Τεχνητή Γονιμοποίηση: Σιωπηρή συγκατάθεση του συζύγου ως λόγος αποκλεισμού της προσβολής της πατρότητας, παρά την έλλειψη έγγραφης συναίνεσης Δευτέρα, Ιανουαρίου 28, 2019

Άρειος Πάγος, αρ. απόφασης 1233/2017 (πολ.): Τεχνητή Γονιμοποίηση- Αγωγή Προσβολής Πατρότητας: Η συγκατάθεση του άρθρου 1471 § 2 περ. 2 ΑΚ, που συνιστά λόγο αποκλεισμού προσβολής της πατρότητας, μπορεί να δοθεί γραπτά ή προφορικά, ακόμη και σιωπηρά, συναγόμενη από τις περιστάσεις, όπως στην περίπτωση κατά την οποία ο σύζυγος, παρά την έλλειψη έγγραφης συναίνεσης για τη τεχνητή γονιμοποίηση, εμφανίζεται και μετέχει μαζί με τη σύζυγό του σε όλα τα στάδια της διαδικασίας της τεχνητής γονιμοποίησης.“Κατά το άρθρο 1455 § 1 εδ. α’ του ΑΚ η ιατρική υποβοήθηση στην ανθρώπινη αναπαραγωγή (τεχνητή γονιμοποίηση) επιτρέπεται μόνο για να αντιμετωπίζεται η αδυναμία απόκτησης τέκνων με φυσικό τρόπο ή για να αποφεύγεται η μετάδοση στο τέκνο σοβαρής ασθένειας, κατά δε το άρθρο 1456 § 1 εδ. α’ του ίδιου Κώδικα κάθε ιατρική πράξη που αποβλέπει στην υποβοήθηση της ανθρώπινης αναπαραγωγής, σύμφωνα με τους όρους του προηγούμενου άρθρου, διενεργείται με την έγγραφη συναίνεση των προσώπων που επιθυμούν να αποκτήσουν τέκνο.Τέλος, κατά το άρθρο 1471 § 2 περ. 2 του ΑΚ την πατρότητα αποκλείεται να προσβάλει οποιοσδήποτε από τους δικαιούχους, που αναφέρονται στο άρθρο 1469 (μεταξύ των οποίων και ο σύζυγος της μητέρας), αν ο σύζυγος συγκατατέθηκε στην υποβολή της συζύγου του σε τεχνητή γονιμοποίηση.Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η μεν έγγραφη συναίνεση του άρθρου 1456 § 1 καθιστά επιτρεπτή την άσκηση του δικαιώματος τεκνοποιΐας με τεχνητή γονιμοποίηση και καλύπτει, μέσω της διάταξης του άρθρου 1471 § 2 περ. 2 και την πατρότητα, η δε συγκατάθεση του δεύτερου αυτού άρθρου θεμελιώνει το απρόσβλητο της πατρότητας, άσχετα από τη νομιμότητα της ιατρικής πράξης.Η συγκατάθεση επομένως αυτή, ως λόγος αποκλεισμού προσβολής της πατρότητας, είναι διαφορετική από τη συναίνεση, που απαιτείται ως όρος του επιτρεπτού της τεχνητής γονιμοποίησης. Ο νόμος δεν απαιτεί τύπο για την συγκατάθεση του άρθρου 1471 § 2 περ. 2 ΑΚ και επομένως μπορεί να δοθεί γραπτά ή προφορικά, ακόμη και σιωπηρά, συναγόμενη από τις περιστάσεις, όπως π.χ. στην περίπτωση κατά την οποία ο σύζυγος, παρά την έλλειψη έγγραφης συναίνεσης για τη τεχνητή γονιμοποίηση, εμφανίζεται και μετέχει μαζί με τη σύζυγό του σε όλα τα στάδια της διαδικασίας της τεχνητής γονιμοποίησης (ΑΠ 823/2013). …Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο που την εξέδωσε δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων-ενάγων δεν έχει το δικαίωμα προσβολής της πατρότητας του -εκπροσωπούμενου από το δεύτερο αναιρεσίβλητο- ανήλικου τέκνου, που απέκτησε η πρώτη αναιρεσίβλητη – πρώην σύζυγός του με ετερόλογη τεχνητή γονιμοποίηση η οποία έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια του γάμου τους με σπέρμα άλλου (το οποίο ο ενάγων παρέδωσε για κρυοσυντήρηση εμφανίζοντάς το ως δήθεν δικό του σπέρμα), για το λόγο ότι, κατά την ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου, ο αναιρεσείων είχε συγκατατεθεί «ρητά στην τεχνητή αυτή γονιμοποίηση της συζύγου του – μητέρας του τέκνου και συμμετείχε ενεργά, καθ’ όλη τη διάρκειά της, στη διαδικασία της τεχνητής γονιμοποίησης, ήτοι στην παράδοση του γενετικού υλικού μέχρι τη σύλληψη και την κυοφορία του τέκνου, την οποία (τεχνητή γονιμοποίηση) είχε αποφασίσει από κοινού με την εφεσίβλητη – τότε σύζυγό του».Με βάση δε τις παραδοχές αυτές το Εφετείο επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί τα ίδια, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος, με την οποία ο τελευταίος ζητούσε να αναγνωρισθεί ότι δεν υπήρχε σχέση γονέα και τέκνου μεταξύ του ιδίου και του γεννηθέντος από την πρώτη αναιρεσίβλητη ως άνω τέκνου (προσβολή της πατρότητας), επειδή, κατά τους ισχυρισμούς του, κατά το κρίσιμο διάστημα της συλλήψεως ήταν προφανώς αδύνατο να συλλάβει η σύζυγός του απ’ αυτόν γιατί δεν είχαν καθόλου ερωτικές σχέσεις ήδη από τον Ιούλιο 2005.Από τις άνω παραδοχές του Εφετείου προκύπτουν επαρκώς και χωρίς αντίφαση όλα τα στοιχεία που είναι, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην προηγούμενη σκέψη, αναγκαία για την στοιχειοθέτηση του κατ’ ένσταση προβληθέντος από τους εναγομένους λόγου αποκλεισμού προσβολής της πατρότητας, αφού προσδιορίζεται σαφώς ο τρόπος με τον οποίο δηλώθηκε από τον ενάγοντα η κατά το άρθρο 1471 § 2 περ. 2 ΑΚ συγκατάθεση στην υποβολή της συζύγου του σε τεχνητή γονιμοποίηση.Και ναι μεν το Εφετείο αναφέρει στις παραδοχές του ότι α) η απόψυξη του σπέρματος έγινε την 23.1.2006, β) η εμβρυομεταφορά την 26.1.2006 και γ) η γέννηση την 29.9.2006, καθώς και ότι η διάρκεια της κυήσεως ήταν 38 εβδομάδες και 2 ημέρες, πλην όμως και υπό την εκδοχή ότι πράγματι ο προσδιοριζόμενος από το Εφετείο χρόνος κυήσεως δεν αντιστοιχεί στο χρονικό διάστημα που μεσολαβεί από την απόψυξη του σπέρματος και την εμβρυομεταφορά μέχρι τη γέννηση, η αναντιστοιχία αυτή δεν συνιστά αντιφατική παραδοχή κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αφού πρόκειται για πλεοναστική παραδοχή, δηλαδή για ζήτημα που δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στη δίκη, δεδομένου ότι για την στοιχειοθέτηση του κατ’ ένσταση προβληθέντος από τους εναγομένους λόγου αποκλεισμού προσβολής της πατρότητας αρκούσε η αναφορά του τόπου, του χρόνου και τρόπου με τον οποίο δηλώθηκε από τον ενάγοντα η κατά το άρθρο 1471 § 2 περ. 2 ΑΚ συγκατάθεσή του στην υποβολή της συζύγου του σε τεχνητή γονιμοποίηση, χωρίς να ήταν αναγκαίο το δικαστήριο να προβεί επί πλέον και στον προσδιορισμό του συνολικού χρόνου της κυήσεως. Επομένως αλυσιτελώς ο αναιρεσείων προβάλλει την ανωτέρω αντίφαση και γι’ αυτό ο σχετικός πρώτος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.Ο κατά το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, μετά την κατάργηση με το άρθρο 17 παρ. 2 του ν. 2915/2001 της δεύτερης περίπτωσης, που προέβλεπε τη δυνατότητα αναίρεσης, αν το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά «χωρίς να διατάξει περί αυτών απόδειξη», όπως και μετά την κατάργηση της διατάξεως του άρθρου 341 ΚΠολΔ για τη δυνατότητα έκδοσης προδικαστικής αποφάσεως και την εφαρμογή του άρθρου 270 ΚΠολΔ σε όλες τις υποθέσεις, με το άρθρο 14 παρ. 1 του ίδιου νόμου, έχει περιορισμένη πλέον εφαρμογή στην περίπτωση που «το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη», δηλαδή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη ή δεν έχει προσαχθεί καμιά απόδειξη (ΑΠ 273/2011).Στην προκειμένη περίπτωση, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, τις αναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις και όλα τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα. Επομένως η προσβαλλόμενη απόφαση δεν δέχθηκε χωρίς απόδειξη ως αληθινό το συνολικό ισχυρισμό (ένσταση) των αναιρεσιβλήτων-εναγομένων ότι ο αναιρεσείων είχε συγκατατεθεί ρητά στην τεχνητή αυτή γονιμοποίηση της συζύγου του – μητέρας του τέκνου και συμμετείχε ενεργά, καθ’ όλη τη διάρκειά της, στη διαδικασία της τεχνητής γονιμοποίησης, ήτοι στην παράδοση του γενετικού υλικού μέχρι τη σύλληψη και την κυοφορία του τέκνου, την οποία (τεχνητή γονιμοποίηση) είχε αποφασίσει από κοινού με την εφεσίβλητη – τότε σύζυγό του.Στο συνολικό αυτό ισχυρισμό περιλαμβανόταν ως μέρος και το ότι ο αναιρεσείων είχε συμφωνήσει α) για την απόψυξη του σπέρματος που παρέδωσε για κρυοσυντήρηση καθώς και β) για τη χρησιμοποίησή του στην εξωσωματική γονιμοποίηση της συζύγου του. Όπως δε αναλύθηκε στην προηγούμενη σκέψη, η συγκατάθεση του άρθρου 1471 § 2 περ. 2 ΑΚ, που συνιστά λόγο αποκλεισμού προσβολής της πατρότητας, μπορεί να δοθεί γραπτά ή προφορικά, ακόμη και σιωπηρά, συναγόμενη από τις περιστάσεις, όπως στην περίπτωση κατά την οποία ο σύζυγος, παρά την έλλειψη έγγραφης συναίνεσης για τη τεχνητή γονιμοποίηση, εμφανίζεται και μετέχει μαζί με τη σύζυγό του σε όλα τα στάδια της διαδικασίας της τεχνητής γονιμοποίησης.Επομένως, για την προαναφερόμενη συναίνεση του αναιρεσείοντος αναφορικά με την απόψυξη και χρησιμοποίηση του σπέρματος για την τεχνητή γονιμοποίηση της συζύγου του δεν απαιτούνταν ο έγγραφος τύπος και γι’ αυτό αβάσιμα ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι η απόδειξή της έπρεπε να γίνει δι’ εγγράφου αποδεικτικού μέσου. Ενόψει αυτών ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι δέχθηκε χωρίς απόδειξη τα ανωτέρω πράγματα, είναι ουσιαστικά αβάσιμος και απορριπτέος”. (areiospagos.gr)

Αναδημοσίευση από legalnews24.gr

Με ποιον τρόπο επαναλαμβάνεται η συζήτηση μετά την έκδοση προδικαστικής απόφασης με τη νέα τακτική διαδικασία;

Πόρισμα της Ολομέλειας των Δικαστών του Πρωτοδικείου Χαλκίδας σχετικά με την Ερμηνεία του άρθρου 254 ΚΠολΔ

Η Ολομέλεια των Δικαστών του Πρωτοδικείου Χαλκίδας εξέδωσε πόρισμα (2/2019) σχετικά με την αντιμετώπιση προκύψαντος θέματος με την ερμηνεία του άρθρου 254 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, στις περιπτώσεις εφαρμογής των άρθρων 237 και 238 του ίδιου Κώδικα και συγκεκριμένα: Με ποιον τρόπο επαναλαμβάνεται η συζήτηση μετά την έκδοση προδικαστικής απόφασης με τη νέα τακτική διαδικασία;

Το πόρισμα της Ολομέλειας των Δικαστών του Πρωτοδικείου Χαλκίδας επί τον ως άνω θέματος έχει ως εξής:

Α) Σε περίπτωση έκδοσης μη οριστικής απόφασης για διενέργεια αποδείξεων, η επανάληψη της συζήτησης στη νέα διαδικασία θα γίνεται με την κατάθεση κλήσης στη γραμματεία και τον απευθείας προσδιορισμό δικασίμου, κατά τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 254 § 2 ΚΠολΔ.

Οι προτάσεις της προηγούμενης συζήτησης θα προσκομίζονται από τους διαδίκους κατά την επαναλαμβανόμενη συζήτηση, το ίδιο δε ισχύει στην περίπτωση κατάθεσης «νέων» τυπικών προτάσεων, στις οποίες θα συμπεριλαμβάνονται κατ’ ουσίαν οι προηγούμενες προτάσεις

Σε περίπτωση μη εμφάνισης διαδίκου στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση, ο οποίος (διάδικος) είχε καταθέσει προτάσεις και δικασθεί αντιμωλία στη συζήτηση, στην οποία διατάχθηκε η επανάληψη, οπότε θεωρείται κατ’ αντιμωλία και στη μετ’ επανάληψη συζήτηση, τότε η επαναφορά στο φάκελο των κατατεθεισών προτάσεων θα γίνεται με επιμέλεια της γραμματείας του Δικαστηρίου, χωρίς να απαιτείται κάποια ιδιαίτερη σημείωση επ’ αυτών, δεδομένου ότι πρόκειται για τις ήδη κατατεθείσες προτάσεις στο πλαίσιο της ενιαίας συζήτησης.

Τέλος, στην περίπτωση αυτή θα ισχύει προθεσμία προσθήκης για αξιολόγηση αποδεικτικών μέσων εντός οκτώ (8) εργάσιμων ημερών, κατ’ αναλογική εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 237 § 7 ΚΠολΔ.

Β) Σε περίπτωση έκδοσης μη οριστικής απόφασης, η οποία διατάσσει περαιτέρω αποδείξεις και επιπλέον τάσσει προθεσμία για συμπλήρωση ελλείψεων σχετικών με την πληρεξουσιότητα (άρθρο 105 ΚΠολΔ), εφαρμόζεται επίσης η (Α) ρύθμιση, ενώ αν με τη μη οριστική απόφαση τάσσεται προθεσμία συμπλήρωσης των ελλείψεων, τότε εφαρμόζεται επίσης η (Α) ρύθμιση, άνευ της προθεσμίας για προσθήκη.

Γ) Στις περιπτώσεις έκδοσης μη οριστικής απόφασης λόγω κήρυξης απαραδέκτου της συζήτησης, αναβολής αυτής κατ’ άρθρο 249 ή 250 ΚΠολΔ, αναστολής της εκδίκασης λόγω εκκρεμοδικίας, παραπομπής προς εκδίκαση κατά την προσήκουσα τακτική διαδικασία, προσεπίκλησης με απόφαση του δικαστηρίου, η επαναφορά της αγωγής προς συζήτηση γίνεται με την κατάθεση κλήσης στη γραμματεία του Δικαστηρίου και την τήρηση των προθεσμιών των άρθρων 215237 και 238 ΚΠολΔ, με αφετήριο χρονικό σημείο υπολογισμού των σχετικών προθεσμιών την κατάθεση της κλήσης.

Το ίδιο θα ισχύει και στην επαναφορά προς συζήτηση κατόπιν έκδοσης οριστικής απόφασης περί παραπομπής από αναρμόδιο σε αρμόδιο δικαστήριο.

Δείτε το Πόρισμα 2/2019 της Ολομέλειας των Δικαστών του Πρωτοδικείου Χαλκίδας στο dschal.gr

Αναδημοσίευση από lawspot.gr

Δημοσιεύθηκε ο Νόμος 4588/2019 για την κύρωση της Συμφωνίας των Πρεσπών

Τι προβλέπει ο νόμος – Ποια είναι τα επόμενα βήματα

Δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως ο Νόμος 4588/2019 για την κύρωση της Συμφωνίας των Πρεσπών, ο οποίος αποτελεί και τον πρώτο νόμο που δημοσιεύεται στο έτος 2019.

Μεταξύ άλλων, το κείμενο του νόμου με πλήρη τίτλο «Κύρωση της Τελικής Συμφωνίας για την Επίλυση των Διαφορών οι οποίες περιγράφονται στις Αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών 817 (1993) και 845 (1993), τη Λήξη της Ενδιάμεσης Συμφωνίας του 1995 και την Εδραίωση Στρατηγικής Εταιρικής Σχέσης μεταξύ των Μερών», προβλέπει τα εξής:

ΔΙΕΥΘΕΤΗΣΗ ΤΗΣ ΔΙΑΦΟΡΑΣ ΠΕΡΙ ΤΟ ΟΝΟΜΑ, ΤΩΝ ΕΚΚΡΕΜΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ ΠΟΥ ΣΧΕΤΙΖΟΝΤΑΙ ΜΕ ΑΥΤΟ ΚΑΙ ΕΜΠΕΔΩΣΗ ΣΧΕΣΕΩΝ ΚΑΛΗΣ ΓΕΙΤΟΝΙΑΣ

1. Η παρούσα Συμφωνία είναι τελική και από τη θέση της σε ισχύ τερματίζει την Ενδιάμεση Συμφωνία μεταξύ των Μερών που υπεγράφη στη Νέα Υόρκη στις 13 Σεπτεμβρίου 1995.

2. Τα Μέρη αναγνωρίζουν ως δεσμευτικό το αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων που διεξήχθησαν υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών, στις οποίες και τα δύο Μέρη έχουν δεσμευθεί κατ’ εφαρμογή των αποφάσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών 817 (1993) και 845 (1993) καθώς επίσης και της Ενδιάμεσης Συμφωνίας του 1995.

3. Σύμφωνα με τις διαπραγματεύσεις αυτές έχουν γίνει αμοιβαίως αποδεκτά και συμφωνηθεί τα ακόλουθα:

α) Το επίσημο όνομα του Δεύτερου Μέρους θα είναι «Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας», το οποίο θα είναι το συνταγματικό όνομα του Δεύτερου Μέρους και θα χρησιμοποιείται erga omnes, όπως προβλέπεται στην παρούσα Συμφωνία. Το σύντομο όνομα του Δεύτερου Μέρους θα είναι «Βόρεια Μακεδονία».

β) Η ιθαγένεια του Δεύτερου Μέρους θα είναι Μακεδονική/πολίτης της Δημοκρατίας της Βόρειας Μακεδονίας, και θα εγγράφεται έτσι σε όλα τα ταξιδιωτικά έγγραφα.

γ) Η επίσημη γλώσσα του Δεύτερου Μέρους θα είναι η «Μακεδoνική γλώσσα», όπως αναγνωρίσθηκε από την Τρίτη Συνδιάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών για την Τυποποίηση των Γεωγραφικών Ονομάτων, που διεξήχθη στην Αθήνα το 1977, και περιγράφεται στο Άρθρο 7 (3) και (4) της παρούσας Συμφωνίας.

δ) Οι όροι «Μακεδονία» και «Μακεδόνας» έχουν την έννοια που αποδίδεται στο Άρθρο 7 της παρούσας Συμφωνίας.

ε) Οι κωδικοί χώρας για τις πινακίδες αυτοκινήτων του Δεύτερου Μέρους θα είναι NM ή ΝΜΚ. Για όλους τους άλλους σκοπούς, κωδικοί χώρας παραμένουν οι ΜΚ και MKD, όπως επισήμως αποδόθηκαν από τον Διεθνή Οργανισμό Τυποποίησης («ΔΟΤ»).

ζ) Ο επιθετικός προσδιορισμός για το Κράτος, τα επίσημα όργανά του, και τις άλλες δημόσιες οντότητες θα ευθυγραμμίζεται με το επίσημο όνομα του Δεύτερου Μέρους ή το σύντομο όνομα, ήτοι, «της Δημοκρατίας της Βόρειας Μακεδονίας» ή «της Βόρειας Μακεδονίας». Άλλες χρήσεις επιθέτου περιλαμβανομένων εκείνων που αναφέρονται σε ιδιωτικές οντότητες και δρώντες που δεν σχετίζονται με το Κράτος και τις δημόσιες οντότητες, δεν έχουν συσταθεί με νόμο και δεν απολαμβάνουν οικονομικής υποστήριξης από το Κράτος για δραστηριότητες στο εξωτερικό, δύνανται να ευθυγραμμίζονται με το Άρθρο 7 (3) και (4). Η χρήση επιθέτου για δραστηριότητες δύναται να ευθυγραμμίζεται με το Άρθρο 7 (3) και (4). Τούτο δεν επηρεάζει τη διαδικασία που καθιερώθηκε με το Άρθρο 1 (3) (θ) και τα σύνθετα ονόματα των πόλεων που υφίστανται κατά την ημερομηνία υπογραφής της παρούσας Συμφωνίας.

η) Το Δεύτερο Μέρος θα υιοθετήσει το «Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας» ως το επίσημο όνομά του και τις ορολογίες που αναφέρονται στο Άρθρο 1(3) μέσω της εσωτερικής του διαδικασίας του που είναι και δεσμευτική και αμετάκλητη, και συνεπάγεται την τροποποίηση του Συντάγματος όπως συμφωνήθηκε στην παρούσα Συμφωνία.

θ) Σε σχέση, με τα προαναφερόμενα όνομα και ορολογίες στις εμπορικές ονομασίες τα εμπορικά σήματα και τις επωνυμίες, τα Μέρη συμφωνούν να υποστηρίξουν και να ενθαρρύνουν τις επιχειρηματικές κοινότητές τους να θεσμοθετήσουν έναν ειλικρινή, δομημένο και με καλή πίστη διάλογο, στο πλαίσιο του οποίου θα επιδιώξουν και θα επιτύχουν αμοιβαίως αποδεκτές λύσεις στα θέματα που πηγάζουν από τις εμπορικές ονομασίες, τα εμπορικά σήματα και τις επωνυμίες και όλα τα σχετικά ζητήματα σε διμερές και διεθνές επίπεδο. Για την υλοποίηση των προαναφερόμενων διατάξεων, θα δημιουργηθεί μία διεθνής ομάδα ειδικών η οποία θα αποτελείται από εκπροσώπους των δύο Κρατών στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης («ΕΕ») με την κατάλληλη συμβολή των Ηνωμένων Εθνών και του ΔΟΤ. Αυτή η ομάδα ειδικών θα συγκροτηθεί εντός του 2019 και θα ολοκληρώσει τις εργασίες της εντός τριών ετών. Τίποτα στο Άρθρο 1 (3) (θ) δεν θα επηρεάσει την παρούσα εμπορική χρήση μέχρις ότου εξευρεθεί αμοιβαία συμφωνία όπως προβλέπεται σε αυτήν την παράγραφο.

Τα επόμενα βήματα

4. Με την υπογραφή της παρούσας Συμφωνίας, τα Μέρη θα προβούν στα ακόλουθα βήματα:

α) Το Δεύτερο Μέρος, χωρίς καθυστέρηση, θα καταθέσει τη Συμφωνία στο Κοινοβούλιο του για κύρωση.

β) Σε συνέχεια της κύρωσης της παρούσας Συμφωνίας από το Κοινοβούλιο του Δεύτερου Μέρους, το Δεύτερο Μέρος θα γνωστοποιήσει στο Πρώτο Μέρος ότι το Κοινοβούλιο του έχει κυρώσει τη Συμφωνία.

γ) Το Δεύτερο Μέρος, εφόσον το αποφασίσει, θα διεξαγάγει δημοψήφισμα.

δ) Το Δεύτερο Μέρος θα ξεκινήσει τη διαδικασία των συνταγματικών τροποποιήσεων όπως προβλέπεται στην παρούσα Συμφωνία.

ε) Το Δεύτερο Μέρος θα ολοκληρώσει in toto τις συνταγματικές τροποποιήσεις έως το τέλος του 2018.

ζ) Μόλις το Δεύτερο Μέρος γνωστοποιήσει την ολοκλήρωση των προαναφερόμενων συνταγματικών τροποποιήσεων και όλων των εσωτερικών νομικών διαδικασιών του προκειμένου να τεθεί σε ισχύ η παρούσα Συμφωνία, το Πρώτο Μέρος θα κυρώσει χωρίς καθυστέρηση την παρούσα Συμφωνία.

5. Από τη θέση σε ισχύ της παρούσας Συμφωνίας, τα Μέρη θα χρησιμοποιούν το όνομα και τις τις ορολογίες του Άρθρου 1(3) σε όλους τους σχετικούς διεθνείς, πολυμερείς και περιφερειακούς Οργανισμούς, θεσμούς και fora, περιλαμβανομένων όλων των συναντήσεων και αλληλογραφίας, και σε όλες τις διμερείς σχέσεις τους με όλα τα Κράτη-Μέλη των Ηνωμένων Εθνών.

6. Ειδικότερα, αμέσως μετά τη θέση σε ισχύ της παρούσας Συμφωνίας, το Δεύτερο Μέρος θα:

α) Γνωστοποιήσει σε όλους τους διεθνείς, πολυμερείς και περιφερειακούς Οργανισμούς, θεσμούς και fora στους οποίους είναι μέλος ότι τέθηκε σε ισχύ η παρούσα Συμφωνία, και θα ζητήσει όλοι αυτοί οι Οργανισμοί, θεσμοί και fora στο εξής να υιοθετήσουν και να χρησιμοποιούν το όνομα και τις ορολογίες που αναφέρονται στο Άρθρο 1(3) της παρούσης Συμφωνίας για όλες τις χρήσεις και για όλους τους σκοπούς. Και τα δύο Μέρη επίσης θα αναφέρονται στο Δεύτερο Μέρος σύμφωνα με το Άρθρο 1(3) σε όλες τις επικοινωνίες τους προς, με και εντός αυτών των Οργανισμών, θεσμών και fora.

β) Γνωστοποιήσει σε όλα τα Κράτη-Μέλη των Ηνωμένων Εθνών τη θέση σε ισχύ της παρούσας Συμφωνίας και θα ζητήσει από αυτά να υιοθετήσουν και να χρησιμοποιούν το όνομα και τις ορολογίες που αναφέρονται στο Άρθρο 1(3) της παρούσας Συμφωνίας για όλες τις χρήσεις και όλους τους σκοπούς, περιλαμβανομένων όλων των διμερών σχέσεών τους και επικοινωνιών.

7. Από τη θέση σε ισχύ της παρούσας Συμφωνίας και με την επιφύλαξη των διατάξεων του Άρθρου 1(9) και (10), οι όροι «Μακεδονία», «Δημοκρατία της Μακεδονίας», «ΠΓΔ της Μακεδονίας», «ΠΓΔ Μακεδονίας» σε μεταφρασμένη ή αμετάφραστη εκδοχή, καθώς και το προσωρινό όνομα «η πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας» και το ακρωνύμιο «πΓΔΜ» θα σταματήσουν να χρησιμοποιούνται για να αναφέρονται στο Δεύτερο Μέρος σε οιοδήποτε επίσημο πλαίσιο.

8. Από τη θέση σε ισχύ της παρούσας Συμφωνίας και λαμβάνοντας υπόψη το Άρθρο 1(9) και (10), τα Μέρη θα χρησιμοποιούν το όνομα και τις ορολογίες του Άρθρου 1(3) για όλες τις χρήσεις και για όλους τους σκοπούς erga omnes, ήτοι, εσωτερικά, σε όλες τις διμερείς σχέσεις τους και σε όλους τους περιφερειακούς και διεθνείς Οργανισμούς και θεσμούς.

9. Από τη θέση σε ισχύ της παρούσας Συμφωνίας, το Δεύτερο Μέρος χωρίς καθυστέρηση σύμφωνα με τη χρηστή διοικητική πρακτική θα πάρει όλα τα απαραίτητα μέτρα ώστε οι αρμόδιες Αρχές της χώρας στο εξής εσωτερικά να χρησιμοποιούν το όνομα και τις ορολογίες του Άρθρου 1(3) της παρούσας Συμφωνίας σε όλα τα νέα επίσημα έγγραφα, αλληλογραφία και συναφές υλικό.

10. Σε ό,τι αφορά την εγκυρότητα των υφιστάμενων εγγράφων και υλικού που εκδόθηκαν από τις Αρχές του Δεύτερου Μέρους, τα Μέρη συμφωνούν ότι θα υπάρξουν δύο μεταβατικές περίοδοι, μία «τεχνική» και μία «πολιτική»:

α) Η «τεχνική» μεταβατική περίοδος θα αφορά όλα τα επίσημα έγγραφα και υλικό της Δημόσιας Διοίκησης του Δεύτερου Μέρους για διεθνή χρήση και εκείνα για εσωτερική χρήση που μπορούν να χρησιμοποιηθούν στο εξωτερικό. Αυτά τα έγγραφα και υλικό θα ανανεωθούν σύμφωνα με το όνομα και τις ορολογίες που αναφέρονται στο Άρθρο 1(3) της παρούσας Συμφωνίας το αργότερο εντός πέντε ετών από τη θέση σε ισχύ της παρούσας Συμφωνίας.

β) H «πολιτική» μεταβατική περίοδος θα αφορά όλα τα έγγραφα και υλικό αποκλειστικά για εσωτερική χρήση στο Δεύτερο Μέρος. Η έκδοση των εγγράφων και υλικού που εμπίπτουν σε αυτήν την κατηγορία σύμφωνα με το Άρθρο 1(3) θα ξεκινά στο άνοιγμα κάθε διαπραγματευτικού κεφαλαίου της ΕΕ στο συναφές πεδίο, και θα ολοκληρώνεται εντός πέντε ετών από τότε.

11. Οι διαδικασίες για την ταχεία τροποποίηση του Συντάγματος του Δεύτερου Μέρους, προκειμένου να υλοποιηθούν πλήρως οι διατάξεις της παρούσας Συμφωνίας, θα ξεκινήσουν με την κύρωση της παρούσας Συμφωνίας από το Κοινοβούλιο του ή σε συνέχεια δημοψηφίσματος, εάν το Δεύτερο Μέρος αποφασίσει να το διεξαγάγει.

12. Το όνομα και οι ορολογίες όπως αναφέρονται στο Άρθρο 1 της παρούσας Συμφωνίας θα ενσωματωθούν στο Σύνταγμα του Δεύτερου Μέρους. Η αλλαγή αυτή θα γίνει enbloc με μία τροποποίηση. Κατ’ εφαρμογή αυτής της τροποποίησης, το όνομα και οι ορολογίες θα αλλάξουν αντιστοίχως σε όλα τα άρθρα του Συντάγματος. Επιπροσθέτως, το Δεύτερο Μέρος Θα προβεί στις κατάλληλες τροποποιήσεις του Προοιμίου, του Άρθρου 3 και του Άρθρου 49, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας αναθεώρησης του Συντάγματος.

13. Σε περίπτωση σφαλμάτων, λαθών, παραλείψεων στην ορθή αναφορά του ονόματος και των ορολογιών που αναφέρονται στο Άρθρο 1(3) της παρούσας Συμφωνίας στο πλαίσιο των διεθνών, πολυμερών και περιφερειακών Οργανισμών, θεσμών, αλληλογραφίας, συναντήσεων και fora καθώς και σε όλες τις διμερείς σχέσεις του Δεύτερου Μέρους με τρίτα Κράτη και οντότητες, οιοδήποτε από τα Μέρη δύναται να ζητήσει την άμεση διόρθωσή τους και την αποφυγή παρόμοιων σφαλμάτων στο μέλλον.

Αναδημοσίευση από lawspot.gr

Δικαστήριο ΕΕ: Αργία για εργαζόμενους – ανεξαρτήτως θρησκείας – η Μεγάλη Παρασκευή

Η αναγνώριση της αργίας της Μεγάλης Παρασκευής μόνο για τους εργαζομένους που ανήκουν σε ορισμένες Εκκλησίες αποτελεί απαγορευμένη διάκριση λόγω θρησκείας

Με σημερινή του απόφαση το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έκρινε ότι η αναγνώριση, εκ μέρους της Αυστρίας, της αργίας της Μεγάλης Παρασκευής μόνο για τους εργαζομένους που ανήκουν σε ορισμένες Εκκλησίες αποτελεί διάκριση λόγω θρησκείας την οποία απαγορεύει το δίκαιο της Ένωσης.

Το Δικαστήριο υποστηρίζει ότι ενόσω η Αυστρία δεν τροποποιεί τη νομοθεσία της ώστε να αποκατασταθεί η ίση μεταχείριση, οι ιδιώτες εργοδότες έχουν, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, την υποχρέωση να αναγνωρίζουν και για τους λοιπούς εργαζομένους τους τη Μεγάλη Παρασκευή ως αμειβόμενη ημέρα αργίας.

Ιστορικό της υπόθεσης

Στην Αυστρία (όπου η πλειονότητα του πληθυσμού ανήκει στην Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία), η Μεγάλη Παρασκευή αποτελεί αμειβόμενη ημέρα αργίας μόνο για τα μέλη της Ευαγγελικής Λουθηρανικής Εκκλησίας και της Μεταρρυθμισμένης Ευαγγελικής Εκκλησίας, της Παλαιοκαθολικής Εκκλησίας και της Ευαγγελικής Εκκλησίας των Μεθοδιστών. Το ειδικό αυτό καθεστώς έχει σκοπό να παράσχει στα μέλη των Εκκλησιών αυτών τη δυνατότητα να ασκήσουν τα θρησκευτικά καθήκοντά τους κατά την ιδιαίτερα σημαντική για αυτούς ημέρα, χωρίς να απαιτείται προς τούτο συμφωνία με τον εργοδότη για τη λήψη άδειας.

Εάν τα μέλη των Εκκλησιών αυτών απασχοληθούν κατά την ημέρα αυτή, δικαιούνται πρόσθετη αμοιβή αργίας.

Ο Markus Achatzi είναι μισθωτός εργαζόμενος της Cresco Investigation, που είναι εταιρία ιδιωτικών ερευνών, και δεν είναι μέλος καμίας από τις ως άνω Εκκλησίες.

Υποστηρίζει ότι στερήθηκε, λόγω διάκρισης εις βάρος του, την πρόσθετη αμοιβή για την εργασία που παρέσχε κατά τη Μεγάλη Παρασκευή, 3 Απριλίου 2015, και ζητεί, ως εκ τούτου, από τον εργοδότη του να του την καταβάλει.

Επιληφθέν της διαφοράς αυτής, το Oberster Gerichtshof (Ανώτατο Δικαστήριο, Αυστρία) ζητεί από το Δικαστήριο να διευκρινίσει αν η επίμαχη αυστριακή ρύθμιση συνάδει προς την απαγόρευση των διακρίσεων λόγω θρησκείας, την οποία προβλέπει το δίκαιο της Ένωσης.

Η απόφαση του Δικαστηρίου της ΕΕ

Με τη σημερινή απόφασή του, το Δικαστήριο κρίνει ότι εισάγει άμεση διάκριση λόγω θρησκείαςεθνική νομοθετική ρύθμιση η οποία προβλέπει, αφενός, ότι η Μεγάλη Παρασκευή είναι αργία μόνο για τους εργαζομένους που είναι μέλη ορισμένων χριστιανικών Εκκλησιών και, αφετέρου, ότι μόνο οι εργαζόμενοι αυτοί δικαιούνται πρόσθετη αμοιβή για την παρασχεθείσα εργασία, εφόσον απασχοληθούν κατά την ημέρα αυτή.

Η ως άνω εθνική νομοθετική ρύθμιση δεν μπορεί να δικαιολογηθεί ούτε ως αναγκαίο μέτρο για τη διαφύλαξη των δικαιωμάτων και των ελευθεριών άλλων ούτε ως ειδικό μέτρο με σκοπό την αντιστάθμιση μειονεκτημάτων για λόγους θρησκείας.

Ενόσω η Αυστρία δεν τροποποιεί, προς αποκατάσταση της ίσης μεταχείρισης, τη νομοθετική της ρύθμιση, ο ιδιώτης εργοδότης που υπόκειται στη ρύθμιση αυτή υποχρεούται να αναγνωρίζει και στους λοιπούς εργαζομένους του το δικαίωμα στην αργία της Μεγάλης Παρασκευής, εφόσον οι εργαζόμενοι αυτοί του έχουν προηγουμένως ζητήσει να απαλλαγούν από την υποχρέωση παροχής εργασίας κατά την ημέρα αυτή, και, κατά συνέπεια, να αναγνωρίζει στους εργαζομένους αυτούς το δικαίωμα σε πρόσθετη αμοιβή για την παρασχεθείσα εργασία κατά την ως άνω ημέρα, αν ο εν λόγω εργοδότης δεν δεχθεί το αίτημά τους αυτό.

Όσον αφορά την ύπαρξη άμεσης διάκρισης λόγω θρησκείας, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η επίμαχη αυστριακή νομοθετική ρύθμιση εισάγει διαφορετική μεταχείριση η οποία στηρίζεται άμεσα στη θρησκεία των εργαζομένων. Ειδικότερα, το κριτήριο διαφοροποίησης που χρησιμοποιεί η εν λόγω νομοθετική ρύθμιση προκύπτει ευθέως από το συγκεκριμένο θρήσκευμα που πρεσβεύουν οι εργαζόμενοι.

Επιπλέον, η εν λόγω νομοθετική ρύθμιση έχει ως συνέπεια τη διαφορετική μεταχείριση συγκρίσιμων καταστάσεων, ανάλογα με το θρήσκευμα.

Το Δικαστήριο επισημαίνει ως προς το ζήτημα αυτό ότι η αναγνώριση της Μεγάλης Παρασκευής ως αργίας υπέρ εργαζομένου που είναι μέλος μίας από τις ως άνω Εκκλησίες δεν εξαρτάται από την προϋπόθεση της εκπλήρωσης, εκ μέρους του εργαζομένου αυτού, συγκεκριμένων θρησκευτικών καθηκόντων κατά την ημέρα αυτή, αλλά μόνο από την τυπική προϋπόθεση της ιδιότητάς του ως μέλους μίας από τις ως άνω Εκκλησίες. Ο εργαζόμενος αυτός παραμένει ελεύθερος να διαθέσει κατά βούληση, παραδείγματος χάριν για ανάπαυση ή για ψυχαγωγία, τον χρόνο του κατά την αργία αυτή.

Όσον αφορά την ενδεχόμενη δικαιολόγηση της ως άνω άμεσης διάκρισης, το Δικαστήριο σημειώνει ότι με την αναγνώριση της αργίας της Μεγάλης Παρασκευής υπέρ των εργαζομένων που είναι μέλη μίας από τις ως άνω Εκκλησίες επιδιώκεται να ληφθεί υπόψη η ιδιαίτερη σημασία που έχουν, για τα μέλη των Εκκλησιών αυτών, οι θρησκευτικές εκδηλώσεις που συνδέονται με την ημέρα αυτή. Εντούτοις, κατά το Δικαστήριο, η επίμαχη ρύθμιση δεν μπορεί να θεωρηθεί αναγκαία για την προστασία της θρησκευτικής ελευθερίας.

Ειδικότερα, στο αυστριακό δίκαιο το ζήτημα της δυνατότητας των εργαζομένων που δεν ανήκουν σε μία από τις ως άνω Εκκλησίες να εορτάσουν θρησκευτική εορτή η οποία δεν συμπίπτει με μία από τις γενικές αργίες που προβλέπονται στην Αυστρία δεν αντιμετωπίζεται με τη χορήγηση επιπλέον ημέρας αργίας, αλλά κατά κύριο λόγο στο πλαίσιο της υποχρέωσης πρόνοιας που υπέχουν οι εργοδότες έναντι των εργαζομένων τους βάσει της οποίας μπορεί να αναγνωριστεί, κατά περίπτωση, δικαίωμα απουσίας από την εργασία για το χρονικό διάστημα που απαιτείται για την εκπλήρωση συγκεκριμένων θρησκευτικών καθηκόντων.

Ομοίως δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η επίμαχη αυστριακή νομοθετική ρύθμιση περιλαμβάνει ειδικά μέτρα για την αντιστάθμιση μειονεκτήματος λόγω θρησκείας τα οποία συνάδουν προς την αρχή της αναλογικότητας και, στο μέτρο του δυνατού, προς την αρχή της ισότητας.

Πράγματι, οι επίμαχες διατάξεις παρέχουν στους εργαζομένους που είναι μέλη μίας από τις ως άνω Εκκλησίες περίοδο αναπαύσεως 24 ωρών κατά τη Μεγάλη Παρασκευή, ενώ οι εργαζόμενοι που ανήκουν σε άλλα θρησκεύματα των οποίων οι σημαντικές εορτές δεν συμπίπτουν με μία από τις γενικές αργίες που προβλέπονται στην Αυστρία δύνανται κατ’ αρχήν να απουσιάσουν από την εργασία τους προς εκπλήρωση θρησκευτικών καθηκόντων που συνδέονται με τις εορτές αυτές μόνον εφόσον το επιτρέψει ο εργοδότης στο πλαίσιο της υποχρέωσης πρόνοιας.

Κατά συνέπεια, τα επίμαχα μέτρα υπερβαίνουν τα όρια του αναγκαίου για την αντιστάθμιση τέτοιου υποτιθέμενου μειονεκτήματος και εισάγουν διαφορετική μεταχείριση μεταξύ εργαζομένων που έχουν συγκρίσιμες θρησκευτικές υποχρεώσεις, η οποία δεν διασφαλίζει, στο μέτρο του δυνατού, την τήρηση της αρχής της ισότητας.

Το πλήρες κείμενο της αποφάσεως είναι διαθέσιμο στην ιστοσελίδα CURIA

Αναδημοσίευση από lawspot.gr

Δικαστικοί υπάλληλοι: Συνεχίζονται οι δίωρες διακοπές μέχρι και 1η Φεβρουαρίου 2019

Το Δ.Σ. του Συλλόγου Δικαστικών Υπαλλήλων Αθήνας σε συνεδρίασή του στις 18-1-2019, αποφάσισε ομόφωνα τη συνέχιση των κινητοποιήσεων – δίωρων διακοπών (καθημερινά 13.00 ως 15.00) σε όλα τα ακροατήρια των Ποινικών και Πολιτικών Δικαστηρίων από Δευτέρα 21-1-2019 μέχρι και την Παρασκευή 1-2-2019, με αίτημα την κάλυψη των κενών οργανικών θέσεων δικαστικών υπαλλήλων στις Δικαστικές Υπηρεσίες της Αθήνας.Όπως αναφέρεται στη σχετική ανακοίνωση, έχει αναληφθεί ήδη πρωτοβουλία για κοινή σύσκεψη με τους συναρμόδιους συνδικαλιστικούς φορείς του χώρου, Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων και Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών για τα ζητήματα των Συνθηκών Εργασίας, ενώ προαναγγέλλεται κλιμάκωση με 3ώρη στάση εργασίας και συγκέντρωση διαμαρτυρίας στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, σε χρόνο που θα ανακοινωθεί το επόμενο χρονικό διάστημα.

Αναδημοσίευση από legalnews24.gr

Μεταγραφή αλλοδαπής ληξιαρχικής πράξης γέννησης παιδιού ομόφυλου ζεύγους

Ο Συνήγορος του Πολίτη δέχθηκε αναφορά από δικηγόρο μητέρας παιδιού, το οποίο γεννήθηκε στο εξωτερικό, μέσα σε γάμο ομόφυλου ζεύγους, σχετικά με πρόβλημα που ανέκυψε κατά την μεταγραφή της αλλοδαπής ληξιαρχικής πράξης γέννησής του στην Ελλάδα. Το παιδί γεννήθηκε σε χώρα όπου αναγνωρίζεται ο γάμος ομοφύλων, οπότε στη ληξιαρχική πράξη γέννησής του είχαν καταγραφεί, ως γονείς του τέκνου, η ελληνίδα μητέρα που το γέννησε και η αλλοδαπή σύζυγός της. Για την ένταξη του παιδιού στην οικογενειακή μερίδα της ελληνίδας μητέρας του, προϋπόθεση είναι η μεταγραφή της αλλοδαπής ληξιαρχικής πράξης γέννησής του από το αρμόδιο Ειδικό Ληξιαρχείο Αθηνών. Το Ειδικό Ληξιαρχείο και το εποπτεύον Υπουργείο Εσωτερικών (Διεύθυνση Αστικής και Δημοτικής Κατάστασης) υποστήριζαν ότι ο γάμος ομόφυλων έρχεται σε αντίθεση με την ελληνική δημόσια τάξη, επομένως δεν μπορούν να καταχωρηθούν, έστω παρεμπίπτοντα, στοιχεία του σε ληξιαρχικά βιβλία της χώρας μας. Εμφανίστηκαν όμως, Ειδικό Ληξιαρχείο και Υπουργείο, κατ’ αρχάς θετικά διακείμενα, για την μεταγραφή της αλλοδαπής ληξιαρχικής πράξης γέννησης του παιδιού, με τα στοιχεία του ενός γονέα -της ελληνίδας μητέρας που γέννησε το τέκνο- ως τέκνου γεννημένου χωρίς γάμο των γονέων του (και μη αναγνωρισμένου από πατέρα). Ωστόσο, αρνήθηκαν τελικά τη μεταγραφή της αλλοδαπής ληξιαρχικής πράξης, όταν διαπίστωσαν ότι το παιδί έφερε επώνυμο σχηματισμένο από τα επώνυμα και των δύο – ίδιου φύλου- γονέων, που αναγνώριζε το δίκαιο της χώρας στην οποία γεννήθηκε. Ο Συνήγορος υποστήριξε ότι, μετά την εισαγωγή στην Ελλάδα του θεσμού του συμφώνου συμβίωσης που απευθύνεται και στα ομόφυλα ζευγάρια, η διοίκηση θα χρειαστεί να επανεξετάσει την άποψή της για την αντίθεση του γάμου ομόφυλων με την ημεδαπή δημόσια τάξη. Σε κάθε περίπτωση, όμως, οφείλει να μεταγράψει την αλλοδαπή ληξιαρχική πράξη γέννησης, κατά το μέρος που αφορά τον έλληνα γονέα, ώστε να κατοχυρωθεί ο οικογενειακός (βιολογικός και νομικός) δεσμός του παιδιού με τη μητέρα που το γέννησε, καθώς και η ελληνική ιθαγένεια του τέκνου, έστω με την καταχώρηση απλού επωνύμου (αυτού της ελληνίδας μητέρας, όπως θα συνέβαινε στην περίπτωση παιδιού γεννημένου χωρίς γάμο των γονέων του και μη αναγνωρισμένου από πατέρα). Σε συνέχεια της παρέμβασης του Συνηγόρου, το Τμήμα Αστικής και Δημοτικής Κατάστασης του Υπουργείου υπέβαλε σχετικό ερώτημα στο Νομικό Συμβούλιο του Κράτους. Με την υπ’αρ.201/2018 Γνωμοδότηση, το ΝΣΚ συντάσσεται με την πρόταση του Συνηγόρου για την μεταγραφή της αλλοδαπής ληξιαρχικής πράξης γέννησης κατά το μέρος που αφορά τον έλληνα γονέα, με καταχώρηση, ως επωνύμου του τέκνου, αυτού της (ελληνίδας) μητέρας που το γέννησε. Η λύση που δόθηκε απέχει από την πλήρη διασφάλιση του δικαιώματος του παιδιού στην ταυτότητά του στη χώρα μας (όπως προβλέπεται στη Διεθνή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού, άρ.8), διότι δεν κατοχυρώνονται το επώνυμο και οι οικογενειακές σχέσεις του, όπως ακριβώς αναγνωρίζονται από το δίκαιο της χώρας όπου το παιδί ζει. Ωστόσο, εξασφαλίζει την αναγνώριση του οικογενειακού δεσμού του παιδιού με τη μητέρα που το γέννησε από το δίκαιό της και κατοχυρώνει την ελληνική ιθαγένειά του. (synigoros.gr)

Δείτε την Επιστολή Συνηγόρου

Δείτε την Γνωμοδότηση ΝΣΚ

Αναδημοσίευση από legalnews24.gr

Η απόρριψη αγωγής ως προώρως ασκηθείσας δεν αποτελεί τυπικό λόγο απορρίψεώς της (ΑΠ 1445/2018)

Με την υπ’ αριθμ. 1445/2018 απόφασή του ο Άρειος Πάγος (Τμήμα Δ) έκρινε ότι η απόρριψη αγωγής ως προώρως ασκηθείσας, δεν αποτελεί τυπικό λόγο απορρίψεώς της.

Απόσπασμα της απόφασης:

Κατά μεν την διάταξη του άρθρου 261 παρ. 1 ΑΚ, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο (παρ. 3 του ίδιου άρθρου), η παραγραφή διακόπτεται με την άσκηση της αγωγής, ήτοι με την επίδοσή της (Κ.Πολ.Δικ. 221 παρ. 1), αρχίζει δε και πάλι από την έκδοση τελεσίδικης αποφάσεως ή την κατ’ άλλο τρόπο περάτωση της δίκης, κατά δε την διάταξη του άρθρου 263 του Α.Κ. «κάθε παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής θεωρείται σαν να μη διακόπηκε, αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή ή η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς. Αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι μήνες, η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή».

Κατά την έννοια της τελευταίας ως άνω διατάξεως αυτή εφαρμόζεται όταν η απόρριψη της αγωγής γίνεται για λόγους τυπικούς.

Απόρριψη της αγωγής για τυπικούς λόγους υπάρχει σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία η παροχή δικαστικής προστασίας ματαιώνεται για λόγο που δεν ανάγεται στη νομική ή ουσιαστική βασιμότητα της υπό διάγνωση απαιτήσεως. Τέτοιοι λόγοι μπορεί να είναι η μη συνδρομή των διαδικαστικών προϋποθέσεων της δίκης, η έλλειψη της ικανότητας δικαστικής παραστάσεως, η αοριστία της αγωγής και γενικότερα οι λόγοι εκείνοι, οι οποίοι ερευνώνται πριν από την αξιολόγηση της υπάρξεως και του περιεχομένου της ουσιαστικής αξιώσεως και των οποίων η θετική ή αρνητική συνδρομή παρεμποδίζει τη διάγνωσή της, καθ’ όσον στις περιπτώσεις αυτές είναι πρόδηλο ότι είναι αντικειμενικώς δυνατόν με τη νέα αγωγή να διορθωθεί το τυπικό σφάλμα της απορριφθείσας προηγουμένης αγωγής.

Πρόβλημα ανακύπτει στην περίπτωση, κατά την οποία μία αγωγή απορρίπτεται ως προώρως ασκουμένη, δηλαδή εάν η απόρριψη αυτής θεωρείται γενομένη για τυπικούς ή ουσιαστικούς λόγους.

Συνήθως τέτοια απόρριψη γίνεται όταν νεαρής ηλικίας πρόσωπο τραυματίζεται σοβαρώς από αδικοπραξία τρίτου και αξιώνεται αποζημίωση για διαφυγόντα εισοδήματα για μεγάλο χρονικό διάστημα υπερβαίνον συνήθως τα δέκα έτη. Σε μια τέτοια περίπτωση με την συνδρομή των προϋποθέσεων του νόμου η αγωγή του παθόντος γίνεται δεκτή ως βάσιμη στην ουσία της για τα πρώτα έτη και για τα υπόλοιπα απορρίπτεται ως προώρως ασκουμένη.

Σημειώνεται ότι η τελεσίδικη απόφαση, με την οποία απορρίπτεται η αγωγή ως προώρως ασκηθείσα, δεν παράγει δεδικασμένο, διότι με τέτοια απόφαση δεν τέμνεται η διαφορά (βλ. ΑΠ 2153/2013, ΑΠ 2076/2006, ΑΠ 122/2006).

Εξ άλλου, η απόρριψη της αγωγής ως προώρως ασκουμένης δεν αποτελεί απόρριψη της αγωγής για τυπικούς λόγους.

Τούτο δε καθ’ όσον κάτι τέτοιο θα προϋπέθετε ότι είναι αντικειμενικώς δυνατή η εντός εξαμήνου από την προηγουμένη απόρριψη ως πρόωρης έγερση νέας αγωγής, γεγονός, δηλαδή, που δεν είναι δυνατόν στην συγκεκριμένη περίπτωση.

Ως νέα έγερση της αγωγής νοείται η υποβολή νέου αιτήματος παροχής δικαστικής προστασίας από τον ίδιο ενάγοντα ή σε περίπτωση που μεσολαβήσει νόμιμη καθολική ή ειδική διαδοχή από το διάδοχό του κατά του ιδίου εναγομένου ή των διαδόχων εκείνου, που βασίζεται στην ίδια με την προηγούμενη νομική και ιστορική αιτία. Ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει όταν τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό της νομικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε στην προηγούμενη δίκη είναι τα ίδια με αυτά που συνθέτουν το πραγματικό της νομικής διατάξεως που πρόκειται να εφαρμοσθεί στη νέα δίκη.

Δείτε αναλυτικά την απόφαση στο areiopagos.gr

Αναδημοσίευση από lawspot.gr

Διαφορές από οροφοκτησία: Ζητήματα αρμοδιότητας, παραγραφής και ποινικής ρήτρας (ΕιρΑθ 1/2019)

Άκυρη η πρόβλεψη σε Κανονισμό πολυκατοικίας για πρόσθετο ποσό σε περίπτωση υπερημερίας (ποινική ρήτρα) – 5ετής η παραγραφή για κοινόχρηστες δαπάνες, πότε αρχίζει και πότε θεωρείται ότι διακόπτεται

Με απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών (1/2019) ρυθμίζονται ορισμένα ζητήματα αναφορικά με τις διαφορές από οροφοκτησία, όπως η αρμοδιότητα και η νομιμότητα τυχόν ποινικής ρήτρας στον Κανονισμό Πολυκατοικίας, καθώς και θέματα που αφορούν στην παραγραφή.

Σε σχέση με την αρμοδιότητα, η απόφαση αναφέρει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 17 παρ. 3 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, όπως αυτό ισχύει μετά την έναρξη ισχύος του Ν. 4335/2015, η αρμοδιότητα του Ειρηνοδικείου σε διαφορές από την οροφοκτησία περιορίζεται μόνο σε αυτές που αφορούν κοινόχρηστες δαπάνες ύψους μέχρι 20.000 ευρώ.

Όλες οι λοιπές διαφορές που αφορούν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις μεταξύ συνιδιοκτητών ορόφων και διαμερισμάτων της ίδιας πολυκατοικίας που πηγάζουν από την συστατική πράξη οριζόντιας ιδιοκτησίας, τον Κανονισμό της και το νόμο (ν. 3741/1929) καθώς και οι διαφορές ανάμεσα στους διαχειριστές ιδιοκτησίας κατ’ ορόφους και στους ιδιοκτήτες ορόφων και διαμερισμάτων από άλλη αιτία, συνεχίζουν να υπάγονται, οποιαδήποτε και αν είναι η αξία του αντικειμένου τους, στην αποκλειστική αρμοδιότητα του μονομελούς πρωτοδικείου. 

Παράλληλα, η απόφαση αναφέρει ότι η τυχόν πρόβλεψη στον Κανονισμό πολυκατοικίας με την οποία ο ιδιοκτήτης επιβαρύνεται, σε περίπτωση υπερημερίας του, με πρόσθετο χρηματικό ποσό (ποινική ρήτρα) είναι άκυρη, ως αποτελούσα κατά νόμο συγκάλυψη παράνομης τοκογλυφίας.

Ο διαχειριστής δικαιούται να ζητήσει μόνον την καταβολή των οφειλών και τον προβλεπόμενο (από το νόμο ή τη σύμβαση) τόκο υπερημερίας, όχι όμως και τυχόν πρόσθετο χρηματικό αντάλλαγμα.

Σε σχέση με την ύπαρξη ποινικής ρήτρας σε Κανονισμό Πολυκατοικίας, με την οποία ο ιδιοκτήτης επιβαρύνεται, σε περίπτωση υπερημερίας του, με πρόσθετο χρηματικό ποσό, το δικαστήριο επισημαίνει ότι αυτή είναι άκυρη, κατά το υπερβάλλον ποσό, καθώς αποτελεί κατά νόμο συγκάλυψη παράνομης τοκογλυφίας.

«Από τον συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων και ιδίως αυτών των άρθρων 293 εδ. β, 294 και 345 του ΑΚ, σκοπός των οποίων είναι ν’ αποτρέψει την καταστρατήγηση του θεμιτού ορίου τόκου, δια των συνυπολογισμών στο ποσοστό των τόκων όλων των προσθέτων παροχών, οι οποίες με διάφορη του τόκου νομική μορφή επιβαρύνουν ουσιαστικά τον οφειλέτη, συνάγεται ότι, επί χρηματικής κυρίως οφειλής ως κύριας παροχής η συνομολόγηση σε περίπτωση υπερημερίας του οφειλέτη περί την εκπλήρωση της, επιπλέον του θεμιτού τόκου και πρόσθετου χρηματικού ποσού, ως ποινικής ρήτρας αντιβαίνει στις παραπάνω διατάξεις του νόμου και είναι άκυρη, κατά το υπερβάλλον, ως αποτελούσα κατά νόμο συγκάλυψη παράνομης τοκογλυφίας, η ακυρότητα δε αυτή της εν λόγω «ποινικής ρήτρας είναι άσχετη με το υπέρμετρο αυτής, που ρυθμίζεται κατά το άρθρο 409 ΑΚ (ΑΠ 1438/1997 Ελνη 39 σελ 381, ΕΑ 6743/1999 ΕλΔνη 42 σελ 494). Επομένως, επί οροφοκτησίας προκειμένου για υποχρέωση καταβολής εκ μέρους του ιδιοκτήτου διαμερίσματος δαπανών κοινοχρήστων, σε περίπτωση υπερημερίας αυτού, ως προς την εκπλήρωση της υποχρεώσεως του αυτής, ο διαχειριστής δικαιούται να ζητήσει την καταβολή των οφειλών αυτών εκ μέρους του συνιδιοκτήτη, καθώς και τον από το νόμο ή τη σύμβαση προβλεπόμενο τόκο υπερημερίας όχι δε και τυχόν πρόσθετο χρηματικό αντάλλαγμα, που για τον λόγο αυτό έχει συμφωνηθεί με τον οφειλέτη, ως «ποινική ρήτρα» (251/2014 ΝΟΜΟΣ, ΕΑ 5324/2004, ΕΔΠ 2005 σελ. 79, ΕΑ 9469 /2007 ΕλΔνη43 σελ. 1488)», αναφέρει σχετικά το δικαστήριο.

Τέλος, σε σχέση με το ζήτημα της παραγραφής, το δικαστήριο αναφέρει ότι ο κοινόχρηστες δαπάνες παραγράφονται σε πέντε χρόνια (ΑΚ 250 αρ. 17), με την παραγραφή να αρχίζει μόλις λήξει το έτος μέσα στο οποίο συμπίπτει η έναρξη της (ΑΚ 253).

Κατά το άρθρο 263 ΑΚ κάθε παραγραφή, που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής θεωρείται σαν να μη διακόπηκε, αν η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς. Αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι μήνες, η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή.

Δείτε αναλυτικά την απόφαση ΕιρΑθ 1/2019 στο dsanet.gr

Αναδημοσίευση από lawspot.gr

Έρχεται ο νέος νόμος για τα εμπορικά σήματα – Ενσωμάτωση Οδηγίας (ΕΕ) 2015/2436

Καταργούνται οι διατάξεις του Νόμου 4072/2012 για τα εμπορικά σήματα – Σε δημόσια διαβούλευση το σχέδιο νόμου

Σε δημόσια διαβούλευση τέθηκε από το Υπουργείο Οικονομίας και Ανάπτυξης το σχέδιο νόμου «Εναρμόνιση της ελληνικής νομοθεσίας με την Οδηγία (ΕΕ) 2015/2436 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Δεκεμβρίου 2015 για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί σημάτων».

Σημεία συστατικά του σήματος και αναπαράστασή του

Σύμφωνα με τις προτεινόμενες διατάξεις, σήμα μπορούν να αποτελέσουν οποιαδήποτε σημεία, ιδίως δε λέξεις, συμπεριλαμβανομένου του ονόματος φυσικών προσώπων, επωνυμίες, ψευδώνυμα, απεικονίσεις, σχέδια, γράμματα, αριθμοί, χρώματα, το σχήμα του προϊόντος ή η συσκευασία του προϊόντος, ήχοι, συμπεριλαμβανομένων των μουσικών φράσεων, διαφημιστικά συνθήματα (slogans), υπό την προϋπόθεση ότι τα σημεία αυτά:

α) είναι ικανά να διακρίνουν τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες μιας επιχείρησης από τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες άλλων επιχειρήσεων και

β) μπορούν να αναπαρίστανται στο μητρώο όπως απαιτεί η παράγραφος 1 του άρθρου 2.

Το σήμα πρέπει να αναπαρίσταται σε οποιαδήποτε κατάλληλη μορφή, με τη χρήση ευρέως διαθέσιμης τεχνολογίας που καθιστά δυνατή την αναπαράστασή του στο μητρώο κατά τρόπο σαφή, ακριβή, αυτοτελή, ευπρόσιτο, κατανοητό, διαρκή και αντικειμενικό, που επιτρέπει στις αρμόδιες αρχές και στο κοινό να προσδιορίζουν με σαφήνεια και ακρίβεια το αντικείμενο προστασίας που παρέχεται στον δικαιούχο του.

Αλλαγές στα τέλη

Μεταξύ των εκτενών τροποποιήσεων της νομοθεσίας περί σημάτων, προβλέπονται αλλαγές και στα τέλη.

Ειδικότερα, τα υπέρ του ∆ηµοσίου τέλη για τα σήµατα καθορίζονται ως ακολούθως:

α. Κατάθεση σήµατος 150€

β. Κατάθεση σήματος που υποβάλλεται ηλεκτρονικά 120€

γ. Για κάθε επιπλέον κλάση 20 €

δ. Κατάθεση σήµατος από µετατροπή σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή διεθνούς καταχώρισης ή από διαίρεση 150€

ε. Για κάθε επιπλέον κλάση 20 €

στ. Παράταση προστασίας σήµατος 130€

ζ. Παράταση προστασίας σήματος που υποβάλλεται ηλεκτρονικά 100€

η. Για κάθε επιπλέον κλάση 20 €

θ. Μεταβίβαση σήµατος 90€

ι. Παραχώρηση άδειας χρήσης 90€

Η ισχύς του νόμου θα αρχίσει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, πλην του άρθρου 30 για την Διοικητική Επιτροπή Σημάτων η ισχύς του οποίου αρχίζει ένα χρόνο μετά τη δημοσίευση του νόμου.

Από την έναρξη ισχύος του νόμου θα καταγηθούν οι διατάξεις των άρθρων 121 έως 183 του ν. 4072/2012, των άρθρων 14 έως 33 του ν. 4155/2013, πλην του άρθρου 145 του ν.4072/2012 και του άρθρου 23 του ν. 4155/2013, τα οποία παραμένουν σε ισχύ μέχρι την έναρξη ισχύος του άρθρου 30, οπότε και καταργούνται αυτοδικαίως.

Δείτε αναλυτικά στο σχέδιο νόμου και τον πίνακα αντιστοίχισης άρθρων.

Στη διαβούλευση, η οποία θα διαρκέσει μέχρι τις 25/1/2019, μπορείτε να συμμετέχετε στο opengov.gr.

Αναδημοσίευση από lawspot.gr

Η τεχνητή νοημοσύνη και η επιρροή της στη Δικαιοσύνη και το δικηγορικό επάγγελμα στο επίκεντρο της CCBE

Ευρωπαίοι δικηγόροι: Εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης θα ανταγωνίζονται ευθέως τους δικηγόρους στην παροχή νομικών συμβουλών στο προσεχές μέλλον

Η τεχνητή νοημοσύνη και η επιρροή της στη Δικαιοσύνη και το δικηγορικό επάγγελμα βρέθηκαν στο επίκεντρο της Επιτροπής για το Μέλλον του Δικηγορικού Επαγγέλματος και των Νομικών Υπηρεσιών (Future of the Legal Profession and Legal Services Committee).

Tεχνητή νοημοσύνη και παροχή νομικής συμβουλής – υπηρεσίας

Μετά από πολλούς μήνες διαβούλευσης και εσωτερικής επεξεργασίας, η Επιτροπή κατέληξε στην οριστικοποίηση ενός κειμένου εργασίας σχετικά με τον εννοιολογικό προσδιορισμό των εφαρμογών τεχνητής νοημοσύνης στο πλαίσιο της παροχής νομικής συμβουλής –νομικής υπηρεσίας (Working paper: “Artificial Intelligence and definition of legal services and legal advice”).

Σε συνέχεια προηγούμενων συζητήσεων, πέρα από τις δυσκολίες εννοιολογικής αποσαφήνισης και υπαγωγής των εφαρμογών τεχνητής ευφυΐας στις έννοιες των νομικών υπηρεσιών και της νομικής συμβουλής, αυτό που τελικά διαπιστώθηκε είναι πως στο προσεχές μέλλον οι εφαρμογές αυτές θα ανταγωνίζονται ευθέως τους δικηγόρους στην παροχή νομικών συμβουλών και θα εναπόκειται στους πολίτες κατά το στάδιο της αναζήτησης νομικής συμβουλής η επιλογή είτε του τεχνολογικά αυτοματοποιημένου συστήματος (με όλους τους κινδύνους που συνεπάγεται) είτε της φυσικής επικοινωνίας με δικηγόρο.

Το κείμενο αυτό εργασίας θα τεθεί υπόψη και των μελών της Επιτροπής Τεχνολογιών της Πληροφορίας (IT Committee) του CCBE και ακολούθως, εφόσον δεν υπάρξουν αλλαγές, θα παραπεμφθεί στην Ολομέλεια προς αποδοχή.

Υπογραμμίζεται ότι το κείμενο αυτό αποτελεί αποκλειστικά και μόνον κείμενο εργασίας που αποσκοπεί στην εννοιολογική προσέγγιση των σχετικών ζητημάτων και δεν πρόκειται ν΄ αποτελέσει δεσμευτική επίσημη θέση του CCBE, διότι για το θέμα κάθε χώρα έχει τη δική της εσωτερική νομοθεσία, τις δικές της ευαισθησίες και τις δικές της αντιλήψεις.

Άλλες πρωτοβουλίες σχετικά με την τεχνητή νοημοσύνη

Σε συνέχεια του προηγούμενου θέματος, τα μέλη της Επιτροπής συζήτησαν για τις πρωτοβουλίες που λαμβάνουν χώρα αυτή την περίοδο σε ευρωπαϊκό επίπεδο σχετικά με τις εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης στο πεδίο των νομικών επαγγελμάτων και της απονομής της δικαιοσύνης.

Μεταξύ αυτών, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η πρωτοβουλία του CEPEJ (Πλήρης τίτλος: «European Commission for the Efficiency of Justice», που είναι μια Επιτροπή του Συμβουλίου της Ευρώπης σε συνεργασία με την Επιτροπή της Ε.Ε., με σκοπό τη συστηματική μελέτη της αποτελεσματικότητας των συστημάτων απονομής της δικαιοσύνης) σχετικά με τις προϋποθέσεις ηθικής νομιμοποίησης της τεχνητής νοημοσύνης στα δικαστικά συστήματα (“Ethic Charter for the use of AI in judicial systems”).

Επίσης, συγκεκριμένες προβλέψεις για υποβολή προτάσεων σχετικά με την τεχνητή νοημοσύνη στα νομικά επαγγέλματα και την απονομή της δικαιοσύνης υπάρχουν στο Πρόγραμμα Δράσης της Επιτροπής της ΕΕ για το E-Justice της περιόδου 2019-2023 («E-Justice Action Plan 2019-2023»).

Το CCBE έχει ήδη υποβάλει πρόταση ενός τέτοιου project.

Κατόπιν των ανωτέρω, ανοίχθηκε εκτενής συζήτηση μεταξύ των μελών της Επιτροπής για τις υπάρχουσες και δυνητικές εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης στα δικαστικά συστήματα.

Για το θέμα αυτό υπήρξε παρουσίαση διαφόρων εφαρμογών οι οποίες ήδη χρησιμοποιούνται σε διάφορες χώρες, ιδίως στις ΗΠΑ, είτε στο στάδιο που προηγείται της δίκης (πχ συστήματα που χρησιμοποιεί η Αστυνομία, προληπτικά ή κατασταλτικά) είτε και κατά τη διάρκεια της δίκης, ακόμη και από τον ίδιο τον δικαστή στο πλαίσιο διαμόρφωσης της δικανικής του κρίσης.

Με πληροφορίες από dsa.gr και  ccbe.eu

Αναδημοσίευση από lawspot.gr