηγορικό σύλλογο της έδρας της εταιρείας».

Δείτε την Εγκύκλιο εδώ

Αναδημοσίευση από legalnews24.gr