Εκπρόθεσμη άσκηση ενδίκου μέσου: Δεν συνιστά λόγο ανωτέρας βίας η επίκληση από τον κρατούμενο κατηγορούμενο ότι δεν είχε πρόσβαση στη δικογραφία ούτε πληροφόρηση για την πορεία της υπόθεσής του

ΑΠ 222/2018 (ποιν.): Προθεσμία άσκησης ενδίκων μέσων- Κρατούμενος κατηγορούμενος- Δεν συνιστά λόγο ανωτέρας βίας για την εκπρόθεσμη άσκηση ενδίκου μέσου η επίκληση από τον κατηγορούμενο ότι δεν είχε πρόσβαση στη δικογραφία ούτε πληροφόρηση για την πορεία της υπόθεσής του.
«Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 513 παρ. Ια και 476 παρ. Ια ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι, όταν υπάρχει περίπτωση απαραδέκτου, το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη και καταδικάζει στα έξοδα εκείνον που την άσκησε.
Περαιτέρω από την ίδια ως άνω διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 476 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός των άλλων περιπτώσεων, εκπρόθεσμα, απορρίπτεται ως απαράδεκτο. Επιπλέον, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 462 και 473 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι η προθεσμία άσκησης των ενδίκων μέσων κατά απόφασης είναι, όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, δεκαήμερη και αρχίζει από την έκδοση της, όταν η καταδικαστική απόφαση απαγγέλθηκε με την παρουσία του κατηγορουμένου, άλλως από τη νόμιμη επίδοση της. Κατά δε την παρ. 3 του άρθρου 473, η προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου.
Περαιτέρω κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 474 παρ. 2 ΚΠοινΔ, εκείνος που ασκεί εκπρόθεσμα το ένδικο μέσο, κατά τη συναγόμενη από το άρθρο 255 ΑΚ γενική αρχή του δικαίου, ότι κανείς δεν υποχρεούται στα αδύνατα, οφείλει να διαλάβει στη σχετική έκθεση τα περιστατικά της ανωτέρας βίας ή του ανυπέρβλητου κωλύματος, εξαιτίας των οποίων δεν άσκησε εμπρόθεσμα το ένδικο μέσο και συγχρόνως να επικαλεσθεί τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία αποδεικνύονται τα περιστατικά αυτό.
Αν δεν διαλάβει τέτοια περιστατικά στην έκθεση ή αν τα περιστατικά αυτά δεν αποδεικνύονται από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλείται και προσκομίζει, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως εκπρόθεσμο και συνεπώς απαράδεκτο, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠοινΔ. Αναπλήρωση των ανωτέρω με λόγους και περιστατικά που προβάλλονται με άλλο έγγραφο και ειδικότερα με υπόμνημα, που υποβάλλεται μεταγενέστερα είναι απαράδεκτη.
Στην προκειμένη περίπτωση όπως διαπιστώνεται από την επιτρεπτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, για τον έλεγχο του παραδεκτού ή μη της ασκηθείσας αίτησης αναίρεσης η με αριθμό 1459/2016 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης εκδόθηκε εκπροσωπουμένου δια πληρεξουσίου του αναιρεσείοντος Ε. Σ. του Γ. στη Θεσσαλονίκη στις 24 Νοεμβρίου 2016 και καταχωρήθηκε στο οικείο βιβλίο του αρθρ. 473 §3 ΚΠοινΔ στις 26.6.2017.
Η ως άνω εκπροσώπηση του κατηγορουμένου καθιστά τον κατηγορούμενο ως παριστάμενο παρόντα στο ακροατήριο. Η αίτηση αναίρεσης αυτού ασκήθηκε στις 31.10.2017 ενώπιον του Γραμματέως του Εφετείου Θεσσαλονίκης από τον συνήγορο υπερασπίσεως αυτού Ε. Β., ο οποίος διορίσθηκε αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, όπως προκύπτει από την 24.11.2016 βεβαίωση του Ποινικού Τμήματος του Εφετείου Θεσσαλονίκης προς τον ανωτέρω δικηγόρο ο αναιρεσείων χορήγηση την από 11.10.2017 εξουσιοδότηση με παροχή πληρεξουσιότητας προς άσκηση της κρινομένης αναιρέσεως.
Στην ανωτέρω αναίρεση που ασκήθηκε εκπροθέσμως αναφέρεται ως λόγος ανώτερης βίας ότι «ουδεμία πρόσβαση είχε στην υπό κρίση δικογραφία, ούτε κάποια πληροφόρηση για την πορεία της, μετά την Δευτεροβάθμια καταδικαστική κρίση ως κρατούμενος στη Δικαστική Φυλακή …», ο επικαλούμενος ως άνω λόγος δεν συνιστά ανωτέρα βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα για την καθυστερημένη και εκπρόθεσμη άσκηση της αναιρέσεως διότι, ως και ανωτέρω αναφέρεται, ο αναιρεσείων παρέστη με δικηγόρο που διορίσθηκε αυτεπαγγέλτως στο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και επομένως αυτές θεωρείται παρών και όφειλε να ασκήσει την αναίρεση εντός δεκαημέρου από τη δημοσίευση της αποφάσεως, η δε μη πρόσβαση στη δικογραφία λόγω της κρατήσεώς του στη δικαστική φυλακή δεν αποτελεί λόγο ανωτέρας βίας καθόσον μπορούσε να λάβει γνώση υπό του εκπροσωπούντος αυτόν δικηγόρου.
Συνακόλουθα προς τα παραπάνω και εφόσον ειδοποιήθηκε ο ορισθείς αντίκλητος δικηγόρος του αναιρεσείοντος Ε. Β., σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠοινΔ, όπως προκύπτει από την επισημείωση του αρμοδίου γραμματέα στο φάκελο της δικογραφίας, για να παραστεί στο παρόν συμβούλιο κατά τη σημερινή δικάσιμο και αυτός δεν παρέστη, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη και ως τέτοια πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της προκείμενης διαδικασίας (αρθρ. 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ)». (areiospagos.gr)

Αναδημοσίευση από legalnews24.gr

Ξεκίνησε η ηλεκτρονική κατάθεση δικογράφων σε 17 Ειρηνοδικεία

Τέθηκε σε εφαρμογή από 17.7.2018 η διαδικασία ηλεκτρονικής κατάθεσης δικογράφων σε 17 Ειρηνοδικεία (Αθηνών, Θεσσαλονίκης, Πειραιά, Χαλκίδας, Χαλανδρίου, Μαραθώνα, Ιλίου, Μεγάρων, Νέας Ιωνίας, Περιστερίου, Αχαρνών, Κρωπίας, Ελευσίνας, Βασιλικών, Λαγκαδά, Κουφαλίων και Λαυρίου) και από 17.9.2018 θα τεθεί στα Ειρηνοδικεία Αμαρουσίου και Καλλιθέας για τις κάτωθι διαφορές :
1)Περιουσιακές διαφορές : Αυτοκίνητα, Μισθώσεις/Πιστωτικοί, Εργατικά/Αμοιβές (κατάθεση και προσδιορισμός από το δικηγόρο),
2) Διαταγές Πληρωμής : Ευρωπαϊκή Διαταγή Πληρωμής (απλή κατάθεση χωρίς προσδιορισμό),
3) Μικροδιαφορές : Ευρωπαϊκή Μικροδιαφορά (απλή κατάθεση χωρίς προσδιορισμό) και
4) Τακτική : Νέα Τακτική (απλή κατάθεση χωρίς προσδιορισμό) – ηλεκτρονική κατάθεση προτάσεων για Νέα Τακτική.
Υπενθυμίζεται ότι η ηλεκτρονική κατάθεση είναι δυνατή στο ΣτΕ, στο Ελεγκτικό Συνέδριο, και στα διοικητικά δικαστήρια.
Ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών προς τον σκοπό υποστήριξης των συναδέλφων που επιθυμούν να αξιοποιήσουν την νέα δυνατότητα ηλεκτρονικής κατάθεσης θα εκδώσει στις 26-7-2018 Πρακτικό Οδηγό για την ηλεκτρονική κατάθεση δικογράφων, ανά δικαιοδοσία. Ο Οδηγός θα είναι διαθέσιμος σε ψηφιακή μορφή στην ιστοσελίδα του ΔΣΑ www.dsa.gr, και στο portal.olomeleia.gr.
Παράλληλα, από τις 17 Σεπτεμβρίου 2018 θα διοργανωθούν εξειδικευμένα σεμινάρια με αντικείμενο τις νέες ηλεκτρονικές υπηρεσίες, που είναι διαθέσιμες για τους δικηγόρους, και ιδίως την απόκτηση και χρήση ψηφιακών υπογραφών και την ηλεκτρονική κατάθεση δικογράφων.

Αναδημοσίευση από legalnews24.gr

Δυνατότητα εξόφλησης της ετήσιας συνδρομής του ΔΣΑ σε 12 άτοκες δόσεις

Ο ΔΣΑ με ανακοίνωσή του ενημερώνει τα μέλη του ότι, κατόπιν παρέμβασης του προς την Τράπεζα Πειραιώς, από την ερχόμενη Δευτέρα 16.7.2018 οι συνάδελφοι θα έχουν τη δυνατότητα να εξοφλήσουν την ετήσια εισφορά/συνδρομή τους προς τον Σύλλογο, καθώς και τυχόν οφειλόμενες εισφορές/συνδρομές προηγούμενων ετών, με χρέωση της πιστωτικής τους κάρτας (εκδόσεως Τράπεζας Πειραιώς ή/και άλλων τραπεζών), σε έως και 12 άτοκες δόσεις, εφόσον υπάρχει το αντίστοιχο διαθέσιμο υπόλοιπο στο όριο της πιστωτικής κάρτας. Η συναλλαγή αυτή μπορεί να πραγματοποιηθεί σε όλα τα μηχανήματα EFT/POS που είναι εγκατεστημένα στα γραφεία του Δ.Σ.Α. και στα ταμεία του Δ.Σ.Α. (dsa.gr)

Αναδημοσίευση από legalnews24.gr

Υπεγράφη η ΚΥΑ για βοήθημα ανεργίας σε δικηγόρους, γιατρούς, μηχανικούς του τέως ΕΤΑΑ

Δίνεται για πρώτη φορά η δυνατότητα λήψης του βοηθήματος ανεργίας σε αυτοαπασχολούμενους του τέως ΕΤΑΑ, παρότι κατέβαλαν εισφορά υπέρ ΟΑΕΔ ήδη από το 2011

Η Υπουργός Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, Έφη Αχτσιόγλου, ανακοίνωσε την υπογραφή απόφασης με την οποία δίνεται για πρώτη φορά τη δυνατότητα λήψης του βοηθήματος ανεργίας σε αυτοαπασχολούμενους (δικηγόρους, γιατρούς, μηχανικούς) του τέως ΕΤΑΑ.Αναλυτικά η δημοσίευσή της:Με απόφαση που υπογράψαμε σήμερα δίνουμε για πρώτη φορά τη δυνατότητα λήψης του βοηθήματος ανεργίας σε αυτοαπασχολούμενους (δικηγόρους, γιατρούς, μηχανικούς) του τέως ΕΤΑΑ, παρότι κατέβαλαν εισφορά υπέρ ΟΑΕΔ ήδη από το 2011.Το βοήθημα θα χορηγείται για χρονικό διάστημα 3 έως 9 μηνών, ανάλογα με το χρόνο ασφάλισης του δικαιούχου, και ανέρχεται στο ποσό των 360 € μηνιαίως. Θα καταβάλλεται από τις αρμόδιες υπηρεσίες του ΟΑΕΔ μετά από έλεγχο των προϋποθέσεων που περιλαμβάνονται στην υπουργική απόφαση.

Αναδημοσίευση από lawspot.gr

Κλειστά τα γραφεία των δικηγόρων το απόγευμα κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών αποφάσισε ο ΔΣΘ

Την απόφαση να είναι κλειστά τα δικηγορικά γραφεία τις απογευματινές ώρες στις εργάσιμες ημέρες και το Σάββατο όλη την μέρα κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών, δηλαδή από 1η Ιουλίου έως 15 Σεπτεμβρίου, έλαβε ο Δικηγορικός Σύλλογος Θεσσαλονίκης. Η σχετική ανακοίνωση του ΔΣΘ αναφέρει:
«Το Διοικητικό Συμβούλιο του Συλλόγου μας, στη συνεδρίασή του υπ.αρ. 31/03.07.2018 αποφάσισε, κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών (01η Ιουλίου – 15η Σεπτεμβρίου 2018), να είναι κλειστά τα δικηγορικά γραφεία τις απογευματινές ώρες στις εργάσιμες ημέρες και κάθε Σάββατο όλη την ημέρα. Η σχετική ανακοίνωση πρέπει να αναρτάται υποχρεωτικά στην εξώθυρα κάθε δικηγορικού γραφείου.
Το Διοικητικό Συμβούλιο, με σκοπό να αποφεύγονται προβλήματα κατά την επίδοση δικογράφων σε δικηγόρους-αντικλήτους που απουσιάζουν σε διακοπές, σας καλεί:
Α) Όσοι σχεδιάζετε να απουσιάσετε από την πόλη κατά τις δικαστικές διακοπές, να γνωστοποιήσετε εγγράφως στο Σύλλογό, ποιο χρονικό διάστημα θα λείψετε και
Β) να μη δίνετε εντολή για επιδόσεις σε συναδέλφους που απουσιάζουν και που τήρησαν τις ανωτέρω διατυπώσεις, πριν ελέγξετε την τυχόν απουσία τους.
Η δήλωσή σας προς το Σύλλογο προσκομίζεται εις διπλούν. Η μία θεωρείται από το Σύλλογο και επιστρέφεται στον ενδιαφερόμενο και η άλλη μένει στο αρχείο του Συλλόγου».

Δείτε την ανακοίνωση εδώ

Αναδημοσίευση από legalnews24.gr

Τριετής προθεσμία άσκησης ενδίκου μέσου για αποφάσεις που δημοσιεύθηκαν πριν την 1-1-2016 χωρίς να επιδοθούν (Ολ.ΑΠ)

ΑΠ 10/2018 (ΟΛ.):Η Ολομέλεια του Aρείου Πάγου αποφάνθηκε ότι για αποφάσεις που δημοσιεύθηκαν πριν την 1-1-2016, χωρίς να επιδοθούν, εξακολουθεί και μετά την 1-1-2016 να ισχύει η τριετής προθεσμία για την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης που προέβλεπε η διάταξη του άρθρου 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο πρώτο, άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015.
«Με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, ο οποίος επέφερε ριζικές αλλαγές στον ΚΠολΔ, τροποποιήθηκαν πολλές διατάξεις του τρίτου βιβλίου του ΚΠολΔ (άρθρα 495-590), που αφορούν τα ένδικα μέσα και τις ανακοπές, μεταξύ των οποίων και το άρθρο 564 παρ. 3, στο οποίο ορίσθηκε ότι ‘ ‘ αν η απόφαση δεν επιδόθηκε, η προθεσμία της αναίρεσης είναι δύο (2) έτη και αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη’ ‘ . Η ίδια διάταξη, πριν την τροποποίησή της, όριζε ότι ‘ ‘ αν η απόφαση δεν επιδόθηκε, η προθεσμία της αναίρεσης είναι τρία χρόνια και αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη’ ‘ .
Περαιτέρω, στο άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του ίδιου νόμου και υπό τον τίτλο ‘ ‘ μεταβατικές και άλλες διατάξεις’ ‘ περιλήφθηκε μεταβατική διάταξη, σύμφωνα με την οποία ‘ ‘ Οι διατάξεις για τα ένδικα μέσα και τις ειδικές διαδικασίες των άρθρων 591-645 εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από τις 1-1-2016 ένδικα μέσα και αγωγές’ ‘ , ενώ στην παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι ‘ ‘ Κατά τα λοιπά, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά σε επιμέρους διατάξεις, η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από 1-1-2016’ ‘ .
Η αιτιολογική έκθεση του ν. 4335/2015 ορίζει, όσον αφορά τις μεταβατικές διατάξεις, τα εξής: ‘ ‘ Με τις παραγράφους 1 – 4 των μεταβατικών διατάξεων ρυθμίζεται το χρονικό σημείο έναρξης ισχύος των διατάξεων του προτεινόμενου σχεδίου νόμου, κατά τρόπον ώστε να παρέχεται ο αναγκαίος χρόνος προσαρμογής στις νέες ρυθμίσεις όλων των παραγόντων της δικαιοσύνης’ ‘ .
Η ως άνω μεταβατική διάταξη, όμως, που περιορίζεται μόνο στην πρόβλεψη ότι οι διατάξεις για τα ένδικα μέσα εφαρμόζονται σε όσα εξ αυτών ασκούνται μετά την 1-1-2016, κάθε άλλο παρά σαφής είναι και για το λόγο αυτό οι σχετικές θεωρητικές προσπάθειες, αλλά -το κυριότερο- και οι πρώτες δικαστικές αποφάσεις που εκδίδονται μετά την 1-1-2016 περιέχουν συχνά εκ διαμέτρου αντίθετες προσεγγίσεις των νέων ρυθμίσεων, που διακυβεύουν σε μεγάλο βαθμό την απαιτούμενη ασφάλεια δικαίου.
Με τη φραστική διατύπωση της ανωτέρω μεταβατικής διάταξης ανέκυψαν ζητήματα διαχρονικού δικαίου στο δίκαιο της αναίρεσης, καθώς ο νομοθέτης δεν διακρίνει μεταξύ των διατάξεων που αφορούν στη διαδικασία άσκησης και συζήτησης του ενδίκου αυτού μέσου από εκείνες που αναφέρονται στο παραδεκτό και στην προθεσμία άσκησης αυτού, με συνέπεια, κατά γραμματική ερμηνεία, να μπορεί να υποστηριχθεί ότι η διάταξη καταλαμβάνει όλες τις εφέσεις και αναιρέσεις που κατατίθενται από 1-1-2016, ανεξαρτήτως του χρόνου δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης.
Ως εκ τούτου, είναι αναγκαία η προσφυγή στις διαχρονικού δικαίου διατάξεις του Εισ.Ν. Κ.Πολ.Δ. Ειδικότερα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 24 παρ. 1 του Εισ. Ν.Κ.Πολ.Δ., το παραδεκτό των ενδίκων μέσων, το επιτρεπτό των προβαλλόμενων λόγων και ο χρόνος της άσκησης κρίνονται σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο που δημοσιεύεται η απόφαση, ενώ σύμφωνα με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, οι διατάξεις των άρθρων 518 παρ. 2, 545 παρ. 5 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ εφαρμόζονται και στις αποφάσεις που εκδόθηκαν πριν από την εισαγωγή του.
Από την αντιπαραβολή μεταξύ των δύο παραγράφων τίθεται το ερμηνευτικό ζήτημα, αν η προθεσμία για την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης (αλλά και της έφεσης δεδομένης της ταυτότητας του λόγου) θα πρέπει να κριθεί με βάση την αρχή του άρθρου 24 παρ. 1 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ, η οποία αναφέρεται στο παραδεκτό (στοιχείο του οποίου αποτελεί και το εμπρόθεσμο του ενδίκου μέσου) ή στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου, η οποία αναφέρεται ειδικά στις καταχρηστικές προθεσμίες.
Προκειμένου να καταστεί αντιληπτή η λειτουργία της παρ. 2 του άρθρου 24 του Εισ. Ν.Κ.Πολ.Δ σκόπιμο είναι να υπομνησθεί ότι υπό την ισχύ της ΠολΔ/1835 δεν προβλεπόταν καταχρηστική προθεσμία για την άσκηση του ενδίκου μέσου της έφεσης ή της αναίρεσης, Σύμφωνα με το άρθρο 752 ΠολΔ/1835 οριζόταν τριακονθήμερη προθεσμία για την άσκηση έφεσης, που αφετηριαζόταν από την επίδοση της απόφασης, η οποία παρατεινόταν για επιπλέον 30 ημέρες αν ο διάδικος ή ο νόμιμος αντιπρόσωπός του ήταν εγκατεστημένοι στην αλλοδαπή ή ήταν αγνώστου διαμονής (άρθρο 754ΠολΔ/1835).
Αν παραλειπόταν η επίδοση ή η τυχόν γενόμενη ήταν ελαττωματική, το δικαίωμα άσκησης έφεσης υπέκειτο στη ‘ ‘ συνήθη’ ‘ παραγραφή του ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 756 ΚΠολΔ/1835). Ανάλογη ρύθμιση ίσχυε και αναφορικά με την προθεσμία άσκησης της αναίρεσης (άρθρο 520 ΚΠολΔ/1835). Κατ’ αποτέλεσμα, η ρύθμιση του άρθρου 24 παρ. 2 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ αποβλέπει να θεραπεύσει τα πρακτικής φύσεως θέματα τα οποία αναμενόταν ότι θα ανακύψουν από την εισαγωγή των νέων καταχρηστικών προθεσμιών του ΚΠολΔ, με τις οποίες επερχόταν σημαντική σύντμηση της προθεσμίας άσκησης των ενδίκων αυτών μέσων.
Διαπιστώνεται, επομένως, ότι η αντιδιαστολή μεταξύ των δύο παραγράφων του άρθρου 24 αναδεικνύει μια ουσιώδη διαφορά στη λειτουργία τους. Η παρ. 1 αποτυπώνει μια ευρύτερη διαχρονικού δικαίου αρχή, σύμφωνα με την οποία τόσο το παραδεκτό των ενδίκων μέσων όσο και το επιτρεπτό των προβαλλόμενων με αυτά λόγων κρίνονται δυνάμει του νόμου που ισχύει κατά το χρόνο δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης. Αντίθετα, η παρ. 2 του άρθρου 24 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ κατέτεινε στη θεραπεία μιας συγκεκριμένης πρακτικής αναγκαιότητας, που ήγειρε η θέσπιση το πρώτον καταχρηστικών προθεσμιών για την άσκηση ενδίκων μέσων κατά τον ΚΠολΔ.
Υπό την έννοια αυτή εύστοχα εκφράζονται αμφιβολίες για το κατά πόσον αποδίδει γενικότερη αρχή του διαχρονικού δικαίου. Πάντως, υπό την ισχύ του ν. 4335/2015, με αφορμή τη σύντμηση της καταχρηστικής προθεσμίας για την άσκηση της έφεσης ή της αναίρεσης, υποστηρίχθηκε η ερμηνευτική εκδοχή ότι το ζήτημα θα πρέπει να αντιμετωπισθεί αποκλειστικά στο πλαίσιο της μεταβατικής ρύθμισης του άρθρου ένατου παρ. 2 του ν. 4335/2015 (ΑΠ 1640/2017, 1176/2017).
Υπό την ερμηνευτική αυτή εκδοχή υποστηρίζεται ότι ο δικονομικός νομοθέτης απέκλινε με το ν. 4335/2015 συνειδητά από την ως άνω διαχρονικού δικαίου αρχή του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ, χωρίς να αφήσει το ζήτημα αρρύθμιστο, ώστε να μπορεί να καλυφθεί το κενό μέσω της προσφυγής στο άρθρο 24 παρ. 1 του Εισ. Ν.Κ.Πολ.Δ., η οποία εξαρτούσε το παραδεκτό της αναίρεσης από το νόμο που ίσχυε κατά το χρόνο δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως έπραξε ο νομοθέτης του ν.3994/2011, ο οποίος ρητά επανέλαβε την ως άνω διάταξη του Εισ.ΝΚΠολΔ στη μεταβατική διάταξη του άρθρου 72 παρ. 2 του νόμου εκείνου, ορίζοντας ειδικότερα ότι ‘ ‘ Το παραδεκτό των ενδίκων μέσων, το επιτρεπτό των προβαλλόμενων λόγων και ο χρόνος της άσκησής τους κρίνονται σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο που δημοσιεύεται η απόφαση’ ‘ .
Η άποψη αυτή βασίζεται στην ευρεία διατύπωση της μεταβατικής διάταξης του ν. 4335/2015, στο γενικό σκοπό του ν. 4335/2015, που είναι η επιτάχυνση της πολιτικής δίκης, και στον ειδικό σκοπό της διάταξης, για συρρίκνωση της καταχρηστικής προθεσμίας για άσκηση ενδίκων μέσων. Υπό αυτή την εκδοχή όλες οι αποφάσεις που εκδόθηκαν εντός του έτους 2013 και οι οποίες δεν είχαν προσβληθεί με το ένδικο μέσο της έφεσης ή της αναίρεσης μέχρι και τις 31-12-2015, κατέστησαν απρόσβλητες με το αντίστοιχο ένδικο μέσο από την 1-1-2016 και τούτο διότι, αν κατατεθεί εντός του έτους 2016 η έφεση ή η αναίρεση, το εμπρόθεσμο αυτών θα κριθεί με βάση τη νέα, ήδη παρελθούσα, διετή προθεσμία και όχι με βάση την παλαιά τριετή προθεσμία, που θα συμπληρωνόταν κάποια στιγμή εντός του έτους 2016.
Σε κάθε περίπτωση, κατά την ίδια ως άνω άποψη, οι διάδικοι που πίστευαν ότι είχαν τριετή προθεσμία προς άσκηση έφεσης ή αναίρεσης, είχαν στη διάθεσή τους ικανό χρονικό διάστημα, μεγαλύτερο των πέντε μηνών, εφόσον ο ν. 4335/2015 δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης στις 23-7-2015, προς ενημέρωσή τους και προς εμπρόθεσμη άσκηση ενδίκου μέσου. Υπό την ίδια ερμηνευτική εκδοχή αποκρούεται η δυνατότητα ερμηνευτικής προσφυγής στον κανόνα του άρθρου 24 παρ. 2 Εισ.Ν.Κ.ΠολΔ, με το επιχείρημα ότι η τελευταία προσιδίαζε στην αντιμετώπιση συγκεκριμένων αναγκών που ανέκυπταν κατά την εισαγωγή του ΚΠολΔ, διότι τότε δεν προβλεπόταν καταχρηστική προθεσμία προς άσκηση έφεσης ή αναίρεσης, αλλά παραγραφή αυτής.
Οι υποστηρικτές της ανωτέρω θέσης ισχυρίζονται περαιτέρω ότι, παρότι τα ένδικα μέσα αποτελούν μία πρόσθετη εγγύηση τελειότερης απονομής της δικαιοσύνης, ο κοινός νομοθέτης μπορεί όχι μόνο να περιορίσει αυτά, αλλά και να αποκλείσει εντελώς την άσκησή τους, με σκοπό την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη απονομή της δικαιοσύνης, υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι τούτο γίνεται κατά τρόπο γενικό και δεν καταλαμβάνει και ήδη ασκηθέντα ένδικα μέσα, διότι η πρόσβαση στα ένδικα μέσα δεν κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα της χώρας μας, ούτε από το άρθρο 6 παρ. 1 της Σύμβασης της Ρώμης για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, ούτε από το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Τα επιχειρήματα της ανωτέρω άποψης, όμως, προϋποθέτουν σαφή νομοθετική διάταξη, ως προς την κατάργηση ή τη συρρίκνωση του δικαιώματος άσκησης έφεσης και αναίρεσης, ώστε να κριθεί αν οι διάδικοι είχαν ασφαλή πληροφόρηση και επαρκή χρόνο. Αν αυτό ίσχυε, δυσχερώς, πράγματι, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι οι διάδικοι αιφνιδιάστηκαν. Ωστόσο, η μεταβατική διάταξη του άρθρου ένατου παρ. 2 του ν. 4335/2015 ουδόλως, κατά τα προεκτεθέντα, φέρει τα εχέγγυα της απαιτούμενης για την εμπέδωση της ασφάλειας δικαίου σαφήνειας.
Περίτρανη απόδειξη αυτού αποτελεί το γεγονός ότι η θεωρία άμεσα εξέφρασε εντονότατο προβληματισμό ως προς την αληθή έννοια της γενικής διατύπωσης της διάταξης αυτής και κατά την κρατούσα θέση της προέκρινε τη μη εφαρμογή της στο επίμαχο ζήτημα. Την ανωτέρω κυρίαρχη στη θεωρία άποψη έχουν υιοθετήσει και οι αποφάσεις 519/2017 και 520/2017 του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με τις οποίες σε όσες αποφάσεις δημοσιεύτηκαν πριν την 1-1-2016 η καταχρηστική προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης είναι τριετής και όχι διετής, δηλαδή προέκρινε η άποψη αυτή την ερμηνευτική άρση του προβλήματος μέσω της προσφυγής στη διαχρονικού δικαίου αρχή του άρθρου 24 παρ. 1 του Εισ.Ν.ΚΠολΔ, εστιάζοντας στην άρση των ατόπων και ανισοτήτων που θα μπορούσαν να ανακύψουν μεταξύ των διαδίκων από την ενδεχόμενη επιλογή αναδρομικής ισχύος τέτοιων νεότερων διατάξεων, που συντέμνουν τις καταχρηστικές αυτές προθεσμίες.
Το άτοπο της στενής γραμματικής ερμηνείας του άρθρου ένατου παρ. 2 του ν. 4335/2015 αναδεικνύεται και από το εξής παράδειγμα: Αίτηση αναίρεσης κατ’ απόφασης που είχε δημοσιευθεί σε χρόνο μεγαλύτερο της διετίας και μικρότερο της τριετίας πριν την άσκηση της αναίρεσης θα ήταν παραδεκτή ως εμπρόθεσμη αν ασκείτο μέχρι τις 31-12-2015, ενώ θα ήταν απαράδεκτη ως εκπρόθεσμη αν ασκείτο μετά την 1-1-2016, αφού θα είχε, εν τω μεταξύ, συμπληρωθεί η διετής προθεσμία από τη δημοσίευσή της.
Αν ο νομοθέτης ήθελε κάτι διαφορετικό, που θα οδηγούσε σε απώλεια του δικονομικού δικαιώματος ασκήσεως ενδίκου μέσου μέσα στη νέα καταχρηστική προθεσμία, θα έπρεπε είτε να το ορίσει ρητά είτε να προβλέψει συγκεκριμένη προθεσμία, εντός της οποίας θα όφειλε να ασκηθεί τυχόν ένδικο μέσο κατά αποφάσεως που δημοσιεύθηκε σε χρόνο μεγαλύτερο των δύο ετών από τη θέση σε ισχύ του νέου νόμου ή από την άσκηση του ενδίκου μέσου.
Εξάλλου, η προσήλωση στη φραστική διατύπωση του άρθρου ένατου παρ. 2 του ν. 4335/2015 θα ήγειρε ανυπολόγιστους κινδύνους ανασφάλειας δικαίου και διάψευσης της εύλογης πεποίθησης και δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των συναλλασσομένων από ενδεχόμενη απώλεια κρίσιμων προθεσμιών και δικαιωμάτων. Γι’ αυτούς κυρίως τους λόγους, η ρύθμιση του ως άνω νόμου πρέπει να υποχωρήσει υπέρ της θεμελιώδους διαχρονικού δικαίου αρχής, που διατυπώνεται στο άρθρο 24 παρ. 1 Εισ. Ν.Κ.Πολ.Δ., δηλαδή να εφαρμόζεται επί της προθεσμίας των ενδίκων μέσων και εναντίον των αποφάσεων που δεν έχουν επιδοθεί ο κατά το χρόνο της δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης ισχύων νόμος.
Έτσι, ως προς τις δημοσιευόμενες πριν την έναρξη ισχύος του ν. 4335/2015 αποφάσεις, που είχαν εκδοθεί αντιμωλία των διαδίκων και δεν είχαν επιδοθεί και καταστεί τελεσίδικες ή αμετάκλητες, εξακολουθεί να ισχύει η τριετής καταχρηστική προθεσμία προσβολής τους με αναίρεση (πρβλ Ολ ΑΠ 296/1974 στην αντίστροφη περίπτωση της αύξησης της ως άνω καταχρηστικής προθεσμίας από διετή, κατά το άρθρο 817 παρ. 4 της ΠολΔ, σε τριετή με τον ΚΠολΔ/1968). Η με τον τρόπο αυτό τελολογική προσέγγιση του άρθρου ένατου παρ. 2 του ν. 4335/2015 συντελεί στην εγκαθίδρυση αισθήματος εμπιστοσύνης του πολίτη και άρσης οποιασδήποτε ανασφάλειας δικαίου.
Άλλωστε, υπέρ της ερμηνευτικής αυτής αντίληψης συνεπικουρεί και η διάταξη του άρθρου 13 παρ. 2 Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ, σύμφωνα με την οποία ‘ ‘ Η διάρκεια των προθεσμιών που είχαν αρχίσει πριν από τη εισαγωγή του ΚΠολΔ και δεν έχουν λήξει, καθώς και η παρέκτασή τους, κρίνονται σύμφωνα με το δίκαιο που ίσχυε πριν την εισαγωγή του, η παράταση όμως, η αναστολή και η διακοπή τους εξαιτίας γεγονότων που επήλθαν μετά την εισαγωγή του ΚΠολΔ κρίνονται με βάση τις διατάξεις του’ ‘ .
Συνεπώς, κατά την πλειοψηφούσα άποψη του παρόντος Δικαστηρίου, η ένδικη, από 25-5-2016, αίτηση αναίρεσης κατά της 45/31-5-2013 μη επιδοθείσας τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόντος την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση στις 27-5-2013, είναι παραδεκτή, ως εμπροθέσμως ασκηθείσα…» (areiospagos.gr)

Αναδημοσίευση από legalnews24.gr

Οι τελευταίες αλλαγές στον εξωδικαστικό μηχανισμό (ν. 4469/2017) με το νόμο 4549/2018 (εγκύκλιος)

Με την εγκύκλιο ΠΟΛ 1126/2018 της ΑΑΔΕ κοινοποιούνται οι διατάξεις των άρθρων 45 έως 55 του ν. 4549/2018 (ΦΕΚ Α’105/14-6-2018) «Τροποποιήσεις του ν. 4469/2017 (Α’62)» και παρέχονται οδηγίες για την εφαρμογή των νέων διατάξεων των παραγράφων 11 και 21 του άρθρου 15 του ν. 4469/2017.
Η εγκύκλιος έχει ως εξής:
«Σας κοινοποιούμε συνημμένα τις διατάξεις των άρθρων 45 έως 55 (Κεφάλαιο Α’ του Τμήματος Θ’) του ν. 4549/2018 («Διατάξεις για την ολοκλήρωση της Συμφωνίας Δημοσιονομικών Στόχων και Διαρθρωτικών Μεταρρυθμίσεων – Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2019-2022 και λοιπές διατάξεις», ΦΕΚ Α’105/14-6-2018), με τις οποίες τροποποιήθηκαν τα άρθρα 1, 2, 4, 5, 6, 8, 10, 13, 15 και 16 του ν. 4469/2017 («Εξωδικαστικός μηχανισμός ρύθμισης οφειλών επιχειρήσεων και άλλες διατάξεις», ΦΕΚ Α’ 62) και τέθηκαν μεταβατικές διατάξεις για την εφαρμογή τους.
Επιπλέον, παρέχονται οδηγίες για την ορθή και ενιαία εφαρμογή από τη Φορολογική Διοίκηση των νέων διατάξεων που προστέθηκαν στις παραγράφους 11 και 21 του άρθρου 15 του ν. 4469/2017 σχετικά με την «αδρανοποίηση» κατασχέσεων απαιτήσεων που έχουν επιβληθεί στα χέρια τρίτων, που συνεπάγεται αποδέσμευση αποκλειστικά μελλοντικών απαιτήσεων, ή την άρση αυτών υπό προϋποθέσεις, κατά το χρονικό διάστημα ισχύος της σύμβασης αναδιάρθρωσης οφειλών, καθώς και σχετικά με λοιπά θέματα διοικητικής εκτέλεσης στο πλαίσιο διμερών διαπραγματεύσεων με το Δημόσιο.
Ειδικότερα:
I. Τροποποιήσεις στο πεδίο εφαρμογής και τη διαδικασία του ν. 4469/2017 με τον ν. 4549/2018
1. Πεδίο εφαρμογής:
Με την αντικατάσταση των περιπτώσεων ιστ’ και ιζ’ της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του ν. 4469/2017 (παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου 45 του ν. 4549/2018), διευρύνθηκε το πεδίο εφαρμογής του νόμου αναφορικά με τις βεβαιωμένες στη Φορολογική Διοίκηση οφειλές προς το Δημόσιο και υπέρ τρίτων, αντίστοιχα, που μπορούν να ρυθμιστούν με σύμβαση αναδιάρθρωσης κατά τις διατάξεις του εν λόγω νόμου. Συγκεκριμένα, κρίσιμος χρόνος βεβαίωσης για την ένταξη στο πεδίο εφαρμογής του νόμου των οφειλών προς το Δημόσιο και υπέρ τρίτων βεβαιωμένων στη Φορολογική Διοίκηση είναι πλέον η 31η Δεκεμβρίου 2017, αντί της 31ης Δεκεμβρίου 2016, που προέβλεπαν οι προϊσχύουσες διατάξεις. Επίσης, αντικαταστάθηκε η περίπτωση ιη’ της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του ν. 4469/2017 αναφορικά με τις οφειλές προς τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του νόμου (παράγραφος 3 του άρθρου 45 του ν. 4549/2018).
Περαιτέρω, με τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 46 του ν. 4549/2018, η 31η Δεκεμβρίου 2017 (αντί της 31ης Δεκεμβρίου 2016) τέθηκε αφενός μεν ως κρίσιμος χρόνος για τη συνδρομή της προϋπόθεσης υπαγωγής στο ν. 4469/2017, που προβλέπεται στην περίπτωση α’ της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του νόμου (ύπαρξη οφειλής προς χρηματοδοτικό φορέα από δάνειο ή πίστωση ή ληξιπρόθεσμων οφειλών προς τη Φορολογική Διοίκηση ή προς Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης ή προς άλλο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή βεβαίωση μη πληρωμής επιταγών εκδόσεως του οφειλέτη ή έκδοση διαταγών πληρωμής ή δικαστικών αποφάσεων σε βάρος του, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα σε αυτή), αφετέρου δε ως κρίσιμος χρόνος γένεσης των οφειλών (προς τρίτους πιστωτές) που μπορούν να υπαχθούν στη διαδικασία εξωδικαστικής ρύθμισης του νόμου, ήτοι να ρυθμιστούν με τη σύμβαση αναδιάρθρωσης του ν. 4469/2017, αντίστοιχα.
Επισημαίνεται ότι, σύμφωνα με τη γενική μεταβατική διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 55 του ν. 4549/2018, οι νέες διατάξεις του ν. 4549/2018 εφαρμόζονται στις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του νόμου, ήτοι μετά την 14η/6/2018 (βλ. άρθρο 131 του ν.4549/2018). Ωστόσο, με την παράγραφο 4 του άρθρου 55 του ν. 4549/2018 προβλέπεται η δυνατότητα επανυποβολής αίτησης του ν. 4469/2017 (κατ’ εξαίρεση του κανόνα της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του νόμου περί άπαξ υποβολής αίτησης), προκειμένου να συμπεριληφθούν οφειλές που καθίστανται επιδεκτικές ρύθμισης με το νέο νόμο, ήτοι οφειλές βεβαιωμένες (όσον αφορά τη Φορολογική Διοίκηση) ή γεννημένες έως τις 31/12/2017.
2. Ενημέρωση Ε.Γ.Δ.Ι.Χ. σε περίπτωση διμερούς διαπραγμάτευσης
Σύμφωνα με τη νέα διάταξη του τρίτου εδαφίου της παραγράφου 5 του άρθρου 2 του ν. 4469/2017 (παράγραφος 3 του άρθρου 46 του ν. 4549/2018), στις περιπτώσεις που το 85 % τουλάχιστον του συνόλου των οφειλών του αιτούντος συγκεντρώνονται στο πρόσωπο ενός μόνο πιστωτή και η αίτηση προωθείται σε αυτόν από την Ειδική Γραμματεία Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους (Ε.Γ.Δ.Ι.Χ.) για διμερή διαπραγμάτευση, ο πιστωτής πρέπει να ενημερώσει την Ε.Γ.Δ.Ι.Χ. εντός τριών μηνών από την ημερομηνία προώθησης της αίτησης για την ολοκλήρωση ή μη της διαπραγμάτευσης και, σε καταφατική περίπτωση, για την επίτευξη ή μη συμφωνίας με τον οφειλέτη. Αν η διαπραγμάτευση ολοκληρωθεί μετά την ως άνω ενημέρωση, ο πιστωτής πρέπει να ενημερώσει την Ε.Γ.Δ.Ι.Χ. μέσα σε έναν μήνα από την ολοκλήρωση της διαπραγμάτευσης για την επίτευξη ή μη συμφωνίας.
3. Συμμετοχή μικρών πιστωτών στη διαδικασία του ν. 4469/2017
Με το νέο εδάφιο που προστέθηκε στο τέλος της παραγράφου 6 του άρθρου 2 του ν. 4469/2017 με την παράγραφο 4 του άρθρου 46 του ν. 4549/2018, ρυθμίζεται η περίπτωση που δύο ή περισσότεροι πιστωτές, με ποσοστό ο καθένας μικρότερο του 1,5% της συνολικής οφειλής, έχουν ακριβώς ίσες απαιτήσεις και οι απαιτήσεις αυτές, αθροιζόμενες με τις μικρότερες απαιτήσεις, υπερβαίνουν το 15% της συνολικής οφειλής (βλ. αιτιολογική έκθεση του νόμου 4549/2018). Σύμφωνα με τη νέα διάταξη, αν δύο ή περισσότεροι πιστωτές έχουν ακριβώς ίσες απαιτήσεις και οι απαιτήσεις τους, αθροιζόμενες με τις μικρότερες απαιτήσεις, υπερβαίνουν το 15% του συνολικού χρέους ή το ποσό των 20.000.000 ευρώ, τότε οι πιστωτές αυτοί συμμετέχουν στη διαδικασία για το σύνολο των απαιτήσεών τους και δεσμεύονται από τη σύμβαση αναδιάρθρωσης οφειλών.
4. Ρύθμιση οφειλών ομόρρυθμων εταίρων
Με τα νέα εδάφια που προστέθηκαν στην παράγραφο 3 του άρθρου 4 του ν. 4469/2017 με το άρθρο 47 του ν. 4549/2018 προβλέπεται η δυνατότητα των ομόρρυθμων εταίρων, οι οποίοι, σύμφωνα με το πέμπτο εδάφιο της εν λόγω παραγράφου, πρέπει εκ του νόμου να συνυποβάλλουν την αίτηση της ομόρρυθμης ή ετερόρρυθμης εταιρείας για ρύθμιση των εταιρικών χρεών, να ζητήσουν τη ρύθμιση και του συνόλου των δικών τους οφειλών μέσω του εξωδικαστικού μηχανισμού, ακόμα κι αν δεν συντρέχουν ως προς αυτούς οι προϋποθέσεις υπαγωγής που προβλέπονται στο άρθρο 3 (κριτήρια επιλεξιμότητας) και στην παράγραφο 1 του άρθρου 2 (κατώτατο όριο οφειλών κ.λπ.) του ν. 4469/2017, δεδομένου ότι οι ομόρρυθμοι εταίροι, αν και έχουν εκ του νόμου εμπορική ιδιότητα, δεν διατηρούν συνήθως ατομική επιχείρηση (βλ. αιτιολογική έκθεση του νόμου). Οι ανωτέρω περιορισμοί, σύμφωνα με τις νέες διατάξεις, κρίνονται με βάση το πρόσωπο της εταιρίας.
Αντίθετα, οι περιορισμοί των παραγράφων 3 (μη υποβολή αίτησης και υπαγωγή στις οριζόμενες διαδικασίες του ν. 4307/2014 και του Πτωχευτικού Κώδικα, μη διακοπή επιχειρηματικής δραστηριότητας ή μη λύση του εταίρου-ν.π., μη ύπαρξη αμετάκλητης ποινικής καταδίκης για ορισμένα αδικήματα) και 5 (μη συγκέντρωση άνω του 85 % των απαιτήσεων σε έναν πιστωτή) του άρθρου 2 του ν. 4469/2017 πρέπει να ισχύουν, σύμφωνα με τις νέες διατάξεις, και ως προς το πρόσωπο του ομόρρυθμου εταίρου. Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του νόμου επί ανωτέρω νέας διάταξης: «Εξυπακούεται ότι οι περιορισμοί αυτοί θα εφαρμοστούν μόνο όταν συμβιβάζονται με το γεγονός ότι ζητείται ρύθμιση των οφειλών του εταίρου και όχι της εταιρίας. Έτσι, δεν θα αποκλειστεί η ρύθμιση των οφειλών του εταίρου από το γεγονός ότι ο εταίρος έχει διακόψει ατομική επιχειρηματική του δραστηριότητα (περίπτωση γ’ της παρ. 3 του άρθρου 2 του ν. 4469/2017), αρκεί να μην έχει λυθεί η ίδια η εταιρία. Από την άλλη πλευρά, ο εταίρος μπορεί να ρυθμίσει τις δικές του οφειλές, εντάσσοντας και τις οφειλές που τον βαρύνουν ως ομόρρυθμο εταίρο, ακόμα και αν η εταιρία έχει λυθεί, εφόσον ο εταίρος διατηρεί δική του ατομική επιχείρηση σε λειτουργία».
Επιπροσθέτως, σύμφωνα με τις νέες διατάξεις, οι οφειλές των ομόρρυθμων εταίρων είναι επιδεκτικές ρύθμισης κατά τον ν. 4469/2017, υπό την προϋπόθεση ότι «… θα επιτρεπόταν να ρυθμιστούν, αν οι εταίροι υπέβαλλαν αίτηση ως ιδιοκτήτες ατομικής επιχείρησης». Όπως διευκρινίζεται στην αιτιολογική έκθεση του νόμου, με την διάταξη αυτή νοείται ότι «δεν εντάσσονται οφειλές άσχετες με την επιχειρηματική δραστηριότητα, που δεν κρίνονται απαραίτητες για την εξασφάλιση της βιωσιμότητας του εταίρου, ή οφειλές μεταγενέστερες της 31/12/2017 ή οφειλές για επιστροφή κρατικών ενισχύσεων».
Αναφορικά με το περιεχόμενο της αίτησης του ν. 4469/2017, σε περίπτωση που ζητείται η ρύθμιση των οφειλών και ομόρρυθμων εταίρων, στις νέες διατάξεις ορίζεται ότι στην περίπτωση αυτή η αίτηση περιέχει ως προς αυτούς το σύνολο των στοιχείων και συνοδεύεται από το σύνολο των δικαιολογητικών του άρθρου 5 του νόμου. Περαιτέρω, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του νόμου «το αν οι εταίροι θα υποβάλουν αυτοτελή αίτηση, η οποία θα συσχετιστεί με την αίτηση της εταιρίας, ή αν, κατά τη συνυπογραφή της αίτησης της εταιρίας θα δηλώνουν ότι επιθυμούν τη ρύθμιση και των ατομικών τους οφειλών, αποτελεί τεχνικό ζήτημα, το οποίο θα επιλύσει η κοινή υπουργική απόφαση της παρ. 2 του άρθρου 16 του ν. 4469/2017».
Αναφορικά με την τηρητέα διαδικασία στην περίπτωση αυτή, προβλέπεται ότι ακολουθείται, κατά το δυνατόν, ενιαία διαδικασία υπό τον ίδιο συντονιστή, οι ρυθμίσεις όμως κάθε συνόλου οφειλών (αφενός της ομόρρυθμης ή ετερόρρυθμης εταιρείας, αφετέρου κάθε ομόρρυθμου εταίρου που ζητεί τη ρύθμιση των ατομικών οφειλών του) είναι διαφορετικές. Έτσι, σύμφωνα με τις νέες διατάξεις, η απαρτία υπολογίζεται και οι προτάσεις ρύθμισης υποβάλλονται χωριστά για κάθε συνοφειλέτη, ενώ το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας για τη μία πρόταση δεν επηρεάζεται από το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας για τις λοιπές προτάσεις. Τέλος, ορίζεται ότι ο συντονιστής δικαιούται πλήρη αμοιβή για κάθε ομόρρυθμο εταίρο που ζητεί ρύθμιση του συνόλου των δικών του οφειλών.
Όπως προαναφέρθηκε, σύμφωνα με τη γενική μεταβατική διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 55 του ν. 4549/2018, οι νέες διατάξεις του ν. 4549/2018 εφαρμόζονται στις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του νόμου, ήτοι μετά την 14η/6/2018 (βλ. άρθρο 131 του ν.4549/2018). Ειδικά όμως για τη ρύθμιση οφειλών ομόρρυθμων εταίρων, κατά τα ανωτέρω:
• Με την παράγραφο 4 του άρθρου 55 του ν. 4549/2018 προβλέπεται η δυνατότητα επανυποβολής αίτησης του ν. 4469/2017, προκειμένου να συμπεριληφθούν οφειλές που καθίστανται επιδεκτικές ρύθμισης με το ως άνω άρθρο 47 του νόμου (οφειλές ομόρρυθμων εταίρων).
• Σύμφωνα με την παράγραφο 5 του άρθρου 55 του ν. 4549/2018, «Ομόρρυθμοι εταίροι εταιριών, οι οποίες πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος υπέβαλαν αίτηση, εκκρεμή ή περατωθείσα, μπορούν να υποβάλουν αυτοτελώς αίτηση για ρύθμιση των δικών τους οφειλών. Στην περίπτωση αυτή οι περιορισμοί των παραγράφων 3 και 5 του άρθρου 2 του ν. 4469/2017 ισχύουν και ως προς το πρόσωπο του ομόρρυθμου εταίρου, ενώ οι περιορισμοί της παρ. 1 του άρθρου 2 και του άρθρου 3 του ν. 4469/2017 κρίνονται με βάση το πρόσωπο της εταιρίας. Στις περιπτώσεις αυτές η διαδικασία δεν απαιτείται να είναι ενιαία ούτε είναι απαραίτητος ο διορισμός του ίδιου συντονιστή».
5. Περιεχόμενο αίτησης και συνοδευτικά έγγραφα
Με την παράγραφο 1 του άρθρου 48 του ν. 4549/2018 προστέθηκε στο υποχρεωτικό περιεχόμενο της αίτησης του ν. 4469/2017, όσον αφορά τον προσδιορισμό των οφειλόμενων ποσών ανά πιστωτή, η αναγραφή της ημερομηνίας αναφορικά με την οποία προσδιορίζεται το ύψος κάθε οφειλής (βλ. σχετική προσθήκη στην περίπτωση β’ της παραγράφου 1 του άρθρου 5 του ν. 4469/2017). Επιπλέον, αντικαταστάθηκε η εξουσιοδοτική διάταξη του νόμου, που προβλέπει έκδοση κανονιστικής πράξης αναφορικά με τα συνοδευτικά έγγραφα της αίτησης. Σύμφωνα με τη νέα εξουσιοδοτική διάταξη της παραγράφου 9 του άρθρου 5 του ν. 4469/2017 (παράγραφος 2 του άρθρου 48του ν. 4549/2018): «Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Ανάπτυξης και Οικονομικών μπορεί να τροποποιείται ο κατάλογος των δικαιολογητικών της παραγράφου 8. Με την απόφαση του προηγούμενου εδαφίου μπορεί να προβλέπεται ότι ορισμένα από τα δικαιολογητικά απαιτούνται μόνο σε κάποιες κατηγορίες υποθέσεων, καθώς και ότι ορισμένα δικαιολογητικά δεν υποβάλλονται υποχρεωτικά μαζί με την αίτηση, αλλά μπορούν να υποβληθούν το αργότερο έως τη λήξη της διαπραγμάτευσης.».
6. Διορισμός και αμοιβή συντονιστή
Με τα άρθρα 49 και 51 του ν. 4549/2018 αντικαταστάθηκαν, αντιστοίχως, οι διατάξεις του άρθρου 6 (παράγραφοι 1 και 2) του ν. 4469/2017σχετικά με το διορισμό συντονιστή και της παραγράφου 1 του άρθρου 10 του ίδιου νόμου σχετικά με την αμοιβή αυτού. Ειδικότερα όσον αφορά την αμοιβή του συντονιστή, η νέα διάταξη προβλέπει ότι το ύψος αυτής καθορίζεται με απόφαση του Κυβερνητικού Συμβουλίου Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους και ότι η αμοιβή αυτού μπορεί να κλιμακώνεται ανάλογα με την κατηγοριοποίηση του οφειλέτη ως μικρής ή μεγάλης επιχείρησης ή ανάλογα με την πρόοδο της διαδικασίας. Επίσης, προβλέπεται η δυνατότητα εφαρμογής της εν λόγω απόφασης και στις εκκρεμείς υποθέσεις, εφόσον αυτό προβλέπεται στην απόφαση. Μέχρι την έκδοση της ως άνω προβλεπόμενης απόφασης εξακολουθεί να εφαρμόζεται η παράγραφος 1 του άρθρου 10 του ν. 4469/2017, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της (βλ. μεταβατική διάταξη της παραγράφου 6 του άρθρου 55 του ν. 4549/2018).
7. Διαδικασία διαπραγμάτευσης
Με την παράγραφο 1 του άρθρου 50 του ν. 4549/2018 προστέθηκε νέο εδάφιο στην παράγραφο 2 του άρθρου 8 του ν.4469/2017 και εισάγεται δεύτερη φάση συλλογής δικαιολογητικών από το συντονιστή, προκειμένου να προσδιοριστεί το ύψος της αμφισβητούμενης οφειλής. Σε περίπτωση διαφωνίας μεταξύ οφειλέτη και πιστωτή ως προς το ύψος της οφειλής, ο συντονιστής ζητεί αποδεικτικά στοιχεία και από τους δύο και, αν από αυτά δεν προκύπτει το ύψος της απαίτησης, τότε ο πιστωτής συμμετέχει μόνο για το μη αμφισβητούμενο ποσό. Αν όμως η διαφορά που παραμένει είναι σημαντική, δηλαδή υπερβαίνει το ένα πέμπτο της συνολικής οφειλής προς ρύθμιση, τότε, προκειμένου να μην απειληθεί η επιτυχία της διαδικασίας, ο συντονιστής προχωρεί σε δεύτερη φάση συλλογής δικαιολογητικών, ως μια πρόσθετη προσπάθεια προσδιορισμού του ύψους της οφειλής πριν από την έναρξη της διαδικασίας. Αν και αυτή η προσπάθεια αποβεί άκαρπη, τότε θα ισχύουν οι υπόλοιποι κανόνες που προβλέπει η παράγραφος 2 του άρθρου 8 του ν.4469/2017.
Με την παράγραφο 2 του άρθρου 50 προστέθηκε παράγραφος 18 στο τέλος του άρθρου 8 του ν.4469/2017 με εξουσιοδοτική διάταξη, για τη ρύθμιση, με κανονιστική πράξη, λεπτομερειακών θεμάτων της διαδικασίας διαπραγμάτευσης, του ελέγχου πληρότητας της αίτησης καθώς και για τυχόν τροποποίηση των προθεσμιών των άρθρων 7 και 8, ώστε να αντιμετωπίζονται πρακτικές ανάγκες που ενδεχομένως να προκύψουν στο μέλλον.
8. Θέματα διοικητικής εκτέλεσης
Θέματα διοικητικής εκτέλεσης ρυθμίζονται στις διατάξεις των άρθρων 52, 53 και 55 του ν. 4549/2018, αναλυτική παρουσίαση των οποίων ακολουθεί στο Κεφάλαιο ΙΙ.
9. Αναστολή διοικητικών μέτρων κατά τη διάρκεια της διαπραγμάτευσης
Με τη νέα παράγραφο 1α, που προστέθηκε στο άρθρο 13 του ν. 4469/2017 με την παράγραφο 2 του άρθρου 52 του ν. 4549/2018, επεκτείνεται η αυτοδίκαιη αναστολή, που ισχύει σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου για τα μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης, και σε «κάθε διοικητικό μέτρο, το οποίο επιβάλλεται, αυτοδικαίως ή με πράξη της Διοίκησης, ως συνέπεια της μη εξόφλησης υποχρεώσεων, των οποίων ζητείται η ρύθμιση και το οποίο συνεπάγεται την αναστολή λειτουργίας της επιχείρησης».
Επισημαίνεται ότι, όπως προκύπτει από την ανωτέρω διάταξη, η αναστολή αφορά μόνο διοικητικά μέτρα που έχουν ως άμεση συνέπεια την αναστολή λειτουργίας της επιχείρησης. Επιπλέον, όπως διευκρινίζεται στην αιτιολογική έκθεση του νόμου: «Σκοπός της ρύθμισης είναι η διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας της επιχείρησης κατά τη διάρκεια της διαπραγμάτευσης, χωρίς να παρεμποδίζεται από διοικητικά μέτρα αναστολής λειτουργίας, τα οποία επιβάλλονται αποκλειστικά λόγω ύπαρξης χρεών προς ρύθμιση. Εξυπακούεται ότι μέτρα αναστολής λειτουργίας, που επιβάλλονται λόγω άλλων παραβάσεων, π.χ. δυνάμει του άρθρου 13α του ν . 2523/1997 (Α 179), και όχι λόγω της απλής μη πληρωμής χρεών, δεν αναστέλλονται».
10. Μητρώο Εμπειρογνωμόνων
Με την παράγραφο 5 του άρθρου 53 του ν. 4549/2018 προστέθηκε παράγραφος 5 στο άρθρο 11 του ν. 4469/2017, η οποία προβλέπει τη σύσταση μητρώου εμπειρογνωμόνων, από το οποίο θα επιλέγονται οι εμπειρογνώμονες που προτείνονται από το Δημόσιο ή Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης στο πλαίσιο της διαδικασίας του ν. 4469/2017, και παρέχει εξουσιοδότηση για τη ρύθμιση των σχετικών θεμάτων με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Ανάπτυξης, Οικονομικών και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης.
11. Άλλες τροποποιήσεις επί του άρθρου 15 του ν. 4469/2017
α) Με την παράγραφο 1 του άρθρου 53 του ν. 4549/2018 διαγράφηκε η παραπομπή της παραγράφου 5 του άρθρου 15 του ν. 4469/2017στις περιπτώσεις α’ και β’ της παραγράφου 2 του άρθρου 9 του νόμου. Σύμφωνα με την οικεία αιτιολογική έκθεση της διάταξης «… Η υφιστάμενη διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 15 του ν. 4469/2017 προβλέπει λήψη υπόψη της καθαρής παρούσας αξίας μόνο αναφορικά με τους κανόνες της μη χειροτέρευσης της θέσης των πιστωτών και της είσπραξης τουλάχιστον της αξίας ρευστοποίησης. Τούτο έχει σαν συνέπεια να είναι αμφίβολο, αν η εφαρμογή του κανόνα της σύμμετρης διανομής των καταβολών επιπλέον της αξίας ρευστοποίησης λαμβάνει υπόψη την καθαρή παρούσα αξία των καταβολών προς το Δημόσιο. Επειδή η μη συνεκτίμησή της θα οδηγούσε σε διατάραξη της ισορροπίας των πιστωτών σε βάρος του Δημοσίου, γενικεύεται η λήψη υπόψη της καθαρής παρούσας αξίας και επεκτείνεται σε όλους τους υποχρεωτικούς κανόνες».
β) Με την παράγραφο 2 του άρθρου 53 του ν. 4549/2018 συμπληρώθηκε το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 6 του άρθρου 15 του ν. 4469/2017, που ρυθμίζει τη συμμετοχή του Δημοσίου σε συμβάσεις αναδιάρθρωσης για χρέη οφειλετών με συνολικό ποσό αρρύθμιστης βασικής οφειλής προς το Δημόσιο έως 20.000 ευρώ (βλ. και άρθρο 3 της Απόφασης ΠΟΛ.1105/2017 – Β’2426), με την πρόβλεψη ότι οι ειδικοί κανόνες που περιλαμβάνονται σε αυτό εφαρμόζονται, εφόσον συμμετέχουν ιδιώτες πιστωτές.
12. Ηλεκτρονική πλατφόρμα εξωδικαστικού μηχανισμού ρύθμισης οφειλών
Τέλος, στο άρθρο 16 του ν. 4469/2017 προστέθηκε παράγραφος 4 (άρθρο 54 παράγραφος 4 ν. 4549/2018), που προβλέπει την υποβολή και προώθηση αιτήσεων της παραγράφου 21 του άρθρου 15, για διμερή ρύθμιση οφειλών είτε προς το Δημόσιο είτε προς Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης είτε προς χρηματοδοτικούς φορείς, μέσω της ηλεκτρονικής πλατφόρμας εξωδικαστικού μηχανισμού ρύθμισης οφειλών που τηρείται στην Ε.Γ.Δ.Ι.Χ. Με την αίτηση υπαγωγής στην ανωτέρω διαδικασία παρέχεται από τον οφειλέτη άδεια για κοινοποίηση στον πιστωτή, επεξεργασία και διασταύρωση από αυτόν των δεδομένων του, τα οποία περιλαμβάνονται στην αίτηση και τα συνοδευτικά έγγραφα για τους σκοπούς της διαδικασίας ρύθμισης οφειλών. Η εν λόγω άδεια συνεπάγεται την άρση του απορρήτου των τραπεζικών καταθέσεων του άρθρου 1 του ν.δ. 1059/1971 και του φορολογικού απορρήτου του άρθρου 17 του ν. 4174/2013.
ΙΙ. Θέματα διοικητικής εκτέλεσης κατά τη διάρκεια της διαδικασίας του ν. 4469/2017: Νέες διατάξεις του ν. 4549/2018 και παροχή οδηγιών για την εφαρμογή τους
Σε συνέχεια της ΑΥΟ ΠΟΛ.1105/2017 (Β’2426) και της ερμηνευτικής εγκυκλίου ΠΟΛ.1124/2017 (σχετικά Κεφάλαια Δ και Ε), και λαμβάνοντας υπόψη τις νέες διατάξεις των άρθρων 52 και 53 και 55 του ν. 4549/2018 (Α’ 105), οι οποίες τροποποιούν μερικώς τις διατάξεις των άρθρων 13 και 15 του ν. 4469/2017(Α’62) και αναφέρονται, μεταξύ άλλων, στην αναστολή εκτέλεσης και σε λοιπά θέματα αναγκαστικής εκτέλεσης, παρέχονται οι ακόλουθες οδηγίες ως προς την εφαρμογή τους από τη Φορολογική Διοίκηση:
1. Τροποποίηση της παραγράφου 1 του άρθρου 13 του ν. 4469/2017 περί του χρονικού διαστήματος αυτοδίκαιης αναστολής εκτέλεσης και λοιπών μέτρων
Με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 52 του ν. 4549/2018 τροποποιείται η παράγραφος 1 του άρθρου 13 του ν. 4469/2017 και επιμηκύνεται το χρονικό διάστημα αυτοδίκαιης αναστολής της αναγκαστικής εκτέλεσης και λοιπών, κατά το ως άνω άρθρο, μέτρων σε ενενήντα (90) ημέρες (αντί εβδομήντα (70) ημερών που ίσχυε) από την ημερομηνία αποστολής της πρόσκλησης της παραγράφου 2 του άρθρου 7 του ν. 4469/2017 (σχετικό το Κεφάλαιο Δ της ΠΟΛ.1124/2017).
2. Τροποποίηση της παραγράφου 11 του άρθρου 15 του ν. 4469/2017 περί αναστολής αναγκαστικών μέτρων κατά το χρονικό διάστημα ισχύος της σύμβασης αναδιάρθρωσης οφειλών
Με τις διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 53 του ν. 4549/2018 προστίθεται νέα εδάφια στην παράγραφο 11 του άρθρου 15 του ν.4469/2017, με τα οποία περιορίζονται κατά τη διάρκεια ισχύος της σύμβασης, οι συνέπειες της κατάσχεσης απαιτήσεων στα χέρια τρίτου, με τη θεσμοθέτηση της αδρανοποίησης των κατασχέσεων απαιτήσεων που έχουν ήδη επιβληθεί / αποδέσμευσης των μελλοντικών απαιτήσεων. ή αίρονται οι κατασχέσεις αυτές υπό προϋποθέσεις.
Ειδικότερα:
α) Αδρανοποίηση κατασχέσεων απαιτήσεων που έχουν επιβληθεί στα χέρια τρίτων/ αποδέσμευση αποκλειστικά μελλοντικών απαιτήσεων
Με τις ως άνω διατάξεις και εξαιρετικά κατά το χρονικό διάστημα ισχύος της σύμβασης αναδιάρθρωσης οφειλών, προβλέπεται η αδρανοποίηση των κατασχέσεων που έχουν επιβληθεί στα χέρια τρίτων υπό την έννοια αποδέσμευσης αποκλειστικά μελλοντικών απαιτήσεων, μετά από απόφαση του Προϊσταμένου της αρμόδιας Υπηρεσίας της Φορολογικής Διοίκησης, η οποία εκδίδεται υποχρεωτικά κατόπιν αίτησης του οφειλέτη και εφόσον συντρέχουν σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
(i) έχει εξοφληθεί τουλάχιστον η πρώτη δόση της ρύθμισης δυνάμει της σύμβασης αναδιάρθρωσης (σχετικό το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 1 της ΑΥΟ ΠΟΛ.1105/2017) και δεν υφίστανται ληξιπρόθεσμες δόσεις αυτής,
(ii) έχουν εξοφληθεί ή τακτοποιηθεί με νόμιμο τρόπο, με αναστολή είσπραξης ή ρύθμιση τμηματικής καταβολής οι μη υπαγόμενες στη σύμβαση οφειλές και
(iii) έχουν υποβληθεί όλες οι δηλώσεις που προβλέπονται στην περίπτωση β’ της παραγράφου 6 του άρθρου 14 του ν. 4469/2017, ήτοι οι προβλεπόμενες δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος και φόρου προστιθέμενης αξίας, καθώς και η προβλεπόμενη Αναλυτική Περιοδική Δήλωση (Α.Π.Δ.).
Επισημάνσεις:
1. Κρίσιμος χρόνος για την έναρξη εφαρμογής του ανωτέρω ευεργετήματος είναι ο χρόνος γνωστοποίησης της ανωτέρω απόφασης στον τρίτο. Ως εκ τούτου με τη γνωστοποίηση της ανωτέρω απόφασης της Φορολογικής Διοίκησης αποδεσμεύονται και αποδίδονται κατά νόμο αποκλειστικά μελλοντικές απαιτήσεις, ήτοι απαιτήσεις που γεννώνται μετά την ως άνω γνωστοποίηση.
2. Αντιθέτως, ποσά απαιτήσεων που γεννήθηκαν μέχρι τη γνωστοποίηση στον τρίτο της ως άνω απόφασης της Φορολογικής Διοίκησης αποδίδονται στο Δημόσιο.
3. Ειδικά ως προς το πρόσωπο του οφειλέτη, η ανωτέρω απόφαση εκδίδεται ανεξάρτητα από το αν οι κατασχέσεις επιβλήθηκαν για υπαγόμενες ή μη στη σύμβαση οφειλές.
4. Αντιθέτως, ως προς τους συνοφειλέτες που υπέβαλαν την αίτηση από κοινού με τον οφειλέτη καθώς και για τους εγγυητές που έχουν παράσχει εγγύηση για τις ρυθμιζόμενες με τη σύμβαση αναδιάρθρωσης οφειλών απαιτήσεις, τα οριζόμενα ανωτέρω υπ’ αριθ. (1) και (2) εφαρμόζονται αναλόγως, υπό την προϋπόθεση όμως ότι, πέραν της σωρευτικής συνδρομής των (i) έως (iii) προϋποθέσεων στο πρόσωπο του συνοφειλέτη -εφόσον συντρέχει περίπτωση- πρόκειται για κατασχέσεις που εξακολουθούν να ισχύουν μόνο για τις υπαγόμενες στη σύμβαση οφειλές.
5. Σε περίπτωση πάντως ανατροπής ή ακύρωσης της σύμβασης αναδιάρθρωσης οφειλών κατά τις διατάξεις του άρθρου 14, οι κατά τα ανωτέρω τελούσες σε αδρανοποίηση κατασχέσεις αναπτύσσουν πλήρως τις έννομες συνέπειές τους αναφορικά με τις μελλοντικές απαιτήσεις, από τη γνωστοποίηση στον τρίτο της παύσης αδρανοποίησης της επιβληθείσας κατάσχεσης, ενώ τυχόν αποκτηθέντα στο μεταξύ δικαιώματα ή αξιώσεις τρίτων δεν αντιτάσσονται έναντι του κατασχόντος Δημοσίου. Για το σκοπό αυτό, και εφόσον διαπιστώνεται από την αρμόδια Υπηρεσία της Φορολογικής Διοίκησης ότι συντρέχουν οι ανωτέρω προϋποθέσεις, εκδίδεται υποχρεωτικά νέα απόφαση του Προϊσταμένου της ως άνω υπηρεσίας περί παύσης της απόφασης αδρανοποίησης της επιβληθείσας κατάσχεσης, προσκαλώντας τον τρίτο στην άμεση απόδοση των δεσμευθέντων ποσών, με την επισήμανση ότι τυχόν αποκτηθέντα στο μεταξύ δικαιώματα ή αξιώσεις τρίτων δεν αντιτάσσονται έναντι του κατασχόντος Δημοσίου.
6. Σε κάθε περίπτωση, ποσά που έχουν αποδοθεί στο Δημόσιο δεν επιστρέφονται.
7. Για διευκόλυνσή σας, σχετικό σχέδιο απόφασης βρίσκεται συνημμένο στο Παράρτημα της παρούσας.
β. Άρση κατασχέσεων απαιτήσεων που έχουν επιβληθεί στα χέρια τρίτων
Με τις ως άνω διατάξεις και εξαιρετικά κατά το χρονικό διάστημα ισχύος της σύμβασης αναδιάρθρωσης οφειλών, προβλέπεται η άρση των κατασχέσεων απαιτήσεων που έχουν επιβληθεί στα χέρια τρίτων, μετά από απόφαση του Προϊσταμένου της αρμόδιας Υπηρεσίας της Φορολογικής Διοίκησης, η οποία εκδίδεται υποχρεωτικά κατόπιν αίτησης του οφειλέτη ή συνοφειλέτη /εγγυητή και εφόσον συντρέχουν σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
(i) έχει εξοφληθεί ποσοστό εβδομήντα πέντε τοις εκατό (75%) του συνολικού προς καταβολή στο Δημόσιο ποσού της σύμβασης αναδιάρθρωσης οφειλών και δεν υφίστανται ληξιπρόθεσμες δόσεις αυτής,
(ii) η επιβληθείσα κατάσχεση αφορά αποκλειστικά χρέη που έχουν υπαχθεί στη σύμβαση και δεν περιλαμβάνει άλλα χρέη που δεν έχουν εξοφληθεί.
Επισημάνσεις:
1. Κατασχέσεις που έχουν επιβληθεί και για άλλα εκτός της σύμβασης χρέη, τα οποία εξακολουθούν να υφίστανται, δεν αίρονται.
2. Σε κάθε περίπτωση, ποσά που έχουν αποδοθεί στο Δημόσιο δεν επιστρέφονται.
Τέλος, λαμβάνοντας υπόψη την ως άνω τροποποίηση της παραγράφου 11 του άρθρου 15 και την ανάλογη εφαρμογή αυτού και στη ρύθμιση οφειλών κατά την παράγραφο 21 του ιδίου άρθρου επισημαίνεται ότι τα διαλαμβανόμενα στα πιο πάνω στοιχεία (α) και (β) περί αδρανοποίησης κατασχέσεων απαιτήσεων που έχουν επιβληθεί στα χέρια τρίτων υπό την έννοια της αποδέσμευσης αποκλειστικά μελλοντικών απαιτήσεων ή περί άρσης αυτών υπό προϋποθέσεις εφαρμόζονται αναλόγως και στην περίπτωση ρύθμισης οφειλών κατά την παράγραφο αυτή και την κατ’ εξουσιοδότηση αυτής εκδοθείσα απόφαση ΠΟΛ.1223/2017 (Β’ 4643), όπως έχει τροποποιηθεί με την ΠΟΛ.1116/2018 (Β’ 2319) και ισχύει.
3.Τροποποίηση της παραγράφου 21 του άρθρου 15 του ν. 4469/2017 περί αυτοδίκαιης αναστολής εκτέλεσης και άρσης αυτής κατά τη διάρκεια διμερών διαπραγματεύσεων της ρύθμισης με το Δημόσιο
Με τις διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 53 του ν. 4549/2018 τροποποιείται μερικώς η παράγραφος 21 του άρθρου 15 του ν. 4469/2017 και επέρχονται -και στην περίπτωση των διμερών διαπραγματεύσεων με το Δημόσιο – οι ακόλουθες μεταβολές:
(i) Επεκτείνεται αναλογικά η αυτοδίκαιη αναστολή εκτέλεσης των ενενήντα (90) πλέον ημερών (αναλογική εφαρμογή της παραγράφου 1 του άρθρου 13 του ν. 4469/2017),
(ii) Προβλέπεται η άρση της αυτοδίκαιης ως άνω αναστολής εκτέλεσης και η δυνατότητα πρόωρης παύσης αυτής υπό προϋποθέσεις (αναλογική εφαρμογή της παραγράφου 2 του άρθρου 13 του ν. 4469/2017)
Επισημάνσεις:
Δεδομένης της αναλογικής εφαρμογής των νέων διατάξεων και στην περίπτωση διμερών διαπραγματεύσεων με το Δημόσιο της παραγράφου 21 του άρθρου 15, επισημαίνεται ότι:
(α) Ελλείψει αποστολής πρόσκλησης δανειστών κατά την ως άνω διαδικασία, γίνεται δεκτό ότι κρίσιμος χρόνος για την έναρξη του χρονικού διαστήματος της αυτοδίκαιης αναστολής εκτέλεσης είναι ο χρόνος περιέλευσης της αίτησης στη Φορολογική Διοίκηση, κατόπιν διαβίβασης αυτής από την Ειδική Γραμματεία Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους.
(β) Η Φορολογική Διοίκηση διατηρεί το δικαίωμα να άρει από μόνη της την ως άνω αυτοδίκαιη αναστολή εκτέλεσης «μετά από ρητή και αιτιολογημένη πράξη της και όχι εν αγνοία της εκκρεμούς διαδικασίας διαπραγμάτευσης», προφανώς εφόσον πιθανολογείται ότι η αναστολή εκτέλεσης θα επιφέρει ανεπανόρθωτη βλάβη στο Δημόσιο (βλ. σχετικά και την αιτιολογική έκθεση επί του ως άνω άρθρου).
4. Μεταβατικές διατάξεις:
(α) Σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 55 του ν.4549/2018, η επέκταση του χρονικού διαστήματος της αυτοδίκαιης αναστολής εκτέλεσης του άρθρου 13 του ν.4469/2017 έχει άμεση εφαρμογή και σε υποθέσεις που είναι εκκρεμείς κατά την ημερομηνία δημοσίευσης του ως άνω νόμου, ήτοι την 14η.6.2018, δηλ. σε υποθέσεις που κατά την ως άνω ημερομηνία δεν έχει συμπληρωθεί το χρονικό διάστημα των εβδομήντα (70) ημερών.
(β) Σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 55 του ν.4549/2018, η παράγραφος 3 του άρθρου 53 του ιδίου νόμου περί αδρανοποίησης κατασχέσεων που έχουν επιβληθεί στα χέρια τρίτων/αποδέσμευσης αποκλειστικά μελλοντικών απαιτήσεων ή περί άρσης αυτών υπό προϋποθέσεις, εφαρμόζεται αναδρομικά και σε συμβάσεις αναδιάρθρωσης που έχουν υπογραφεί πριν από την έναρξη ισχύος του ανωτέρω νόμου, ήτοι πριν από την 14η.6.2018. Τα ανωτέρω εφαρμόζονται αναλόγως και σε ρυθμίσεις της παραγράφου 21 του άρθρου 15 του ν. 4469/2017 που έλαβαν χώρα πριν από την ως άνω ημερομηνία».
(πηγή: taxheaven.gr)

Αναδημοσίευση από legalnews24.gr

Προθεσμία άσκησης έφεσης και αναίρεσης σε μη επιδοθείσες αποφάσεις που είχαν δημοσιευθεί πριν την 1/1/2016, χωρίς να επιδοθούν

Σημαντική απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου (ΟλΑΠ 10/2018)

Με μία πολύ σημαντική απόφαση η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου έκρινε ότι για αποφάσεις που δημοσιεύθηκαν πριν την 1-1-2016, χωρίς να επιδοθούν, εξακολουθεί και μετά την 1-1-2016 να ισχύει η τριετής προθεσμία για την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης που προέβλεπε η διάταξη του άρθρου 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο πρώτο, άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015.Αναλυτικά η απόφαση:Αριθμός 10/2018 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥΣΕ ΠΛΗΡΗ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου – Πετρουλάκη, Γεώργιο Σακκά, Χρυσούλα Παρασκευά, Μαρία Γαλάνη – Λεοναρδαπούλου, Αγγελική Αλειφεροπούλου, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Μαρία Χυτήρογλου, Αντιπροέδρους του Αρείου Πάγου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Ευγενία Προγάκη, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού, Αρτεμισία Παναγιώτου, Χρήστο Βρυνιώτη, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα, Δήμητρα Κοκοτίνη – εισηγήτρια, Διονυσία Μπιτζούνη, Γεώργιο Χοϊμέ, Αβροκόμη Θούα, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη, Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Γεώργιο Παπαηλιάδη, Αγγελική Τζαβάρα, Κωστούλα Φλουρή – Χαλεβίδου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Ναυσικά Φράγκου, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Μαρία Γκανιάτσου, Μαρία Τζανακάκη, Μαρία Παπασωτηρίου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρετή Παπαδιά, Μαρία Γεωργίου, Γεώργιο Παπανδρέου, Αντιγόνη Καραΐσκου – Παλόγου, Κυριάκο Οικονόμου, Βασιλική Μπαζάκη – Δρακούλη, Σοφία Τζουμερκιώτη, Γρηγόριο Κουτσοκώστα, Χρήστο Τζανερρίκο και Λουκά Μόρφη, Αρεοπαγίτες (κωλυομένων των λοιπών δικαστών της σύνθεσης).Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Μαρτίου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Δασούλα, (κωλυομένης της Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ξένης Δημητρίου – Βασιλοπούλου) και της Γραμματέως Aγγελικής Ανυφαντή για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:Των αναιρεσειόντων – καλούντων: 1)Γ. Κ. του Η., κατοίκου …, 2)Β. Κ. του Γ., κατοίκου …, 3)Ε. Κ. του Γ., κατοίκου … και 4)Β. Κ. του Γ., κατοίκου …. Ο πρώτος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κάντζιο και οι λοιπές εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους, που κατέθεσε προτάσεις.Του αναιρεσιβλήτου – καθού η κλήση: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Βασιλική Δούσκα, Αντιπρόεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που δεν κατάθεσε προτάσεις.Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-5-1993 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, της Κ. συζύγου Γ. Κ., το γένος Χ. Κ., που δεν είναι διάδικος στη δίκη αυτή και της Ε. χήρας Η. Κ., δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κερκύρας.Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14/1995 μη οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 12/1997 του Εφετείου Κέρκυρας, που ανέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, 228/1999 εν μέρει οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, 13/2004 οριστική του Εφετείου Κέρκυρας, 148/2005 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας και 45/2013 οριστική του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 25 Μαΐου 2016 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 1855/2017 απόφαση του Α2’ Πολιτικού τμήματος του Αρείου Πάγου, η οποία παρέπεμψε στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου το αναφερόμενο στο σκεπτικό ζήτημα και ειδικότερα αν για αποφάσεις που δημοσιεύθηκαν προ της 1-1-2016, χωρίς να επιδοθούν, εξακολουθεί, και μετά την 1-1-2016, να ισχύει η τριετής προθεσμία για την άσκηση του ένδικου μέσου της αναίρεσης που προβλεπόταν από τη διάταξη του άρθρου 564 παρ. 3 Κ.Πολ.Δικ., πριν από την αντικατάστασή της με το άρθρο 1, άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015.Με την από 8 Δεκεμβρίου 2017 κλήση των αναιρεσειόντων η υπόθεση φέρεται στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου.Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των διαδίκων, αφού έλαβαν με τη σειρά τον λόγο από τον Πρόεδρο ανέπτυξαν προφορικά τους σχετικούς ισχυρισμούς τους. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων, ο οποίος αναφέρθηκε και στις προτάσεις του, ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου, ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο Εισαγγελέας, αφού έλαβε τον λόγο από τον Πρόεδρο, πρότεινε για τις αποφάσεις που δημοσιεύθηκαν προ της 1-1-2016, χωρίς να επιδοθούν, να εξακολουθεί και μετά την 1-1-2016, να ισχύει η τριετής προθεσμία για την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης που προβλεπόταν από τη διάταξη του άρθρου 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., πριν από την αντικατάσταση της με το άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015. Κατόπιν αυτών ο Πρόεδρος έδωσε εκ νέου το λόγο στους πιο πάνω πληρεξούσιους των διαδίκων, οι οποίοι αναφέρθηκαν σε όσα προηγουμένως είχαν αναπτύξει.
Κατά την 14η Iουνίου 2018, ημέρα που συγκροτήθηκε το Δικαστήριο τούτο προκειμένου να διασκεφθεί για την ανωτέρω υπόθεση, ήταν απόντες οι Αντιπρόεδροι του Αρείου Πάγου Χρυσούλα Παρακευά και Μαρία Γαλάνη – Λεοναρδοπούλου και οι Αρεοπαγίτες Χαράλαμπος Καλαματιανός, Διονυσία Μπιτζούνη, Ιωάννης Μπαλιτσάρης, Αγγελική Τζαβάρα, Παρασκευή Καλαϊτζή, Μαρία Γεωργίου και Αντιγόνη Καραΐσκου – Παλόγου, οι οποίοι είχαν δηλώσει κώλυμα αρμοδίως. Παρά ταύτα, παρισταμένων, πλην αυτών, πλέον των είκοσι εννέα (29) μελών εκ των συμμετασχόντων στη συζήτηση την υπόθεσης, κατ’ άρθρο 23 παρ.2 του ν. 1756/1988, όπως ισχύει με την τροποποίηση με το άρθρο 44 του ν. 3659/2008, το Δικαστήριο είχε την εκ του νόμου απαρτία για να διασκεφθεί.ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ1. Με την από 8-12-2017 κλήση των αναιρεσειόντων νόμιμα φέρεται προς συζήτηση στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, με την 1855/2017 ομόφωνη απόφαση του Α2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, ως ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος και για την ενότητα της νομολογίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 563 παρ. 2 ΚΠολΔ και 23 παρ. 2 εδ. β’ του ν. 1756/1988, όπως το δεύτερο τροποποιήθηκε με το άρθρο 16 παρ. 1 του ν. 2331/1995, το αυτεπαγγέλτως ερευνώμενο, κατ’ άρθρο 577 ΚΠολΔ, ζήτημα αν για αποφάσεις που δημοσιεύτηκαν πριν την 1-1-2016, χωρίς να επιδοθούν, εξακολουθεί και μετά την 1-1-2016 να ισχύει η τριετής καταχρηστική προθεσμία για την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης, που προβλεπόταν από τη διάταξη του άρθρου 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015.2. Με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, ο οποίος επέφερε ριζικές αλλαγές στον ΚΠολΔ, τροποποιήθηκαν πολλές διατάξεις του τρίτου βιβλίου του ΚΠολΔ (άρθρα 495-590), που αφορούν τα ένδικα μέσα και τις ανακοπές, μεταξύ των οποίων και το άρθρο 564 παρ. 3, στο οποίο ορίσθηκε ότι ‘ ‘ αν η απόφαση δεν επιδόθηκε, η προθεσμία της αναίρεσης είναι δύο (2) έτη και αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη’ ‘ . Η ίδια διάταξη, πριν την τροποποίησή της, όριζε ότι ‘ ‘ αν η απόφαση δεν επιδόθηκε, η προθεσμία της αναίρεσης είναι τρία χρόνια και αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη’ ‘ . Περαιτέρω, στο άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του ίδιου νόμου και υπό τον τίτλο ‘ ‘ μεταβατικές και άλλες διατάξεις’ ‘ περιλήφθηκε μεταβατική διάταξη, σύμφωνα με την οποία ‘ ‘ Οι διατάξεις για τα ένδικα μέσα και τις ειδικές διαδικασίες των άρθρων 591-645 εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από τις 1-1-2016 ένδικα μέσα και αγωγές’ ‘ , ενώ στην παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι ‘ ‘ Κατά τα λοιπά, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά σε επιμέρους διατάξεις, η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από 1-1-2016’ ‘ . Η αιτιολογική έκθεση του ν. 4335/2015 ορίζει, όσον αφορά τις μεταβατικές διατάξεις, τα εξής: ‘ ‘ Με τις παραγράφους 1 – 4 των μεταβατικών διατάξεων ρυθμίζεται το χρονικό σημείο έναρξης ισχύος των διατάξεων του προτεινόμενου σχεδίου νόμου, κατά τρόπον ώστε να παρέχεται ο αναγκαίος χρόνος προσαρμογής στις νέες ρυθμίσεις όλων των παραγόντων της δικαιοσύνης’ ‘ . Η ως άνω μεταβατική διάταξη, όμως, που περιορίζεται μόνο στην πρόβλεψη ότι οι διατάξεις για τα ένδικα μέσα εφαρμόζονται σε όσα εξ αυτών ασκούνται μετά την 1-1-2016, κάθε άλλο παρά σαφής είναι και για το λόγο αυτό οι σχετικές θεωρητικές προσπάθειες, αλλά -το κυριότερο- και οι πρώτες δικαστικές αποφάσεις που εκδίδονται μετά την 1-1-2016 περιέχουν συχνά εκ διαμέτρου αντίθετες προσεγγίσεις των νέων ρυθμίσεων, που διακυβεύουν σε μεγάλο βαθμό την απαιτούμενη ασφάλεια δικαίου. Με τη φραστική διατύπωση της ανωτέρω μεταβατικής διάταξης ανέκυψαν ζητήματα διαχρονικού δικαίου στο δίκαιο της αναίρεσης, καθώς ο νομοθέτης δεν διακρίνει μεταξύ των διατάξεων που αφορούν στη διαδικασία άσκησης και συζήτησης του ενδίκου αυτού μέσου από εκείνες που αναφέρονται στο παραδεκτό και στην προθεσμία άσκησης αυτού, με συνέπεια, κατά γραμματική ερμηνεία, να μπορεί να υποστηριχθεί ότι η διάταξη καταλαμβάνει όλες τις εφέσεις και αναιρέσεις που κατατίθενται από 1-1-2016, ανεξαρτήτως του χρόνου δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης. Ως εκ τούτου, είναι αναγκαία η προσφυγή στις διαχρονικού δικαίου διατάξεις του Εισ.Ν. Κ.Πολ.Δ. Ειδικότερα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 24 παρ. 1 του Εισ. Ν.Κ.Πολ.Δ., το παραδεκτό των ενδίκων μέσων, το επιτρεπτό των προβαλλόμενων λόγων και ο χρόνος της άσκησης κρίνονται σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο που δημοσιεύεται η απόφαση, ενώ σύμφωνα με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, οι διατάξεις των άρθρων 518 παρ. 2, 545 παρ. 5 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ εφαρμόζονται και στις αποφάσεις που εκδόθηκαν πριν από την εισαγωγή του. Από την αντιπαραβολή μεταξύ των δύο παραγράφων τίθεται το ερμηνευτικό ζήτημα, αν η προθεσμία για την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης (αλλά και της έφεσης δεδομένης της ταυτότητας του λόγου) θα πρέπει να κριθεί με βάση την αρχή του άρθρου 24 παρ. 1 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ, η οποία αναφέρεται στο παραδεκτό (στοιχείο του οποίου αποτελεί και το εμπρόθεσμο του ενδίκου μέσου) ή στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου, η οποία αναφέρεται ειδικά στις καταχρηστικές προθεσμίες. Προκειμένου να καταστεί αντιληπτή η λειτουργία της παρ. 2 του άρθρου 24 του Εισ. Ν.Κ.Πολ.Δ σκόπιμο είναι να υπομνησθεί ότι υπό την ισχύ της ΠολΔ/1835 δεν προβλεπόταν καταχρηστική προθεσμία για την άσκηση του ενδίκου μέσου της έφεσης ή της αναίρεσης, Σύμφωνα με το άρθρο 752 ΠολΔ/1835 οριζόταν τριακονθήμερη προθεσμία για την άσκηση έφεσης, που αφετηριαζόταν από την επίδοση της απόφασης, η οποία παρατεινόταν για επιπλέον 30 ημέρες αν ο διάδικος ή ο νόμιμος αντιπρόσωπός του ήταν εγκατεστημένοι στην αλλοδαπή ή ήταν αγνώστου διαμονής (άρθρο 754ΠολΔ/1835). Αν παραλειπόταν η επίδοση ή η τυχόν γενόμενη ήταν ελαττωματική, το δικαίωμα άσκησης έφεσης υπέκειτο στη ‘ ‘ συνήθη’ ‘ παραγραφή του ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 756 ΚΠολΔ/1835). Ανάλογη ρύθμιση ίσχυε και αναφορικά με την προθεσμία άσκησης της αναίρεσης (άρθρο 520 ΚΠολΔ/1835). Κατ’ αποτέλεσμα, η ρύθμιση του άρθρου 24 παρ. 2 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ αποβλέπει να θεραπεύσει τα πρακτικής φύσεως θέματα τα οποία αναμενόταν ότι θα ανακύψουν από την εισαγωγή των νέων καταχρηστικών προθεσμιών του ΚΠολΔ, με τις οποίες επερχόταν σημαντική σύντμηση της προθεσμίας άσκησης των ενδίκων αυτών μέσων. Διαπιστώνεται, επομένως, ότι η αντιδιαστολή μεταξύ των δύο παραγράφων του άρθρου 24 αναδεικνύει μια ουσιώδη διαφορά στη λειτουργία τους. Η παρ. 1 αποτυπώνει μια ευρύτερη διαχρονικού δικαίου αρχή, σύμφωνα με την οποία τόσο το παραδεκτό των ενδίκων μέσων όσο και το επιτρεπτό των προβαλλόμενων με αυτά λόγων κρίνονται δυνάμει του νόμου που ισχύει κατά το χρόνο δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης. Αντίθετα, η παρ. 2 του άρθρου 24 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ κατέτεινε στη θεραπεία μιας συγκεκριμένης πρακτικής αναγκαιότητας, που ήγειρε η θέσπιση το πρώτον καταχρηστικών προθεσμιών για την άσκηση ενδίκων μέσων κατά τον ΚΠολΔ. Υπό την έννοια αυτή εύστοχα εκφράζονται αμφιβολίες για το κατά πόσον αποδίδει γενικότερη αρχή του διαχρονικού δικαίου. Πάντως, υπό την ισχύ του ν. 4335/2015, με αφορμή τη σύντμηση της καταχρηστικής προθεσμίας για την άσκηση της έφεσης ή της αναίρεσης, υποστηρίχθηκε η ερμηνευτική εκδοχή ότι το ζήτημα θα πρέπει να αντιμετωπισθεί αποκλειστικά στο πλαίσιο της μεταβατικής ρύθμισης του άρθρου ένατου παρ. 2 του ν. 4335/2015 (ΑΠ 1640/2017, 1176/2017). Υπό την ερμηνευτική αυτή εκδοχή υποστηρίζεται ότι ο δικονομικός νομοθέτης απέκλινε με το ν. 4335/2015 συνειδητά από την ως άνω διαχρονικού δικαίου αρχή του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ, χωρίς να αφήσει το ζήτημα αρρύθμιστο, ώστε να μπορεί να καλυφθεί το κενό μέσω της προσφυγής στο άρθρο 24 παρ. 1 του Εισ. Ν.Κ.Πολ.Δ., η οποία εξαρτούσε το παραδεκτό της αναίρεσης από το νόμο που ίσχυε κατά το χρόνο δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως έπραξε ο νομοθέτης του ν.3994/2011, ο οποίος ρητά επανέλαβε την ως άνω διάταξη του Εισ.ΝΚΠολΔ στη μεταβατική διάταξη του άρθρου 72 παρ. 2 του νόμου εκείνου, ορίζοντας ειδικότερα ότι ‘ ‘ Το παραδεκτό των ενδίκων μέσων, το επιτρεπτό των προβαλλόμενων λόγων και ο χρόνος της άσκησής τους κρίνονται σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο που δημοσιεύεται η απόφαση’ ‘ . Η άποψη αυτή βασίζεται στην ευρεία διατύπωση της μεταβατικής διάταξης του ν. 4335/2015, στο γενικό σκοπό του ν. 4335/2015, που είναι η επιτάχυνση της πολιτικής δίκης, και στον ειδικό σκοπό της διάταξης, για συρρίκνωση της καταχρηστικής προθεσμίας για άσκηση ενδίκων μέσων. Υπό αυτή την εκδοχή όλες οι αποφάσεις που εκδόθηκαν εντός του έτους 2013 και οι οποίες δεν είχαν προσβληθεί με το ένδικο μέσο της έφεσης ή της αναίρεσης μέχρι και τις 31-12-2015, κατέστησαν απρόσβλητες με το αντίστοιχο ένδικο μέσο από την 1-1-2016 και τούτο διότι, αν κατατεθεί εντός του έτους 2016 η έφεση ή η αναίρεση, το εμπρόθεσμο αυτών θα κριθεί με βάση τη νέα, ήδη παρελθούσα, διετή προθεσμία και όχι με βάση την παλαιά τριετή προθεσμία, που θα συμπληρωνόταν κάποια στιγμή εντός του έτους 2016. Σε κάθε περίπτωση, κατά την ίδια ως άνω άποψη, οι διάδικοι που πίστευαν ότι είχαν τριετή προθεσμία προς άσκηση έφεσης ή αναίρεσης, είχαν στη διάθεσή τους ικανό χρονικό διάστημα, μεγαλύτερο των πέντε μηνών, εφόσον ο ν. 4335/2015 δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης στις 23-7-2015, προς ενημέρωσή τους και προς εμπρόθεσμη άσκηση ενδίκου μέσου. Υπό την ίδια ερμηνευτική εκδοχή αποκρούεται η δυνατότητα ερμηνευτικής προσφυγής στον κανόνα του άρθρου 24 παρ. 2 Εισ.Ν.Κ.ΠολΔ, με το επιχείρημα ότι η τελευταία προσιδίαζε στην αντιμετώπιση συγκεκριμένων αναγκών που ανέκυπταν κατά την εισαγωγή του ΚΠολΔ, διότι τότε δεν προβλεπόταν καταχρηστική προθεσμία προς άσκηση έφεσης ή αναίρεσης, αλλά παραγραφή αυτής. Οι υποστηρικτές της ανωτέρω θέσης ισχυρίζονται περαιτέρω ότι, παρότι τα ένδικα μέσα αποτελούν μία πρόσθετη εγγύηση τελειότερης απονομής της δικαιοσύνης, ο κοινός νομοθέτης μπορεί όχι μόνο να περιορίσει αυτά, αλλά και να αποκλείσει εντελώς την άσκησή τους, με σκοπό την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη απονομή της δικαιοσύνης, υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι τούτο γίνεται κατά τρόπο γενικό και δεν καταλαμβάνει και ήδη ασκηθέντα ένδικα μέσα, διότι η πρόσβαση στα ένδικα μέσα δεν κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα της χώρας μας, ούτε από το άρθρο 6 παρ. 1 της Σύμβασης της Ρώμης για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, ούτε από το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τα επιχειρήματα της ανωτέρω άποψης, όμως, προϋποθέτουν σαφή νομοθετική διάταξη, ως προς την κατάργηση ή τη συρρίκνωση του δικαιώματος άσκησης έφεσης και αναίρεσης, ώστε να κριθεί αν οι διάδικοι είχαν ασφαλή πληροφόρηση και επαρκή χρόνο. Αν αυτό ίσχυε, δυσχερώς, πράγματι, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι οι διάδικοι αιφνιδιάστηκαν. Ωστόσο, η μεταβατική διάταξη του άρθρου ένατου παρ. 2 του ν. 4335/2015 ουδόλως, κατά τα προεκτεθέντα, φέρει τα εχέγγυα της απαιτούμενης για την εμπέδωση της ασφάλειας δικαίου σαφήνειας. Περίτρανη απόδειξη αυτού αποτελεί το γεγονός ότι η θεωρία άμεσα εξέφρασε εντονότατο προβληματισμό ως προς την αληθή έννοια της γενικής διατύπωσης της διάταξης αυτής και κατά την κρατούσα θέση της προέκρινε τη μη εφαρμογή της στο επίμαχο ζήτημα. Την ανωτέρω κυρίαρχη στη θεωρία άποψη έχουν υιοθετήσει και οι αποφάσεις 519/2017 και 520/2017 του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με τις οποίες σε όσες αποφάσεις δημοσιεύτηκαν πριν την 1-1-2016 η καταχρηστική προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης είναι τριετής και όχι διετής, δηλαδή προέκρινε η άποψη αυτή την ερμηνευτική άρση του προβλήματος μέσω της προσφυγής στη διαχρονικού δικαίου αρχή του άρθρου 24 παρ. 1 του Εισ.Ν.ΚΠολΔ, εστιάζοντας στην άρση των ατόπων και ανισοτήτων που θα μπορούσαν να ανακύψουν μεταξύ των διαδίκων από την ενδεχόμενη επιλογή αναδρομικής ισχύος τέτοιων νεότερων διατάξεων, που συντέμνουν τις καταχρηστικές αυτές προθεσμίες. Το άτοπο της στενής γραμματικής ερμηνείας του άρθρου ένατου παρ. 2 του ν. 4335/2015 αναδεικνύεται και από το εξής παράδειγμα: Αίτηση αναίρεσης κατ’ απόφασης που είχε δημοσιευθεί σε χρόνο μεγαλύτερο της διετίας και μικρότερο της τριετίας πριν την άσκηση της αναίρεσης θα ήταν παραδεκτή ως εμπρόθεσμη αν ασκείτο μέχρι τις 31-12-2015, ενώ θα ήταν απαράδεκτη ως εκπρόθεσμη αν ασκείτο μετά την 1-1-2016, αφού θα είχε, εν τω μεταξύ, συμπληρωθεί η διετής προθεσμία από τη δημοσίευσή της. Αν ο νομοθέτης ήθελε κάτι διαφορετικό, που θα οδηγούσε σε απώλεια του δικονομικού δικαιώματος ασκήσεως ενδίκου μέσου μέσα στη νέα καταχρηστική προθεσμία, θα έπρεπε είτε να το ορίσει ρητά είτε να προβλέψει συγκεκριμένη προθεσμία, εντός της οποίας θα όφειλε να ασκηθεί τυχόν ένδικο μέσο κατά αποφάσεως που δημοσιεύθηκε σε χρόνο μεγαλύτερο των δύο ετών από τη θέση σε ισχύ του νέου νόμου ή από την άσκηση του ενδίκου μέσου. Εξάλλου, η προσήλωση στη φραστική διατύπωση του άρθρου ένατου παρ. 2 του ν. 4335/2015 θα ήγειρε ανυπολόγιστους κινδύνους ανασφάλειας δικαίου και διάψευσης της εύλογης πεποίθησης και δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των συναλλασσομένων από ενδεχόμενη απώλεια κρίσιμων προθεσμιών και δικαιωμάτων. Γι’ αυτούς κυρίως τους λόγους, η ρύθμιση του ως άνω νόμου πρέπει να υποχωρήσει υπέρ της θεμελιώδους διαχρονικού δικαίου αρχής, που διατυπώνεται στο άρθρο 24 παρ. 1 Εισ. Ν.Κ.Πολ.Δ., δηλαδή να εφαρμόζεται επί της προθεσμίας των ενδίκων μέσων και εναντίον των αποφάσεων που δεν έχουν επιδοθεί ο κατά το χρόνο της δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης ισχύων νόμος. Έτσι, ως προς τις δημοσιευόμενες πριν την έναρξη ισχύος του ν. 4335/2015 αποφάσεις, που είχαν εκδοθεί αντιμωλία των διαδίκων και δεν είχαν επιδοθεί και καταστεί τελεσίδικες ή αμετάκλητες, εξακολουθεί να ισχύει η τριετής καταχρηστική προθεσμία προσβολής τους με αναίρεση (πρβλ Ολ ΑΠ 296/1974 στην αντίστροφη περίπτωση της αύξησης της ως άνω καταχρηστικής προθεσμίας από διετή, κατά το άρθρο 817 παρ. 4 της ΠολΔ, σε τριετή με τον ΚΠολΔ/1968). Η με τον τρόπο αυτό τελολογική προσέγγιση του άρθρου ένατου παρ. 2 του ν. 4335/2015 συντελεί στην εγκαθίδρυση αισθήματος εμπιστοσύνης του πολίτη και άρσης οποιασδήποτε ανασφάλειας δικαίου. Άλλωστε, υπέρ της ερμηνευτικής αυτής αντίληψης συνεπικουρεί και η διάταξη του άρθρου 13 παρ. 2 Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ, σύμφωνα με την οποία ‘ ‘ Η διάρκεια των προθεσμιών που είχαν αρχίσει πριν από τη εισαγωγή του ΚΠολΔ και δεν έχουν λήξει, καθώς και η παρέκτασή τους, κρίνονται σύμφωνα με το δίκαιο που ίσχυε πριν την εισαγωγή του, η παράταση όμως, η αναστολή και η διακοπή τους εξαιτίας γεγονότων που επήλθαν μετά την εισαγωγή του ΚΠολΔ κρίνονται με βάση τις διατάξεις του’ ‘ .Συνεπώς, κατά την πλειοψηφούσα άποψη του παρόντος Δικαστηρίου, η ένδικη, από 25-5-2016, αίτηση αναίρεσης κατά της 45/31-5-2013 μη επιδοθείσας τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόντος την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση στις 27-5-2013, είναι παραδεκτή, ως εμπροθέσμως ασκηθείσα. Κατά τη γνώμη, όμως, των από τα μέλη του Δικαστηρίου Βασιλείου Πέππα, Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ειρήνης Κιουρτσόγλου-Πετρουλάκη, Γεωργίου Λέκκα, Αντιπροέδρων του Αρείου Πάγου και των Αρεοπαγιτών Ιωάννη Φιοράκη, Χρήστου Τζανερίκου και Λουκά Μόρφη, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, και το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 του ίδιου νόμου, προκύπτει με σαφήνεια ότι επί αιτήσεως αναιρέσεως, η οποία ασκείται με την κατάθεση του σχετικού δικογράφου στη γραμματεία του εκδόντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου μετά την 1-1-2016 και στρέφεται κατ’ αποφάσεως που έχει δημοσιευθεί πριν από την πιο πάνω ημερομηνία χωρίς να έχει επιδοθεί, η προθεσμία για την άσκησή της είναι διετής από τη δημοσίευσή της, καθόσον η διάταξη του άρθρου ένατου παρ. 2 του ν. 4335/2015 είναι ειδική και ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι οι διάδικοι αιφνιδιάστηκαν από την επελθούσα με το ν. 4335/2015 νομοθετική μεταβολή, ενόψει της ευρείας δημοσιότητας που δόθηκε στην τροποποίηση του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας με τον πιο πάνω νόμο, καθώς και του μακρού χρόνου που μεσολάβησε από τη δημοσίευση αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (23-7-2015) μέχρι την έναρξη της ισχύος του (1-1-2016). Επομένως, κατά την άποψη αυτή, η ένδικη αίτηση αναίρεσης είναι εκπρόθεσμη. Κατά την εν μέρει αποκλίνουσα, όμως, άποψη τριών μελών αυτού και ειδικότερα των Πηνελόπης Ζωντανού, Μαρίας Χυτήρογλου, Αντιπροέδρων του Αρείου Πάγου και Νικολάου Πιπιλίγκα Αρεοπαγίτη, κατά τη διάταξη του άρθρου 24 παρ.2 ΕισΝΚΠολΔ, η οποία είναι ειδικότερη εκείνης της παρ. 1 του ιδίου άρθρου, αφού με αυτήν ρυθμίζονται ειδικά οι καταχρηστικές προθεσμίες των ενδίκων μέσων και η οποία εφαρμόζεται και στην κρινόμενη περίπτωση, ορίζεται ότι οι διατάξεις των άρθρων 518 παρ.2, 545 παρ.5 και 564 παρ.3 εφαρμόζονται και στις αποφάσεις που εκδόθηκαν πριν την εισαγωγή του και ότι οι προθεσμίες που καθορίζονται από τις διατάξεις αυτές αρχίζουν από την έναρξη ισχύος αυτού του νόμου. Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 18 παρ.2 ΕισΝΑΚ, η οποία απηχεί γενικότερη επί του ρυθμιζομένου θέματος διαχρονικού δικαίου αντίληψη του νομοθέτη, ορίζεται ότι αν ο χρόνος παραγραφής του Κώδικα είναι συντομότερος από αυτόν που προβλέπει το ως τώρα δίκαιο, υπολογίζεται ο συντομότερος από την εισαγωγή του Κώδικα και αρχίζει από αυτήν. Στην περίπτωση όμως που ο χρόνος παραγραφής του έως τώρα δικαίου συμπληρώνεται νωρίτερα από το χρόνο που ορίζεται στο Κώδικα, η παραγραφή συμπληρώνεται μόλις περάσει ο χρόνος παραγραφής του έως τώρα δικαίου. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι η νέα διάταξη του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, με την οποία καθιερώνεται διετής καταχρηστική προθεσμία από τη δημοσίευση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, έχει εφαρμογή επί αιτήσεων αναίρεσης που ασκούνται μετά την 1.1.2016 και στρέφονται κατ’ αποφάσεων που δημοσιεύθηκαν πριν τη χρονολογία αυτή (έναρξη ισχύος του ν. 4335/2015), υπό την έννοια ότι δεν είναι επιτρεπτή, ως εκπρόθεσμη, η άσκηση αυτών μετά την 1η Ιανουαρίου 2018, οπότε συμπληρώνεται η διετής προθεσμία που προβλέπει η νέα διάταξη του άρθρου 564 παρ.3 από την 1η Ιανουαρίου 2016 (έναρξη εφαρμογής του ν. 4335/2015) και η οποία αποτελεί το απώτατο χρονικό όριο για την άσκηση αναίρεσης. Στη περίπτωση όμως που εντός της πιο πάνω διετίας (1.1.2016 – 1.1.2018) λήγει η τριετής καταχρηστική προθεσμία, ως εκ του χρόνου δημοσίευσης της πριν την 1.1.2016 εκδοθείσας απόφασης που προσβάλλεται με την αίτηση αναίρεσης, η ανωτέρω προθεσμία λήγει κατά την χρονολογία αυτή κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 564 παρ.3 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε προηγουμένως, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 24 παρ.2 ΕισΝΚΠολΔ και 18 παρ.2 εδ β ΕισΝΑΚ, αναλόγως εφαρμοζομένης και επί προθεσμιών (πρβλ ΟλΑΠ 296/1974 στην αντίστροφη περίπτωση της αύξησης της ως άνω καταχρηστικής προθεσμίας από διετή κατά το άρθρο 817 παρ.4 της ΠολΔ σε τριετή με τον ΚΠολΔ/1968). Στην προκειμένη περίπτωση η ένδικη από 27.5.2016 αίτηση αναίρεσης, η οποία στρέφεται κατά της υπ’ αριθμό 45/31.5.2013 απόφασης του (Τριμελούς) Εφετείου Κέρκυρας έχει ασκηθεί εντός της κατά το άρθρο 564 παρ.3 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε προηγουμένως, τριετούς καταχρηστικής προθεσμίας, αφού η προσβαλλομένη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 31.5.2013 και η αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε τη προσβαλλομένη απόφαση στις 27.5.2016 με αριθμό 13/27.5.2016, χωρίς κατά το χρόνο άσκησής της να έχει παρέλθει η 1.1.2018 με την πάροδο διετίας αρχομένης από την 1.1.2016, ημερομηνία έναρξης εφαρμογής του ν. 4335/2015. Επομένως, η ως άνω αίτηση είναι παραδεκτή, ως εμπροθέσμως ασκηθείσα. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης πρέπει να συμψηφισθούν μεταξύ των διαδίκων, διότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρο 179 εδάφιο τελευταίο ΚΠολΔ).ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣΗ Ολομέλεια του Δικαστηρίου αποφαίνεται ότι για αποφάσεις που δημοσιεύθηκαν πριν την 1-1-2016, χωρίς να επιδοθούν, εξακολουθεί και μετά την 1-1-2016 να ισχύει η τριετής προθεσμία για την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης που προέβλεπε η διάταξη του άρθρου 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο πρώτο, άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015.
Και Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης μεταξύ των διαδίκων.Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Ιουνίου 2018.Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 28 Ιουνίου 2018.Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Πηγή: areiospagos.gr

Αναδημοσίευση από lawspot.gr