Προσωπικά δεδομένα: Προσκόμιση ποινικής απόφασης σε πολιτική δίκη (ΑΠ 252/2018)

Άρειος Πάγος: Πότε είναι επιτρεπτή η επίκληση και προσκόμιση ποινικής απόφασης σε αστική υπόθεση;

Μία ενδιαφέρουσα απόφαση αναφορικά με την επίκληση και προσκόμιση αποφάσεων ποινικών δικαστηρίων σε πολιτικές δίκες, την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων από δικηγόρο και άλλα ενδιαφέροντα ζητήματα προστασίας δεδομένων στο πλαίσιο της απονομής δικαιοσύνης, εξέδωσε ο Άρειος Πάγος.Απόσπασμα της απόφασης 252/2018 του Αρείου Πάγου (Α2 Πολιτικό Τμήμα):IV. Επειδή, κατά το άρθρο 1 του ν. 2472/1997 «προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα», που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την οδηγία 95/46 ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24ης.10.1995, αντικείμενο του νόμου αυτού είναι η θέσπιση των προϋποθέσεων για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προς προστασία των δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών των φυσικών προσώπων και ιδίως της ιδιωτικής ζωής. Στο άρθρο 2 του νόμου αυτού ορίζεται ότι για τους σκοπούς του νόμου τούτου νοούνται ως : α) «δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα κάθε είδους πληροφορίες που αναφέρονται στο υποκείμενο των δεδομένων «, β).., γ).., δ) «επεξεργασία κάθε εργασία ή σειρά εργασιών που πραγματοποιείται από το Δημόσιο ή από νομικό πρόσωπο δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο με ή χωρίς τη βοήθεια αυτοματοποιημένων μεθόδων και εφαρμόζονται σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η διατήρηση, η αποθήκευση, η τροποποίηση, η εξαγωγή, η χρήση, η διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλης μορφής διάθεση, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, η διασύνδεση, η δέσμευση (κλείδωμα), η διαγραφή, η καταστροφή», ε) (όπως ήδη αντικαταστάθηκε το εδάφιο αυτό με την § 2 του άρθρου 18 του ν. 3471/2006) «αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα («αρχείο») κάθε διαρθρωμένο σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία είναι προσιτά με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια», στ)…, ζ) «υπεύθυνος επεξεργασίας οποιοσδήποτε καθορίζει το σκοπό και τον τρόπο επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα», η) …, θ) …, ι) «αποδέκτης το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, η δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, στον οποίο ανακοινώνονται ή μεταδίδονται τα δεδομένα, ανεξαρτήτως αν είναι τρίτος ή όχι»….Εξ ετέρου, κατά τη διάταξη του άρθρου 3 § 1 του ανωτέρω νόμου, οι διατάξεις του παρόντος νόμου εφαρμόζονται στην εν όλω ή εν μέρει αυτοματοποιημένη επεξεργασία, καθώς και στη μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία περιλαμβάνονται ή πρόκειται να περιληφθούν στο αρχείο.Σύμφωνα με το άρθρο 5 § 2 ε’ του ίδιου νόμου, «Κατ` εξαίρεση επιτρέπεται η επεξεργασία και χωρίς τη συγκατάθεση, όταν: … ε) Η επεξεργασία είναι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση του έννομου συμφέροντος που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή ο τρίτος ή οι τρίτοι, στους οποίους ανακοινώνονται τα δεδομένα και υπό τον όρο ότι τούτο υπερέχει προφανώς των δικαιωμάτων και συμφερόντων των προσώπων στα οποία αναφέρονται τα δεδομένα και δεν θίγονται οι θεμελιώδεις ελευθερίες αυτών». Τέτοια περίπτωση συνδρομής υπέρτερου εννόμου συμφέροντος συνιστά, ιδίως, η περίπτωση κατά την οποία τα στοιχεία που ζητούνται είναι αναγκαία για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος ενώπιον δικαστηρίου. Το παραπάνω επιχείρημα αντλείται από το άρθρο 7 § 2 γ` του Ν 2472/1997 (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 34 § 1 του Ν. 2915/2001), που αφορά την επεξεργασία ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων, αλλά εφαρμόζεται κατά μείζονα λόγο και στην επεξεργασία απλών προσωπικών δεδομένων, σύμφωνα με το οποίο, «Κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται η συλλογή και η επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων, καθώς και η ίδρυση και λειτουργία σχετικού αρχείου, ύστερα από άδεια της Αρχής, όταν συντρέχουν μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες προϋποθέσεις: … γ) Η επεξεργασία αφορά δεδομένα που δημοσιοποιεί το ίδιο το υποκείμενο ή είναι αναγκαία για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος ενώπιον δικαστηρίου ή πειθαρχικού οργάνου».Προϋπόθεση για τη νόμιμη εφαρμογή της παραπάνω διάταξης είναι ότι τα δεδομένα, των οποίων ζητείται η χορήγηση ή για τα οποία πρόκειται η χρήση, πρέπει να είναι απολύτως αναγκαία και πρόσφορα για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος ενώπιον δικαστηρίου (αρχή της αναγκαιότητας), και δη ενόψει της συγκεκριμένης δίκης που εκκρεμεί. Η αναγκαιότητα δε υφίσταται όταν ο επιδιωκόμενος σκοπός δεν μπορεί να επιτευχθεί με άλλα ηπιότερα μέσα.Τα δεδομένα, επίσης, δεν πρέπει να είναι περισσότερα από όσα είναι απολύτως απαραίτητα για την υπεράσπιση του δικαιώματος (αρχή της αναλογικότητας).Κατά το άρθρο 7Α § 1 περίπτ. ε’ του ίδιου νόμου, ως αντικαταστάθηκε τελικά με το άρθρο 23 § 1 του Ν. 3471/2006, «Ο υπεύθυνος επεξεργασίας απαλλάσσεται από την υποχρέωση γνωστοποίησης του άρθρου 6 και από την υποχρέωση λήψης άδειας του άρθρου 7 του παρόντος νόμου στις ακόλουθες περιπτώσεις: …ε) . Όταν η επεξεργασία γίνεται από δικηγόρους, συμβολαιογράφους, άμισθους υποθηκοφύλακες και δικαστικούς επιμελητές ή εταιρείες των προσώπων αυτών και αφορά στην παροχή νομικών υπηρεσιών προς πελάτες τους, εφόσον ο υπεύθυνος επεξεργασίας και τα μέλη των εταιρειών δεσμεύονται από υποχρέωση απορρήτου που προβλέπει νόμος, και τα δεδομένα δεν διαβιβάζονται ούτε κοινοποιούνται σε τρίτους, εκτός από τις περιπτώσεις που αυτό είναι αναγκαίο και συνδέεται άμεσα με την εκπλήρωση εντολής του πελάτη».

Τέλος, στο άρθρο 22 § 4 του ίδιου Ν. 2472/1997 προβλέπονται ποινικές κυρώσεις, για όποιον χωρίς δικαίωμα επεμβαίνει με οποιονδήποτε τρόπο σε αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή ανακοινώνει ή καθιστά προσιτά τέτοια δεδομένα σε μη δικαιούμενα πρόσωπα, ενώ στη μεν § 1 του άρθρου 23 αυτού με τίτλο «αστική ευθύνη» ορίζεται, ότι «φυσικό ή νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, που κατά παράβαση του παρόντος νόμου προκαλεί περιουσιακή βλάβη, υποχρεούται σε πλήρη αποζημίωση, αν δε προκάλεσε ηθική βλάβη, υποχρεούται σε χρηματική ικανοποίηση. Η ευθύνη υπάρχει και όταν ο υπόχρεος όφειλε να γνωρίζει την πιθανότητα να επέλθει βλάβη σε άλλον», στη δε § 2 ορίζεται ότι η κατά το άρθρο 932 ΑΚ χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης για παράβαση του νόμου τούτου ορίζεται κατ’ ελάχιστο στο ποσό των 2.000.000 δραχμών (ήδη 5.869,40 ευρώ), εκτός αν ζητήθηκε από τον ενάγοντα μικρότερο ποσό ή η παράβαση οφείλεται σε αμέλεια (ΑΠ 476/2009).Ο καθορισμός βέβαια με τη διάταξη αυτή ελάχιστου ποσού χρηματικής ικανοποιήσεως σκοπό έχει να διασφαλίσει την προστασία των πολιτών από ιδιαίτερα έντονες προσβολές της τιμής και της υπολήψεώς τους και εντάσσεται στα μέτρα που λαμβάνει η Πολιτεία, υλοποιώντας την επιβαλλόμενη από το άρθρο 2 § 1 του Συντάγματος υποχρέωσή της για σεβασμό και προστασία της αξίας του ανθρώπου. Όμως, η ρύθμιση αυτή αντιβαίνει στη διάταξη του άρθρου 25 § 1 εδ. δ’ του Συντάγματος και την θεσμοθετούμενη με αυτήν αρχή της αναλογικότητας, καθόσον η καθιέρωση για τον καθορισμό του ελάχιστου ορίου χρηματικής ικανοποιήσεως στο, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ιδιαίτερα σημαντικό ποσό των 2.000.000 δραχμών, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη το είδος και η βαρύτητα της προσβολής, δεν είναι εν στενή έννοια αναλογική, διότι η βλάβη που προκαλείται με την υποχρέωση καταβολής αυτού του χρηματικού ποσού είναι, στις περιπτώσεις ελαφρών εξ απόψεως είδους και βαρύτητας προσβολών, στις οποίες (περιπτώσεις) και αντιστοιχεί το εν λόγω κατώτατο όριο χρηματικής ικανοποιήσεως, δυσανάλογα επαχθέστερη από την επιδιωκόμενη ωφέλεια του σεβασμού και της προστασίας της αξίας του ανθρώπου, η τιμή και η υπόληψη του οποίου προσβλήθηκε.Συνεπώς, η εν λόγω διάταξη ως αντισυνταγματική είναι ανίσχυρη και δεν πρέπει να εφαρμόζεται από το δικαστήριο της ουσίας, με την έννοια του προσδιορισμού στο καθοριζόμενο από αυτήν ποσό χρηματικής ικανοποιήσεως, όχι κρίνοντας αυτήν ως εύλογη, αλλά θεωρώντας ότι δεσμεύεται από την ανωτέρω διάταξη, μολονότι το είδος και η βαρύτητα της προσβολής δε δικαιολογούν τον καθορισμό του εν λόγω ποσού (βλ. Ολ.ΑΠ 6/2011).V. Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561§2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βεροίας, που δίκασε ως εφετείο, προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε τα ακόλουθα, που ενδιαφέρουν την αναιρετική διαδικασία: «ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων έχει την ιδιότητα του δικηγόρου του δικηγορικού συλλόγου …, ενώ είχε διατελέσει … με μεταβιβαζόμενες σε αυτόν αρμοδιότητες -εκτός των άλλων- την … για το σύνολο του ενιαίου Δήμου …,Στις 31-8-2012 κατέθεσε, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, την με αριθμό κατάθεσης …/31-8-2012 προσωπική του αγωγή με αντικείμενο αξίωση για προσβολή της προσωπικότητάς του κατά του Γ. Γ. του Ι., δικάσιμος της οποία ορίσθηκε αρχικά η 5-6-2013. Στη συνέχεια στις 20-3-2013 κατά την εκδίκαση της ποινικής υπόθεσης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης με κατηγορούμενους τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους, ο εναγόμενος διορίσθηκε πληρεξούσιος δικηγόρος του νομίμως παρασταθέντος στην άνω ποινική δίκη ως πολιτικώς ενάγοντος νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία «…». Μετά την εκδίκαση της ως άνω υπόθεσης, εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 2087/2013 απόφαση του ανωτέρω ποινικού Δικαστηρίου, με την οποία οι ενάγοντες κηρύχθηκαν ένοχοι και ειδικότερα ο πρώτος για το αδίκημα της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία από υπαίτιο που μεταχειρίσθηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα και το αντικείμενο της πράξης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, συνολικά ανώτερης των 30.000 ευρώ κατ’ εξακολούθηση και οι λοιποί για το αδίκημα της άμεσης συνέργειας στο ως άνω αδίκημα που τέλεσε ο πρώτος, με αποτέλεσμα να καταδικασθούν ο πρώτος σε ποινή φυλάκισης 4 ετών και οι λοιποί σε ποινή φυλάκισης 2 ετών ο καθένας….Τα στοιχεία που περιέχονται στην ως άνω απόφαση αποτελούν ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα διότι αφορούν ποινικές διώξεις και καταδίκη των εναγόντων, οι οποίοι αποτελούν έτσι το υποκείμενο των δεδομένων που περιλαμβάνονται στην απόφαση αυτή. Επίσης τα ανωτέρω ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα των εναγόντων που περιέχονται στην ανωτέρω απόφαση εντάσσονται-περιλαμβάνονται σε αρχείο προσωπικών δεδομένων, σύμφωνα με την έννοια των διατάξεων των άρθρων 2 εδ ε’ και 3 § 1 του Ν. 2472/ 1997 με αποτέλεσμα να υπάρχει εν προκειμένω και να στοιχειοθετείται η έννοια του αρχείου, που λειτουργεί ως «πύλη» εισόδου στο ρυθμιστικό πεδίο του ανωτέρω νόμου, καθώς τα αρχεία ποινικών αποφάσεων των ποινικών δικαστηρίων αποτελούν διαρθρωμένα σύνολα ευαίσθητων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, προσιτά με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια, εφόσον τηρούνται και είναι προσβάσιμα με συγκεκριμένα κριτήρια ταξινόμησης, βάσει του αύξοντος αριθμού του βιβλίου μηνύσεων, των αποφάσεων και των δικογραφιών και του έτους έκδοσης των αποφάσεων, αλλά και βάσει αλφαβητικού ευρετηρίου των εγκαλουμένων και μηνυομένων, και περιέχουν πληροφορίες σχετικά με ποινικές διώξεις και καταδίκες των φυσικών προσώπων που αφορούν.Κατ’ ακριβολογία, πρόκειται για τμήματα-υποσύνολα ενός συνολικού αρχείου ποινικών αποφάσεων της ελληνικής επικράτειας, που τηρείται στα επιμέρους ποινικά δικαστήρια σε όλη την επικράτεια, με κριτήριο την έδρα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση (βλ. Λεωνίδα Κοτσαλή, καθηγητή Πανεπιστημίου Αθηνών, τακτικού μέλους ΑΠΔΠΧ, Προσωπικά Δεδομένα, ανάλυση-ερμηνεία-εφαρμογή, σελ. 68, όπου χαρακτηριστικά αναφέρεται ότι με την εκδίκαση της υπόθεσης και την έκδοση της απόφασης δεδομένο που εμπεριέχεται σε αρχείο συνιστά κατά την έννοια του Ν. 2472/1997 και η εκδοθείσα απόφαση).Στη συνέχεια ο εναγόμενος με την ιδιότητα του συνηγόρου πολιτικής αγωγής νομίμως, σύμφωνα με τα όσα ορίζει το άρθρο 147 ΚΠΔ, ζήτησε για λογαριασμό του εντολέα του … και του χορηγήθηκε φωτοαντίγραφο της εν λόγω απόφασης από το διαρθρωμένο αρχείο του Εφετείου Θεσσαλονίκης.Με βάση τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι, αρχικά, ο εναγόμενος νομίμως, κατά τη διάταξη του άρθρου 7Α του Ν. 2472/1997 σε συνδυασμό με την διάταξη του άρθρου 147 ΚΠΔ, ζήτησε και έλαβε αντίγραφο της ανωτέρω ποινικής απόφασης, καθώς ενήργησε ασκώντας τα δικηγορικά του καθήκοντα και εκπροσωπώντας τον εντολέα του και ως εκ τούτου στην περίπτωση αυτή, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη (7Α περ. ε’), ο υπεύθυνος επεξεργασίας απαλλάσσεται από την υποχρέωση γνωστοποίησης του άρθρου 6 και την υποχρέωση λήψης άδειας του άρθρου 7 σε συνδυασμό με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 147 ΚΠΔ, καθώς επρόκειτο για επεξεργασία που έγινε από αυτόν ως δικηγόρο και αφορούσε στην παροχή νομικών υπηρεσιών προς τον πελάτη εντολέα του.Εξάλλου αυτός, ως υπεύθυνος επεξεργασίας, δεσμευόταν από την υποχρέωση απορρήτου που προβλέπει ο νόμος, έτσι ώστε τα δεδομένα αυτά να μην είναι επιτρεπτό να διαβιβασθούν ούτε να κοινοποιηθούν σε τρίτους, εκτός από τις περιπτώσεις που αυτό ήταν αναγκαίο και συνδεόταν άμεσα με την εκπλήρωση της εντολής του πελάτη του. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 7Α § 1 περ. ε’ του Ν. 2472/1997, η απαλλαγή από την υποχρέωση γνωστοποίησης και λήψης άδειας ίσχυε μόνο για την κάθε περαιτέρω επεξεργασία των δεδομένων του αρχείου που θα επιχειρούσε ο εναγόμενος και θα αφορούσε στην παροχή νομικών υπηρεσιών προς τους πελάτες του, καθώς αυτός δεσμευόταν από την υποχρέωση απορρήτου που προβλέπει ο νόμος με την υποχρέωση να μη διαβιβάζει ούτε να κοινοποιεί τα δεδομένα σε τρίτους, παρά μόνο στις περιπτώσεις που αυτό θα ήταν αναγκαίο και θα συνδεόταν άμεσα με την εκπλήρωση της εντολής του πελάτη-εντολέα του. Από την ανωτέρω παραδοχή συνάγεται ότι η ως άνω απόφαση που περιείχε τα ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα των εναγόντων θα μπορούσε να τύχει περαιτέρω επεξεργασίας από τον εναγόμενο με βάση την ανωτέρω εξαίρεση από την υποχρέωση λήψη άδειας της αρχής που προβλέπεται την διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του Ν. 2472/1997, μόνο αν αυτός έπαιρνε σχετική εντολή από τον πελάτη του (εν προκειμένω από τον …) και μόνο προς εκπλήρωση αυτής της εντολής, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί σε τυχόν προκύπτουσα διαφορά μεταξύ του εντολέα του και των εναγόντων και μόνο αν η ενέργεια αυτή ήταν αναγκαία και πρόσφορη προς επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού, ήτοι προς επίτευξη του σκοπού για τον οποίο έγινε η αρχική της λήψη και η συλλογή των ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων των εναγόντων (…)Προσέτι, αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος, ενόψει της συζήτησης της παραπάνω με αριθμό κατάθεσης …/2012 προσωπικής αγωγής του σε βάρος του Γ. Γ., που είχε ως αντικείμενο την αξίωσή του για επιδίκαση σε αυτόν χρηματικής ικανοποίησης λόγω διάδοσης ψευδών για το πρόσωπό του πραγματικών περιστατικών από αυτόν σε βάρος του, με την επίκληση μεταξύ άλλων ότι ο εναγόμενος είχε επισκεφθεί τον … προκειμένου να επηρεάσει το αποτέλεσμα των επικείμενων εκλογών, κατέθεσε στις 2-4-2014 προτάσεις ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας και στη συνέχεια την από 7-4-2014 προσθήκη-αντίκρουσή του κατά των προτάσεων του αντιδίκου του, με τις οποίες έκανε επίκληση της ανωτέρω απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, την οποία και προσκόμισε ενώπιον του δικάζοντος ως άνω Δικαστηρίου, ήτοι την προσκόμισε και τη χρησιμοποίησε ως αποδεικτικό μέσο.Η επίκληση και προσκόμιση της ανωτέρω απόφασης στην παραπάνω αστική υπόθεση αποτελεί επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, η οποία είναι ανεπίτρεπτη, αφού παραβιάστηκε η διάταξη του άρθρου 7 του Ν. 2472/1997, ενόψει του ότι αυτή πραγματοποιήθηκε χωρίς άδεια της αρχής και χωρίς την συνδρομή κάποιας από τις ουσιαστικές προϋποθέσεις επιτρεπτής επεξεργασίας που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2, καθώς δεν ίσχυε εν προκειμένω η απαλλαγή που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 7Α του ίδιου νόμου, διότι η επεξεργασία αυτή, ήτοι η διαβίβαση και κοινοποίηση της απόφασης σε τρίτα πρόσωπα και δη στο Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας και στον γραμματέα της έδρας, αποτελεί επεξεργασία που δεν ήταν αναγκαία και δεν συνδεόταν άμεσα με την εκπλήρωση της εντολής του πελάτη του, αφορούσε δε προσωπικής φύσης υπόθεση του εναγομένου με τρίτο πρόσωπο και όχι τους ενάγοντες.Ο εναγόμενος ισχυρίζεται…, ότι προέβη στην ανωτέρω ενέργεια, διότι η ανωτέρω απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης αποτελούσε αναγκαίο αποδεικτικό μέσο στην πολιτική δίκη που την προσκόμισε, έχοντας έννομο συμφέρον και ειδικότερα προκειμένου να αποδείξει με την προσκόμισή της ότι ο … αντιμετώπιζε προβλήματα διοίκησης και διαχείρισης, με συνέπεια να καθίσταται αναγκαία η επίσκεψη του εναγομένου στα γραφεία του νομικού προσώπου για τη διενέργεια ελέγχου, αντικρούοντας με τον τρόπο αυτό τον ισχυρισμό του αντιδίκου του ότι η επίσκεψη του εναγομένου στα γραφεία του νομικού προσώπου είχε σα σκοπό τον επηρεασμό του αποτελέσματος στις επικείμενες εκλογές του οργανισμού.Πλην όμως ο ισχυρισμός αυτός, ως αρνητικός των θεμελιωτικών περιστατικών της ιστορικής βάσης της αγωγής, είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, αφενός διότι σύμφωνα με τα προαναφερθέντα όταν πρόκειται για επεξεργασία ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων ο λόγος εξαίρεσης που προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 7 § 2γ, δηλαδή η άρση της απαγόρευσης επεξεργασίας όταν υφίσταται αναγκαιότητα για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος ενώπιον δικαστηρίου (και ενόψει ότι εν προκειμένω δεν ίσχυε η απαλλαγή του άρθρου 7, καθώς δεν επρόκειτο για δίκη του εντολέα του με τους ενάγοντες), τίθεται με τη σωρευτική προϋπόθεση της άδειας της αρχής, δηλαδή η απαγόρευση αίρεται εφόσον συντρέχει ο ανωτέρω λόγος μετά από προηγούμενη άδεια της αρχής και αφετέρου διότι σε κάθε περίπτωση δεν συνέτρεχε στην προκειμένη περίπτωση και ο ουσιαστικός αυτός λόγος επιτρεπτού της επεξεργασίας, διότι όπως αποδείχθηκε η προσκόμιση της ανωτέρω απόφασης δεν ήταν αναγκαία σύμφωνα με τις αρχές της προσφορότητας και αναγκαιότητας…, για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος του ενάγοντος ενώπιον του αστικού δικαστηρίου και την απόδειξη του ανωτέρω αγωγικού ισχυρισμού του. Και τούτο διότι η ανωτέρω αγωγή στο αστικό δικαστήριο του εναγομένου, είχε αντικείμενο διαφορετικό, που δεν είχε άμεση σχέση με το γεγονός για το οποίο εκδόθηκε η ανωτέρω ποινική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, επομένως τα ανωτέρω ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα που εμπεριείχοντο στην προσκομισθείσα από τον ενάγοντα ποινική απόφαση ήταν διαφορετικά των περιστατικών που έπρεπε να αποδειχθούν στην ανωτέρω αγωγή, με αποτέλεσμα να μην είναι απολύτως αναγκαία και πρόσφορα (…) να στηρίξουν το δικαίωμα του ενάγοντος, αφού αφορούσαν υπόθεση που είχε διαφορετικό αντικείμενο από το αντικείμενο της τότε κρινομένης αλλά και μη συναφές και μη συναπτόμενο με την τελευταία κατά τις περιστάσεις χρόνου, τόπου και λοιπών περιστατικών.

Άλλωστε, η επίκληση της ανωτέρω ποινικής απόφασης και η προσκόμιση της στην ανωτέρω πολιτική δίκη δεν αποτελούσε απολύτως αναγκαίο και πρόσφορο αποδεικτικό μέσο, καθώς ο εναγόμενος και ενάγων στην αγωγή εκείνη, ως …, ήταν αποκλειστικά υπεύθυνος για την … στο σύνολο του Ενιαίου Δήμου …, άρα και του … και επομένως οι επισκέψεις του στα γραφεία του … και οι έλεγχοι που διενεργούσε δικαιολογούνταν και μόνον από την ιδιότητά του αυτή, ενώ η απόδειξη του ανωτέρω ισχυρισμού του στην ανωτέρω πολιτική δίκη μπορούσε να αποδειχθεί και με άλλα ηπιότερα αποδεικτικά μέσα, όπως με επίκληση σχετικών εγγράφων του Δήμου … αλλά και με μάρτυρες. Για τον ίδιο ακριβώς λόγο δεν μπορεί να κριθεί πειστικός ο ισχυρισμός, με τον οποίο ο ενάγων ισχυρίζεται ότι δεν φέρει υπαιτιότητα για την ανωτέρω ενέργεια, προβάλλοντας ότι είχε την πεποίθηση ότι ενεργεί νόμιμα, καθώς αυτός λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας όφειλε και μπορούσε να προβλέψει ότι από την προσκόμιση της ανωτέρω καταδικαστικής απόφασης ενώπιον του προαναφερθέντος δικαστηρίου και με την επίκληση αυτής ως αποδεικτικού στοιχείου σε δίκη με τρίτο πρόσωπο και όχι τους ενάγοντες, που δεν αφορούσε την εκπλήρωση εντολής του πελάτη εντολέα του και με αντικείμενο που δεν σχετιζόταν ως προς πραγματικά περιστατικά με αυτά που αφορούσαν τα ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα των εναγόντων, προς απόδειξη του επικαλούμενου ισχυρισμού του και χωρίς τις διατυπώσεις του άρθρου 7 του Ν. 2472/1997, ήταν ενδεχόμενη η δυνατότητα πρόκλησης ηθικής βλάβης των εναγομένων, γεγονός το οποίο και αποδέχθηκε ως αναγκαία συνέπεια της πράξης του (…).Επομένως, από τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά αποδείχθηκε ότι συντρέχουν εν προκειμένω όλες οι προϋποθέσεις για την στοιχειοθέτηση της αστικής εκ του άρθρου 23 του Ν. 2472/1997 ευθύνης σε βάρος του ενάγοντος και ειδικότερα: α) συμπεριφορά που παραβιάζει τις προαναφερθείσες διατάξεις του Ν. 2472/1997, ήτοι παράνομη και δη μη αυτοποιημένη επεξεργασία των ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων των εναγόντων που εντάσσονται σε αρχείο, β) στοιχειοθέτηση της έννοιας του αρχείου που λειτουργεί ως «πύλη» εισόδου στο ρυθμιστικό πεδίο του ανωτέρω νόμου και στα οποία εντάσσονται τα προσωπικά δεδομένα των εναγόντων, καθώς σύμφωνα με τις παραδοχές της προηγηθείσας οικείας νομικής σκέψης, τα αρχεία ποινικών αποφάσεων των ποινικών δικαστηρίων αποτελούν διαρθρωμένα σύνολα ευαίσθητων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, ενώ το γεγονός ότι αρχικά ο ενάγων προέβη σε νόμιμη λήψη της απόφασης που εμπεριείχε τα ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα των εναγόντων δεν αναιρεί την αστική ευθύνη του εκ της διάταξης του άρθρου 23 του Ν. 2472/1997 για την μετέπειτα χρήση και επεξεργασία αυτής που πραγματοποιήθηκε χωρίς τις προβλεπόμενες εκ του άρθρου 7 διατυπώσεις, οι οποίες στη διάταξη του άρθρου 7 τίθενται τόσο για τη συλλογή όσο και για κάθε επεξεργασία. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός του ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος ότι είχε λάβει χώρα ευρεία δημοσιοποίηση της υπ’ αριθμ. 2087/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης με αποτέλεσμα καταχρηστικά να ασκείται εν προκειμένω το δικαίωμα των εναγόντων με την υπό κρίση αγωγή είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφενός διότι το επικαλούμενο γεγονός ότι γνώριζαν για αυτή τα μέλη του … και το ότι είχε προσκομισθεί αυτή και στα πλαίσια άλλων δικών, αφενός δεν καθιστά ευρεία τη δημοσιοποίησή της, και αφετέρου διότι ο νόμος ρητά αναφέρει στο άρθρο 2 αυτού ότι οι ποινικές διώξεις και καταδίκες αποτελούν ευαίσθητα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, για την επεξεργασία των οποίων θέτει τις αναγκαίες προϋποθέσεις, ενώ η ένταξη των σχετικών με ποινικές διώξεις ή καταδίκες δεδομένων στην κατηγορία των ευαίσθητων δεν βρίσκεται σε αντίθεση με την συνταγματική αρχή της δημοσιότητας των δικαστικών αποφάσεων (άρθρο 93 παρ. 3 Σ.), ήτοι η δημοσιότητα των δικαστικών αποφάσεων δεν αναιρεί την προστασία που παρέχεται με τον ανωτέρω νόμο, ενώ περαιτέρω η συνταγματική αρμοδιότητα των ποινικών δικαστηρίων να απαγγέλλουν τις αποφάσεις τους σε δημόσια συνεδρίαση δεν θίγεται από την απαγόρευση της επεξεργασίας των ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων. Μετά ταύτα το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε την προβληθείσα ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος που στηριζόταν στον ισχυρισμό αυτό, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και δεν έσφαλε (…).Εξάλλου, ο ενάγων με την ανωτέρω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του ήτοι τη χωρίς δικαίωμα διαβίβαση, μετάδοση και ανακοίνωση των ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων των εναγομένων σε τρίτα πρόσωπα (ήτοι στο Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας και τον γραμματέα της έδρας) προσέβαλε την προσωπικότητα των εναγόντων ως προς την έκφανση της πληροφοριακής αυτοδιάθεσης και του απορρήτου της ιδιωτικής ζωής τους, ήτοι κατ’ επέκταση την ιδιωτικότητά τους, που αποτελούν στοιχεία της προσωπικότητάς τους, γεγονός που επέφερε διατάραξη της ψυχικής τους ηρεμίας. Εξάλλου, η διατάραξη της ψυχικής ηρεμίας των εναγόντων επήλθε από την παράνομη ως άνω επεξεργασία, χρήση και ανακοίνωση των ευαίσθητων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα αυτών και δεν θα επερχόταν αν ο ενάγων δεν προέβαινε στην ενέργειά του αυτή.Επομένως, οι ενάγοντες από την ανωτέρω, παράνομη και υπαίτια προσβολή των προσωπικών τους δεδομένων δικαιούνται χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστησαν, ενόψει του ότι συντρέχει εν προκειμένω και το στοιχείο του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της παράνομης και υπαίτιας ενέργειας και της επελθούσας ηθικής βλάβης. Άλλωστε, για την επιδίκαση της ηθικής βλάβης κατά τη διάταξη του άρθρου 23 του Ν. 2472/1997, δεν απαιτείται πέραν από την απόδειξη της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς που αντιβαίνει στις διατάξεις του ανωτέρω νόμου να γίνει επίκληση και να αποδειχθεί και περαιτέρω επίπτωση της παράνομης επεξεργασίας των δεδομένων και σε άλλα επί μέρους στοιχεία είτε στην περιουσία των εναγόντων είτε και σε άλλες προστατευόμενες εκδηλώσεις της προσωπικότητας, όπως η τιμή και η υπόληψη, κλπ, ενόψει του ότι με την απόδειξη της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς ουσιαστικά αποδεικνύεται και η ηθική βλάβη, καθώς η παράνομη συμπεριφορά που αντιβαίνει στις διατάξεις του ανωτέρω νόμου συνιστά προσβολή της προσωπικότητας, αφού προσβάλλεται το υποκείμενο ως προς την έκφανση της πληροφοριακής αυτοδιάθεσης και του απορρήτου της ιδιωτικής ζωής του».Με τις παραδοχές αυτές το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε όλους τους λόγους εφέσεως του αναιρεσείοντος, πλην αυτού που έπληττε την πρωτόδικη απόφαση ως προς το εύλογο του χρηματικού ποσού (6.000 €) που επιδίκαζε προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης των εναγόντων, τον οποίο έκανε δεκτό και, εξαφανίζοντας την απόφαση, επιδίκασε μικρότερο χρηματικό ποσό (3.500 €) σε καθένα από τους αναιρεσίβλητους.

Δείτε αναλυτικά την απόφαση 252/2018 στο areiospagos.gr

Αναδημοσίευση από lawspot.gr

Καταργείται το άρθρο 407 του Ποινικού Κώδικα για την επαιτεία

Την κατάργηση του άρθρου 407 του Ποινικού Κώδικα σχετικά με την επαιτεία προβλέπει, μεταξύ άλλων το σχέδιο νόμου για το Πόθεν Έσχες (άρθρο 23) που ψηφίστηκε πριν λίγες μέρες στη Βουλή.Σύμφωνα με το άρθρο 407 του Ποινικού Κώδικα, όποιος επαιτεί από φυγοπονία ή φιλοχρηματία ή κατά συνήθεια τιμωρείται με κράτηση έως έξι (6) μήνες ή με πρόστιμο έως τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ. H χρηματική ποινή μπορεί να επιβληθεί και μαζί με την ποινή της κράτησης.Η τροπολογία με την οποία προτάθηκε η κατάργηση του εν λόγω άρθρου ήρθε μετά τις έντονες αντιδράσεις μουσικών του δρόμου και καλλιτεχνών με αφορμή την πρόσφατη προσαγωγή μουσικού στη Θεσσαλονίκη.Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση της σχετικής τροπολογίας , «το αδίκημα της επαιτείας ανήκει στην κατηγορία των ψευδοαδικημάτων, καθώς κανένα έννομο αγαθό δεν προσβάλλεται από την πράξη αυτή.Ήδη ο αείμνηστος καθηγητής Ι. Μανωλεδάκης υποστήριζε ότι πρόκειται για παρέκκλιση από το ισχύον στη χώρα μας φιλελεύθερο ποινικό σύστημα, το οποίο προϋποθέτει για το αξιόποινο άδικες (προσβλητικές) πράξεις. Η αναφορά των όρων «φυγοπονία, φιλοχρηματία, κατά συνήθεια» στο άρθρο 407 του Ποινικού Κώδικα καθιστά όντως φανερή την ποινικοποίηση της σκέψης και του φρονήματος και όχι της άδικης πράξης.Για τους λόγους αυτούς και λαμβάνοντας υπόψη, ότι τον τελευταίο καιρό γίνεται συχνή εφαρμογή της συγκεκριμένης απαρχαιωμένης ρύθμισης με την προσαγωγή και ενίοτε σύλληψη καλλιτεχνών, κυρίως μουσικών του δρόμου από κεντρικά σημεία των μεγάλων αστικών κέντρων, προτείνουμε την κατάργηση του άρθρου 407 του Ποινικού Κώδικα».Να σημειωθεί ότι ο σχετικός νόμος δεν έχει δημοσιευθεί ακόμα στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, προκειμένου να αποκτήσει τυπική ισχύ.

Αναδημοσίευση από lawspot.gr

Μπορούν οι στρατιωτικές αναφορές να προστατευθούν ως έργα πνευματικής ιδιοκτησίας;

Aναφορές με πληροφορίες ευαίσθητες για την κρατική ασφάλεια και προστασία πνευματικής ιδιοκτησίας (Γεν. Εισαγγελέας ΔΕΕ)

Επιμέλεια: Γεώργιος Π. Κανέλλος Στις δημοσιευθείσες την Πέμπτη, 25-10-2018 προτάσεις του ο νέος πρώτος γενικός εισαγγελέας ΔΕΕ Maciej Szpunar προτείνει στο Δικαστήριο να αποφανθεί ότι μία απλή στρατιωτική αναφορά δεν απολαύει της προστασίας του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας βάσει των ενωσιακών διατάξεων περί πνευματικής ιδιοκτησίας και ειδικότερα της οδηγίας 2001/29/ΕΚ, για την εναρµόνιση ορισµένων πτυχών του δικαιώµατος του δηµιουργού και συγγενικών δικαιωµάτων στην κοινωνία της πληροφορίας.Επιπλέον, ο γεν. εισαγγελέας Szpunar επισημαίνει ότι, πρώτον, μία τέτοια αναφορά δεν πληροί τις προϋποθέσεις για να προστατευθεί ως έργο πνευματικής ιδιοκτησίας και, δεύτερον, σε περίπτωση που απολάμβανε τέτοιας προστασίας, το γεγονός αυτό θα συνιστούσε αδικαιολόγητο περιορισμό της ελευθερίας της έκφρασης.Ιστορικό της υπόθεσηςΓια λογαριασμό της Bundesrepublik Deutschland (Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας), καταρτίζεται μια εβδομαδιαία αναφορά για τις τυχόν επεμβάσεις των Bundeswehr (ομοσπονδιακών ενόπλων δυνάμεων, Γερμανία) στην αλλοδαπή και τις εξελίξεις στην εκάστοτε ζώνη επιχειρήσεων. Οι αναφορές αυτές, υπό την ονομασία «Unterrichtung des Parlaments» (προς ενημέρωση του Κοινοβουλίου, ή αλλιώς «UdP»), αποστέλλονται σε ορισμένους βουλευτές του Bundestag (Ομοσπονδιακού Κοινοβουλίου, Γερμανία), σε μονάδες του Bundesministerium der Verteidigung (Ομοσπονδιακού Υπουργείου Άμυνας, Γερμανία) και σε άλλα ομοσπονδιακά υπουργεία, καθώς και σε ορισμένες υπηρεσίες υπαγόμενες στο Ομοσπονδιακό Υπουργείο Άμυνας. Οι UdP χαρακτηρίζονται ως «διαβαθμισμένα έγγραφα – Περιορισμένη πρόσβαση», που είναι ο χαμηλότερος βαθμός εμπιστευτικότητας. Παράλληλα, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δημοσιεύει συνοπτική εκδοχή των UdP υπό την ονομασία «Unterrichtung der Öffentlichkeit» (προς ενημέρωση του κοινού, ή αλλιώς «UdÖ»).Η Funke Medien NRW, εταιρία που διέπεται από το γερμανικό δίκαιο, έχει την εκμετάλλευση της διαδικτυακής πύλης της καθημερινής εφημερίδας Westdeutsche Allgemeine Zeitung. Στις 27 Σεπτεμβρίου 2012 ζήτησε πρόσβαση στο σύνολο των UdP που είχαν συνταχθεί κατά την περίοδο από 1ης Σεπτεμβρίου 2001 έως 26 Σεπτεμβρίου 2012. Η αίτηση αυτή απορρίφθηκε με την αιτιολογία ότι η δημοσιοποίηση των πληροφοριών αυτών θα μπορούσε να έχει ιδιαιτέρως αρνητικές συνέπειες για τα ευαίσθητα, από απόψεως εθνικής ασφαλείας, συμφέροντα των ομοσπονδιακών ενόπλων δυνάμεων. Πλην όμως, η Funke Medien NRW απέκτησε, με άγνωστο τρόπο, μεγάλο μέρος των UdP και δημοσιοποίησε πολλά από αυτά υπό την ονομασία «Afghanistan-Papiere» (έγγραφα για το Αφγανιστάν).Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δεν ζήτησε την άσκηση ποινικής δίωξης για τη δημοσίευση εμπιστευτικών πληροφοριών, εκτιμώντας ότι η απειλή για την εθνική ασφάλεια που προέκυψε από τη δημοσίευση των εγγράφων δεν ήταν τέτοιου βαθμού ώστε να δικαιολογηθεί επέμβαση στην ελευθερία της έκφρασης και στην ελευθερία του Τύπου.Ωστόσο, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, θεωρώντας ότι η Funke Medien NRW είχε προσβάλει το δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας της επί των σχετικών στρατιωτικών αναφορών, άσκησε σε βάρος της αγωγή παραλείψεως ενώπιον των γερμανικών δικαστηρίων. Υπό τις συνθήκες αυτές, το Bundesgerichtshof (Ανώτατο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο) ζητεί από το Δικαστήριο να ερμηνεύσει το δίκαιο της ΕΕ περί πνευματικής ιδιοκτησίας, και συγκεκριμένα υπό το φως του θεμελιώδους δικαιώματος της ελευθερίας της έκφρασης, όπως αυτό κατοχυρώνεται στο άρθρο 11 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων ΕΕ.Προτάσεις του γεν. εισαγγελέαΜε τις προτάσεις του, ο γενικός εισαγγελέας Maciej Szpunar υποστηρίζει ότι απλές στρατιωτικές αναφορές, όπως οι επίμαχες στην υπόθεση εν προκειμένω, δεν μπορούν να προστατευθούν βάσει του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας, όπως έχει εναρμονιστεί στο δίκαιο της Ένωσης. Ο γενικός εισαγγελέας εκφράζει τις επιφυλάξεις του σχετικά με τον χαρακτηρισμό των εν λόγω αναφορών ως έργων άξιων προστασίας βάσει του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας. Παρατηρεί συγκεκριμένα ότι πρόκειται για έγγραφα αμιγώς πληροφοριακού χαρακτήρα, τα οποία συντάσσονται με τρόπο απολύτως ουδέτερο και τυποποιημένο, αναφέροντας με ακρίβεια τα γεγονότα ή ενημερώνοντας ότι κανένα ενδιαφέρον γεγονός δεν έχει συμβεί. Τέτοιες «ακατέργαστες» πληροφορίες, δηλαδή πληροφορίες που παρουσιάζονται ως έχουν, αποκλείονται από το πεδίο προστασίας του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας, το οποίο δεν προστατεύει τις ιδέες αλλά τη μορφή με την οποία αυτή εκφράζονται. Οι ίδιες οι ιδέες (συμπεριλαμβανομένων και των «ακατέργαστων» πληροφοριών), αποσυνδεδεμένες από το έργο, μπορούν ως εκ τούτου να αναπαράγονται και να παρουσιάζονται ελεύθερα.Εν τέλει, ο χαρακτηρισμός των επίδικων εγγράφων ως «έργων» καλυπτόμενων από το δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας, όπως έχει εναρμονιστεί στο δίκαιο της Ένωσης, απόκειται αποκλειστικώς στα εθνικά δικαστήρια. Ο γενικός εισαγγελέας διατυπώνει την άποψη ότι τα υποβληθέντα προς το Δικαστήριο προδικαστικά ερωτήματα στην υπό κρίση υπόθεση είναι απαράδεκτα ως υποθετικά, καθόσον βασίζονται σε μια παραδοχή η οποία δεν έχει ελεγχθεί από το αιτούν δικαστήριο.Για την περίπτωση που το Δικαστήριο δεν δεχθεί την πρότασή του αυτή, ο γενικός εισαγγελέας εξετάζει περαιτέρω το ερώτημα κατά πόσον το δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας ενός κράτους μέλους αποτελεί λόγο στον οποίο μπορεί να στηριχθεί το κράτος μέλος αυτό προκειμένου να δικαιολογήσει τον περιορισμό του θεμελιώδους δικαιώματος της ελευθερίας της έκφρασης. Κατά την άποψή του, η απάντηση στο ερώτημα αυτό θα πρέπει να είναι αρνητική. Επισημαίνει ότι η προστασία του εμπιστευτικού χαρακτήρα ορισμένων πληροφοριών με σκοπό τη διαφύλαξη της εθνικής ασφάλειας αποτελεί θεμιτό λόγο περιορισμού της ελευθερίας της έκφρασης.Ωστόσο, η διαφορά της κύριας δίκης αφορά την προστασία των επίμαχων εγγράφων όχι ως εμπιστευτικών πληροφοριών, αλλά ως αντικειμένων πνευματικής ιδιοκτησίας.Παρόλο που το κράτος μπορεί να απολαύει του αστικού δικαιώματος της ιδιοκτησίας, συμπεριλαμβανομένης της πνευματικής ιδιοκτησίας, δεν επιτρέπεται να επικαλείται το θεμελιώδες δικαίωμα της ιδιοκτησίας με σκοπό τον περιορισμό ενός άλλου θεμελιώδους δικαιώματος όπως η ελευθερία της έκφρασης. Το κράτος δεν είναι δικαιούχος των θεμελιωδών δικαιωμάτων αλλά υπόχρεο, όσον αφορά την τήρησή τους.Επιπλέον, η προστασία στρατιωτικών αναφορών βάσει του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας δεν φαίνεται να είναι αναγκαία.Μοναδικός στόχος της αγωγής που άσκησε η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας στην υπόθεση της κύριας δίκης ήταν η προστασία του εμπιστευτικού χαρακτήρα, όχι του συνόλου των επίδικων εγγράφων, δεδομένου ότι μια εκδοχή αυτών έχει δημοσιευθεί υπό τη μορφή των UdÖ, αλλά μόνον ορισμένων πληροφοριών που θεωρούνται ευαίσθητες. Ωστόσο, αυτό ουδόλως εμπίπτει στους σκοπούς του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας. Το δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας χρησιμοποιείται, συνεπώς, εν προκειμένω ως νομικό άλλοθι για την επιδίωξη στόχων που είναι εντελώς ξένοι προς αυτό.Πρόσθετα, ο περιορισμός της ελευθερίας της έκφρασης τον οποίο συνεπάγεται η προστασία των επίμαχων εγγράφων βάσει του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας, όχι μόνο δεν είναι αναγκαίος σε μια δημοκρατική κοινωνία, αλλά θα ήταν εξαιρετικά επιβλαβής για αυτήν. Μια από τις σημαντικότερες διαστάσεις της ελευθερίας έκφρασης και της συνιστώσας της, της ελευθερίας του Τύπου, είναι ο έλεγχος της δημόσιας εξουσίας εκ μέρους των πολιτών, στοιχείο που είναι αναγκαίο σε όλες τις δημοκρατικές κοινωνίες. Ο έλεγχος όμως αυτός μπορεί να ασκείται, μεταξύ άλλων, διά της δημοσιοποιήσεως ορισμένων πληροφοριών ή ορισμένων εγγράφων, των οποίων το περιεχόμενο ή ακόμη και την ύπαρξη (ή την ανυπαρξία) η δημόσια εξουσία θα επιθυμούσε να αποκρύψει.Ορισμένες πληροφορίες θα πρέπει ασφαλώς να παραμένουν απόρρητες, ακόμη και σε μια δημοκρατική κοινωνία, αν η διάδοσή τους συνιστά απειλή για τα ζωτικά συμφέροντα του κράτους και, κατά συνέπεια, και της ίδιας της κοινωνίας.Πρέπει επομένως να διαβαθμίζονται και να προστατεύονται σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπονται προς το σκοπό αυτό, η εφαρμογή των οποίων θα υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο. Ωστόσο, εκτός των διαδικασιών αυτών ή όταν το ίδιο το κράτος παραιτείται από την εφαρμογή τους, δεν είναι δυνατόν να του παρέχεται η δυνατότητα επικλήσεως του δικαιώματός του ως δημιουργού επί οποιουδήποτε εγγράφου με σκοπό την παρεμπόδιση του δημοσίου ελέγχου επί των δραστηριοτήτων του.Υπενθυμίζεται ότι οι προτάσεις του γενικού εισαγγελέα δεν δεσμεύουν το Δικαστήριο. Έργο του γενικού εισαγγελέα είναι να προτείνει στο Δικαστήριο, με πλήρη ανεξαρτησία, νομική λύση για την υπόθεση που του έχει ανατεθεί. Η υπόθεση τελεί υπό διάσκεψη στο Δικαστήριο, ενώ η απόφαση θα εκδοθεί αργότερα.Το πλήρες κείμενο των προτάσεων δημοσιεύεται στα γαλλικά στον ιστότοπο CURIA

Αναδημοσίευση από lawspot.gr

«White Collar Crimes» ή αλλιώς εγκλήματα λευκού κολάρου (Του Καραμέτου Κ. Γεωργίου)

Τα τελευταία χρόνια στο χώρο της δικαιοσύνης έχει παρατηρηθεί μία αύξηση στις οικονομικές υποθέσεις, στις οποίες πρωταγωνιστικό ρόλο έχουν υψηλά ιστάμενα πρόσωπα του πολιτικού γίγνεσθαι της χώρας. Υποθέσεις που για χρόνια έμεναν θαμμένες, βγήκαν ξαφνικά στο προσκήνιο. Πρόκειται για οικονομικά εγκλήματα τα οποία τελέστηκαν από ισχυρούς οικονομικά και πολιτικά παράγοντες με μοναδικό σκοπό την αύξηση της περιουσίας τους, εις βάρος της κοινωνίας.
Τα οικονομικά εγκλήματα τελούνται εδώ και αιώνες από τα υψηλότερα κοινωνικά στρώματα και έχουν χαρακτηριστεί ως «εγκλήματα του λευκού περιλαιμίου ή αλλιώς εγκλήματα λευκού κολάρου» (whitecollarcrimes). Η συγκεκριμένη ορολογία χρησιμοποιείται από τους νομικούς και προέρχεται από την ενδυματολογία του 19ου και του 20ου αιώνα όπου στις δυτικές χώρες, τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα και οι υψηλά αμειβόμενοι εργαζόμενοι, φορούσαν λευκό κολάρο σε αντίθεση με τους εργάτες της κατώτερης κοινωνικής τάξης με μπλε κολάρο, έτσι ώστε να είμαι εμφανής η διαφορά στην κοινωνική τάξη. Μόνο όταν ήρθε η βιομηχανική επανάσταση άρχισε να εκλείπει το συγκεκριμένο φαινόμενο χωρίς βέβαια να εξαφανιστούν οι διακρίσεις.
Η πιο εκφραστική συμπύκνωση της ταξικής τύφλωσης της Δικαιοσύνης απέναντι στους πολίτες και το έγκλημα είναι η φράση του Μπέρτολτ Μπρεχτ στην ’ Όπερα της Πεντάρας’ «Τι είναι η ληστεία μιας τράπεζας μπροστά στην ίδρυση μια τράπεζας;».
Αυτός που εισήγαγε ουσιαστικά τον παραπάνω όρο ήταν ο EdwinH. Sutherlandoοποίος στη θεωρία του περιέλαβε τα εγκλήματα για υπεξαιρέσεις, φοροδιαφυγή, οικονομικές απάτες, κατάχρηση εξουσίας, αθέμιτος ανταγωνισμός μεταξύ επιχειρήσεων.Ο Sutherlandεξέτασε τις παρανομίες των 70 μεγαλύτερων επιχειρήσεων των ΗΠΑ (1940, 1949) για να θεμελιώσει την ερμηνεία του φαινομένου της οικονομικής εγκληματικότητας σε δύο βάσεις. Αρχικά, στο άμεσο περιβάλλον του δράστη, που προκύπτει η θεωρία των διαφορικών συγχρωτισμών και στον ευρύτερο κοινωνικό περίγυρο που προκύπτει η θεωρία της κοινωνικής αποδιοργάνωσης.
Διεθνείς στατιστικές έρευνες που έχουν γίνει, αποδεικνύουν ότι μόνο το 36% των εγκληματιών του λευκού κολάρου υπάρχει περίπτωση να περάσουν το κατώφλι της φυλακής σε αντίθεση με τους εγκληματίες του μπλε κολάρου όπου το ποσοστό ανεβαίνει στο 53%. Επομένως, είναι εμφανής η διαφορά και η διάκριση που γίνεται ανάμεσα στους δύο.
Οι λειτουργοί της Δικαιοσύνης πρέπει να επωμιστούν και να συνειδητοποιήσουν ότι η επικινδυνότητα του κάθε εγκληματία δεν εξαρτάται από την εξωτερική του ενδυμασία και το κοινωνικό του «status» αλλά από την σοβαρότητα της πράξεως την οποία τέλεσε και με βάση την οποία πρέπει να κριθεί.

Ανακοίνωση της Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου για τα δημοσιεύματα σχετικά με τις εξετάσεις των δικαστών

Ανακοίνωση σε προσωπικό τόνο εξέδωσε η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, κα Ξένη Δημητρίου, αναφερόμενη μεταξύ άλλων και σε δημοσιεύματα που της καταλογίζουν ότι όρισε συγκεκριμένους εξεταστές στις επερχόμενες εξετάσεις των δικαστών της ΕΣΔΙ, στις οποίες θα συμμετάσχει η κόρη της, όπως αναφέρουν τα παραπάνω δημοσιεύματα. Η ανακοίνωση έχει ως εξής:
«Το τελευταίο διάστημα, μερίδα του Τύπου, έχει επιδοθεί σε μια ανοίκεια προσπάθεια δημιουργίας εντυπώσεων, που προσβάλλουν τόσο το πρόσωπό μου, κυρίως όμως το θεσμό που υπηρετώ.
Δημοσιεύματα, που αναφέρονται σε πληροφορίες, που προέρχονται από «ανώνυμους κύκλους», με εμφανίζουν αρχικά δήθεν να παραιτούμαι, για να καταλάβω θέση σε ανεξάρτητη αρχή, εν συνεχεία εμφανίζομαι δήθεν να δρομολογώ καθυστερήσεις στις δικαστικές ενέργειες για την πυρκαγιά στο Μάτι, ενώ σε χθεσινά δημοσιεύματα μου καταλογίζουν δήθεν ότι, επί σκοπώ, όρισα συγκεκριμένους εξεταστές για τις εξετάσεις στην Ε.Σ.ΔΙ., ενόψει της συμμετοχής συγγενικού μου προσώπου σε αυτές. Συμμετοχής, της οποίας μάλιστα, δεν επέτρεψα τη γνωστοποίηση σε κανέναν από τους εξεταστές, που ορίσθηκαν από τα προβλεπόμενα, από το νόμο, όργανα.
Η προσωπική ανεξαρτησία του Εισαγγελέα ως θεσμού, είτε είναι αυτός που κατά το Νόμο ορίζει τους εξεταστές είτε είναι ο ίδιος εξεταστής, αλλά και η πολυετής προσωπική μου πορεία, δεν επιτρέπουν καμία αμφισβήτηση για τη νομιμότητα της διαδικασίας και της άσκησης καθηκόντων, που υποχρεωτικά ασκώ στο πλαίσιο αυτής.
Να γίνει κατανοητό, ότι δεν συμμετέχω στην εξεταστική διαδικασία, η επιλογή έγινε κατά το νόμο και η εικασία ότι τα πρόσωπα που επιλέχθηκαν μπορούν να επηρεαστούν από εμένα ή οποιονδήποτε άλλο προκειμένου να ευνοηθεί συγκεκριμένος υποψήφιος, στρέφεται όχι μόνο κατά του προσώπου μου αλλά και κατά του εισαγγελικού θεσμού».

Αναδημοσίευση από legalnews24.gr

Θέση Νομικού στο Κέντρο Μελετών Ασφάλειας

Το Κέντρο Μελετών Ασφάλειας (ΚΕ.ΜΕ.Α.) του Υπουργείου Εσωτερικών, στο πλαίσιο υλοποίησης ερευνητικών έργων του, προσκαλεί ενδιαφερόμενους οι οποίοι επιθυμούν να συνεργαστούν με το Κέντρο και διαθέτουν τα αντίστοιχα προσόντα στα παρακάτω αναφερόμενα αντικείμενα, όπως υποβάλλουν συνοπτικό βιογραφικό τους σημείωμα (έως 3 σελίδες), συνοδευόμενο από την αντίστοιχη αίτηση (στο πεδίο ειδικότητας μπορείτε να αναφέρετε τον αντίστοιχο κωδικό όπως αναφέρετε παρακάτω)
ELSI (Ethical, Legal, Societal Issues)
Απόφοιτος ΑΕΙ (Νομικός) με εξειδίκευση ή εμπειρία σε θέματα προστασίας προσωπικών δεδομένων, ιδιωτικότητας, κανονισμών ΕΕ και ηθικής/δεοντολογίας. Θα αξιολογηθεί προηγούμενη εμπειρία σε θέματα νομικής διαχείρισης ή/και συνεργασία σε έργα Η2020 Secure Societies/FP7-SECURITY καθώς και η ικανότητα παραγωγής παραδοτέων αναφορών και τεχνικού κειμένου στην αγγλική γλώσσα.
Οι ενδιαφερόμενοι καλούνται να αποστείλουν τα ανωτέρω, στην ηλεκτρονική διεύθυνση kemea@kemea.gr

Αναδημοσίευση από legalnews24.gr

Αυτά είναι τα καλύτερα πανεπιστήμια της Ευρώπης για σπουδές νομικής

Πολλές από τις κορυφαίες νομικές σχολές παγκοσμίως είναι στις ΗΠΑ, αλλά και η Ευρώπη διαθέτει εξαιρετικά πανεπιστήμια για να ακολουθήσει κανείς σπουδές στην επιστήμη του δικαίου σε προπτυχιακό και μεταπτυχιακό επίπεδο. Κάθε χρόνο, η εκπαιδευτική εταιρία QS Quacquarelli Symonds QS δημοσιεύει την κατάταξη των καλύτερων πανεπιστημίων του κόσμου, ανά τομέα σπουδών και ανα περιοχή του κόσμου. Η πιο πρόσφατη κατάταξη περιλαμβάνει μερικά ενδιαφέροντα στοιχεία σχετικά με τα καλύτερα πανεπιστήμια του κόσμου για σπουδές στην επιστήμη του δικαίου.

H κατάταξη ενός πανεπιστημίου βασίζεται στη φήμη που έχει το ίδρυμα στους ακαδημαϊκούς και τους εργοδότες, καθώς και τον αριθμό των ετεροαναφορών ανά επιστημονική δημοσίευση σε συγκεκριμένο επιστημονικό τομέα – στην περίπτωση αυτή, το δίκαιο. Το κριτήριο των ετεροαναφορών χρησιμοποιείται από την QS ως ένδειξη για τη διεθνή επίδραση της έρευνας ενός πανεπιστημίου. Η QS, στη συνέχεια, εξάγει μια βαθμολογία για κάθε κριτήριο αλλά και συνολικά σε μία κλίμακα από το 1-100.

Μπορείτε να δείτε παρακάτω τις καλύτερες σχολές νομικής της Ευρώπης. Η παγκόσμια κατάταξη των πανεπιστημίων στον τομέα της νομικής εμφανίζεται μέσα σε παρένθεση. Η ομάδα του eduguide συγκεντρώσαμε επίσης στοιχεία για τα δίδακτρα των μεταπτυχιακών προγραμμάτων σε κάθε πανεπιστήμιο καθώς και τις ευκαιρίες που υπάρχουν για να λάβετε υποτροφία.

10. (42) Katholieke Universiteit Leuven: 75 — Eίναι το καλύτερο πανεπιστήμιο του Βελγίου για σπουδές Νομικής. Βαθμολογήθηκε πολύ υψηλά από την QS στο πεδίο των ετεροαναφορών. Το έτος που πέρασε προστέθηκε και ένα νέο μεταπτυχιακό σε δίκαιο σε συνεργασία με το πανεπιστήμιο της Ζυρίχης στην Ελβετία. Τα δίδακτρα του προγράμματος είναι πολύ προσιτά καθώς ανέρχονται στα 922 ευρώ.

Ιστοσελίδα: http://www.law.kuleuven.be/education/prospective

9. (34) Queen Mary University of London: 76.4 — Το Queen Mary είναι από τα καλύτερα πανεπιστήμια στη Μεγάλη Βρετανία για να σπουδάσει κανείς νομική. Βαθμολογήθηκε πολύ υψηλά στο πεδίο των ετεροαναφορών. Τα δίδακτρα για τα μεταπτυχιακά του προγράμματα ανέρχονται σε £15,100. Υπάρχουν διάφοροι πόροι χρηματοδότησης για μεταπτυχιακούς φοιτητές.

Ιστοσελίδα: http://www.law.qmul.ac.uk/

8. (32) Leiden University: 77 — Το Leiden είναι με βάση την κατάταξη το καλύτερο πανεπιστημιο για να σπουδάσει κανείς Νομική στην Ολλανδία, και βαθμολογήθηκε πολύ υψηλά για τον αριθμό των ετεροαναφορών ανά δημοσίευση αλλά και την ακαδημαϊκή του φήμη. Τα περισσότερα του μεταπτυχιακά είναι στην ολλανδική γλώσσα, προσφέρει, όμως, και μεταπτυχιακά στην Αγγλική Γλώσσά σε Ευρωπαϊκό Δίκαιο, Διεθνές Δημόσιο Δίκαιο και Ποινική Δικαιοσύνη. Τα δίδακτρα για το 2019-2020 ανέρχονται σε 2.083 ευρώ.

Ιστοσελίδα: https://www.universiteitleiden.nl/en/law

7. (30) Universite Paris 1 Pantheon-Sorbonne: 77.3 — Είναι το καλύτερο πανεπιστήμιο για σπουδές νομικής στην Ευρώπη αν εξαιρεθούν τα πανεπιστήμια της Μεγάλης Βρετανίας που καταλαμβάνουν τις 6 πρώτες θέσεις. Προσφέρει μεταπτυχιακά στα Γαλλικά σε Δημόσιο Δίκαιο, Ιδιωτικό Δίκαιο, Διεθνές, Ευρωπαϊκό και Συγκριτικό Δίκαιο. Οι φοιτητές δεν πληρώνουν δίδακτρα παρά μόνο ένα χαμηλό διοικητικό τέλος που ανέρχεται σε 300 ευρώ το χρόνο.

Ιστοσελίδα: http://www.univ-paris1.fr/ufr/eds/

6. (25) University of Edinburgh: 79.7 —Ένα από τα πιο ιστορικά πανεπιστήμια της Μεγάλης Βρετανίας, έχει εξαιρετική φήμη, καθώς διακεκριμένοι νομικοί της Μεγάλης Βρετανίας αλλά και του εξωτερικού είνα απόφοιτοί του. Τα δίδακτρα για μεταπτυχιακό στη Νομική ανέρχονται σε £12,300, και £19,500 για εξ αποστάσεως μεταπτυχιακά. Το πανεπιστήμιο προσφέρει επίσης αρκετές υποτροφίες για τους μεταπτυχιακούς φοιτητές της νομικής.

Ιστοσελίδα: http://www.law.ed.ac.uk/

5. (20) King’s College London: 81.6 — Η νομική σχολή του King’s College είναι η 3η καλύτερη στο Λονδίνο και η 5η στη Μεγάλη Βρετανία. Σύμφωνα με το QS βαθμολογήθηκε πολύ υψηλά στην ακαδημαϊκή φήμη και στην κατηγορία αριθμός ετεροαναφορών/δημοσίευση. Τα δίδακτρα για τα μεταπτυχιακά του σε δίκαιο (Master of Laws LL.M) ανέρχονται σε £16,500. Προσφέρονται επίσης και part-time μεταπτυχιακά εξ αποστάσεως.

Ιστοσελίδα: http://www.kcl.ac.uk/law/index.aspx

4. (12) University College London: 84.5 — Μεταξύ των αποφοίτων της νομικής σχολής του UCL ήταν ο ηγέτης της Ινδικής Ανεξαρτησίας Μαχάτμα Γκάντι, ο πρώην πρόεδρος του Ισραήλ Chaim Herzog, ο γενικός γραμματέας του Συμβουλίου της Ευρώπης (2004-2009) Terry Davis κ.ά. Τα δίδακτρα ανέρχονται σε £16,130. Το πανεπιστήμιο παρέχει πάνω από 10 υποτροφίες για μεταπτυχιακές σπουδές στη Νομική (LLM).

Ιστοσελίδα: https://www.laws.ucl.ac.uk/

3. (9) London School of Economics and Political Science: 88.7 — Το LSE βαθμολογήθηκε υψηλά σε όλα τα κριτήρια άλλα έλαβε υψηλότερη βαθμολογία στην κατηγορία αριθμός ετεροαναφορών/δημοσίευση. Τα δίδακτρα για το 2019-2020 ανέρχονται σε £16,008. Το LSE προσφέρει κάθε χρόνο £12.5 εκατ. σε υποτροφίες για μεταπτυχιακούς φοιτητές.

Ιστοσελίδα: http://www.lse.ac.uk/collections/law/index.htm

2. (3) University of Oxford: 96.3 — Είναι η δεύτερη καλύτερη σχολή νομικής στην Ευρώπη και η 3η στον κόσμο με σκορ 98.9/100 στη φήμη που έχει στους εργοδότες. Ανάμεσα στους αποφοίτους του είναι πρώην πρωθυπουργοί, δικαστές ανωτάτων δικαστηρίων της Μ.Βρετανίας καθώς και μέλη του Ανώτατου Δικαστηρίου των ΗΠΑ. Τα δίδακτρα ξεκινούν από £7,730 ανάλογα με το πρόγραμμα. Υπάρχουν αρκετές υποτροφίες που μπορείτε να διεκδικήσετε και που ανακοινώνονται στο site της σχολής.

Ιστοσελίδα: https://www.law.ox.ac.uk/

1. (2) University of Cambridge: 96.9 — Είναι το καλύτερο πανεπιστήμιο για σπουδές νομικής στην Ευρώπη και το 2ο στον κόσμο μετά το Harvard. Τα δίδακτρα ανέρχονται σε £16.320. Υπάρχουν πολλές υποτροφίες που δίνει στους μεταπτυχιακούς φοιτητές όλων των κλάδων είτε το ίδιο το Πανεπιστήμιο, είτε ιδιωτικά ιδρύματα. Μία από τις πιο γενναιόδωρες υποτροφίες είναι αυτή του Ιδρύματος Bill & Melinda Gates. Δείτε περισσότερα για την υποτροφία Gates στο άρθρο μας εδώ.

Ιστοσελίδα: http://www.law.cam.ac.uk/

Αναδημοσίευση από eduguide.gr

Μπορεί να εφαρμοστεί η αίτηση επανάληψης ποινικής διαδικασίας σε περίπτωση παραβίασης διατάξεων δικαίου της ΕΕ;

Δικαστήριο ΕΕ: Η άσκηση του εν λόγω εκτάκτου ενδίκου μέσου περιορίζεται μόνο σε περίπτωση παραβιάσεως της ΕΣΔΑ ή ενός εκ των πρωτοκόλλων της

Επιμέλεια: Γεώργιος Π. ΚανέλλοςΜε τη δημοσιευθείσα στις 24-10-2018 απόφασή του, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποφαίνεται ότι το δίκαιο της Ένωσης, και ειδικότερα οι αρχές της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας, δεν επιβάλλει στο εθνικό δικαστήριο να επεκτείνει σε περιπτώσεις παραβιάσεως του δικαίου της Ένωσης, το δικαίωμα ασκήσεως ενδίκου μέσου του εσωτερικού δικαίου που καθιστά δυνατή, μόνο σε περίπτωση παραβιάσεως της ΕΣΔΑ ή ενός εκ των πρωτοκόλλων της, την επανάληψη ποινικής διαδικασίας περατωθείσας με απόφαση εθνικού δικαστηρίου που έχει αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου.Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το ΔΕΕ, τέτοια περίπτωση παραβιάσεως του δικαίου της Ένωσης συνιστά η προσβολή του θεμελιώδους δικαιώματος «ne bis in idem» (δικαίωμα του προσώπου να μη δικάζεται ή να μην τιμωρείται ποινικά δύο φορές για την ίδια αξιόποινη πράξη), όπως αυτό κατοχυρώνεται στο άρθρο 50 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ και στο άρθρο 54 της Συμβάσεως εφαρμογής της συμφωνίας του Σένγκεν (σχετικά με τη σταδιακή κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα).Ιστορικό της υπόθεσηςΤο 2012, η εισαγγελία του καντονίου του St. Gallen κίνησε έρευνα για φοροδιαφυγή κατά των XC, YB και ZA, για τους οποίους υπήρχαν υπόνοιες ότι, μέσω εσφαλμένων δηλώσεων προς τις ελβετικές φορολογικές αρχές, είχαν λάβει επιστροφές ΦΠΑ συνολικού ποσού 835.374,17 ελβετικών φράγκων (CHF) (περίπου 716.000 ευρώ). Η ανωτέρω εισαγγελία απηύθυνε στις αυστριακές δικαστικές αρχές αιτήσεις δικαστικής συνδρομής σε ποινική υπόθεση, προκειμένου να διεξαχθεί ακρόαση των ενδιαφερομένων από τη Staatsanwaltschaft Feldkirch (εισαγγελία του Feldkirch, Αυστρία).Οι XC, YB και ZA άσκησαν στην Αυστρία πλείονα μέσα παροχής ένδικης προστασίας κατά της διεξαγωγής των ζητηθεισών ακροάσεων, προβάλλοντας, κατ’ ουσίαν, ότι η ύπαρξη ποινικών διαδικασιών που είχαν περατωθεί στη Γερμανία και το Λιχτενστάιν το 2011 και το 2012 απέκλειε, λόγω της αρχής non bis in idem που κατοχυρώνεται στο άρθρο 54 της Συμβάσεως εφαρμογής της συμφωνίας του Σένγκεν, την κίνηση εις βάρους τους νέων ποινικών διώξεων σε σχέση με υπόνοιες για ποινικά αδικήματα που διεπράχθησαν εις βάρος των ελβετικών φορολογικών αρχών. Με διάταξη της 9ης Οκτωβρίου 2015, το Oberlandesgericht Innsbruck (ανώτερο περιφερειακό δικαστήριο του Innsbruck, Αυστρία), αποφαινόμενο σε τελευταίο βαθμό, έκρινε ότι δεν συνέτρεχαν στοιχεία που να αποδεικνύουν παράβαση του άρθρου 54 της Συμβάσεως εφαρμογής της συμφωνίας του Σένγκεν.Ενώ η εν λόγω διάταξη είχε καταστεί αμετάκλητη, οι XC, YB και ZA υπέβαλαν, βάσει του άρθρου 363a του αυστριακού κώδικα ποινικής δικονομίας, αίτηση επαναλήψεως της ποινικής διαδικασίας ενώπιον του Oberster Gerichtshof (Ανωτάτου Δικαστηρίου), προβάλλοντας ότι το γεγονός ότι είχαν γίνει δεκτές οι επίμαχες αιτήσεις δικαστικής συνδρομής συνιστούσε προσβολή ορισμένων δικαιωμάτων τους που δεν κατοχυρώνονται μόνο στην ΕΣΔΑ, αλλά επίσης στη Σύμβαση εφαρμογής της συμφωνίας του Σένγκεν και στον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ.Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι, κατά πάγια νομολογία του, η επανάληψη της ποινικής διαδικασίας είναι δυνατή μόνο σε περίπτωση προσβολής δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στην ΕΣΔΑ, η οποία διαπιστώνεται από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ή, πριν ακόμη από την έκδοση οποιασδήποτε απόφασης του εν λόγω δικαστηρίου με την οποία διαπιστώνεται τέτοια προσβολή, από το Oberster Gerichtshof (Ανώτατο Δικαστήριο). Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν η αρχή της καλόπιστης συνεργασίας και οι αρχές της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας επιβάλλουν να διατάσσεται η επανάληψη της ποινικής διαδικασίας και σε περίπτωση προσβολής των θεμελιωδών δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στο δίκαιο της Ένωσης, έστω και αν τούτο δεν προβλέπεται ρητώς στο νομοθέτημα που διέπει το εν λόγω ένδικο μέσο.Υπό τις συνθήκες αυτές, το Oberster Gerichtshof (Ανώτατο Δικαστήριο) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να ερωτήσει, κατ’ ουσίαν, το Δικαστήριο, αν το δίκαιο της Ένωσης, και ειδικότερα οι αρχές της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας, έχει την έννοια ότι επιβάλλει στο εθνικό δικαστήριο να επεκτείνει στις περιπτώσεις παραβιάσεως του δικαίου της Ένωσης, και ιδίως στις περιπτώσεις προσβολής του θεμελιώδους δικαιώματος που κατοχυρώνεται στο άρθρο 50 του Χάρτη και στο άρθρο 54 της Συμβάσεως εφαρμογής της συμφωνίας του Σένγκεν, το δικαίωμα ασκήσεως ενδίκου μέσου του εσωτερικού δικαίου που καθιστά δυνατή, σε περίπτωση παραβιάσεως της ΕΣΔΑ ή ενός εκ των πρωτοκόλλων της, την επανάληψη ποινικής διαδικασίας περατωθείσας με απόφαση εθνικού δικαστηρίου που έχει αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου.Απόφαση του ΔικαστηρίουΜε αυτή την απόφασή του, το Δικαστήριο υπενθυμίζει, καταρχάς, την πάγια νομολογία του κατά την οποία ελλείψει σχετικής ρυθμίσεως της Ένωσης, εναπόκειται στην εσωτερική έννομη τάξη των κρατών μελών να ορίσει τους λεπτομερείς κανόνες εφαρμογής της αρχής του δεδικασμένου, δυνάμει της αρχής της διαδικαστικής αυτονομίας των κρατών μελών, τηρουμένων των αρχών της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας. Ακόμα, βάσει της αρχής της καλόπιστης συνεργασίας που κατοχυρώνεται στο άρθρο 4, παράγραφος 3 ΣΕΕ, οι δικονομικοί κανόνες σχετικά με μέσα παροχής ένδικης προστασίας που αποσκοπούν στη διασφάλιση των δικαιωμάτων που οι πολίτες αντλούν από το δίκαιο της Ένωσης δεν πρέπει να είναι λιγότερο ευνοϊκοί από εκείνους που αφορούν παρόμοια εσωτερικής φύσεως μέσα παροχής ένδικης προστασίας (αρχή της ισοδυναμίας) και δεν πρέπει να καθιστούν πρακτικώς αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που απονέμει η έννομη τάξη της Ένωσης (αρχή της αποτελεσματικότητας).Το Δικαστήριο προσθέτει, με βάση τη νομολογία του, ότι, οι απορρέουσες από τις ανωτέρω αρχές απαιτήσεις ισχύουν τόσο για τον καθορισμό των δικαστηρίων τα οποία είναι αρμόδια να εκδικάζουν τα ένδικα βοηθήματα που στηρίζονται στο δίκαιο αυτό όσο και για τον καθορισμό των δικονομικών προϋποθέσεων ασκήσεως των εν λόγω ενδίκων βοηθημάτων. Εξάλλου, η τήρηση των εν λόγω απαιτήσεων πρέπει να εξετάζεται λαμβανομένων υπόψη της σημασίας των οικείων κανόνων στην όλη διαδικασία, του τρόπου διεξαγωγής της και των ιδιαιτεροτήτων των κανόνων αυτών ενώπιον των διαφόρων εθνικών δικαιοδοτικών οργάνων.Στη συνέχεια, το Δικαστήριο ερευνά εάν πληρούται εν προκειμένω η απαίτηση της ισοδυναμίας και συγκεκριμένα, αν η αίτηση επανάληψης της ποινικής διαδικασίας μπορεί να θεωρηθεί παρόμοια προς ένα ένδικο μέσο που αποσκοπεί στη διαφύλαξη του δικαίου της Ένωσης, και ιδίως στην προάσπιση των θεμελιωδών δικαιωμάτων που το τελευταίο κατοχυρώνει, λαμβανομένου υπόψη του αντικειμένου, της αιτίας, καθώς και των ουσιωδών στοιχείων των ενδίκων αυτών μέσων.Συναφώς, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι, όπως προκύπτει από την ενώπιον του δικογραφία, το έκτακτο ένδικο μέσο που προβλέπεται στον αυστριακό κώδικα ποινικής δικονομίας δικαιολογείται από αυτή καθεαυτήν τη φύση της ΕΣΔΑ και, όπως έχει προβλεφθεί από τον Αυστριακό νομοθέτη, συνδέεται στενά σε λειτουργικό επίπεδο με τη διαδικασία ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Πράγματι, το ένδικο αυτό μέσο προβλέφθηκε προκειμένου να εφαρμόζονται οι αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, η δε πρόθεση του Αυστριακού νομοθέτη ήταν να συμμορφωθεί, με τον τρόπο αυτό, με την υποχρέωση που προβλέπει το άρθρο 46 της ΕΣΔΑ.Το Δικαστήριο συμπεραίνει ακόμα ότι λαμβανομένων υπόψη του αντικειμένου, της αιτίας και των ουσιωδών στοιχείων της διαδικασίας του εν λόγω εκτάκτου ενδίκου μέσου του αυστριακού κώδικα ποινικής δικονομίας δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί παρόμοια με ένδικο μέσο που αποσκοπεί στην προάσπιση θεμελιώδους δικαιώματος διασφαλιζόμενου από το δίκαιο της Ένωσης, και ιδίως από τον Χάρτη, τούτο δε λόγω των ειδικών χαρακτηριστικών σε σχέση με την ίδια τη φύση του δικαίου αυτού.Προς τον σκοπό αυτό, το Δικαστήριο υπενθυμίζει την πάγια νομολογία του περί της υπεροχής και της αυτονομίας, και του αμέσου αποτελέσματος του δικαίου της Ένωσης, στον πυρήνα του οποίου βρίσκονται τα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως έχουν αναγνωρισθεί με τον Χάρτη, καθώς και περί του ιδιαιτέρου δικαιοδοτικού συστήματος, το οποίο έχουν καθιερώσει οι Συνθήκες, με σκοπό τη διασφάλιση της συνοχής και της ενότητας κατά την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένων και των θεμελιωδών δικαιωμάτων, όπως έχουν ειδικότερα αναγνωρισθεί από τον Χάρτη.Σύμφωνα δε με το Δικαστήριο, το ως άνω συνταγματικό πλαίσιο διασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο τη δυνατότητα να επιτύχει την αποτελεσματική προάσπιση των δικαιωμάτων που του απονέμει η έννομη τάξη της Ένωσης, πριν ακόμη εκδοθεί απόφαση εθνικού δικαστηρίου που έχει αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου.Εξ αυτών, το Δικαστήριο καταλήγει ότι, η αρχή της ισοδυναμίας δεν επιβάλλει στο εθνικό δικαστήριο να επεκτείνει, στις περιπτώσεις προβαλλόμενης προσβολής θεμελιώδους δικαιώματος που κατοχυρώνεται στο δίκαιο της Ένωσης, και ιδίως στον Χάρτη, το δικαίωμα ασκήσεως ενδίκου μέσου του εσωτερικού δικαίου που καθιστά δυνατή, σε περίπτωση παραβιάσεως της ΕΣΔΑ ή ενός εκ των πρωτοκόλλων της, την επανάληψη ποινικής διαδικασίας περατωθείσας με απόφαση εθνικού δικαστηρίου που έχει αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου.Επιπλέον, το Δικαστήριο ελέγχει εάν πληρούται η απαίτηση της αποτελεσματικότητας στην υπόθεση εν προκειμένω, και ιδίως αν το γεγονός ότι δεν είναι δυνατόν να ζητηθεί, βάσει του αυστριακού κώδικα ποινικής δικονομίας, η επανάληψη μιας ποινικής διαδικασίας περατωθείσας με απόφαση που έχει αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου, λόγω της προβαλλόμενης προσβολής θεμελιώδους δικαιώματος που διασφαλίζεται από το δίκαιο της Ένωσης, όπως αυτό που κατοχυρώνεται στο άρθρο 50 του Χάρτη και στο άρθρο 54 της Συμβάσεως εφαρμογής της συμφωνίας του Σένγκεν, καθιστά στην πράξη αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που απονέμει η έννομη τάξη της Ένωσης.Το Δικαστήριο, στηριζόμενο στη νομολογία του για τη σημασία της ισχύς του δεδικασμένου τόσο στην έννομη τάξη της Ένωσης όσο και στις εθνικές έννομες τάξεις, διαπιστώνει ότι από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν συνάγεται ότι στην αυστριακή έννομη τάξη δεν υπήρχαν μέσα παροχής ένδικης προστασίας που να διασφαλίζουν αποτελεσματικά την προάσπιση των δικαιωμάτων που οι πολίτες αντλούν από το άρθρο 50 του Χάρτη και από το άρθρο 54 της Συμβάσεως εφαρμογής της συμφωνίας του Σένγκεν. Αντίθετα, κατά το Δικαστήριο, δεν αμφισβητείται ότι οι αιτούντες της κύριας δίκης, στο πλαίσιο της ενώπιον των αυστριακών δικαστηρίων προσβολής των αιτήσεων δικαστικής συνδρομής της εισαγγελίας του καντονίου του St. Gallen, είχαν κάθε δυνατότητα να προβάλουν παράβαση των διατάξεων αυτών και ότι τα εν λόγω δικαστήρια εξέτασαν τις αιτιάσεις αυτές. Ο δε αυστριακός κώδικας ποινικής δικονομίας παρέχει στους ενδιαφερομένους πλείστες δυνατότητες προκειμένου να προασπίσουν τα δικαιώματα που τους απονέμει η έννομη τάξη της Ένωσης.Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι το πλαίσιο αυτό διασφαλίζει την αποτελεσματικότητα του δικαίου της Ένωσης, χωρίς να είναι αναγκαίο να προστεθεί σε αυτό και το προβλεπόμενο στον αυστριακό κώδικα ποινικής δικονομίας έκτακτο ένδικο μέσο που καθιστά δυνατή την προσβολή εθνικών αποφάσεων που έχουν αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου. Ωστόσο, το γεγονός αυτό, σημειώνει το Δικαστήριο, δε σημαίνει ότι είναι δυνατόν οι ιδιώτες να στερηθούν τη δυνατότητα να ζητήσουν τη διαπίστωση της ευθύνης του Δημοσίου προκειμένου να επιτύχουν με τον τρόπο αυτό τη νομική προστασία των δικαιωμάτων τους, σε περίπτωση εκδόσεως αποφάσεως δικαιοδοτικού οργάνου κρίνοντος σε τελευταίο βαθμό, λόγω, ιδίως, του γεγονότος ότι η προσβολή, με μια τέτοια απόφαση, των δικαιωμάτων που αντλούνται από το δίκαιο της Ένωσης δεν μπορεί κανονικά πλέον να αρθεί.Υπό τις συνθήκες αυτές, το Δικαστήριο αποφαίνεται ότι, το δίκαιο της Ένωσης, και ειδικότερα οι αρχές της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας, έχει την έννοια ότι δεν επιβάλλει στο εθνικό δικαστήριο να επεκτείνει στις περιπτώσεις παραβιάσεως του δικαίου της Ένωσης, και ιδίως στις περιπτώσεις προσβολής του θεμελιώδους δικαιώματος που κατοχυρώνεται στο άρθρο 50 του Χάρτη και στο άρθρο 54 της Συμβάσεως εφαρμογής της συμφωνίας του Σένγκεν, το δικαίωμα ασκήσεως ενδίκου μέσου του εσωτερικού δικαίου που καθιστά δυνατή, μόνο σε περίπτωση παραβιάσεως της ΕΣΔΑ ή ενός εκ των πρωτοκόλλων της, την επανάληψη ποινικής διαδικασίας περατωθείσας με απόφαση εθνικού δικαστηρίου που έχει αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου.

Το πλήρες κείμενο της αποφάσεως είναι διαθέσιμο στην ιστοσελίδα CURIA

Αναδημοσίευση από lawspot.gr

Είναι νόμιμη η χρήση κάμερας ενσωματωμένης στη στολή από αστυνομικό στην Ελλάδα;

Μία ενδιαφέρουσα απόφαση της Αρχής Προστασίας Δεδομένων για βιντεοσκόπηση στη δίκη της Χρυσής Αυγής

Σε μία ασυνήθιστη για τα ελληνικά δεδομένα υπόθεση, η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα εξέτασε καταγγελία για τη χρήση από αστυνομικό κάμερας ενσωματωμένης στη στολή.Η υπόθεση τέθηκε ενώπιον της Αρχής, έπειτα από καταγγελία δηµοσιογράφου αστυνοµικού/δικαστικού ρεπορτάζ, σύμφωνα με την οποία τον Φεβρουάριο του 2017 στον εξωτερικό χώρο του Εφετείου Αθηνών και κατά την ώρα εκδίκασης υπόθεσης που αφορούσε τη «Χρυσή Αυγή» βρισκόταν οµάδα αστυνοµικών.Ένας εξ αυτών εθεάθη να φέρει, ενσωµατωµένη σε ειδική θήκη στη στολή του, συσκευή µε χαρακτηριστικά φορητής κάµερας.Προς απόδειξη της καταγγελίας συνυποβλήθηκαν και χαρακτηριστικές φωτογραφίες, ενώ για το συγκεκριµένο περιστατικό υπήρξαν διάφορα δηµοσιεύµατα στον Τύπο και τα ηλεκτρονικά µέσα.Επιλαμβανόμενη της υποθέσεως, η Αρχή ζήτησε από την Ελληνική Αστυνοµία αντίγραφο της καταγγελίας, ζητώντας τις απόψεις της, καθώς και ενηµέρωση για τυχόν ενέργειες που έγιναν για τη διερεύνηση της βασιµότητας της καταγγελίας.Η ΕΛ.ΑΣ. απάντησε ότι προχώρησε σε ενδελεχή εξέταση των καταγγελλοµένων και αφού διαπιστώθηκε ότι επρόκειτο για φορητό φορτιστή τύπου «power bank», καλώδιο σύνδεσης, θήκη και συσκευή Bluetooth, έθεσε την υπόθεση στο αρχείο.

Σε συνέχεια του εγγράφου της ΕΛΑΣ, η ΑΠΔΠΧ ζήτησε αναλυτικότερη ενηµέρωση για τα ακριβή χαρακτηριστικά των εν λόγω συσκευών, όπως και οποιοδήποτε έγγραφο της ΕΛ.ΑΣ. αφορά στη διερεύνηση της υπόθεσης.Η ΕΛ.ΑΣ. απάντησε στο αίτημα της Αρχής, επισημαίνοντας μεταξύ άλλων ότι ο αστυνοµικός επικαλέστηκε ότι έφερε την εν λόγω συσκευή στη στολή του γιατί «η συχνά δυσχερής ασύρµατη επικοινωνία µε το κέντρο επιχειρήσεων της Γ.Α.∆.Α. καθιστά αναγκαία τη χρήση τηλεφωνικής επικοινωνίας κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του».Με σημείωμά της η Αρχή Προστασίας Δεδομένων εγείρει αµφιβολίες ως προς την ορθότητα της εξέτασης του περιστατικού από πλευράς των υπηρεσιών της ΕΛ.ΑΣ., κυρίως λόγω µη συµβατότητας των χαρακτηριστικών και των διαστάσεων των συσκευών µε όσα απεικονίζονται στις φωτογραφίες, καθώς δεν φαίνεται ότι µπορεί να αποδειχθεί ο ισχυρισµός ότι στη θήκη της στολής ήταν τοποθετηµένος ο συγκεκριµένος φορτιστής συσκευής Bluetooth.Είναι νόμιμη η χρήση «Body Cameras» από την Ελληνική Αστυνομία; Το κενό στο νομικό πλαίσιοΌπως αναφέται στην απόφαση της Αρχής, με το άρθρο 15 του ν. 3917/2011 που εξεδόθη κατόπιν των γνωµοδοτήσεων 1/2009 και 2/2010 της Αρχής, ρυθµίζεται η χρήση συστηµάτων επιτήρησης µε λήψη ή και καταγραφή ήχου ή εικόνας σε δηµόσιους χώρους.Όπως ορίζεται στο άρθρο 14 του νόµου αυτού η εγκατάσταση και λειτουργία τέτοιων συστηµάτων επιτρέπεται για «… γ) την αποτροπή και καταστολή εγκληµάτων που συνιστούν επιβουλή της δηµόσιας τάξης, δ) την αποτροπή και καταστολή εγκληµάτων βίας, εµπορίας ναρκωτικών, κοινώς επικίνδυνων εγκληµάτων, εγκληµάτων κατά της ασφάλειας των συγκοινωνιών και εγκληµάτων κατά της ιδιοκτησίας, όταν µε βάση πραγµατικά στοιχεία συντρέχουν επαρκείς ενδείξεις ότι τελέσθηκαν ή πρόκειται να τελεσθούν τέτοιες πράξεις…» (παρ. 1) µόνο από κρατικές αρχές υπό την προϋπόθεση της τήρησης της αρχής της αναλογικότητας (παρ.2).

Στην παρ. 4 του προαναφερθέντος άρθρου προβλέπεται η έκδοση Προεδρικού ∆ιατάγµατος που θα εξειδικεύει τη ρύθµιση.Έως σήµερα αυτό δεν έχει πραγµατοποιηθεί.Όπως µάλιστα, επισηµάνθηκε επανειληµµένως από την Αρχή στις ετήσιες εκθέσεις της, παρά το ότι από το 2012 έχει υποβληθεί σχέδιο από συσταθείσα οµάδα εργασίας, δεν έχει προχωρήσει η επεξεργασία από το αρµόδιο Υπουργείο µε αποτέλεσµα να µην µπορεί να τεκµηριωθεί η νοµιµότητα της επεξεργασίας προσωπικών δεδοµένων από κανένα δηµόσιο φορέα, µε τη χρήση συστήµατος επιτήρησης για τους σκοπούς του εν λόγω νόµου. Στην προκειμένη περίπτωση, η χρήση κάµερας από αστυνοµικό δεν θα µπορούσε να ενταχθεί σε περίπτωση αποκλειστικά προσωπικής ή οικιακής χρήσης, καθώς, ακόµα κι αν η απόφαση για τη χρήση της είναι αποκλειστικά του εν λόγω αστυνοµικού, αυτή γίνεται στο πλαίσιο της επαγγελµατικής και όχι της προσωπικής του δραστηριότητας και µάλιστα σε χώρο που είναι δηµόσιος ή ελεύθερα προσβάσιµος στο κοινό.Τέτοια χρήση δεν µπορεί να θεωρηθεί νόµιµη, καθώς απουσιάζει η κανονιστική ρύθµιση που θα ανέθετε στην ΕΛ.ΑΣ. την αρµοδιότητα χρήσης φορητών καµερών.Η απόφαση της ΑρχήςΌπως αναφέρει στην απόφασή της η Αρχή, η Ελληνική Αστυνομία ως υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει να διαθέτει κατάλληλα µέτρα για τη διασφάλιση της νοµιµότητας κάθε επεξεργασίας δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα.Απαραίτητο οργανωτικό µέτρο για τη διασφάλιση αυτή είναι η ύπαρξη διαδικασιών διερεύνησης παραπόνων που αφορούν επεξεργασία δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα. Ακόµα κι αν αρχικά ο υπεύθυνος επεξεργασίας δεν έχει γνώση για µια ενέργεια υπαλλήλου του, ο οποίος ενεργεί στο πλαίσιο των καθηκόντων του, µόλις λάβει γνώση, οφείλει να εξετάσει αναλυτικότερα την υπόθεση και ενδεχοµένως να λάβει τα κατάλληλα µέτρα.Όπως τονίζει η Αρχή, τα αποτελέσµατα των διαδικασιών αυτών πρέπει να είναι τεκµηριωµένα και να µην επιδέχονται αµφισβήτηση, ακόµα κι αν γίνονται σε πρώτο στάδιο προφορικά.Με τα έγγραφα που απέστειλε η ΕΛ.ΑΣ. υποστηρίζεται ότι διενεργήθηκε ενδελεχής διερεύνηση και µάλιστα µε αµεσότητα και από υψηλόβαθµα στελέχη της Αστυνοµίας, στα οποία παρασχέθηκαν εξηγήσεις, και έγινε επίδειξη των επίµαχων συσκευών, τα δε συµπεράσµατά της δεν επιδέχονται αµφισβήτηση. ∆ιαπιστώνεται όµως ότι η ΕΛ.ΑΣ. δεν κατέγραψε τις ενέργειες διερεύνησης.Εξάλλου, σύμφωνα με την απόφαση, όταν η καταγγελία υποβλήθηκε στην Αρχή δεν υπήρχε η δυνατότητα άµεσης επέµβασης και επιτόπιου διοικητικού ελέγχου, λόγω του χρόνου που είχε µεσολαβήσει.Άλλωστε, πέραν των φωτογραφιών, δεν υπάρχει κανένα άλλο στοιχείο που να αποδεικνύει λήψη εικόνας ή και ήχου, συνεπώς δεν µπορεί µε βεβαιότητα να τεκµηριωθεί ότι στο συγκεκριµένο περιστατικό διενεργήθηκε επεξεργασία δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα µέσω
βιντεοσκόπησης.Με βάση τα παραπάνω και λαμβάνοντας υπόψη ότι η ΕΛ.ΑΣ. καθυστέρησε αδικαιολόγητα να παράσχει τις αιτούµενες από πληροφορίες, η Αρχή απηύθυνε συστάσεις στην Ελληνική Αστυνοµία προκειμένου να:1. Προβαίνει στις αναγκαίες ενέργειες ώστε η διαδικασία διερεύνησης παραπόνων που σχετίζονται µε επεξεργασία δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα να είναι προσηκόντως τεκµηριωµένη.2. Συνεργάζεται αποτελεσµατικά µε την Αρχή.

Αναδημοσίευση από lawspot.gr

Κλειστά τα Δικαστήρια, Υποθηκοφυλακεία και Κτηματολόγια όλης της χώρας την Πέμπτη 25/10

Κλειστά θα είναι τα Δικαστήρια και οι Εισαγγελίες σε όλη τη χώρα, καθώς και τα Έμμισθα Υποθηκοφυλακεία και Κτηματολογικά Γραφεία της χώρας, την Πέμπτη 25 Οκτωβρίου 2018 λόγω της 24ώρης Προειδοποιητικής Πανελλαδικής Κλαδικής Απεργίας των Δικαστικών Υπαλλήλων.
Όπως αναφέρεται στην σχετική ανακοίνωση της Ομοσπονδίας Δικαστικών Υπαλλήλων Ελλάδας, τις ημέρες της απεργίας θα υπάρχει Προσωπικό Ασφαλείας, το οποίο (εφόσον δεν υπάρχουν απεργοσπάστες) θα χρησιμοποιηθεί μόνο για τις επείγουσες υποθέσεις στις οποίες ο κατηγορούμενος είναι υπόδικος και λήγουν, σε κάθε περίπτωση, τα όρια προσωρινής κράτησής τους, είναι κρατούμενος με την αυτόφωρη διαδικασία, έχει θέσει τον εαυτό του υπό κράτηση – σε εκτέλεση ποινής, καθώς και στις υποθέσεις και περιπτώσεις πολιτικών, ποινικών και διοικητικών Δικαστηρίων και των Εμμίσθων Υποθηκοφυλακείων και Κτηματολογικών Γραφείων που την ημέρα της απεργίας παραγράφεται το αξιόποινο της πράξης ή το δικαίωμα του πολίτη και της πολιτείας. Όλες οι άλλες δίκες και εργασίες ματαιώνονται. Βεβαίως, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στην ανακοίνωση, όπου υπάρχουν απεργοσπάστες όλες οι εργασίες και οι δίκες θα γίνονται κανονικά με τους απεργοσπάστες.
Οι δικαστικοί υπάλληλοι απεργούν διεκδικώντας ως γενικό αίτημα την έμπρακτη (και όχι μόνο στα λόγια) αναγνώριση εκ μέρους της πολιτείας των επί πολλά χρόνια οξυμένων, ειδικών και ιδιαίτερων συνθηκών εργασίας μας, υπηρετώντας καθημερινά και μάλιστα με ένταση εργασίας τους πολίτες, τους διαδίκους, τους δικηγόρους και τους δικαστικούς λειτουργούς, όπως αυτό (το γενικό) αίτημα εξειδικεύεται και αναλύεται στην προκήρυξη της απεργίας μας (βλ. προκήρυξη και άλλα έγγραφα στην ιστοσελίδα odye.gr).

Αναδημοσίευση από legalnews24.gr