Ως δικαστικά τεκμήρια λαμβάνονται υπόψη και ένορκες βεβαιώσεις που έχουν ληφθεί , ακόμη και χωρίς κλήτευση, στο πλαίσιο άλλης δίκης μεταξύ των ιδίων ή άλλων διαδίκων (ΑΠ)

ΑΠ 627/2018 (πολ.): Έμμεση απόδειξη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων με την προσκόμιση ενόρκων βεβαιώσεων που έχουν ληφθεί , ακόμη και χωρίς κλήτευση, στο πλαίσιο άλλης δίκης μεταξύ των ιδίων ή άλλων διαδίκων. Η προσβαλλόμενη απόφαση παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη ένορκες βεβαιώσεις, που δόθηκαν προς υποστήριξη της υποβληθείσας κατά της πρώτης των αναιρεσιβλήτων και άλλων εγκλήσεώς του αναιρεσείοντος για τα αδικήματα της απάτης στο δικαστήριο και ψευδορκίας.«Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11γ ΚΠολΔ προκύπτει ότι επιτρέπεται αναίρεση και αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται, κατ’αρθρο 339 ΚΠολΔ, και τα προς έμμεση απόδειξη χρησιμεύοντα δικαστικά τεκμήρια δηλαδή, τα, κατά τη διάταξη του άρθρου 336 αρ.3 ΚΠολΔ, συμπεράσματα τα οποία συνάγει το δικαστήριο από αποδεδειγμένα γεγονότα για την ύπαρξη ή ανυπαρξία άλλων γεγονότων (ΑΠ 221/2005, ΑΠ 15/2006, ΑΠ 1148/2002, ΑΠ 1342/2010) τα οποία μπορεί να συναχθούν [από τα δικαστήρια της ουσίας] και από ένορκες βεβαιώσεις που έχουν ληφθεί, ακόμη και χωρίς κλήτευση, όχι στο πλαίσιο της δίκης που διεξάγεται αλλά άλλης δίκης μεταξύ των ιδίων ή άλλων διαδίκων (ΑΠ 566/2001, ΑΠ 833/2007, ΑΠ 1342/2010, ΑΠ 913/2008) εκτός εάν κατά την κυριαρχική και ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου αυτές έχουν ληφθεί επίτηδες για να χρησιμοποιηθούν και στη δίκη για την οποία κρίνεται η διαφορά (ΑΠ 1148/2002, ΑΠ 100/2007).Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η, από το άρθρο 559 αρ.11γ ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη νομοτύπως επικληθέντα και προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα τις, προς έμμεση απόδειξη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων μετ’επικλήσεως προσκομισθείσες από τον ίδιο και ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης έχουσες, υπ’αριθμ.1657 και 1658/2015 ένορκες βεβαιώσεις, που δόθηκαν προς υποστήριξη της [από 1-6-15] υποβληθείσας κατά της πρώτης των αναιρεσιβλήτων και άλλων εγκλήσεώς του για τα αδικήματα της απάτης στο δικαστήριο και ψευδορκίας.Ο λόγος αυτός πρέπει να γίνει δεκτός ως και ουσιαστικά βάσιμος αφού από την σχετική παραδοχή της προσβαλλομένης αποφάσεως, κατά την οποία «….από όλα τα έγγραφα τα οποία οι διάδικοι προσκομίζουν και νόμιμα επικαλούνται χωρίς να ληφθούν υπόψη, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, οι υπ’αριθμ.1657 και 1658/11-6-2015 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Μ. Κ. και Σ. Θ. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης καθόσον δεν προκύπτει νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση των εναγουσών (αναιρεσιβλήτων)…» σε συνδυασμό με τη διαλαμβανόμενη στις παραδεκτώς επισκοπούμενες, από 14-12-16, προτάσεις του αναιρεσείοντος ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου σαφή και ρητή επίκληση, [η οποία δεν αποκρούσθηκε από τις αναιρεσίβλητες] ότι «προσκομίζω και επικαλούμαι τις υπ’αριθμ.1657 και 1658/ 11-6-2015 ένορκες βεβαιώσεις των Μ. Κ. και Σ.Θ., οι οποίες είχαν δοθεί στο πλαίσιο της από 1-6-15 εγκλήσεώς μου για τα αδικήματα της απάτης στο δικαστήριο και ψευδορκία, που την 11-6-15 κατέθεσα πλην άλλων, και κατά της πρώτης εφεσίβλητης (πρώτης αναιρεσίβλητης) με τις οποίες αποδεικνύονται ως αληθείς άπαντες οι κατ’ενσταση προβαλλόμενοι ισχυρισμοί μου και αντικρούονται το σύνολο των αβασίμων αγωγικών ισχυρισμών των αντιδίκων….» (βλ. 12,13 και 15 φύλλο των εν λόγω προτάσεων)……προκύπτει η βασιμότητα (ουσιαστική) της επικαλουμένης αιτιάσεως καθόσον οι νομοτύπως επικληθείσες και προσκομισθείσες από τον αναιρεσείοντα ως άνω ένορκες βεβαιώσεις δεν είχαν ληφθεί στο πλαίσιο της διεξαγωμένης, ενώπιον του εκδώσαντος αυτή δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, δίκης ώστε για το υποστατό τους (εγκυρότητά τους) να απαιτείται νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση των εναγουσών – αναιρεσιβλήτων, όπως εσφαλμένως δέχεται η προσβαλλομένη απόφαση, αλλά είχαν δοθεί στο πλαίσιο της από 1-6-15 εγκλήσεως του προσκομίσαντος αναιρεσείοντος για τα αδικήματα της απάτης στο δικαστήριο και της ψευδορκίας που είχε καταθέσει αυτός, πλήν άλλων, και κατά της πρώτης αναιρεσιβλήτου και επομένως δεν ήταν αναγκαία (αλλά ούτε και εφικτή) η κλήτευση των εναγουσών αναιρεσιβλήτων, δυνάμενες συνακολούθως κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη να χρησιμεύσουν όχι για άμεση απόδειξη (ως ένορκες βεβαιώσεις) αλλά για έμμεση προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, την οποία όμως (έμμεση απόδειξη) παρά το νόμο, απέκρουσε η προσβαλλομένη απόφαση κατά την αποδεικνυομένη ως και ουσιαστικά βάσιμη σχετική αιτίαση του αναιρεσείοντος.
Κατ’ακολουθίαν αυτών πρέπει να γίνει δεκτός, ως και ουσιαστικά βάσιμος, ο παραπάνω από το αρθρ.559 αρ.11γ ΚΠολΔ, λόγος, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καθιστά αλυσιτελή την έρευνα των λοιπών προβαλλομένων λόγων, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί προς εκδίκαση η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (αρθ. 580 παρ.3 ΚΠολΔ), διατασσομένης της επιστροφής του παραβόλου στον αναιρεσείοντα (άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των ηττηθεισών αναιρεσίβλητων (αρθ. 176, 183 ΚΠολΔ)». (areiospagos.gr)

Αναδημοσίευση από legalnews24.gr