Στο Δικαστήριο της ΕΕ κρίνεται το αίτημα μοναχού να διοριστεί ως δικηγόρος στον ΔΣΑ

Το κώλυμα των κληρικών και μοναχών να διορισθούν ως δικηγόροι στην Ελλάδα κατά το άρθρο 6 § 6 του Κώδικα Δικηγόρων, συζητήθηκε στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στα πλαίσια προδικαστικού ερωτήματος που υπέβαλε το Συμβούλιο της Επικρατείας. Το ερώτημα υποβλήθηκε κατά την εξέταση αίτησης ακυρώσεως του μοναχού Ειρηναίου, ο οποίος ζήτησε να εγγραφεί στον ΔΣΑ ως κοινοτικός δικηγόρος, προσκομίζοντας πιστοποιητικό ότι είναι μέλος του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου.
Σύμφωνα με ανακοίνωση του ΔΣΑ, ο τελευταίος που ήταν διάδικος στην δίκη, εκπροσωπήθηκε από τον Πρόεδρο, Δημήτρη Βερβεσό και τον προϊστάμενο της Νομικής Υπηρεσίας, Παναγιώτη Νικολόπουλο σε μία ακροαματική διαδικασία ενώπιον της μείζονος σύνθεσης του Δικαστηρίου που διήρκεσε τρεις ώρες και κατά την οποία οι δικαστές και η Γενική Εισαγγελέας απηύθυναν πολλές ερωτήσεις στο διαδίκους, ενώ τη διαδικασία παρακολούθησε πολυπληθές ακροατήριο.
Όπως αναφέρεται στην ανακοίνωση, το κρίσιμο ερώτημα επικεντρώνεται στην εφαρμογή της § 2 του άρθρου 3 της οδηγίας 98/5/ΕΚ, κατά το οποίο μόλις προσκομίσει κοινοτικός δικηγόρος πιστοποιητικό κράτους μέλους καταγωγής, ο δικηγορικός σύλλογος του κράτους μέλους υποδοχής είναι υποχρεωμένος να τον εγγράψει. Κατά την άποψη του ΔΣΑ, η διάταξη αυτή έρχεται σε αντίθεση με το άρθρο 6 § 1 της ίδιας οδηγίας, κατά το οποίο ο δικηγόρος του κράτους μέλους καταγωγής υπάγεται στους δεοντολογικούς κανόνες του κράτους μέλους υποδοχής και κατά συνέπεια, εφόσον στον ελληνικό Κώδικα Δικηγόρων υπάρχει κώλυμα για την εγγραφή μοναχού ως δικηγόρου, η διάταξη του άρθρου 6 § 1 υπερισχύει και δεν υποχρεούται ο ΔΣΑ να τον εγγράψει, σύμφωνα και με τις αιτιολογικές σκέψεις 21 και 7 της οδηγίας.
Σε αντίθετη περίπτωση, ο ΔΣΑ υποστήριξε ότι δημιουργείται ο κίνδυνος σταδιακά να καταργηθούν όλα τα κωλύματα, εφόσον για το καθένα θα υπάρχουν κράτη μέλη που δεν θα το έχουν θεσπίσει ως κώλυμα και θα εγγράφουν δικηγόρους. Και τούτο παρότι η ΕΕ δεν έχει θεσπίσει ενιαίους δεοντολογικούς κανόνες για τη λειτουργία των δικηγορικών συλλόγων, αλλά επαφίεται στις εθνικές νομοθεσίες. (dsa.gr)

Αναδημοσίευση από legalnews24.gr

Επίσημο: Παράταση έως τον Σεπτέμβριο του 2019 για την υποχρεωτική διαμεσολάβηση

Τι προβλέπει η τροπολογία του Υπουργείου Δικαιοσύνης

Την αναστολή των διατάξεων του Νόμου 4512/2018 για την υποχρεωτική διαμεσολάβηση έως τις 16 Σεπτεμβρίου 2019 προβλέπει τροπολογία που κατέθεσε σήμερα το Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.Η τροπολογία, με αριθμ. πρωτοκόλλου 1752/32 26.9.2018, εντάσσεται στο σχέδιο νόμου του Υπουργείου Εξωτερικών για την ενσωμάτωση της Οδηγίας για την προξενική προστασία των πολιτών της ΕΕ σε τρίτες χώρες (Οδηγία 2015/637).Υπενθυμίζεται ότι οι εν λόγω διατάξεις, οι οποίες θα έπρεπε να τεθούν σε ισχύ σε λίγες ημέρες (17/10), κρίθηκαν πρόσφατα από την Διοικητική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, κατά πλειοψηφία (21-17), ως αντίθετες στις διατάξεις των άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, 6 παρ. 1, 13 της ΕΣΔΑ και 47 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ.Σύμφωνα με την απόφαση της Ολομέλειας, «στο βαθμό που ο νόμος 4512/2018 επιβάλλει για τη συμμετοχή στην διαδικασία της υποχρεωτικής Διαμεσολάβησης α) τα μέρη να επικουροϋνται υποχρεωτικά με δικηγόρο και β) υποβάλλονται σε δαπανήματα αμοιβής του Διαμεσολαβητή κ.λπ., τα οποία σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν στα πλαίσια της ελληνικής κοινωνικής και οικονομικής πραγματικότητας ως ασήμαντα και αμελητέα, οι διατάξεις των άρθρων 181 παρ. 1 περ. δ, 182, 183 παρ. 1, 194 του νόμου αυτού είναι ασύμβατες και με την ενωσιακή έννομη τάξη, στα πλαίσια της οποίας, για τη συμβατότητα εθνικής νομοθεσίας για υποχρεωτική Διαμεσολάβηση, όροι sine qua non είναι, πλην άλλων, ότι η διαδικασία α) είναι αδάπανη (με ανοχή τα ελάχιστα έξοδα) και β) δεν επιβάλλεται υποχρεωτική παράσταση των μερών με δικηγόρο».Τι προβλέπει η τροπολογίαΣύμφωνα με την τροπολογία, στο άρθρο 206 του Ν. 4512/2018 η φράση «εννέα (9) μήνες από τη δημοσίευσή του» αντικαθίσταται από τη φράση «την 16η Σεπτεμβρίου 2019» και η φράση «του ανωτέρω χρονικού διαστήματος των ενέα (9) μηνών» αντικαθίσταται από τη φράση «της ανωτέρω ημερομηνίας».Όπως αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση, η αναστολή αυτή επιβάλλεται ενόψει της γνωμοδότησης 34/2018 της Διοικητικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου και προκειμένου να υπάρξει καλύτερη προετοιμασία των σχετικών διαδικασιών, καθώς και διαβούλευση με τους ενδιαφερόμενους φορείς για την αποτελεσματικότερη εφαρμογή του νόμου.

Δείτε αναλυτικά την τροπολογία εδώ

Αναδημοσίευση από lawspot.gr

Παράνομη η απαγόρευση εισόδου σε αίθουσα δικαστηρίου γυναίκας με μαντίλα (ΕΔΔΑ)

Ο αποκλεισμός ατόμου από δικαστική αίθουσα λόγω άρνησης να βγάλει τη hijab συνιστά παραβίαση της ΕΣΔΑ

Με απόφασή του στην υπόθεση Lachiri κατά Βελγίου το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων έκρινε ότι ο αποκλεισμός από αίθουσα δικαστηρίου λόγω της άρνησης μίας γυναίκας να βγάλει τη hijab (ισλαμική μαντίλα) συνιστά παραβίαση του άρθρου 9 της Ευρωπαϊκης Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.Η κ. Lachiri, μαζί με άλλα μέλη της οικογένειάς της, ζήτησαν να συμμετάσχουν σε διαδικασία ενώπιον δικαστηρίου ως πολιτικώς ενάγοντες, αξιώνοντας αποζημίωση για τον θάνατο του αδερφού της.Προσερχόμενη στο δικαστήριο, η κ. Lachiri ενημερώθηκε ότι δεν μπόρεσε να εισέλθει στην αίθουσα αν δεν αφαιρέσει τη μαντήλα της.Η κ. Lachiri αρνήθηκε να συμμορφωθεί και δεν παρακολούθησε την διαδικασία.Στη συνέχεια, επιχείρησε ανεπιτυχώς να αντιστρέψει την απόφαση.Η απόφαση του ΕΔΔΑΤο Δικαστήριο έκρινε ότι ο αποκλεισμός της κυρίας Lachiri – ενός απλού πολίτη που δεν εκπροσωπεί το κράτος – από την αίθουσα του δικαστηρίου αποτέλεσε «περιορισμό» στην άσκηση του δικαιώματός της να εκφράζει τις θρησκευτικές της πεποιθήσεις.Σύμφωνα με το Δικαστήριο, ο περιορισμός είχε ως θεμιτό στόχο την «προστασία της δημόσιας τάξης», προκειμένου να αποφευχθεί μια συμπεριφορά που θα ήταν ασεβής προς τους δικαστές ή/και θα μπορούσε να διαταράξει την ορθή διεξαγωγή της διαδικασίας.Ωστόσο, το ΕΔΔΑ διαπίστωσε ότι η συμπεριφορά της κ. Lachiri κατά την είσοδό της στην αίθουσα του δικαστηρίου δεν ήταν ασεβής και δεν αποτελούσε – ή δεν μπορούσε να αποτελέσει – απειλή για την ορθή διεξαγωγή της διαδικασίας.Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν υπήρχε τεκμηρίωση της αναγκαιότητας επιβολής του εν λόγω περιορισμού και ότι η παράβαση του δικαιώματος της κυρίας Lachiri στην ελευθερία έκφρασης της θρησκείας της δεν δικαιολογείται σε μια δημοκρατική κοινωνία.Το Δικαστήριο καταδίκασε το Βέλγιο, επιδικάζοντας αποζημίωση 1.000 ευρώ στην κ. Lachiri για ηθική βλάβη.

Η απόφαση είναι διαθέσιμη στη γαλλική γλώσσα εδώ

Αναδημοσίευση από lawspot.gr

Οι νέοι προϊστάμενοι στα δικαστήρια της Αθήνας

Ολοκληρώθηκαν οι εκλογές που διενεργήθηκαν το Σάββατο 15.9.2018 στα δικαστήρια της Αθήνας, σε πρώτο και δεύτερο βαθμό, για την ανάδειξη νέων προϊσταμένων, στα δικαστήρια και τις εισαγγελίες της Αθήνας.
Στο Εφετείο Αθηνών, προϊστάμενος με την ψήφο των συναδέλφων του αναδείχθηκε ο πρόεδρος εφετών Κωνσταντίνος Σταμαδιάνος, ο οποίος στο παρελθόν είχε διατελέσει και προϊστάμενος στο Πρωτοδικείο Αθηνών.
Στη θέση του προϊσταμένου της Εισαγγελίας Εφετών της Αθήνας εξελέγη ο Ιωάννης Μωραϊτάκης, εισαγγελέας εφετών με μικρή διαφορά σε σχέση με τον συνυποψήφιό του, Παντελή Στραγάλη.
Στην Εισαγγελία Πρωτοδικών της Αθήνας εξελέγη ο Ευάγγελος Ιωαννίδης ο οποίος στο παρελθόν είχε υπηρετήσει και στο ΣΔΟΕ σε αντικατάσταση του Ηλία Ζαγοραίου ο οποίος υπηρέτησε τρία και πλέον χρόνια ως προϊστάμενος στην Εισαγγελία Αθηνών.
Στη θέση του προϊσταμένου του Πρωτοδικείου Αθηνών εξελέγη ο πρόεδρος πρωτοδικών Γεώργιος Γρίβας.

Αναδημοσίευση από legalnews24.gr

Δίωρες στάσεις εργασίας από 17 έως 21 Σεπτεμβρίου από τους δικαστικούς υπαλλήλους Αθηνών

Δίωρες διακοπές διαμαρτυρίας από Δευτέρα 17 μέχρι και Παρασκευή 21 Σεπτεμβρίου 2018, καθημερινά από 13.00 μ.μ. μέχρι πέρατος ωραρίου αποφάσισε ο Σύλλογος Δικαστικών Υπαλλήλων Αθήνας. Όπως αναφέρεται μάλιστα στη σχετική ανακοίνωση, τα δικαστήρια θα αναβάλλονται από τις 12. 30 έτσι ώστε να μπορούν οι δικ. υπάλληλοι να συμμετέχουν στις εκδηλώσεις διαμαρτυρίας του Συλλόγου. Η ανακοίνωση αναφέρει τα εξής:
«Το Δ. Σ. του Συλλόγου Δικαστικών Υπαλλήλων Αθήνας, στην συνεδρίαση του στις 12-9-2018 αφού συνεκτίμησε :
Το γεγονός ότι δεν υπάρχει καμιά εξέλιξη στο θέμα των προσλήψεων,αφού το ΑΣΕΠ έξι μήνες μετά την υποβολή των ενστάσεων δεν έχει προχωρήσει στην ανάρτηση του οριστικού πίνακα των επιτυχόντων του διαγωνισμού των 404 Δικαστικών Υπαλλήλων.
Το γεγονός ότι ο αριθμός των υπαλλήλων που προσλήφθηκαν με 8μηνη σύμβαση εργασίας από τον προσωρινό πίνακα των επιτυχόντων είναι πολύ μικρός, αλλά υπάρχει και άμεσος κίνδυνος απομάκρυνσής τους μετά την συμπλήρωση του χρονικού ορίου της σύμβασής τους, αν δεν έχει εκδοθεί ο οριστικός πίνακας επιτυχόντων.
Την δραματική κατάσταση ΟΛΩΝ των Δικαστικών Υπηρεσιών από την μεγάλη έλλειψη προσωπικού. Ενδεικτικά να αναφέρουμε το Εφετείο Αθηνών, στο οποίο το πρόβλημα έχει ξεπεράσει κάθε όριο ανθρώπινων αντοχών για τους υπηρετούντες Δικαστικούς υπαλλήλους, κυρίως στις έδρες του Ποινικού Τμήματος (υπάρχουν περιπτώσεις που ανεβαίνουν στις έδρες 17 μέρες το μήνα) οι οποίοι αναγκάζονται να εργάζονται απογεύματα και Σαββατοκύριακα και παρόλα αυτά να μην προλαβαίνουν να ανταποκριθούν στον μεγάλο όγκο εργασίας με άμεσο κίνδυνο παραγραφής υποθέσεων με ότι αυτό συνεπάγεται…
Την απόφαση του Συνεδρίου της Θεσσαλονίκης για κινητοποιήσεις με την έναρξη του νέου δικαστικού έτους αν δεν έχει προχωρήσει η διαδικασία των προσλήψεων.
Αποφάσισε Ομόφωνα
Την προκήρυξη δίωρων διακοπών διαμαρτυρίας από 17 μέχρι και 21 Σεπτεμβρίου 2018, καθημερινά από 13.00 μ.μ. μέχρι πέρατος ωραρίου
(Τα δικαστήρια θα αναβάλλονται από τις 12. 30 έτσι ώστε να μπορούν οι συνάδελφοι να συμμετέχουν στις εκδηλώσεις διαμαρτυρίας του Συλλόγου)
Την Δευτέρα 17-9- 2018 το Δ.Σ. του ΣΔΥΑ θα κάνει παράσταση στο ΑΣΕΠ.
Την Τρίτη 18-9- 2018 θα πραγματοποιηθεί συγκέντρωση διαμαρτυρίας στην είσοδο της Σχολής Ευελπίδων.
Την Τετάρτη 19-9-2018 θα πραγματοποιηθεί συγκέντρωση διαμαρτυρίας στην είσοδο του Αρείου Πάγου.
Ζητούμε από το Υπουργείο Δικαιοσύνης να παρέμβει ώστε να ολοκληρωθεί άμεσα η έκδοση των οριστικών αποτελεσμάτων από το ΑΣΕΠ. Το επιχείρημα του Υπουργείου ότι “το ΑΣΕΠ είναι ανεξάρτητη αρχή και δεν παρεμβαίνουμε” δεν είναι πειστικό αφού δεν ζητούμε παρέμβαση ως προς την επιλογή των επιτυχόντων αλλά ως προς την επίσπευση της διαδικασίας. Έχουν ήδη περάσει έξι ολόκληροι μήνες και δεν υπάρχει καμιά εξέλιξη».

Αναδημοσίευση από legalnews24.gr

Αναστολή ισχύος της υποχρεωτικής διαμεσολάβησης προτείνει η Συντονιστική Επιτροπή των Δικηγορικών Συλλόγων (ανακοίνωση)

Tην αναστολή ισχύος της υποχρεωτικής εφαρμογής της διαμεσολάβησης προτείνει η Συντονιστική Επιτροπή των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος, η οποία συνεδρίασε στις 13.9.2018 στην Αθήνα. Η σχετική ανακοίνωση έχει ως εξής:
«(Η Συντονιστική Επιτροπή) 1. Συγχαίρει τον νέο Υπουργό Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, κ. Μιχάλη Καλογήρου για την ανάληψη των καθηκόντων του και του εύχεται καλή επιτυχία στο έργο του. Ευελπιστεί σε ειλικρινή και αποτελεσματική συνεργασία. Αιτείται συνάντηση μαζί του, για να του εκθέσει τα φλέγοντα ζητήματα που αφορούν στον δικηγορικό κλάδο και στην απονομή της Δικαιοσύνης.
2. Θεωρεί ότι οι εξαγγελίες του Πρωθυπουργού στη ΔΕΘ για τη μείωση των ασφαλιστικών εισφορών των ελεύθερων επαγγελματιών δικηγόρων κινούνται σε θετική κατεύθυνση και αναμένει την άμεση θεσμοθέτησή τους. Oι εξαγγελίες αυτές αποτελούν δικαίωση των αγώνων του δικηγορικού σώματος, τόσο των διεκδικητικών όσο και των δικαστικών. Στο επόμενο χρονικό διάστημα αναμένεται η δημοσίευση της απόφασης του ΣτΕ επί αιτήσεώς μας για την αντισυνταγματικότητα του ν. 4387/2016. Διεκδικεί την περαιτέρω αναμόρφωση του ασφαλιστικού και φορολογικού συστήματος (φορολογικοί συντελεστές, ΦΠΑ) στην κατεύθυνση ελάφρυνσης των βαρών για τους δικηγόρους και της άρσης των υφισταμένων αδικιών.
3. Μετά την έκδοση της αριθμ. 34/2018 απόφασης της Διοικητικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου που έκρινε ως αντισυνταγματικές τις διατάξεις του ν. 4512/2018 περί της υποχρεωτικότητας της διαμεσολάβησης, κατόπιν σχετικής αίτησης της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος κατά αυτής, επιβάλλεται η άμεση τροποποίηση του νομοθετικού πλαισίου, το αργότερο μέχρι 17/10/2018, χρόνο έναρξης της υποχρεωτικότητας της διαμεσολάβησης στις διαφορές που προβλέπει ο Νόμος. Ενόψει των θεμάτων που ανακύπτουν από την άνω απόφαση της Διοικητικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, προτείνεται η αναστολή ισχύος της υποχρεωτικής εφαρμογής της διαμεσολάβησης, προκειμένου να δοθεί ο αναγκαίος χρόνος για ουσιαστική διαβούλευση με τους εμπλεκόμενους φορείς.
4. Αποφάσισε να προσκαλέσει τον Υπουργό Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και εκπροσώπους των Δικαστικών Ενώσεων να παραστούν στην επίσημη έναρξη των εργασιών της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος που θα διεξαχθεί στην Ζάκυνθο, στις 12 έως 14 Οκτωβρίου 2018».

Αναδημοσίευση από legalnews24.gr

Αλλαγή Ονόματος και Επωνύμου στην Αλλοδαπή και εν συνεχεία στην Ελλάδα

Γράφει η δικηγόρος Αναστασία Χρ. Μήλιου

Είναι γενικώς γνωστό ότι στην Ελλάδα ζουν και εργάζονται πολλοί αλλοδαποί που έχουν αποκτήσει την ελληνική ιθαγένεια με πολιτογράφηση ή με καθορισμό. Από την άλλη, πολλοί Έλληνες ζουν πλέον και εργάζονται στο εξωτερικό.
Και στις δύο περιπτώσεις κάποιες φορές κρίνεται αναγκαία η αλλαγή του κυρίου ονόματος ή και του επωνύμου για λόγους διευκολύνσεις των κοινωνικών και επαγγελματικών δραστηριοτήτων τους.
Η αλλαγή του κύριου ονόματος στην Ελλάδα κατά το ελληνικό δίκαιο, δεν είναι καθόλου απλή υπόθεση.
Η αλλαγή του επωνύμου είναι σχεδόν αδύνατη ή πολύ δύσκολη και πρέπει να συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι για να γίνει δεκτή μια τέτοια αίτηση.
Η αλλαγή του κύριου ονόματος γίνεται με αίτηση του ενδιαφερόμενου στο Ειρηνοδικείο ενώ του επωνύμου στον Δήμο που ανήκει ο καθένας. Και στις δύο περιπτώσεις εξαρτάται σχεδόν αποκλειστικά από την διακριτική ευχέρεια του δικαστή ή του δημάρχου για το αν θα γίνει δεκτή ή όχι.
Δεν υπάρχει συγκεκριμένος νόμος που επιτρέπει την αλλαγή του ονόματος, μάλλον το αντίθετο συμβαίνει. Η αίτηση βασίζεται όχι στις διατάξεις του αστικού κώδικα, αλλά στις θεμελιώδεις αρχές του Συντάγματος για την ελεύθερη διαμόρφωση της προσωπικότητας.
Πρακτικά η αλλαγή του ονόματος γίνεται πάνω στην ληξιαρχική πράξη γέννησης του αιτούντος και για το λόγο αυτό, οι αλλοδαποί που έχουν αποκτήσει την ελληνική ιθαγένεια με πολιτογράφηση δεν έχουν ελληνική ληξιαρχική πράξη γέννησης και δεν μπορούν να καταθέσουν αίτηση για αλλαγή ονόματος, επειδή δεν υπάρχει ληξιαρχική πράξη γέννησης για να τροποποιηθεί.
Οι αλλοδαποί που είναι ομογενείς και έχουν αποκτήσει την ελληνική ιθαγένεια με καθορισμό, έχουν ληξιαρχική πράξη γέννησης καταχωρημένη στο Ειδικό Ληξιαρχείο.
Επομένως όποιος αλλοδαπός ενδιαφέρεται για αλλαγή του κύριου ονόματός του στην Ελλάδα, πρέπει πρώτα να απευθυνθεί στο Ειδικό Ληξιαρχείο και να δει αν έχει εκεί ληξιαρχική πράξη γέννησης. Αν πράγματι έχει, τότε μπορεί να κάνει αίτηση στην Ελλάδα απευθείας για αλλαγή ονόματος.
Για όσους δεν έχουν ελληνική ληξιαρχική πράξη γέννησης αλλά και για τους Έλληνες που ζουν και εργάζονται μόνιμα στο εξωτερικό, υπάρχει μία άλλη διαδικασία, η οποία ειδικά για τους Έλληνες ίσως είναι πιο εύκολη πρακτικά για να αλλαξουν το όνομά τους, ακόμα και το επώνυμό τους που είναι εξαιρετικά δύσκολο να γίνει στην Ελλάδα.
Γενικά φαίνεται ότι η νομοθεσία των ξένων κρατών είναι πιο χαλαρή στο θέμα της αλλαγής ονοματεπωνύμου, σε σχέση με την Ελλάδα.
Επομένως οι Έλληνες που ζουν και εργάζονται στο εξωτερικό και θέλουν να αλλάξουν το ονοματεπώνυμό τους για πρακτικούς λόγους, τους δίνεται μια μεγάλη ευκαιρία να το κάνουν πρώτα εκεί οπότε πολύ εύκολα μετά μπορεί να ακολουθήσει και η αλλαγή των στοιχείων τους και στην Ελλάδα.
Εφόσον αλλάξουν τα στοιχεία τους στο εξωτερικό, προσφεύγουν πάλι δικαστικά για την αναγνώριση αυτή την φορά της ισχύς της αλλοδαπής διοικητικής πράξης της αλλαγής του ονόματος ή του επωνύμου στην χώρα μας.
Η αίτηση γίνεται στο Μονομελές Πρωτοδικείο, και αυτή τη φορά το δικαστήριο είναι σχεδόν υποχρεωμένο να δεχθεί τις αλλαγές και να τροποποιήσει όλα τα δημόσια έγγραφα του αιτούντος είτε πρόκειται για κύριο όνομα είτε και επώνυμο.
Ειδικά στην Μεγάλη Βρετανία η αλλαγή του ονόματος ή του επωνύμου γίνεται με μια απλή αίτηση και δύο μάρτυρες. Η απόφαση αλλαγής του ονοματεπωνύμου ονομάζεται «deed poll» και αναγνωρίζεται στην Ελλάδα ως διοικητική πράξη που έχει ισχύ και εφαρμόζεται στην χώρα μας.
Έτσι πολύ απλά και εύκολα αν κάποιος μπορεί να αλλάξει τα στοιχεία του στην Αγγλία, μετά μπορεί να τα αλλάξει και εδώ.
Με τον ίδιο τρόπο και οι αλλοδαποί που δεν έχουν ελληνική ληξιαρχική πράξη στην Ελλάδα, αν μπορούν να αλλάξουν τα στοιχεία τους στην χώρα καταγωγής τους, τότε μετά μπορούν με δικαστική αίτηση να ζητήσουν και να πετύχουν την αναγνώριση της αλλαγής αυτής και στην Ελλάδα.

Αναδημοσίευση από legalnews24.gr

Σύνταξη δημόσιας διαθήκης από μουσουλμάνο, Έλληνα υπήκοο: Θεωρείται ανίσχυρη – Εφαρμοστέο το Μουσουλμανικό Δίκαιο

ΑΠ 229/2017 (πολ.): Σύνταξη δημόσιας διαθήκης από μουσουλμάνο, Έλληνα υπήκοο. Εφαρμοστέο δίκαιο για τη ρύθμιση της κληρονομικής διαδοχής του κληρονομούμενου είναι το κληρονομικό δίκαιο του Ιερού Μουσουλμανικού Νόμου, που αποτελεί εσωτερικό δίκαιο και εφαρμόζεται ειδικά για τους Ελληνες υπηκόους, μουσουλμάνους στο θρήσκευμα, καθόσον τα κληρονομιαία ακίνητα ανήκουν στην κατηγορία της καθαρής ιδιοκτησίας (μουλκ) και συνεπώς η προσβληθείσα δημόσια διαθήκη θεωρείται ανίσχυρη και δεν παρήγαγε έννομο αποτέλεσμα, αφού το εφαρμοστέο εν προκειμένω Ιερό Μουσουλμανικό Δίκαιο δεν αναγνωρίζει αντίστοιχο θεσμό.
«Επειδή με τη διάταξη του άρθρου 10 του ν. 2345/1920 επαναλήφθηκε, τροποποιηθείσα, η διάταξη του άρθρου 11 παρ. 9 της Συνθήκης των Αθηνών μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, που κυρώθηκε με το ν. ΔΣΙΓ/1913. Κατά τη διάταξη αυτή οι μουφτήδες ασκούν δικαιοδοσία μεταξύ Μουσουλμάνων επί γάμων, διατροφών, επιτροπειών, κηδεμονιών, χειραφεσίας ανηλίκων, ισλαμικών διαθηκών και της εξ αδιαθέτου διαδοχής, εφόσον διέπεται υπό του Ιερού Μουσουλμανικού Νόμου. Το διαπροσωπικό των Μουσουλμάνων Ελλήνων υπηκόων δίκαιο, που καθιερώθηκε με την παραπάνω επικυρωθείσα συνθήκη, αποτελεί κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού Ελληνικού δικαίου και υπερισχύει κάθε αντίθετης διάταξης νόμου.
Επίσης με το άρθρο 4 του ν. 147/1914 ορίσθηκε, εκτός άλλων, ότι τα των συγγενικών δεσμών των Μουσουλμάνων, διέπονται υπό του ιερού αυτών νόμου και κρίνονται υπ` αυτού. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι σκοπήθηκε από το νομοθέτη όπως οι κληρονομικές σχέσεις των εις την Ελλάδα Μουσουλμάνων Ελλήνων υπηκόων, ως προς τα καθαρής ιδιοκτησίας κτήματά τους (μούλκια), διέπονται υπό του ιερού μουσουλμανικού νόμου.
Εξάλλου οι διατάξεις του ν. 2345 /1920 δεν καταργήθηκαν με το άρθρο 1 ΕισΝΑΚ, διότι για το παραπάνω θέμα διέλαβε ειδικώς το άρθρο 6 του ίδιου νόμου, με το οποίο καταργήθηκε το παραπάνω άρθρο 4 του ν. 147/1914 μόνο ως προς τους Ισραηλίτες. Επομένως και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, εφόσον δεν καταργήθηκαν οι νόμοι 147/1914 και 2345/1920, οι κληρονομικές σχέσεις των Μουσουλμάνων το θρήσκευμα Ελλήνων υπηκόων, εξακολουθούν να ρυθμίζονται ως προς τα κτήματα καθαρής ιδιοκτησίας από το μουσουλμανικό νόμο (ΟλΑΠ 322/1960).
Και ναι μεν μεταγενεστέρως με το άρθρο 9 του ν. 1920/1991, με το οποίο κυρώθηκε η από 24/12/1990 Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου «περί Μουσουλμάνων θρησκευτικών λειτουργών» καταργήθηκε τελικά ο παραπάνω ν. 2345/1920, όμως με το άρθρο 5 παρ. 2 αυτού επαναλήφθηκε πανομοιότυπη η παραπάνω διάταξη του άρθρου 10 του καταργηθέντος ν. 2345/1920 και συνεπώς και μετά το ν. 1920/1991 οι κληρονομικές σχέσεις των Μουσουλμάνων το θρήσκευμα Ελλήνων υπηκόων εξακολουθούν να ρυθμίζονται, ως προς τα καθαρής ιδιοκτησίας ακίνητα, από τον μουσουλμανικό νόμο (ΑΠ 2113/2009).
Σύμφωνα δε μ` αυτόν, βάση του κληρονομικού δικαίου των μωαμεθανών, αποτελεί η εξ αδιαθέτου διαδοχή, με τη σύζυγο να διαδέχεται τον τελευτήσαντα στο 1/4 της κληρονομιαίας περιουσίας, αν δεν συντρέχουν τέκνα και στο 1/8 αυτής αν συντρέχουν τέκνα και όχι η εκ διαθήκης, δεδομένου ότι στο δίκαιο αυτό, δεν προβλέπεται αντίστοιχος θεσμός, με τη μορφή και τη θέση που έχει στα σύγχρονα δίκαια, ώστε να αποτελεί λόγο κλήσεως στην κληρονομία, παρά μόνον κατ` εξαίρεση επιτρέπεται, με άλλη διάταξη του Κορανίου, που προτρέπει τους πιστούς σε αγαθοεργίες, ήτοι ότι οι μουσουλμάνοι μπορούν, κινούμενοι από πνεύμα αγαθοεργίας, να διαθέτουν υπέρ τρίτων ποσοστό μη υπερβαίνον το 1/3 της κληρονομίας.
Η «διαθήκη» δε αυτή των μωαμεθανών, τυγχάνει είδος απλής κληροδοσίας υπέρ τρίτου εν γένει, που δεν έχει την ιδιότητα του κατά το ιερονομικό κληρονομικό δίκαιο κληρονόμου ή υπέρ ευαγών και φιλανθρωπικών προορισμών (ΑΠ 1370/2014). Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 174, 175 και 180 ΑΚ προκύπτει αφενός ότι δικαιοπραξία που αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου, αν δεν συνάγεται κάτι άλλο, είναι άκυρη και αφετέρου ότι η διάθεση ενός αντικειμένου είναι άκυρη αν ο νόμος την απαγορεύει, σε αμφότερες δε τις περιπτώσεις η άκυρη δικαιοπραξία θεωρείται σαν να μην έγινε…
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή του αναιρεσείοντος κατά της αναιρεσίβλητης, με την οποία εκείνος ζητούσε την αναγνώριση της ακυρότητας της δημόσιας διαθήκης του κληρονομουμένου πατέρα του και συζύγου της τελευταίας Έλληνα υπηκόου, μουσουλμάνου κατά το θρήσκευμα, η κληρονομιαία περιουσία του οποίου αποτελείται από ακίνητα καθαρής ιδιοκτησίας «μούλκια» επικαλούμενος την εφαρμογή του Ιερού Μουσουλμανικού Νόμου, που δεν αναγνωρίζει το θεσμό της δημοσίας διαθήκης και διέπει τις κληρονομικές σχέσεις των ελλήνων υπηκόων μουσουλμάνων, καθ` όσον αφορά τα ακίνητα καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια).
Δέχθηκε ειδικότερα το Εφετείο ότι «…Κατ’ άρθρο 5 παρ. 2 ν. 1920/1991 ο Μουφτής ασκεί δικαιοδοσία μεταξύ μουσουλμάνων Ελλήνων πολιτών της περιφέρειας του επί γάμων, διαζυγίων, διατροφών, επιτροπειών, κηδεμονιών, χειραφεσίας ανηλίκων, ισλαμικών διαθηκών και της εξ αδιαθέτου διαδοχής, εφ’ όσον οι σχέσεις αυτές διέπονται από τον Ιερό Μουσουλμανικό Νόμο. Πρόκειται για διάταξη που επαναλαμβάνει το περιεχόμενο μιας σειράς διατάξεων που ίσχυσαν κατά καιρούς (άρθρο 11 παρ. 9 της Συνθήκης των Αθηνών της 1.11.1913 μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, που κυρώθηκε με το ν. ΔΣΙΓ/1913, άρθρο 4 του ν. 147/1914, άρθρο 10 ν. 2345/1920) και είχαν ως σκοπό την προστασία της θρησκευτικής και πολιτιστικής ταυτότητας των μουσουλμάνων κατοίκων της Ελλάδος. Με τις διατάξεις των άρθρων 14 παρ. 1 της Συνθήκης των Σεβρών του 1920, που κυρώθηκε με το ν.δ. της 29.9/30.10.1923 και των άρθρων 42 και 45 της Συνθήκης της Λωζάνης του 1923, που κυρώθηκε με το ν.δ. της 25.8.1923, εξασφαλίσθηκε η εφαρμογή των μουσουλμανικών εθίμων και του Ιερού Μουσουλμανικού Νόμου στους μουσουλμάνους το θρήσκευμα Έλληνες υπηκόους. Σημειωτέον ότι το μουσουλμανικό κληρονομικό δίκαιο (φεραϊζ) προβλέπει κατά βάση μόνο την εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή και δεν αναγνωρίζει τη σύνταξη διαθήκης. Οι λόγοι της κληρονομικής διαδοχής είναι η εξ αίματος συγγένεια, ο γάμος και η επιτροπεία. Οι προϋποθέσεις της υλοποίησής της είναι ο θάνατος του κληρονομουμένου, η εν ζωή ύπαρξη του κληρονόμου κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου και η γνώση του λόγου της εξ αδιαθέτου διαδοχής εκ μέρους του Ιεροδίκη, ώστε να δύναται να ελέγξει τη βασιμότητα του κληρονομικού δικαιώματος και να το αναγνωρίσει. Κατ’ εξαίρεση σε ορισμένες περιπτώσεις είναι δυνατή η σύνταξη της λεγόμενης ισλαμικής διαθήκης συνήθως υπέρ φιλανθρωπικών σκοπών και μόνο μέχρι του 1/3 της κληρονομιάς. Αυτό συμβαίνει, διότι οι εξ αδιαθέτου κληρονομικές μερίδες των κληρονόμων και το μέγεθός τους περιέχονται στο Ιερό Κοράνιο και ειδικότερα στο κεφάλαιο Αλ Νίσα (Οι γυναίκες), η δε σύνταξη διαθήκης οδηγεί είτε σε εξαφάνιση είτε σε αλλοίωση αυτών των προβλεπομένων κληρονομικών μερίδων και συνεπώς θεωρείται παραβίαση του περιεχομένου του ανωτέρω κεφαλαίου του Ιερού Κορανίου και απαγορεύεται. Κατά το ισχύον δίκαιο, δηλαδή κατ’ άρθρο 5 παρ. 2 ν. 1920/1991, ο Μουφτής λειτουργεί, όπως προαναφέρθηκε, ως ιεροδίκης μεταξύ άλλων και επί υποθέσεων κληρονομικού δικαίου, όταν πρόκειται για ζητήματα ισλαμικών διαθηκών και εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής, εφ’ όσον οι σχέσεις αυτές διέπονται από τον ιερό μουσουλμανικό νόμο. Η χρήση της υποθετικής πρότασης «εφ’ όσον οι σχέσεις αυτές διέπονται από τον ιερό μουσουλμανικό νόμο» σημαίνει ότι ο νομοθέτης γνωρίζει και αποδέχεται το ενδεχόμενο ότι οι κληρονομικές σχέσεις των Ελλήνων μουσουλμάνων δεν διέπονται πάντοτε από τον Ιερό Μουσουλμανικό Νόμο αλλά είναι δυνατό ενίοτε να διέπονται από τον ΑΚ. Οι ισλαμικές διαθήκες διέπονται από το φεραϊζ λόγω της ιδιαίτερης φύσης τους, όμως οι ρυθμιζόμενες από τον ΑΚ διαθήκες δεν διέπονται από το φεραϊζ και συνεπώς δεν επιτρέπεται ο δικαστικός τους έλεγχος με βάση τους κανόνες αυτού. Επομένως, είναι δυνατό Έλληνας μουσουλμάνος, ασχέτως εάν ανήκει ή όχι στη μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης να επιλέξει να συντάξει δημόσια διαθήκη κατά τις διατάξεις των άρθρων 1724 επ. ΑΚ. Η διαθήκη αυτή επιφέρει έννομες συνέπειες, όπως κάθε άλλη νομίμως συνταγείσα διαθήκη. Στην περίπτωση αυτή τα κάθε είδους ελαττώματα της δήλωσης βουλήσεως του διαθέτη κρίνονται δυνάμει των διατάξεων του ΑΚ και όχι δυνάμει του Ιερού Μουσουλμανικού Νόμου. Επομένως, η διαθήκη αυτή δεν είναι δυνατό να ακυρωθεί ή να αναγνωρισθεί, ότι δεν επιφέρει έννομες συνέπειες, επειδή και μόνον αντιβαίνει στην προαναφερθείσα απαγόρευση σύνταξης διαθήκης που διέπει το φεραϊζ. Η παραδοχή του αντιθέτου άγει σε παραβίαση του ν. 1920/1991, διότι παραβλέπεται χωρίς αιτιολογία η γραμματική διατύπωση του άρθρου 5 παρ.2 του νόμου αυτού «εφ’ όσον οι σχέσεις αυτές διέπονται από τον Ιερό Μουσουλμανικό Νόμο», από την οποία καθίσταται σαφές ότι ο νόμος αναγνωρίζει ως ενδεχόμενη και όχι ως υποχρεωτική την εφαρμογή του φεραΐζ στους μουσουλμάνους πολίτες, με συνέπεια να διαστέλλεται ανεπίτρεπτα το πεδίο εφαρμογής του. Επιπλέον, πρέπει να τονισθεί ότι η διατήρηση της ισχύος του Ιερού Μουσουλμανικού Νόμου και της δικαιοδοτικής αρμοδιότητας του Μουφτή με τις προαναφερθείσες διατάξεις οφείλεται στη βούληση του νομοθέτη να προστατεύσει την ιδιαίτερη θρησκευτική και πολιτισμική ταυτότητα της μουσουλμανικής μειονότητας της Θράκης. Σκοπός του νομοθέτη δεν ήταν η στέρηση των αστικών δικαιωμάτων των μελών της μειονότητας αλλά η υποβοήθησή τους στη διατήρηση ορισμένων κανόνων δικαίου που άπτονται της προσωπικής και οικογενειακής τους κατάστασης και των κληρονομικών σχέσεων τους. Βεβαίως, τα φυσικά πρόσωπα δεν δύνανται να επιλέγουν μεταξύ περισσότερων δικαίων το δίκαιο που θα ρυθμίζει τις προσωπικές και κληρονομικές σχέσεις τους, όπως αντιθέτως ισχύει με τις συμβατικές σχέσεις, πλην όμως οι μουσουλμάνοι πολίτες της ελληνικής επικράτειας, ανεξαρτήτως εάν κατοικούν ή όχι στη Θράκη έχουν όλα τα ατομικά δικαιώματα που κατοχυρώνονται από το Σύνταγμα και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και το δικαίωμα της διάθεσης της περιουσίας μετά θάνατον. Όταν επιθυμούν να ασκήσουν αυτό το αστικής φύσης δικαίωμα που παρέχεται αδιακρίτως σε όλους τους Έλληνες πολίτες, δεν επιτρέπεται η στέρησή του με την αιτιολογία ότι οι κληρονομικές σχέσεις τους διέπονται από το φεραϊζ. Η εφαρμογή του φεραϊζ στα ανωτέρω πρόσωπα με τρόπο, ώστε να απαγορεύεται η διάθεση της περιουσίας τους μετά θάνατον εισάγει ανεπίτρεπτη δυσμενή διάκριση λόγω των θρησκευτικών τους πεποιθήσεων, δεδομένου, ότι, αν γινόταν δεκτή αυτή η απαγόρευση, τα μέλη της μουσουλμανικής μειονότητας θα στερούνταν ένα αστικό δικαίωμα, το οποίο απολαμβάνουν οι λοιποί πολίτες, αποκλειστικά και μόνον λόγω των θρησκευτικών τους πεποιθήσεων, ανεξάρτητα αν αυτοί θέλουν ή πιστεύουν στη θρησκεία τους. Η λόγω θρησκευτικών πεποιθήσεων απαγόρευση σύνταξης δημόσιας διαθήκης αντίκειται τόσο στα άρθρα 4 παρ.2,5 παρ. 1, 2 και 13 παρ.1 του Συντάγματος όσο και στα άρθρα 14 της ΕΣΔΑ και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αυτής, διότι αφαιρεί το δικαίωμα της ελεύθερης διάθεσης της περιουσίας μετά το θάνατο με βάση τη θρησκεία, δηλαδή ένα κριτήριο που απαγορεύεται να λαμβάνεται υπ’ όψιν για τη χορήγηση ή την αφαίρεση δικαιώματος.
Συνεπώς, ακόμη και υπό την υποθετική εκδοχή, ότι παρά τη γραμματική διατύπωση του άρθρου 5 παρ. 2 του ν. 1920/1991, οι κληρονομικές σχέσεις των μουσουλμάνων πολιτών διέπονται πάντοτε από τον Ιερό Μουσουλμανικό Νόμο και ειδικότερα από το φεραϊζ, η εφαρμογή του πρέπει να γίνεται με τρόπο εναρμονισμένο προς το Σύνταγμα, την ΕΣΔΑ και το Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο της, που αποτελούν πηγή δικαίου υπερνομοθετικής ισχύος. Διευκρινίζεται, ότι η ισχύς του φεραϊζ κρίθηκε σύμφωνη με το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ (ΑΠ 1097/2007). Άλλωστε, κάθε διάταξη του μουσουλμανικού κληρονομικού δικαίου που είναι αντίθετη από τις ρυθμίσεις του ΑΚ δεν είναι αντισυνταγματική εξ αιτίας και μόνον αυτής της αντίθεσης, πλην όμως προσκρούει στο περιεχόμενο των προαναφερθεισών διατάξεων του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ η ερμηνεία του φεραϊζ κατά τρόπον, ώστε να αφαιρούνται ατομικά δικαιώματα από τους Έλληνες πολίτες παρά τη ρητή βούλησή τους να τα ασκήσουν. Δηλαδή, εν προκειμένω θα ήταν αντίθετη στο Σύνταγμα και στην ΕΣΔΑ η ερμηνεία και εφαρμογή του μουσουλμανικού κληρονομικού δικαίου με τέτοιο τρόπο, ώστε να οδηγηθεί η ελληνική έννομη τάξη να θεωρεί άκυρες ή ανενεργές τις διαθήκες που συντάσσουν οι μουσουλμάνοι κάτοικοι της Θράκης κατά τις διατάξεις του ΑΚ παρά το γεγονός, ότι οι ίδιοι με μόνη τη σύνταξή τους διατυπώνουν απερίφραστα τη βούλησή τους να ασκήσουν το δικαίωμα της μετά θάνατον διάθεσης της περιουσίας τους και να απεμπολήσουν την υπαγωγή τους στον Ιερό Μουσουλμανικό Νόμο. Το γεγονός ότι η εφαρμογή του Ιερού Μουσουλμανικού Νόμου καλύπτεται νομικά και από το διεθνές δίκαιο και ειδικότερα από τα άρθρα 42 και 45 της Συνθήκης της Λωζάνης δεν είναι δυνατό να οδηγήσει στην ερμηνεία και εφαρμογή του φεραϊζ κατά τρόπο που οδηγεί στην περιστολή των ατομικών δικαιωμάτων των Ελλήνων μουσουλμάνων, διότι ο σκοπός της Συνθήκης αυτής ήταν ο αντίθετος, δηλαδή η ενίσχυση της μειονότητας, και όχι η στέρηση των αστικής φύσης δικαιωμάτων από τα μέλη της. Η ερμηνεία της Συνθήκης της Λωζάνης προς την κατεύθυνση της απαγόρευσης των προστατευομένων από αυτή προσώπων να διαχειρίζονται ελεύθερα την περιουσία τους και ειδικότερα να καθορίζουν τους κληρονόμους τους έχει ως συνέπεια την κατάργηση βασικών ελευθεριών και επομένως άγει στο αντίθετο αποτέλεσμα από αυτό που επιδιώχθηκε με την υπογραφή της. Μετά ταύτα, εφόσον Έλληνας πολίτης, μουσουλμάνος το θρήσκευμα, μέλος ή μη της θρησκευτικής μειονότητας της Θράκης, επιλέγει να απευθυνθεί σε συμβολαιογράφο και να ζητήσει τη σύνταξη δημόσιας διαθήκης, υποδηλώνοντας σιωπηρώς την επιθυμία του για μη υπαγωγή του στον ιερό Μουσουλμανικό Νόμο, ασκεί νομίμως το δικαίωμά του να διαθέσει την περιουσία του μετά θάνατον υπό τους ίδιους όρους, όπως και οι υπόλοιποι πολίτες, αποκλείεται η ακύρωση της διαθήκης, η αναγνώριση της ακυρότητας της ή της μη επέλευσης εννόμων συνεπειών από αυτήν ως απαγορευμένης από τον Ιερό Μουσουλμανικό Νόμο, διότι το αντίθετο θα συνιστούσε εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 5 παρ. 2 ν. 1920/1991 και παραβίαση των άρθρων 4 παρ.2, 5 παρ. 1, 2 και 13 παρ. 1 του Συντάγματος όσο και των άρθρων 14 της ΕΣΔΑ και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αυτής». ..
Έτσι που έκρινε το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, δοθέντος ότι εφαρμοστέο δίκαιο για τη ρύθμιση της κληρονομικής διαδοχής του κληρονομούμενου πατέρα και συζύγου των διαδίκων αντίστοιχα, είναι, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, το κληρονομικό δίκαιο του Ιερού Μουσουλμανικού Νόμου, που αποτελεί εσωτερικό δίκαιο και εφαρμόζεται ειδικά για τους έλληνες υπηκόους, μουσουλμάνους στο θρήσκευμα, καθόσον τα κληρονομιαία ακίνητα ανήκουν στην κατηγορία της καθαρής ιδιοκτησίας (μουλκ) και συνεπώς η προσβληθείσα δημόσια διαθήκη θεωρείται ανίσχυρη και δεν παρήγαγε έννομο αποτέλεσμα, αφού το εφαρμοστέο εν προκειμένω Ιερό Μουσουλμανικό Δίκαιο δεν αναγνωρίζει αντίστοιχο θεσμό.
Συνεπώς οι τα αυτά υποστηρίζοντες πρώτος και δεύτερος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων είναι βάσιμοι». (areiospagos.gr)

Αναδημοσίευση από legalnews24.gr

Νοµική βοήθεια σε πολίτες χαµηλού εισοδήµατος: Πρόταση νόμου για διεύρυνση του πεδίου εφαρµογής

Αναπροσαρµογή των κριτηρίων υπαγωγής στο νόµο για την «παροχή νοµικής βοήθειας σε πολίτες χαµηλού εισοδήµατος»

Την αναπροσαρµογή των κριτηρίων υπαγωγής στο νόµο 3226/2004 για την «παροχή νοµικής βοήθειας σε πολίτες χαµηλού εισοδήµατος» και τη διεύρυνση του πεδίου εφαρµογής του, προβλέπει πρόταση νόμου που κατατέθηκε την Παρασκευή στη Βουλή.Σύμφωνα με τον προτείνοντα βουλευτή, Ιωάννη Σαρίδη, σκοπός της πρότασης είναι η αναπροσαρµογή των κριτηρίων υπαγωγής στο δικαίωµα παροχής νοµικής βοήθειας ώστε να διευρυνθεί η δυνατότητα πρόσβασης των πολιτών σε αυτήν.Όπως αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση, σε κρίσιµες εποχές, όπως αυτή που διανύουµε το δικαίωµα για δωρεάν δικαστική συνδροµή είναι βαρύνουσας σηµασίας για όλους τους πολίτες και ιδίως για τους οικονοµικά ασθενέστερους.Σύµφωνα µε τον Νόμο 3226/2004 πολίτες χαµηλού εισοδήµατος, δικαιούχοι νοµικής βοήθειας, είναι εκείνοι των οποίων το ετήσιο οικογενειακό εισόδηµα δεν υπερβαίνει τα δύο τρίτα των κατώτατων ετήσιων ατοµικών αποδοχών που προβλέπει η Εθνική Γενική Συλλογική Σύµβαση Εργασίας.Ο περιορισµός αυτός είναι αναγκαίος ώστε να διασφαλιστεί ότι η βοήθεια της Πολιτείας θα παρέχεται σε εκείνους που την έχουν ανάγκη.Ωστόσο, στην καθηµερινή πρακτική η παροχή δωρεάν νοµικής βοήθειας περιορίζεται σε πολύ µικρό αριθµό πολιτών καθώς ως κριτήριο για τη χορήγησή της λαµβάνεται υπόψη το τεκµαρτό και όχι το πραγµατικό εισόδηµα του πολίτη.

Το εισοδηµατικό κριτήριο του άρθρου 1 του ανωτέρω νόµου χρήζει περαιτέρω διευκρίνισης, καθώς η αοριστία στον προσδιορισµό του εισοδήµατος έχει ως συνέπεια την έκδοση πληθώρας απορριπτικών δικαστικών αποφάσεων εις βάρος πολιτών που έχουν πραγµατική ανάγκη της δωρεάν δικαστικής προστασίας λόγω υπέρβασης του προβλεπόµενου από το νόµο εισοδηµατικού κριτηρίου διότι έτυχε να έχουν στην κυριότητά τους ένα ακίνητο.Όπως επισημαίνεται στην πρόταση νόμου, αυτό αντιβαίνει στον ίδιο το σκοπό του νόµου, καθώς και στις επιταγές του Συντάγµατος και της Ευρωπαϊκής Σύµβασης των Δικαιωµάτων του Ανθρώπου.Σχετικά µε το ύψος του εισοδήµατος για τον χαρακτηρισµό ενός πολίτη ως έχοντος χαµηλό εισόδηµα, προτείνεται να λαµβάνονται υπόψη οι εύλογες δαπάνες διαβίωσης, όπως αυτές υπολογίστηκαν από την Ελληνική Στατιστική Υπηρεσία (ΕΛ.ΣΤΑΤ.) το έτος 2013 ν. 4172/2013) και ανακοινώθηκαν τον Απρίλιο του έτους 2014.Κρίνεται σκόπιµο να λαµβάνεται υπόψη το ετήσιο δηλωθέν οικογενειακό εισόδηµα του τελευταίου έτους αντί αυτού των 3 τελευταίων ετών που προβλέπει ο ανωτέρω νόµος.Διότι κρίσιµο χρονικό σηµείο για να κριθεί ο πολίτης οικονοµικά αδύναµος είναι ο χρόνος υποβολής της αίτησης.Προτείνεται η αναπροσαρµογή του εισοδηµατικού ορίου υπαγωγής στο νόµο από το ποσό των 10.000 ευρώ σε αυτό των 15.000 ευρώ ως ετήσιου καθαρού εισοδήµατος του έγγαµου ή άγαµου µε περισσότερα προστατευόµενα µέλη.

Δέον είναι στους δικαιούχους νοµικής προστασίας, να υπολογίζεται το πραγµατικό δηλωθέν εισόδηµα που έχουν κατά το τελευταίο φορολογικό έτος πριν την υποβολή της αίτησης και όχι το τεκµαρτό οικογενειακό εισόδηµα, προς αποφυγή επικίνδυνου περιορισµού του δικαιώµατος σε µικρή µερίδα πολιτών και προς εκπλήρωση του σκοπού του νόµου που είναι η διασφάλιση της παροχής δικαστικής προστασίας στους οικονοµικά ασθενείς πολίτες.Στους δικαιούχους παροχής νοµικής βοήθειας προτείνεται να περιλαµβάνονται οι άνεργοι ανεξαρτήτως χρονικής διάρκειας της ανεργίας µε βάση το ετήσιο οικογενειακό εισόδηµα του τελευταίου έτους, χωρίς κανέναν άλλον περιορισµό.Επίσης, προτείνεται αναπροσαρµογή του ποσοστού αναπηρίας ως κριτηρίου υπαγωγής στο νόµο από 67% σε 50% διότι τα ποσοστά αναπηρίας µειώθηκαν µε τις νέες διατάξεις του Ιατρικού Κώδικα µε συνέπεια την απώλεια για πλήθος πολιτών παροχών που θα δικαιούνταν, λόγω του χαµηλού ποσοστού αναπηρίας.Ως προς το άρθρο 7 παράγραφος 2 περίπτωση β΄ του ανωτέρω νόµου που αφορά τον κατηγορούµενο, προτείνεται να προβλέπεται διορισµός συνηγόρου για όλα τα πληµµελήµατα ανεξαρτήτως της ποινής φυλάκισης που προβλέπει η εκάστοτε διάταξη νόµου αντί του να τίθεται εκ του νόµου ελάχιστο όριο επιβολής στερητικής της ελευθερίας ποινής τουλάχιστον 6 µηνών ως προϋπόθεση, το ίδιο ισχύει και σε περίπτωση άσκησης ενδίκων µέσων.Τέλος, και στο άρθρο 7 παράγραφος 3 προτείνεται η πρόβλεψη παροχής νοµικής βοήθειας στα θύµατα χωρίς να υπάρχει ο περιορισµός του ορίου της επαπειλούµενης ποινής φυλάκισης 6 µηνών ως προϋπόθεσης της παροχής.

Δείτε αναλυτικά την πρόταση νόμου εδώ

Αναδημοσίευση από lawspot.gr

Ηλεκτρονική καταχώριση τιμολογίων των γραμματίων της Νομικής Βοήθειας από τους δικαιούχους δικηγόρους

Ανακοίνωση με θέμα τη Διασύνδεση των πληροφοριακών συστημάτων της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων και του ΤΑΧΔΙΚ και την Καταχώριση των τιμολογίων των αντίστοιχων γραμμάτιων νομικής βοήθειας από τους δικαιούχους δικηγόρους εξέδωσε το ΤΑΧΔΙΚ. Η ανακοίνωση αναφέρει τα εξής:
«Το ΤΑΧΔΙΚ, σε συνεργασία με τον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών αναπτύσσουν την ηλεκτρονική διασύνδεση των πληροφοριακών τους συστημάτων, έτσι ώστε η υπηρεσία μας να λαμβάνει ηλεκτρονικά τα δεδομένα των γραμματίων νομικής βοήθειας, αλλά και των αντίστοιχων με αυτά τιμολογίων, με στόχο τη μείωση του χρόνου εκκαθάρισης των αμοιβών των δικαιούχων δικηγόρων.
Κατόπιν τούτου, από το νέο δικαστικό έτος 2018-2019, δίνεται η δυνατότητα στους δικηγόρους που παρέχουν υπηρεσίες στο πλαίσιο της Νομικής Βοήθειας να καταχωρίζουν τα στοιχεία των τιμολογίων μέσω της εφαρμογής της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων, που χρησιμοποιείται και για την έκδοση των αντίστοιχων ειδικών γραμματίων.
Σημειώνεται ότι απαραίτητη προϋπόθεση για να λειτουργήσει η ανταλλαγή των δεδομένων μεταξύ των συστημάτων είναι η έκδοση ξεχωριστού τιμολογίου για κάθε εκδοθέν γραμμάτιο νομικής βοήθειας (ένα τιμολόγιο για κάθε ένα γραμμάτιο νομικής βοήθειας) και στη συνέχεια, η καταχώριση των στοιχείων των τιμολογίων στη σχετική εφαρμογή της Ολομέλειας.
Καλούμε τους Δικηγορικούς Συλλόγους να ενημερώσουν τα μέλη τους έτσι ώστε, από την έναρξη του νέου δικαστικού έτους, να εφαρμόσουν τα ως άνω αναφερόμενα για την καλύτερη και ταχύτερη εξυπηρέτησή τους».

Αναδημοσίευση από legalnews24.gr