Ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον συμβολαιογράφου: Διευκρινίσεις από τον Συμβολαιογραφικό Σύλλογο

Με εγκύκλιό του ο Συμβολαιογραφικός Σύλλογος Εφετείων Αθηνών – Πειραιώς – Αιγαίου και Δωδεκανήσου παρέχει διευκρινίσεις αναφορικά με τις ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον συμβολαιογράφου.

Αναλυτικά η εγκύκλιος 4/2019 αναφέρει:

Επισημαίνονται κατωτέρω ειδικότερα θέματα που αφορούν στην λήψη ενόρκων βεβαιώσεων ενώπιον συμβολαιογράφων, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 421 έως 424 του ΚΠολΔ, που προστέθηκαν με τον Ν. 4335/2015.

Α) Ως προς την λήψη ενόρκου βεβαιώσεως ενώπιον αναρμοδίου κατά τόπο συμβολαιογράφου: Σύμφωνα με το άρθρ. 421 ΚΠολΔ, η ένορκη βεβαίωση, μεταξύ άλλων προϋποθέσεων του υποστατού/παραδεκτού της, πρέπει να λαμβάνεται ενώπιον συμβολαιογράφου (Ειρηνοδίκη ή Προξένου) με συγκεκριμένη τοπική αρμοδιότητα (αυτή της έδρας του Δικαστηρίου, κατοικίας ή διαμονής του μάρτυρα). Υποστηρίζεται ότι ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες έχουν ληφθεί ενώπιον αναρμοδίου κατά τόπο συμβολαιογράφου ή ειρηνοδίκη, δεν είναι αυτοδικαίως άκυρες, αλλά επέρχεται ακυρότητα εφ’ όσον συντρέχει και περίπτωση δικονομικής βλάβης. Περί τούτου αποφαίνεται αποκλειστικά το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου προσάγεται η εν λόγω ένορκη βεβαίωση και όχι ο συμβολαιογράφος.

Επομένως, πρωτίστως οι ένορκες βεβαιώσεις λαμβάνονται ενώπιον του αρμόδιου κατά τόπο συμβολαιογράφου, εάν όμως ο μάρτυρας έχει κληθεί να βεβαιώσει ενόρκως ενώπιον αναρμοδίου κατά τόπο συμβολαιογράφου, ο συμβολαιογράφος νομιμοποιείται να συντάξει την σχετική ένορκη βεβαίωση, περί του κύρους δε αυτής θα αποφανθεί το Δικαστήριο.

Β) Ως προς το δικαίωμα προβολής ενστάσεων και αιτήσεων εξαιρέσεων του αντιδίκου στο προοίμιο της ένορκης βεβαίωσης: Προκειμένου να αποφευχθούν προστριβές μεταξύ των διαδίκων αλλά και ανάμεσα σε διαδίκους και στον συμβολαιογράφο, ενώπιον του οποίου δίδεται η ένορκη βεβαίωση, προβλέπεται στο άρθρ. 423 παρ. 2 ΚΠολΔ ότι «ενστάσεις και αιτήσεις εξαίρεσης κατά εκείνου που δίδει την βεβαίωση καταχωρίζονται στο προοίμιο της ένορκης βεβαίωσης, κρίνονται όμως από το Δικαστήριο», δηλαδή ο συμβολαιογράφος δεν κρίνει ενστάσεις που αφορούν στην διαδικασία λήψης της ένορκης βεβαίωσης ή στην εξαίρεση του ενόρκως βεβαιούντος.

Γ) Ως προς τον χρόνο έναρξης της λήψης ένορκης βεβαίωσης ενώπιον του συμβολαιογράφου: Η διαδικασία λήψης της ένορκης βεβαίωσης αρχίζει την προκαθορισμένη με την προηγηθείσα κλήτευση ώρα. Η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου έχει κρίνει ότι μια εύλογη δεκαπεντάλεπτη καθυστέρηση στην λήψη της, δεν προκαλεί απαράδεκτο αυτής.

Δ) Ως προς τον τρόπο λήψης ένορκης βεβαίωσης ενώπιον του συμβολαιογράφου: Ο βεβαιών προβαίνει στην κατάθεση ενώπιον του συμβολαιογράφου προφορικά. Δεν αποκλείεται η χρήση σημειώσεων ή προετοιμασμένου σχεδίου, ενώ δεν υποβάλλονται από τους παρισταμένους διαδίκους σ΄ αυτόν ερωτήσεις, όπως π.χ. προβλέπεται στη Διοικητική Δικονομία (άρθρ. 185 παρ. 3 Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας). Σε περίπτωση δήλωσης παράστασης δικηγόρου απαιτείται η προσάρτηση του σχετικού γραμματίου από τον Δικηγορικό Σύλλογο.

Ε) Ως προς την υποχρέωση παροχής αντιγράφου στον αντίδικο εκ μέρους του συμβολαιογράφου: Ο αντίδικος, ως έχων έννομο συμφέρον, δικαιούται να ζητήσει και ο συμβολαιογράφος να χορηγήσει αντίγραφο της ένορκης βεβαιώσεως.

ΣΤ) Ως προς την λήψη ενόρκων βεβαιώσεων ενώπιον Ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, που δίδονται για να χρησιμοποιηθούν από τον αιτούντα-δικαιούχο, κατά την υποβολή της δήλωσης του Ν. 2308/1995, εμπραγμάτου ή άλλου εγγραπτέου στα Κτηματολογικά βιβλία δικαιώματος επί ακινήτου, κειμένου σε υπό κτηματογράφηση περιοχή, με έκτακτη χρησικτησία:  Κατά το υπ’ αριθμ. ΠΡ 1631/1845184/31-1-2019 έγγραφο του Ν.Π.Δ.Δ. «ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ», το οποίο και συναποστέλλεται, με την υπ’ αριθμ. 556/09/17-10-2012 (ΦΕΚ 3370 Β΄/18-12-2012) απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του τότε Οργανισμού Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδας (Ο.Κ.Χ.Ε.), που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση των διατάξεων του Ν. 2308/1995 (άρθρ. 3 παρ. 3, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 1 παρ. 8 του Ν. 3481/2006), προσδιορίζονται ενδεικτικά αποδεικτικά έγγραφα για τη δήλωση κυριότητας επί ακινήτων με αιτία κτήσης την έκτακτη χρησικτησία. Ενδεικτικά μεταξύ των αποδεικτικών εγγράφων έχει συμπεριλάβει και τις ένορκες ενώπιον συμβολαιογράφου ή ειρηνοδίκη βεβαιώσεις, ως στοιχείο επίκλησης της εικοσαετούς νομής του δηλούντος επί του ακινήτου, το οποίο δηλώνεται κατά την διαδικασία κτηματογράφησης. Επομένως, εφ’ όσον η ανωτέρω απόφαση του Ο.Κ.Χ.Ε. έχει εκδοθεί κατ’ εξουσιοδότηση νόμου, είναι νόμιμη η λήψη των ως άνω ενόρκων βεβαιώσεων ενώπιον συμβολαιογράφου για την ολοκλήρωση των διαδικασιών κτηματογράφησης της χώρας.

Δείτε τα πρωτότυπα έγγραφα στο enotariat.gr

Αναδημοσίευση από lawspot.gr

Και από δικηγόρους η θεώρηση συμβάσεων για συγχωνεύσεις, διασπάσεις και μετατροπές εταιρειών (Σχέδιο νόμου)

Δυνητική υπαγωγή δαιφορών σε εναλλακτικές μορφές επίλυσης (Διαιτησία και Διαμεσολάβηση)

Στη Βουλή βρίσκεται εδώ και λίγες ημέρες το σχέδιο νόμου του Υπουργείου Οικονομίας και Ανάπτυξη για τους εταιρικούς μετασχηματισμούς, το οποίο περιλαμβάνει σημαντικές διατάξεις εταιρικού δικαίου.

Όπως επισημαίνει ο Σύμβουλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, κ. Φώτης Κωτσής, ο οποίος εκπροσώπησε το Δικηγορικό Σώμα στην αρμόδια Επιτροπή Παραγωγής και Εμπορίου της Βουλής, ιδιαίτερο ενδιαφέρο παρουσιάζουν:

α) οι διατάξεις σύμφωνα με τις οποίες τα σχέδια συμβάσεων και συμφωνιών μπορούν να θεωρηθούν όχι μόνο από Συμβολαιογράφο ή κατά νόμο δημόσιο υπάλληλο (άρθρο 446 ΚΠολΔ) αλλά και από δικηγόρο,

β) η διάταξη περί δυνητικής υπαγωγής σε εναλλακτικές μορφές επίλυσης διαφορών, δηλαδή Διαιτησία και Διαμεσολάβηση. Να σημειωθεί ότι διάταξη για διαιτητική ρήτρα υπάρχει και στο νέο νόμο για τις Ανώνυμες Εταρείες).

Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 5 του σχεδίου νόμου προβλέπεται ότι:

Επίλυση διαφορών

1. Για την εκδίκαση των υποθέσεων που απορρέουν από την εφαρµογή του παρόντος αποκλειστικά αρµόδιο είναι το µονοµελές πρωτοδικείο, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά σε επιµέρους διατάξεις του. Αν στον µετασχηµατισµό µετέχουν περισσότερες εταιρείες, τοπικά αρµόδιο είναι το δικαστήριο της έδρας οποιασδήποτε από αυτές.

2. Οι υποθέσεις της παραγράφου 1 µπορούν να υπαχθούν σε διαιτησία ή διαµεσολάβηση.

Όσον αφορά στη δυνατότητα θεώρησης και από δικηγόρο, αυτή αφορά σε σχέδιο, κείμενο σύμβασης ή στις άλλες συμφωνίες που αναφέρονται στα άρθρα 9 παρ. 5, 10 παρ. 7, 11 παρ. 2,15 παρ. 1, 61 παρ. 5, 63 παρ. 3, 67 παρ. 1, 106 παρ. 4, 130 παρ. 2 και, 136 παρ. 3.

Ενδεικτικά:

Άρθρο 15

Σύµβαση συγχώνευσης – Τύπος

1. Μετά τη λήψη αποφάσεων για έγκριση της συγχώνευσης από τις γενικές συνελεύσεις ή από τους εταίρους όλων των εταιρειών που µετέχουν σ’ αυτήν, σύµφωνα µε το άρθρο 14, καταρτίζεται από τους εκπροσώπους των οικείων εταιρειών σύµβαση συγχώνευσης, η οποία υποβάλλεται στον τύπο του ιδιωτικού εγγράφου, θεωρηµένου από τα πρόσωπα που προβλέπονται στο άρθρο 446 ΚΠολΔ ή από δικηγόρο.

Άρθρο 67

Σύµβαση διάσπασης – Τύπος

1. Μετά τη λήψη αποφάσεων για έγκριση της διάσπασης από τις γενικές συνελεύσεις ή από τους εταίρους των εταιρειών που µετέχουν σε αυτήν, σύµφωνα µε το άρθρο 65, καταρτίζεται από τους εκπροσώπους των οικείων εταιρειών σύµβαση διάσπασης, η οποία υποβάλλεται στον τύπο του ιδιωτικού εγγράφου, θεωρηµένου από τα πρόσωπα που προβλέπονται στο άρθρο 446 του Κώδικα Πολιτικής Δικονοµίας ή από δικηγόρο.

Δείτε αναλυτικά το σχέδιο νόμου.

Αναδημοσίευση από lawspot.gr

Ανθρωποκτονία από αμέλεια – Ιατρική αμέλεια – Ευθύνη ειδικευόμενων και ειδικευμένων ιατρών (ΑΠ 122/2019)

Αναίρεση αθωωτικής απόφασης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νόμιμης βάσης

Με την υπ’ αριθμ. 122/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου (ΣΤ Ποινικό Τμήμα) έγινε δεκτή αίτηση αναίρεσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου σχετικά με αθωωτική απόφαση ειδικευόμενης και ειδικευμένης ιατρού για την αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια.

Απόσπασμα της απόφασης

Από το συνδυασμό των διατάξεων 302 παρ. 1 και 28 ΠΚ, προκύπτει ότι για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτείται:

α) να μην καταβλήθηκε από το δράση η επιβαλλόμενη κατ’ αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει υπό τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις να καταβάλει, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική,

β) να μπορούσε αυτός, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και, κυρίως, εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματος του, να προβλέψει και ν’ αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο από έλλειψη της προαναφερόμενης προσοχής, είτε δεν προέβλεψε, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν και

γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε.

Με τις προϋποθέσεις αυτές θεμελιώνεται ειδικότερα ποινική ευθύνη του ιατρού για ανθρωποκτονία από αμέλεια, όταν το ζημιογόνο αποτέλεσμα οφείλεται σε παράβαση από μέρους του των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης, για τους οποίους δεν μπορεί να γεννηθεί αμφισβήτηση, εφ’ όσον η αντίστοιχη ενέργεια ή παράλειψη του δεν ήταν σύμφωνη με το αντικειμενικά επιβαλλόμενο καθήκον επιμελείας, που απορρέει από την άσκηση του επαγγέλματος του και ανάγεται σε νομική υποχρέωση του με επιτακτικούς κανόνες, καθώς και από την εγγυητική θέση αυτού απέναντι στην ασφάλεια της ζωής ή της υγείας του ασθενούς, η οποία δημιουργείται κατά την εκτέλεση της ιατρικής πράξης.

Συγκεκριμένα, με το άρθρο 24 του α ν. 1565/1939 «Περί κώδικα ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος», που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ κατά το άρθρο 47 ΕισΝΑΚ, ορίζεται ότι ο ιατρός οφείλει να παρέχει με ζήλο, ευσυνειδησία και αφοσίωση την ιατρική συνδρομή του, σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης και της πείρας που έχει αποκτήσει, τηρώντας τις ισχύουσες διατάξεις για τη διαφύλαξη των ασθενών και την προστασία των υγιών.

Η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση του ιατρού να αποτρέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα του θανάτου του ασθενούς, απορρέει από το νόμο (άρθρ. 24 α.ν. 1565/1939 «Περί κωδικός ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος»), από τον κώδικα ιατρικής δεοντολογίας (β. δ. 156/6-7-1955 και ήδη ν. 3418/2005 «Περί κανονισμού ιατρικής δεοντολογίας») και από την εγγυητική θέση αυτού απέναντι στην ασφάλεια της ζωής ή της υγείας του ασθενούς, που δημιουργείται κατά την εκτέλεση της ιατρικής πράξης.

Έτσι, ελέγχεται ο κατηγορούμενος ιατρός για κάθε ενέργεια ή παράλειψη του υπό την ανωτέρω ιδιότητα του ως προς την παρακολούθηση της πορείας του ασθενούς, δηλαδή αν ενήργησε την ακολουθητέα ιατρική αγωγή και τις επιβαλλόμενες εξετάσεις ή και άλλες επεμβατικές ιατρικές πράξεις προς αντιμετώπιση παρενέργειας ή επιπλοκής που μπορούσε να επιφέρει βλάβη της υγείας του ασθενούς ή ακόμη και το θάνατο του, όπως κάθε μέσος ιατρός της ειδικότητας του θα έπραττε υπό τις ίδιες περιστάσεις.

Δέον να σημειωθεί ότι η αδυναμία πρόβλεψης του ενδεχομένου να προκύψει αξιόποινου αποτελέσματος, καθίσταται ποινικά κολάσιμο υποκειμενικό μέγεθος εφ’ όσον ο δράστης όφειλε αντικειμενικά, κατά τις περιστάσεις και μπορούσε υποκειμενικά, με βάση τις προσωπικές του ικανότητες, να προβλέψει το αποτέλεσμα ως δυνατό και να το αποφύγει. Ειδικότερα, όσον αφορά στην οφειλόμενη από τον ιατρό προσοχή, δεν είναι δυνατόν να καθορισθεί σχηματικά και δογματικά εκ προοιμίου, αλλά βρίσκεται πάντοτε σε συνάρτηση με τις αντικειμενικές και υποκειμενικές συνθήκες και περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης. Οι υπαίτιες ενέργειες και παραλείψεις του ιατρού, δεν είναι δυνατόν να τυποποιηθούν, δεδομένου ότι κάθε ιατρικό περιστατικό παρουσιάζει μοναδικότητα και ιδιοτυπία καθοριστική των ενδεδειγμένων ενεργειών του ιατρού και έτσι, προσδιοριστική της επιμέλειας την οποία πρέπει αυτός να καταβάλει.

Πρόδηλο καθίσταται ότι η εκτίμηση και αξιολόγηση των αντικειμενικών δεδομένων, εξαρτάται από το βαθμό και την ποιότητα της γνώσης και εμπειρίας του επιλαμβανόμενου ιατρού. Γενικά μπορεί να λεχθεί ότι το μέτρο της οφειλόμενης από τις περιστάσεις περίσκεψης του συγκεκριμένου ιατρού, πρέπει να είναι η προσοχή που δείχνει κάθε μέσος ιατρός αν βρεθεί, αν όχι κάτω από τις ίδιες, σε παρόμοιες συνθήκες με αυτές που βρέθηκε και ενήργησε ο κρινόμενος ιατρός. Ωστόσο, λαμβάνονται υπόψη και οι προσωπικές περιστάσεις ιδιότητες γνώσεις και ικανότητες του δράστη, με αποτέλεσμα η απαιτούμενη προσοχή να διαφοροποιείται μεταξύ μη ειδικών (ειδικευόμενων) και ειδικευμένων ιατρών, καθ’ όσον οι τελευταίοι έχουν τις απαραίτητες γνώσεις που τους καθιστούν ικανότερους να αντιμετωπίσουν τα περιστατικά που ανάγονται στην ειδικότητα τους.

Ειδικότερα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 2 ν. 3418/2005 «Ο ιατρός ενεργεί με βάση α) την εκπαίδευση που του έχει παρασχεθεί κατά τη διάρκεια των προπτυχιακών του σπουδών, την άσκηση του για την απόκτηση τίτλου ιατρικής ειδικότητας και τη συνεχιζόμενη ιατρική του εκπαίδευση, β) την πείρα και τις δεξιότητες που αποκτά κατά την άσκηση της ιατρικής και γ) τους κανόνες της τεκμηριωμένης και βασισμένης σε ενδείξεις ιατρικής επιστήμης».

Η εν λόγω διάταξη αποτυπώνει την ιδιαίτερη σημασία στις ιδιαίτερες γνώσεις και ικανότητες του ιατρού, οι οποίες λαμβάνονται υπόψη για την επίταση της ευθύνης του.

Η οφειλόμενη προσοχή πρέπει να καταφάσκεται και στην περίπτωση του ανειδίκευτου ιατρού, όταν η διάγνωση του ανακύπτοντος προβλήματος δεν προϋποθέτει ειδικές ή επιπλέον ιατρικές γνώσεις, που προσδίδει στον ιατρό η απόκτηση μιας ειδικότητας, αλλά μπορεί να επιτευχθεί και με τις βασικές γνώσεις της ιατρικής επιστήμης, που κάθε ιατρός πρέπει να διαθέτει.

Ειδικά όσον αφορά στους ειδικευόμενους ιατρούς, αυτοί ενεργούν ιατρικές πράξεις υπό την εποπτεία και την καθοδήγηση των ειδικευμένων ιατρών. Ο σκοπός εξ άλλου της απασχόλησης τους ως «ειδικευόμενων», είναι μέσα από την πρακτική εξάσκηση, να αποκομίσουν την απαραίτητη γνώση και εμπειρία, ούτως ώστε να καταστούν και οι ίδιοι «ειδικευμένου). Πλην όμως και, λαμβανομένου υπόψη κατά περίπτωση και του χρονικού διαστήματος της εξειδίκευσης που έχει παρέλθει, οι ειδικευόμενοι ιατροί μπορούν να διενεργούν ιατρικές πράξεις, για τις οποίες δεν απαιτούνται ιδιαίτερες ιατρικές γνώσεις (π.χ. αιμοληψία). Ευθύνονται δε, εάν δεν παράσχουν ή παράσχουν πλημμελώς ιατρική αρωγή (μη διενέργεια ιατρικών πράξεων ή διενέργεια αυτών κατά τρόπο εσφαλμένο, π. χ. πρώτες βοήθειες, εντολή διενέργειας εξετάσεων, αξιολόγηση συμπτωμάτων και αποτελεσμάτων εξετάσεων), για τις οποίες δεν απαιτούνται εξειδικευμένες γνώσεις. Για τις ιατρικές πράξεις που απαιτούν εξειδικευμένες γνώσεις, οι ειδικευόμενοι οφείλουν να ενημερώσουν άμεσα και χωρίς οιαδήποτε καθυστέρηση τους ειδικευμένους ιατρούς, άλλως βαρύνονται με «σφάλμα περί την ανάληψη». Επίσης ευθύνονται εάν ενεργούν κατά παράβαση των οδηγιών και των υποδείξεων των ειδικευμένων ιατρών.

Περαιτέρω συντρέχουν οι προϋποθέσεις ευθύνης και των τελευταίων (ειδικευμένων ιατρών) όταν αναθέτουν στους ειδικευόμενους τη διενέργεια ιατρικών πράξεων, στις οποίες οι τελευταίοι αδυνατούν να ανταποκριθούν («σφάλμα περί την ανάθεση») λόγω έλλειψης εμπειρίας και γνώσεων, χωρίς τη δική τους εποπτεία Σύμφωνα δε με το άρθρο 9 παρ. 3 του ν. 3418/2005 (Κώδικας Ιατρικής Δεοντολογίας). «Ο ιατρός οφείλει να παρέχει τις υπηρεσίες του για την αντιμετώπιση επειγόντων περιστατικών, ανεξάρτητα από την ειδικότητα του.

Η υποχρέωση αυτή βαρύνει τον ιατρό, ακόμη και όταν δεν υπάρχουν τα κατάλληλα μέσα για την άσκηση της ιατρικής, και ισχύει μέχρι την παραπομπή του ασθενή σε ιατρό κατάλληλης ειδικότητας ή τη μεταφορά του σε κατάλληλη μονάδα παροχής υπηρεσιών φροντίδας και περίθαλψης. Σε κάθε περίπτωση, ο ιατρός οφείλει να εξαντλήσει τις υπάρχουσες, κάτω από τις δεδομένες συνθήκες, δυνατότητες, σύμφωνα με τις επιταγές της ιατρικής επιστήμης».

Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του Κ.Π.Δ., λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ’ αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσαουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα δε αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς, κατά το είδος τους και δεν απαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει χωριστά από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα. Η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, όμως, από το δικαστήριο της ουσίας και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων, δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, καθόσον, στην περίπτωση αυτή, υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (Ολ. Α.Π. 1/2018, 1/2005).

Τέλος, στην αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου της αθωότητας, που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α. (Ν.Δ/μα 53/1974) και δεδομένου, ότι αντικείμενο αποδείξεως στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα του κατηγορουμένου, ο οποίος κηρύσσεται ένοχος μόνον αν αποδειχθεί η ενοχή του και όχι αν δεν αποδειχθεί η αθωότητα του, υπάρχει έλλειψη της απαιτούμενης (από τις προαναφερόμενες διατάξεις) ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που θεμελιώνει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ Δ’ ΚΠοινΔ, όταν. α) είτε δεν αναφέρονται στην απόφαση καθόλου είτε αναφέρονται με τρόπο ελλιπή ή ασαφή τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και δικαιολογούν την κρίση για τη μη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της αξιόποινης πράξης, που αποδίδεται στον κατηγορούμενο και β) όταν το δικαστήριο δεν αιτιολογεί με σαφήνεια και πληρότητα γιατί δεν πείσθηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου από τα αποδεικτικά μέσα που προσδιορίζονται στα πρακτικά της απόφασης και τα οποία έλαβε υπόψη του για τον σχηματισμό της περί των πραγμάτων κρίσεως του (ολ ΑΠ 2/17, 3/10).

[…] Με αυτά που δέχτηκε το Δικαστήριο, δεν διέλαβε ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την απαλλαγή των κατηγορουμένων από την αποδιδόμενη σε αυτές πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια. Και τούτο γιατί ουδεμία μνεία διαλαμβάνεται στο αιτιολογικό για τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ανυπαρξία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του ως άνω εγκλήματος, ούτε εξηγούνται οι λόγοι για τους οποίους τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν δεν επαρκούσαν για την κατάφαση της ενοχής των κατηγορουμένων, ενώ, περαιτέρω, στην απόφαση έχουν εμφιλοχωρήσει αντιφάσεις, ασάφειες και λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο.

Συνεπώς, είναι βάσιμος ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ ΚΠΔ, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νόμιμης βάσης. Μετά ταύτα, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από αυτούς που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ).

Δείτε αναλυτικά την απόφαση στο areiospagos.gr

Αναδημοσίευση από lawspot.gr

Μέτρο μείωσης της ποινής κατ´ άρθρο 83 ΠΚ σε εγκλήματα τα οποία απειλούνται με ποινή κάθειρξης 5-20 ετών (ΑΠ 322/2018)

Με την υπ’ αριθμ. 322/2018 απόφασή του ο Άρειος Πάγος (Ζ Ποινικό Τμήμα) αναίρεσε απόφαση Μικρού Ορκωτού Εφετείου, κρίνοντας ότι το μέτρο μείωσης της ποινής της περίπτωσης β του άρθρου 83 του Ποινικού Κώδικα εφαρμόζεται και σε ποινή κάθειρξης πέντε έως είκοσι ετών.

Απόσπασμα της απόφασης

Στην περίπτωση των εγκλημάτων που τιμωρούνται με πρόσκαιρη κάθειρξη, η οποία είναι μερικώς ανώτερη και μερικώς κατώτερη από δέκα έτη, το δικαστήριο αποβλέπει αποκλειστικά στο ανώτερο όριο της ποινής και, εφόσον συντρέξει περίπτωση μείωσης αυτής (ποινής), εφαρμόζει τη μείωση της δεύτερης περίπτωσης του προαναφερόμενου άρθρου 83 του ΠΚ, δηλαδή επιβάλλει πρόσκαιρη κάθειρξη έως δώδεκα έτη ή φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, ενώ, τέλος, κατά το άρθρο 85 Π.Κ., επί συρροής περισσότερων, λόγων μείωσης της ποινής και ελαφρυντικών περιστάσεων, εφαρμόζεται μόνο μια φορά η μείωση της ποινής σύμφωνα με το ανωτέρω μέτρο, λαμβανομένων, όμως υπόψη στην επιμέτρησή της όλων των λόγων αυτών και ελαφρυντικών περιστάσεων.

Περαιτέρω, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης.

Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, το Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε κατά πλειοψηφία ενόχους τους κατηγορουμένους και ήδη αναιρεσείοντες για τις αξιόποινες πράξεις: α) της κατοχής από κοινού και με πρόθεση εκρηκτικών υλών και εκρηκτικών μηχανισμών, τους οποίους οι ίδιοι είχαν κατασκευάσει προηγουμένως, με σκοπό να τους χρησιμοποιήσουν για να προξενήσουν κοινό κίνδυνο σε ξένα πράγματα και κίνδυνο σε άνθρωπο και β) της πρόκλησης έκρηξης από κοινού και με πρόθεση με τη χρήση εκρηκτικών υλών, από την οποία μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο και, επιπλέον, σε εγκαταστάσεις κοινής ωφέλειας.

Για τις εν λόγω δύο πράξεις, μετά την αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α’ , δ’ , ε’ και του λόγου μείωσης της ποινής κατά το άρθρο 133 του ΠΚ, επέβαλε σε καθένα από αυτούς ποινή φυλάκισης ενός (1) έτους για την πρώτη, κατά πλειοψηφία έξι μελών, (ήτοι δύο δικαστών και τεσσάρων ενόρκων), και ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών για τη δεύτερη, κατέγνωσε δε σε καθένα από αυτούς συνολική ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών και έξι (6) μηνών, ανασταλείσα για τρία έτη.

Έτσι, όμως, που έκρινε το Δικαστήριο της ουσίας, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 83 του ΠΚ, αφού στην περίπτωση της πρώτης πράξης, ήτοι της προβλεπόμενης από το άρθρο 272 παρ. 1 του ΠΚ κατοχής από τους κατηγορουμένους από κοινού και με πρόθεση εκρηκτικών υλών και εκρηκτικών μηχανισμών, τους οποίους οι ίδιοι είχαν κατασκευάσει προηγουμένως, με σκοπό να τους χρησιμοποιήσουν για να προξενήσουν κοινό κίνδυνο σε ξένα πράγματα και κίνδυνο σε άνθρωπο, η οποία τιμωρείται με πρόσκαιρη κάθειρξη (5 έως 20 ετών), το ελάχιστο όριο, στην περίπτωση της αναγνώρισης ελαφρυντικών περιστάσεων ή άλλου λόγου μείωσης της ποινής, όπως συνέβη στη συγκεκριμένη περίπτωση, είναι τα δύο έτη και όχι το ένα έτος, όπως εσφαλμένα δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας κατά πλειοψηφία και επέβαλε στον καθένα από αυτούς.

Κατά συνέπεια, ο υποστηρίζων τα αυτά μοναδικός λόγος της από 2-10-2017 αίτησης αναίρεσης του Εισαγγελέα Εφετών Ιωαννίνων, από το άρθρ. 510 παρ.1 στοιχ.Ε’ ΚΠοινΔ, με τον οποίο προβάλλεται η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 83 του ΠΚ, είναι βάσιμος.

Δείτε αναλυτικά την απόφσαη στο areiospagos.gr

Αναδημοσίευση από lawspot.gr

Απαγόρευση κατάσχεσης του εφάπαξ υπαλλήλου με απόφαση Ασφαλιστικών Μέτρων

Με απόφαση ασφαλιστικών μέτρων το Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης απαγόρευσε την κατάσχεση των εφάπαξ των υπαλλήλων που συνταξιοδοτούνται και έχουν «κόκκινα» δάνεια.Ειδικότερα, το Ειρηνοδικείο διέταξε το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, το οποίο είχε πουλήσει σε funds του Λονδίνου στεγαστικό δάνειο, να αποδεσμεύσει μέρος του εφάπαξ το οποίο είχε κατασχεθεί λόγω μη εξυπηρετούμενου στεγαστικού δανείου, ενώ παράλληλα απαγορεύτηκε η παρακράτηση οποιουδήποτε ποσού από την σύνταξη της αιτούσας εφοριακού.Η εφοριακός είχε λάβει στεγαστικό δάνειο ύψους 130.000 ευρώ από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων. Από το 2003 κατέβαλε δόσεις με απευθείας παρακράτηση από τον μισθό της και το αρχικό κεφάλαιο είχε μειωθεί περίπου στα 93.000 ευρώ ενώ είχε υπαχθεί και στο καθεστώς του «νόμου Κατσέλη» (νόμος 3869/2010).Η εφοριακός επρόκειτο να συνταξιοδοτηθεί και σύμφωνα με ρήτρα της δανειακής σύμβασης που είχε υπογράψει, τα ¾ του εφάπαξ, έπρεπε να πάνε για την αποπληρωμή του στεγαστικού δανείου, μέσω του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων, στο fund του Λονδίνου που το είχε αγοράσει.Η πρώην εφοριακός, με δικηγόρο την Χρυσάνθη Ντέμου-Παππά, προσέφυγε στα δικαστήρια και το Μάιο του 2018, με προσωρινή διαταγή του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης διατάχθηκε η αναστολή «κάθε πράξης εκτέλεσης επί της περιουσίας της», όπως διατάχθηκε και η «μη μεταβολή της περιουσίας της».Έτσι, ενώ η υπάλληλος έπρεπε να πάρει εφάπαξ 28.378 ευρώ, το ποσό των 21.283 ευρώ (τα ¾ δηλαδή του εφάπαξ) διαβιβάστηκε μέσω του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων, στο αλλοδαπό fund που είχε αγοράσει το δάνειο.Κατόπιν αυτών, προσέφυγε εκ νέου στα δικαστήρια, τα οποία με την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, ανέστειλαν έως την έκδοση οριστικής απόφασης «κάθε ατομικό καταδιωκτικό μέτρο κατά της περιουσίας της» και ειδικά την παρακράτηση από το fund «μέρος από το ποσό της εφάπαξ αποζημίωσης που έχει λάβει λόγω συνταξιοδότησης».Από το Ειρηνοδικείο διατάχθηκε «η αποδέσμευση του εφάπαξ ποσού προκειμένου να αποκατασταθεί η περιουσία της στο επίπεδο που θα ευρισκόταν αν δεν είχε παραβιασθεί η προσωρινή διαταγή του Μάιου του 2018».Το δικαστήριο, με Ειρηνοδίκη τον Αργυρή Μπιχάκη, κατέληξε στην απόφαση αυτή, καθώς εκτίμησε ότι η αίτηση της εφοριακού θα ευδοκιμήσει (δηλαδή θα γίνει δεκτή), «λόγω της ανυπαίτιας περιέλευσης της σε αδυναμία πληρωμής, η οποία οφείλεται στην μείωση των μισθών της, αλλά και των συντάξεων σε σχέση με τις προσδοκόμενες λόγω πολιτικών δημοσιονομικής προσαρμογής και προς εκπλήρωση του σκοπού των ενδίκων ρυθμίσεων απαιτείται η διατήρηση της υπάρχουσας περιουσίας της, ώστε χρησιμοποιηθεί ως βάσης για την ρύθμιση των χρεών της και την απαλλαγή της από αυτά».Τέλος, αναφέρει το Ειρηνοδικείο: «Δέον να απαγορευτεί στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων η παρακράτηση από τη σύνταξή της δημοσίας υπαλλήλου οποιουδήποτε ποσού για την εξυπηρέτηση του δανείου που τις έχει χορηγηθεί, όπως και η δέσμευση του εφάπαξ βοηθήματος, το οποίο πρέπει να διατεθεί κατά την οριστική ρύθμιση από το δικαστήριο για την ικανοποίηση του πιστωτής της, απαγορευμένης της διαχείρισης και διάθεσης από την ίδια την υπάλληλο». (cnn.gr)

Αναδημοσίευση από legalnews24.gr

«Boutique Law Firm» το νέο μοντέλο των δικηγορικών εταιρειών

Οι δικηγορικές εταιρείες «Boutique», αρχίζουν να φαίνονται ως το μέλλον του δικηγορικού επαγγέλματος. Αλλά τι ακριβώς σημαίνει αυτός ο μοντέρνος όρος στα σημερινά νομικά τεκταινόμενα;

Οι δικηγόροι μιας «Boutique» εταιρείας ειδικεύονται σε ένα εξειδικευμένο φάσμα του δικαίου. Παρόλο που τα περισσότερα μεσαία και μεγάλα δικηγορικά γραφεία έχουν δομηθεί για να προσφέρουν ένα ευρύ φάσμα υπηρεσιών, ένας αυξανόμενος αριθμός δικηγόρων δημιουργεί αυτές τις μικρότερες εταιρείες, επιλέγοντας να εστιάσει το συνολικό έργο ολόκληρης της επιχείρησης σε έναν τομέα του δικαίου. 

Οι δικηγορικές εταιρείες «Boutique» τείνουν να είναι μικρότερες από τις συμβατικές και αυτή η πρακτική δεν είναι νέα. Ο αριθμός των ατομικών δικηγορικών εταιρειών στις ΗΠΑ παρέμεινε σταθερός από το 1980 έως το 2005, σύμφωνα με έκθεση του αμερικανικού δικηγορικού συλλόγου το 2016. Ο αριθμός των δικηγόρων που δραστηριοποιούνται σε επιχειρήσεις με δύο έως πέντε δικηγόρους μειώθηκε κατά 8% κατά τη διάρκεια της ίδιας χρονικής περιόδου, αλλά μια «Boutique» δικηγορική εταιρεία δεν έχει πραγματικό «μέγεθος».

Ωστόσο, οι «Boutique» αυξάνονται σε δημοτικότητα και τα προηγούμενα δύο χρόνια συνεργάτες από κορυφαία δικηγορικά γραφεία τα έχουν εγκαταλείψει και ενώνουν τις δυνάμεις τους για να καθιερώσουν τις δικές τους πρακτικές.

Οι δικηγόροι σε «Boutique» δικηγορικές εταιρείες είναι εξειδικευμένοι στους τομείς τους. Σε περίπτωση που κάποιος πελάτης έχει κάποιο νομικό θέμα- πρόβλημα που δεν εμπίπτει στο δικονομικό αντικείμενο εξειδίκευσης, ο δικηγόρος δεν τον αναλαμβάνει. Ο πελάτης παραπέμπεται με ευθύνη του δικηγόρου σε άλλη δικηγορική εταιρεία που δραστηριοποιείται στο τομέα αυτό. Στην πραγματικότητα, οι παραπομπές αυτές αποτελούν τη βάση της ιδέας της«Boutique», καθώς οι πελάτες κατευθύνονται προς τη κατεύθυνση άλλων παρόμοιων επιχειρήσεων και – τουλάχιστον θεωρητικά – υπάρχει μια αλληλεπίδραση μεταξύ των επιχειρήσεων. 

Οι τομείς εξειδίκευσης των «Boutique» προσελκύουν πελάτες ορισμένων επιχειρήσεων σε χρονικές στιγμές που χρειάζονται συμβουλές για εξειδικευμένα θέματα. Ταυτόχρονα, ο πελάτης μπορεί να διατηρήσει μια σχέση με την αρχική δικηγορική εταιρεία, για εκείνες τις περιπτώσεις που χρειάζεται βοήθεια για νομικά θέματα που δεν εμπίπτουν στο γνωστικό πεδίο της άλλης δικηγορικής εταιρείας. 

Βασικός παράγοντας έλξης είναι η ατμόσφαιρα που μπορεί να προσφέρει μια εταιρεία «Boutique». Καθώς, οι δικηγόροι αναπτύσσουν τις δικές τους πρακτικές, μπορούν επίσης να αναπτύξουν τις εσωτερικές δομές της επιχείρησης. Οι εταιρείες «Boutique» μπορεί να επεκταθούν με την πάροδο του χρόνου, αλλά οι περισσότεροι αρχίζουν μόνο με λίγους συνεργάτες οι οποίοι είτε έχουν εργαστεί σε μια ομάδα από κοινού ή έχουν δεσμευτεί από ένα κοινό ενδιαφέρον σε ένα τομέα εξειδίκευσης. Άλλωστε, μια μικρότερη ομάδα μπορεί να παρακάμψει ευκολότερα τη γραφειοκρατία. Οι σχέσεις είναι πιο διαφανείς, η επικοινωνία μπορεί να είναι πιο ανοικτή και οι συναντήσεις μπορούν να γίνουν «ad hoc». Ενώ, λειτουργούν σε ένα εξειδικευμένο φάσμα και με επιχειρήσεις υψηλού προφίλ, η «κουλτούρα» της επιχείρησης μπορεί να ανταγωνιστεί μια εταιρεία υψηλού επιπέδου νομικών παροχών.

Φυσικά, οι  «Boutique» εξακολουθούν να φέρουν έναν ορισμένο βαθμό κινδύνου, καθώς η ίδρυση μιας νέας εταιρείας δεν είναι εύκολο εγχείρημα. Η ιδέα της μετάβασης από ένα μεγάλο ή μεσαίο δικηγορικό γραφείο σαν συνεργάτης στο τιμόνι της διοίκησης της «Boutique» μπορεί να είναι «τρομακτική». Η δομή της επιχείρησης και οι χρηματοοικονομικές λειτουργίες βρίσκονται ξαφνικά στα χέρια του εκάστοτε δικηγόρου. Ωστόσο, η αυτονομία της εξειδίκευσης είναι ιδιαίτερα ελκυστική και φαίνεται ότι έτσι θα παραμείνει τα επόμενα χρόνια.

Γράφει ο

Γεώργιος Κ. Καραμέτος

Α. Δικηγόρος (LLB) και Chief Creative Director in www.nomothesia.net

Τηλ: 6979756312

E-mail: gkarametos@gmail.com

Ως δικαστικά τεκμήρια λαμβάνονται υπόψη και ένορκες βεβαιώσεις που έχουν ληφθεί , ακόμη και χωρίς κλήτευση, στο πλαίσιο άλλης δίκης μεταξύ των ιδίων ή άλλων διαδίκων (ΑΠ)

ΑΠ 627/2018 (πολ.): Έμμεση απόδειξη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων με την προσκόμιση ενόρκων βεβαιώσεων που έχουν ληφθεί , ακόμη και χωρίς κλήτευση, στο πλαίσιο άλλης δίκης μεταξύ των ιδίων ή άλλων διαδίκων. Η προσβαλλόμενη απόφαση παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη ένορκες βεβαιώσεις, που δόθηκαν προς υποστήριξη της υποβληθείσας κατά της πρώτης των αναιρεσιβλήτων και άλλων εγκλήσεώς του αναιρεσείοντος για τα αδικήματα της απάτης στο δικαστήριο και ψευδορκίας.«Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11γ ΚΠολΔ προκύπτει ότι επιτρέπεται αναίρεση και αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται, κατ’αρθρο 339 ΚΠολΔ, και τα προς έμμεση απόδειξη χρησιμεύοντα δικαστικά τεκμήρια δηλαδή, τα, κατά τη διάταξη του άρθρου 336 αρ.3 ΚΠολΔ, συμπεράσματα τα οποία συνάγει το δικαστήριο από αποδεδειγμένα γεγονότα για την ύπαρξη ή ανυπαρξία άλλων γεγονότων (ΑΠ 221/2005, ΑΠ 15/2006, ΑΠ 1148/2002, ΑΠ 1342/2010) τα οποία μπορεί να συναχθούν [από τα δικαστήρια της ουσίας] και από ένορκες βεβαιώσεις που έχουν ληφθεί, ακόμη και χωρίς κλήτευση, όχι στο πλαίσιο της δίκης που διεξάγεται αλλά άλλης δίκης μεταξύ των ιδίων ή άλλων διαδίκων (ΑΠ 566/2001, ΑΠ 833/2007, ΑΠ 1342/2010, ΑΠ 913/2008) εκτός εάν κατά την κυριαρχική και ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου αυτές έχουν ληφθεί επίτηδες για να χρησιμοποιηθούν και στη δίκη για την οποία κρίνεται η διαφορά (ΑΠ 1148/2002, ΑΠ 100/2007).Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η, από το άρθρο 559 αρ.11γ ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη νομοτύπως επικληθέντα και προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα τις, προς έμμεση απόδειξη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων μετ’επικλήσεως προσκομισθείσες από τον ίδιο και ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης έχουσες, υπ’αριθμ.1657 και 1658/2015 ένορκες βεβαιώσεις, που δόθηκαν προς υποστήριξη της [από 1-6-15] υποβληθείσας κατά της πρώτης των αναιρεσιβλήτων και άλλων εγκλήσεώς του για τα αδικήματα της απάτης στο δικαστήριο και ψευδορκίας.Ο λόγος αυτός πρέπει να γίνει δεκτός ως και ουσιαστικά βάσιμος αφού από την σχετική παραδοχή της προσβαλλομένης αποφάσεως, κατά την οποία «….από όλα τα έγγραφα τα οποία οι διάδικοι προσκομίζουν και νόμιμα επικαλούνται χωρίς να ληφθούν υπόψη, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, οι υπ’αριθμ.1657 και 1658/11-6-2015 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Μ. Κ. και Σ. Θ. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης καθόσον δεν προκύπτει νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση των εναγουσών (αναιρεσιβλήτων)…» σε συνδυασμό με τη διαλαμβανόμενη στις παραδεκτώς επισκοπούμενες, από 14-12-16, προτάσεις του αναιρεσείοντος ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου σαφή και ρητή επίκληση, [η οποία δεν αποκρούσθηκε από τις αναιρεσίβλητες] ότι «προσκομίζω και επικαλούμαι τις υπ’αριθμ.1657 και 1658/ 11-6-2015 ένορκες βεβαιώσεις των Μ. Κ. και Σ.Θ., οι οποίες είχαν δοθεί στο πλαίσιο της από 1-6-15 εγκλήσεώς μου για τα αδικήματα της απάτης στο δικαστήριο και ψευδορκία, που την 11-6-15 κατέθεσα πλην άλλων, και κατά της πρώτης εφεσίβλητης (πρώτης αναιρεσίβλητης) με τις οποίες αποδεικνύονται ως αληθείς άπαντες οι κατ’ενσταση προβαλλόμενοι ισχυρισμοί μου και αντικρούονται το σύνολο των αβασίμων αγωγικών ισχυρισμών των αντιδίκων….» (βλ. 12,13 και 15 φύλλο των εν λόγω προτάσεων)……προκύπτει η βασιμότητα (ουσιαστική) της επικαλουμένης αιτιάσεως καθόσον οι νομοτύπως επικληθείσες και προσκομισθείσες από τον αναιρεσείοντα ως άνω ένορκες βεβαιώσεις δεν είχαν ληφθεί στο πλαίσιο της διεξαγωμένης, ενώπιον του εκδώσαντος αυτή δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, δίκης ώστε για το υποστατό τους (εγκυρότητά τους) να απαιτείται νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση των εναγουσών – αναιρεσιβλήτων, όπως εσφαλμένως δέχεται η προσβαλλομένη απόφαση, αλλά είχαν δοθεί στο πλαίσιο της από 1-6-15 εγκλήσεως του προσκομίσαντος αναιρεσείοντος για τα αδικήματα της απάτης στο δικαστήριο και της ψευδορκίας που είχε καταθέσει αυτός, πλήν άλλων, και κατά της πρώτης αναιρεσιβλήτου και επομένως δεν ήταν αναγκαία (αλλά ούτε και εφικτή) η κλήτευση των εναγουσών αναιρεσιβλήτων, δυνάμενες συνακολούθως κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη να χρησιμεύσουν όχι για άμεση απόδειξη (ως ένορκες βεβαιώσεις) αλλά για έμμεση προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, την οποία όμως (έμμεση απόδειξη) παρά το νόμο, απέκρουσε η προσβαλλομένη απόφαση κατά την αποδεικνυομένη ως και ουσιαστικά βάσιμη σχετική αιτίαση του αναιρεσείοντος.
Κατ’ακολουθίαν αυτών πρέπει να γίνει δεκτός, ως και ουσιαστικά βάσιμος, ο παραπάνω από το αρθρ.559 αρ.11γ ΚΠολΔ, λόγος, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καθιστά αλυσιτελή την έρευνα των λοιπών προβαλλομένων λόγων, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί προς εκδίκαση η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (αρθ. 580 παρ.3 ΚΠολΔ), διατασσομένης της επιστροφής του παραβόλου στον αναιρεσείοντα (άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των ηττηθεισών αναιρεσίβλητων (αρθ. 176, 183 ΚΠολΔ)». (areiospagos.gr)

Αναδημοσίευση από legalnews24.gr

Δικηγόρος έκανε αγωγή στην Apple καταγγέλλοντας ότι η συσκευή του επέτρεψε την υποκλοπή συνάντησής του με πελάτη του

Ένας δικηγόρος από το Τέξας των ΗΠΑ κατέθεσε αγωγή εναντίον της Apple για την εφαρμογή FaceTime, καταγγέλλοντας ότι επέτρεψε την υποκλοπή συνάντησης με έναν πελάτη του. Ο Λάρι Γουίλλιαμς υπέβαλε την αγωγή του αφού ανακάλυψε ότι ήταν δυνατό για όσους τον καλούσαν να ακούσουν στο μικρόφωνο της τηλεφωνικής συσκευής ή του Mac πριν ο λήπτης της κλήσεις αποδεχθεί ή απορρίψει την κλήση.Το ελάττωμα ασφάλειας στα IOS 12.1 και 12.2, επηρέασε τις κλήσεις του FaceTime Group, με αποτέλεσμα αυτός που καλούσε να μπορεί με μερικά απλά βήματα να ενεργοποιήσει το μικρόφωνο της συσκευής του αποδέκτη της κλήσης, χωρίς αυτός να έχει συμφωνήσει να ενεργοποιήσει τη συνομιλία.Ο δικηγόρος ισχυρίζεται στην αγωγή του ότι ουσιαστικά με αυτόν τον τρόπο το προσωπικό iPhone μετατρεπόταν σε ένα μικρόφωνο που επέτρεπε σε κάποιον τρίτο να ακούει χωρίς συναίνεση. Μάλιστα ισχυρίζεται ο δικηγόρος ότι ο ίδιος βρισκόταν σε συνάντηση με ένα πελάτη του, όταν η ελαττωματική συσκευή επέτρεψε την καταγραφή της συνάντησής του.Στην αγωγή αναφέρεται ακόμα ότι η Apple , η οποία έχει την απόλυτη ευθύνη για το σχεδιασμό, τον έλεγχο και τη διανομή της ενημερωμένης έκδοσης του iOS, απέτυχε να προειδοποιήσει ή να δώσει σχετικές οδηγίες στο κοινό για τους κινδύνους αυτούς. Ακόμη ότι η Apple γνώριζε ή θα έπρεπε να γνωρίζει ότι το προϊόν της θα προκαλούσε ανεπιθύμητες παραβιάσεις της ιδιωτικής ζωής και υποκλοπές με αποτέλεσμα οι χρήστες των συσκευών να υποστούν προβλέψιμη ζημία.Ζητώντας αποζημιώσεις ο Γουίλλιαμς αναφέρει ότι ο ίδιος υπέστη μόνιμες και συνεχείς ζημίες, που περιελάμβαναν διαφυγόντα κέρδη από την εργασία του, που θα αποκόμιζε στο μέλλον.Μετά τη δημοσίευση της είδησης στις 29 Ιανουαρίου, η Apple απενεργοποίησε το FaceTime Group , μέχρι να διορθώσει το συγκεκριμένο λογισμικό.(theregister.co.uk/legalnews24.gr)

Αναδημοσίευση από legalnews24.gr

Ευεργετικός υπολογισμός ημερών ποινής κρατουμένων, καταδίκων σε Αστυνομικά Κρατητήρια

Διευκρινίσεις από την Εισαγγελία του Αρείου Πάγου για τον ευεργετικό υπολογισμό ημερών ποινής (άρθρο 105 παρ. 7 ΠΚ)

Με γνωμοδότηση της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου (2/2019) παρέχονται διευκρινίσεις αναφορικά με τον ευεργετικό υπολογισμό ημερών ποινής κρατουμένων, καταδίκων σε Αστυνομικά Κρατητήρια.

Αναλυτικά η γνωμοδότηση

Προς τον κ. Εισαγγελέα Επόπτη του Συγκροτήματος Καταστημάτων Κράτησης Κορυδαλλού 

Θέμα: «Ευεργετικός υπολογισμός ημερών ποινής κρατουμένων, καταδίκων σε Αστυνομικά Κρατητήρια» 

Επί του ερωτήματος που διατυπώνεται στο με αριθμ. πρωτ. 70543/29-11-2018 έγγραφο του Διευθυντού του Κ. Κ. Κορυδαλλού, για το εάν κρατούμενοι δικαιούνται να τύχουν ευεργετικού υπολογισμού ημερών ποινής κατ’ άρθρο 105 παρ 7 περ. ζ’ του Π.Κ. και για τις ημέρες μεταγωγής τους, στην διάρκεια της κράτησής τους σε Αστυνομικά κρατητήρια για δικονομικούς λόγους ή αυτή αφορά μόνον το χρονικό διάστημα από την σύλληψη και κράτησή τους σε Αστυνομικό Τμήμα έως και την αρχική εισαγωγή τους σε σωφρονιστικό κατάστημα, το οποίο μας υποβλήθηκε με το με αριθμό πρωτ. 1448/2018 έγγραφο σας προς γνωμοδότηση, σας γνωρίζομε τα εξής: 

Με τη διάταξη του άρθρου 105 § 7 του Π.Κ., όπως αντικαταστάθηκε η παράγραφος αυτή με την παρ. 4 του άρθρου 6 του ν. 4322/2015, ορίζεται ότι: «Κάθε ημέρα κράτησης κρατουμένων που πάσχουν υπολογίζεται ευεργετικά ως δύο (2) ημέρες εκτιόμενης ποινής. Το ίδιο ισχύει και για: α)…. β) .γ… .ζ) κρατουμένους για όσο διάστημα διαρκεί η κράτηση τους σε χώρους αστυνομικών τμημάτων ή αστυνομικών διευθύνσεων».

Από τη διατύπωση της ανωτέρω διατάξεως προκύπτει με σαφήνεια ότι σ’ αυτήν ουδεμία διάκριση γίνεται μεταξύ των κρατουμένων στους οποίους αυτή αναφέρεται ήτοι εκείνους που κρατούνται στα κρατητήρια αστυνομικών υπηρεσιών όσον αφορά το λόγο κρατήσεώς τους σ’ αυτά.

Ο λόγος που προβλέφθηκε η ευνιϊκή αυτή αντιμετώπιση των πιο πάνω κρατουμένων αναφέρεται ρητά στην εισηγητική έκθεση του Ν. 4322/2015 κατά την οποία «ο ευεργετικός υπολογισμός επεκτείνεται και σε κρατούμενους αστυνομικών τμημάτων ή αστυνομικών διευθύνσεων για όσο διάστημα διαρκεί η κράτησή τους στους χώρους αυτούς, ενόψει του δυσμενέστερου χαρακτήρα του τρόπου κράτησης που εφαρμόζεται εκεί» (σελ. 4).

Οι συνθήκες λοιπόν κρατήσεως κρατουμένων στα αστυνομικά τμήματα και τις αστυνομικές διευθύνσεις, οι οποίες όπως είναι γνωστό είναι κατά πολύ δυσμενέστερες από εκείνες που επικρατούν στα σωφρονιστικά καταστήματα, αφού στα πρώτα, όπου συνήθως επικρατεί συνωστισμός κρατουμένων, δεν είναι δυνατός ο προαυλισμός αυτών και υπάρχει δυσχέρεια εξασφαλίσεως ικανοποιητικών όρων υγιεινής και καθαριότητος, αποτελούν το δικαιολογητικό λόγο της θεσπίσεως του ανωτέρω ευεργετικού υπολογισμού του χρόνου κρατήσεως.

Οι συνθήκες αυτές ασφαλώς δεν διαφέρουν ανάλογα με το λόγο κρατήσεως στα αστυνομικά τμήματα ή στις αστυνομικές διευθύνσεις αφού οι χώροι κρατήσεως είναι ίδιοι για όλους τους κρατουμένους σ’ αυτά.

Συνεπώς ο ευεργετικός υπολογισμός του χρόνου κρατήσεως ήτοι ο υπολογισμός μιας ημέρας κρατήσεως ως δύο ημέρες εκrιομένης ποινής δεν μπορεί να αφορά συγκεκριμένους μόνο κρατουμένους στους ανωτέρω χώρους και ειδικότερα εκείνους που κρατούνται μέχρι να προωθηθούν στα σωφρονιστικά καταστήματα αποκλειομένων εκείνων που κρατούνται στους ιδίους χώρους προς μεταγωγή για δικονομικούς ή άλλους λόγους.

Αντίθετη εκδοχή πέραν του ότι δεν θα εύρισκε έρεισμα στο νόμο θα προσέκρουε ευθέως στο σκοπό για τον οποίο θεσπίστηκε η πιο πάνω παρατεθείσα ευνοϊκή διάταξη του άρθρου 105 §7 στοιχ, ζ’ του Π.Κ. 

Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου 

Παναγιώτης Καραγιάννης

Δείτε αναλυτικά τη γνωμοδότηση 2/2019 ΕισΑΠ

Αναδημοσίευση από lawspot.gr

Τέλος η αυτόφωρη διαδικασία για τα αδικήματα εξύβρισης, δυσφήμησης και συκοφαντικής δυσφήμησης, εκτός από «ιδιαίτερα σοβαρούς λόγους»

Τροποποιείται το άρθρο 417 του Κώδικα Ποινικής δικονομίας για την άμεση παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο

Την τροποποίηση του άρθρου 417 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας για την άμεση παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο προβλέπει, μεταξύ άλλων, το νομοσχέδιο του Υπουργείου Δικαιοσύνης που κατατέθηκε χθες στη Βουλή.

Συγκεκριμένα, η προτεινόμενη διάταξη εξαιρεί από τη σχετική διαδικασία τα εγκλήματα των άρθρων 361(εξύβριση), 362 (δυσφήμηση) και 363 (συκοφαντική δυσφήμηση) του Ποινικού Κώδικα, εκτός αν συντρέχουν ιδιαίτερα σοβαροί λόγοι.

Όπως αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση, κατά την πρόβλεψη της ισχύουσας διάταξης του άρθρου 417 του ΚΠΔ η τήρηση της διαδικασίας της άμεσης παραπομπής του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, στις περιπτώσεις αυτόφωρης σύλληψής του μετά την τέλεση ορισμένου πλημμελήματος, εξαρτιόταν τελικά από τη δυνατότητα του εισαγγελέα, εφόσον έκρινε ότι συνέτρεχαν λόγοι, να αποφασίσει αν θα εφαρμόσει ή όχι αυτή.

Άλλωστε, με το άρθρο 279 του ΚΠΔ, όπως διαμορφώθηκε μετά το άρθρο 32 του ν. 4356/2015, Α’ 181, προβλέφθηκε ότι ο ανακριτικός υπάλληλος εντός δώδεκα (12) ωρών ειδοποιεί με το ταχύτερο μέσο τον εισαγγελέα, ο οποίος μπορεί, λαμβάνοντας υπόψη τη βαρύτητα του εγκλήματος και την προσωπικότητα του δράστη, να δώσει εντολή να αφεθεί αυτός ελεύθερος και να μην εφαρμοστεί η προβλεπόμενη για τα αυτόφωρα εγκλήματα διαδικασία του άρθρου 418 παρ. 1 εδάφιο α’ και 2.

Δόθηκε έτσι η δυνατότητα στον εισαγγελέα, έγκαιρα, πριν καν μεσολαβήσει η ταλαιπωρία των εμπλεκομένων και η επιβάρυνση των αρχών που συνδέονται με την αυτόφωρη διαδικασία, τη σύλληψη και την προσαγωγή, να προλάβει και να διατάξει τη μη ακολούθηση αυτής.

Οι διατάξεις αυτές σταθερά εκφράζουν τη βούληση του νομοθέτη η διαδικασία της αυτόφωρης εκδίκασης των πλημμελημάτων να εφαρμόζεται ακριβώς εκεί όπου προσήκει, ώστε η συναφής επιβάρυνση της δικαστικής λειτουργίας και των υπηρεσιών που εμπλέκονται με τη σύλληψη και προσαγωγή του κατηγορούμενου στον εισαγγελέα να μην έχει ως αποτέλεσμα την υπέρμετρη διατάραξή τους, προκειμένου, άλλωστε, να επικεντρωθούν στην αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση της βαρύτερης μορφής εγκληματικότητας.

Ο στόχος αυτός, άλλωστε, μπορεί να ικανοποιηθεί σε σημαντικό βαθμό με την παρούσα νομοθετική πρόβλεψη που ρητά εισάγει ως κανόνα τη μη τήρηση της αυτόφωρης διαδικασίας για ορισμένα εγκλήματα που θεωρούνται, είτε λόγω της απειλούμενης εναντίον τους ποινής, είτε επειδή το προσβαλλόμενο με αυτά έννομο αγαθό είναι ιδιαίτερα ελαστικό, είτε λόγω της μη ύπαρξης ιδιαίτερων στοιχείων κοινωνικοηθικής απαξίας που εκφράζονται από τον συγκεκριμένο τρόπο τέλεσής τους, ως κατά κανόνα χαμηλής απαξίας.

Η διάταξη του προτεινόμενου άρθρου 33 προβλέπει σχετικά:

Στο άρθρο 417 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (π.δ. 258/1986), προστίθεται δεύτερο εδάφιο ως εξής:

«Στην περίπτωση των εγκλημάτων των άρθρων 361, 362 και 363 του Ποινικού Κώδικα δεν ακολουθείται η διαδικασία των επόμενων άρθρων, εκτός αν συντρέχουν ιδιαίτερα σοβαροί λόγοι.».

Αναδημοσίευση από lawspot.gr