Επαγγελματικό απόρρητο δικηγόρων- Παραβίαση επαγγελματικής εχεμύθειας- Κάμψη του κανόνα της μη χρήσης παράνομων αποδεικτικών μέσων

AΠ 991/2018 (ποιν.): Επαγγελματικό απόρρητο δικηγόρων: Ακυρότητα δημιουργεί η κατάθεση από δικηγόρο γεγονότων που εμπιστεύθηκε σε αυτόν ο πελάτης του, αφήνεται δε στο δικηγόρο να κρίνει, κατά συνείδηση, αν πρέπει να καταθέσει για γεγονότα που έμαθε με αφορμή την άσκηση του λειτουργήματος του. Η έλλειψη αδείας του δικηγορικού συλλόγου ή του προέδρου του, δεν δημιουργεί ακυρότητα της καταθέσεώς του, αλλά συνεπάγεται μόνο πειθαρχικές κυρώσεις, κατά του παραβάτη δικηγόρου.Σε ακραίες μόνο περιπτώσεις είναι συνταγματικώς επιτρεπτή η κάμψη του κανόνα της μη χρήσης αποδεικτικών μέσων που αποκτήθηκαν κατά παράβαση των άρθρων 19, 9 και 9Α του Σ., εφόσον η μη χρήση αυτών αποκλείει την απόδειξη γεγονότων και οδηγεί σε ιδιαίτερα σοβαρή προσβολή άλλων συνταγματικών δικαιωμάτων.»Η διάταξη του άρθρου 212 παρ. 1 περ. β’ του Κ Ποιν Δ ορίζει, για το επαγγελματικό απόρρητο των μαρτύρων, πλην άλλων, ότι η διαδικασία ακυρώνεται, αν εξετασθούν στην προδικασία ή στην κύρια διαδικασία οι συνήγοροι σχετικά με όσα τους εμπιστεύθηκαν οι πελάτες τους, οι συνήγοροι δε κρίνουν, σύμφωνα με τη συνείδησή τους, αν και σε ποιο μέτρο πρέπει να καταθέσουν όσα άλλα έμαθαν με αφορμή την άσκηση του λειτουργήματος τους.Περαιτέρω, οι διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 49 του ν.δ. 3026/1954 του Κώδικα περί Δικηγόρων, όριζαν ότι «ο Δικηγόρος υποχρεούται να τηρεί απαραβίαστον την απαιτουμένην υπέρ τους εντολέως αυτού εχεμύθειαν περί όσων ούτος ενεπιστεύθη αυτώ. Περί όσων άλλων περιέχονται εις γνώσιν του εξ αφορμής της ασκήσεως του Δικηγορικού λειτουργήματος, αφίεται εις αυτόν να κρίνη εν συνειδήσει, αν και εν τίνι μέτρω πρέπει καλούμενος να καταθέσει ως μάρτυς. Εις πάσαν περίπτωσιν δεν δύναται να εξετάζεται ως μάρτυς επί υποθέσεως εις ην ανεμίχθη ως δικηγόρος άνευ προηγουμένης αδείας του Διοικητικού Συμβουλίου του Συλλόγου εις ον ανήκει, ή εν κατεπειγούση περιπτώσει του Προέδρου αυτού». Το απόρρητο αυτό και την εχεμύθεια που οφείλουν να τηρούν οι δικηγόροι, επαναλαμβάνουν και τα άρθρα 5 και 8 του ν. 4194/2013, που τροποποίησε τον ως άνω κώδικα δικηγόρων.Από τις διατάξεις αυτές που τέθηκαν προς προστασία των διαδίκων και ενίσχυση των σχέσεων εμπιστοσύνης που πρέπει να υπάρχει, μεταξύ αυτών και των δικηγόρων, προκύπτει ότι ακυρότητα δημιουργεί η κατάθεση από δικηγόρο γεγονότων που εμπιστεύθηκε σε αυτόν ο πελάτης του, αφήνεται δε στο δικηγόρο να κρίνει, κατά συνείδηση, αν πρέπει να καταθέσει για γεγονότα που έμαθε με αφορμή την άσκηση του λειτουργήματος του.Περαιτέρω, η έλλειψη αδείας του δικηγορικού συλλόγου ή του προέδρου του, δεν δημιουργεί ακυρότητα της καταθέσεώς του, αλλά συνεπάγεται μόνο πειθαρχικές κυρώσεις, κατά του παραβάτη δικηγόρου. Τέλος για γεγονότα που αφορούν τρίτους, μη πελάτες του δικηγόρου αυτός όπως όλα τα άλλα πρόσωπα έχει τη γενική υποχρέωση προς μαρτυρία κατά τη διάταξη του άρθρου 209 του ΚΠΔ.Εξ’ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 371 παρ. 4 ΚΠΔ, «για την παραβίαση επαγγελματικής εχεμύθειας, ορίζεται ότι: «η πράξη δεν είναι άδικη και μένει ατιμώρητη αν ο υπαίτιος απέβλεπε στην εκπλήρωση καθήκοντος του ή στη διαφύλαξη εννόμου ή για άλλο λόγο δικαιολογημένου ουσιώδους συμφέροντος, δημόσιου ή του ίδιου ή κάποιου άλλου, το οποίο δεν μπορούσε να διαφυλαχθεί διαφορετικά «Περαιτέρω η διάταξη του άρθρου 19 παρ.3 του Συντάγματος, (κατά την οποία απαγορεύεται η χρήση αποδεικτικών μέσων που έχουν αποκτηθεί – από δημόσιες αρχές ή ιδιώτες-κατά παράβαση των άρθρων 19, 9 και 9Α του Σ.), είναι κανονιστικά πλήρης με άμεση εφαρμογή, δεσμεύει όλα τα κρατικά όργανα ανεξάρτητα από την έκδοση ή όχι σχετικού νόμου και ισχύει σε όλες τις δικαστικές και διοικητικές αρχές.Η εν λόγω απαγόρευση, αυτονοήτως, δεν αφορά αποδεικτικά μέσα, που αποκτήθηκαν υπό τους όρους του άρθρου 19 παρ.1β’ του Συντάγματος, για λόγους εθνικής ασφάλειας ή για τη διακρίβωση ιδιαίτερα σοβαρών εγκλημάτων, με σύννομη άρση του απορρήτου κατά τις σχετικές διατάξεις του ν. 2225/1994. Με τη διάταξη αυτή (19 παρ.3 Σ.), εισάγεται περιορισμός στο δικαίωμα απόδειξης ως ειδικότερης έκφανσης του δικαιώματος παροχής εννόμου προστασίας, που κατοχυρώνεται (με επιφύλαξη νόμου) στο άρθρο 20 παρ.1 του Σ., και συγχρόνως εισάγεται περιορισμός σε δικαιώματα των οποίων επιδιώκεται εκάστοτε δικαστική προστασία, που ενδέχεται να έχουν απόλυτη συνταγματική κατοχύρωση, όπως η ζωή, η τιμή, η ελευθερία (με στενή έννοια) κλπ..Σε ακραίες μόνο περιπτώσεις είναι συνταγματικώς επιτρεπτή η κάμψη του κανόνα της μη χρήσης αποδεικτικών μέσων που αποκτήθηκαν κατά παράβαση των άρθρων 19, 9 και 9Α του Σ., εφόσον η μη χρήση αυτών αποκλείει την απόδειξη γεγονότων και οδηγεί σε ιδιαίτερα σοβαρή προσβολή άλλων συνταγματικών δικαιωμάτων.Η δικαστική αξιολόγηση και στάθμιση για τη συνδρομή ή μη στη συγκεκριμένη περίπτωση δικονομικής κατάστασης ανάγκης, που δικαιολογεί, κατ’ εξαίρεση, τη χρήση αποδεικτικών μέσων που αποκτήθηκαν παράνομα, λόγω προσβολής της ανθρώπινης αξίας σε περίπτωση μη χρησιμοποίησης τους, πρέπει να γίνεται με βάση την αρχή της αναλογικότητας, η οποία καθιερώνεται ρητά με τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 εδ. δ! του Συντάγματος, και την οποία οφείλει να σέβεται κάθε περιορισμός των ατομικών δικαιωμάτων είτε προβλέπεται απευθείας από το Σύνταγμα, είτε προβλέπεται από νόμο, υπέρ του οποίου υπάρχει συνταγματική επιφύλαξη.Ειδικότερα, η αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του περιοριστικού μέτρου-περιορισμό που ενέχει και η διάταξη του άρθρου 212ΚΠΔ- και του σκοπού που προορίζεται να εξυπηρετεί ο περιορισμός, επιβάλλει στον νομοθέτη : α) ο θεσπιζόμενος περιορισμός να επιδιώκει θεμιτό σκοπό, δηλαδή τον σκοπό που ορίζει ρητά η ειδική νομοθετική επιφύλαξη ή τον σκοπό που εμπίπτει στο νόημα της γενικής νομοθετικής επιφύλαξης, (προστασία του κοινωνικού συνόλου ή δικαιωμάτων τρίτων), β) το προβλεπόμενο μέσο ή ο τρόπος του περιορισμού να είναι θεμιτός, γ) ο θεσπιζόμενος περιορισμός να είναι κατάλληλος και αναγκαίος για την επίτευξη του σκοπού, για τον οποίο εισάγεται και δ) η συγκριτική στάθμιση των συγκρουόμενων αγαθών, δηλαδή του αγαθού στο οποίο αποβλέπει ο περιορισμός και του αγαθού που προστατεύει το δικαίωμα, πρέπει στη συγκεκριμένη περίπτωση (in concreto) να αποβαίνει υπέρ του πρώτου αφού αξιολογηθούν και σταθμιστούν η βαρύτητα του δικαζόμενου εγκλήματος με την αποδεικτική αναγκαιότητα και προσφορότητα του παράνομου αποδεικτικού μέσου, για τη διελεύκανση του εγκλήματος και θα παραβλέψει τα επιβαρυντικά στοιχεία του για τον κατηγορούμενο που αντέλεξε στην χρήση του παράνομου αποδεικτικού μέσου, για τη διαφύλαξη υπέρτερων εννόμων αγαθών. Πάντως, η κρίση του δικαστή της ουσίας για in concreto στάθμιση των συγκρουόμενων εννόμων αγαθών, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ1569/2013)». (areiospagos.gr)

Δείτε το πλήρες κείμενο της απόφασης εδώ

Αναδημοσίευση από legalnews24.gr

Κατάληψη δημοσίου κτήματος: Απαγόρευση άσκησης ενδίκων μέσων κατά αποφάσεων επί ανακοπής κατά πρωτοκόλλου αποζημίωσης (ΑΠ)

ΑΠ 668/2018 (πολ.): Kατά των αποφάσεων που έκριναν επί ανακοπής η οποία ασκήθηκε κατά πρωτοκόλλου αποζημίωσης εκδοθέντος σε βάρος εκείνων που χωρίς συμβατική σχέση καρπώνονται ή κάνουν χρήση δημόσιου κτήματος, εφόσον δημοσιεύτηκαν μετά την 11.4.2012, απαγορεύεται η άσκηση ενδίκου μέσου έφεσης ή αναίρεσης.«Με τις παρ. 1 και 2 του άρθρου 115 του ΠΔ της 11/12-11-1929 «περί διοικήσεως δημοσίων κτημάτων», το οποίο εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του Ν 4266/1929 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 του Ν 5895/1933, όπως περαιτέρω τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με τα άρθρα 20 του ΑΝ 1540/1938, 19 του ΑΝ 1919/1939, 2 του ΑΝ 1925/1951 και 5 παρ. 4 του ΑΝ 263/1968, ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι σε βάρος εκείνων που χωρίς συμβατική σχέση καρπώνονται ή κάνουν χρήση δημοσίων κτημάτων ή κτημάτων των οποίων τη νομή ή κατοχή έχει με οποιαδήποτε σχέση το Δημόσιο, βεβαιώνεται, κατά την κρίση αγαθού ανδρός και για το χρονικό διάστημα που έκαναν χρήση, αποζημίωση με πρωτόκολλο, το οποίο κοινοποιείται σε αυτόν που καρπώνεται ή χρησιμοποιεί το ακίνητο, ο οποίος δικαιούται να ασκήσει ανακοπή μέσα σε ένα μήνα στον ειρηνοδίκη ή στον πρόεδρο πρωτοδικών, ανάλογα με το ποσό της αποζημίωσης, αυτοί δε, κρίνοντας εκ των ενόντων, ακυρώνουν ή επικυρώνουν το πρωτόκολλο ή περιορίζουν την αποζημίωση και ότι κατά της απόφασης αυτής, ουδέν ένδικο μέσο επιτρέπεται.Μετά την εισαγωγή του ΚΠολΔ, καθύλην αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση της άνω ανακοπής είναι, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1 εδ. ε’ και στ’ , 3 παρ. 1, 2, 4, 24 παρ. 1 και 39 παρ. 1 ΕισΝΚΠολΔ, το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δικάζει κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (ΑΠ 1408/2012, ΑΠ 67/2012).Η απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου τέμνει οριστικά τη διαφορά ως προς την οφειλή και το ποσό της αποζημίωσης για την κατάληψη δημόσιου κτήματος, παρά την ακολουθούμενη διαδικασία, η παραπομπή στην οποία έγινε για λόγους ταχύτητας και μόνον και δεν αφορά τη λήψη ασφαλιστικού ή ρυθμιστικού της κατάστασης μέτρου.Για το λόγο αυτό δεν ίσχυε γι’ αυτήν την απόφαση η απαγόρευση του άρθρου 699 ΚΠολΔ, αλλά υπέκειτο στα προβλεπόμενα από τον ΚΠολΔ ένδικα μέσα της έφεσης και της αναίρεσης (άρθρα 511 και 552 ΚΠολΔ), καθόσον η άνω διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 115 του ΠΔ της 11/12-11-1929, που απαγόρευε την άσκηση ενδίκων μέσων κατ’ αυτής θεωρήθηκε ότι έχει καταργηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 24 παρ. 1 ΕισΝΚΠολΔ (Ολ ΑΠ 38, 21, 22/2002,).Ήδη, όμως, με το άρθρο 326 παρ. 3 του ν. 4072/2012, που άρχισε να ισχύει από 11-4-2012(ΦΕΚ Α’ 86/11-4-2012 σε συνδυασμό με άρθρο 330παρ.2 του άνω νόμου), αντικαταστάθηκαν τα εδάφια δέκατο και ενδέκατο του άνω άρθρου 115 του πδ από 11/12-11-1929 και ρητά επαναλήφθηκε η απαγόρευση άσκησης ενδίκων μέσων κατά των αποφάσεων που εκδίδονται επί ανακοπών κατά πρωτοκόλλου αποζημίωσης για αυθαίρετη χρήση δημοσίων κτημάτων.Η ανωτέρω διάταξη, εξάλλου, δεν έρχεται σε αντίθεση με το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος που επιβάλλει μεν στην Πολιτεία την υποχρέωση παροχής στους πολίτες ένδικης έννομης προστασίας προς επίλυση των ιδιωτικών διαφορών τους, αναγνωρίζοντας σ’ αυτούς αντίστοιχο δημόσιο δικαίωμα, όμως στον νομοθέτη εναπόκειται, κατ’ αρχήν, να κρίνει αν, πόσα και ποια ένδικα μέσα θα χορηγήσει, καθώς και για ποιους λόγους, συνεκτιμώντας ενδεχομένως την αξία του αντικειμένου της διαφοράς και το είδος της διαδικασίας με την οποία εκδικάζεται η υπόθεση.Το ίδιο ισχύει και στο πλαίσιο της ΕΣΔΑ (κύρωση με το ν.δ/γμα 53/1974), που αναγνωρίζει μεν με το άρθρο 6παρ.1 το δικαίωμα στα πρόσωπα για δικαστική επίλυση των ιδιωτικών διαφορών τους σε συνθήκες δίκαιης δίκης, στην έννοια όμως αυτής δεν περιλαμβάνεται και η πρόβλεψη οπωσδήποτε άσκησης ένδικων μέσων (ΑΠ 287/2016, ΑΠ 929/2014).Ο περιορισμός δε αυτός της άσκησης ενδίκων μέσων κατά των σχετικών αποφάσεων επί αυτών των υποθέσεων που εκδικάζονται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, διότι, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 326 παρ.3 του νόμου 4072/1912, οι εν λόγω υποθέσεις είναι νομικά απλές, με την έννοια ότι η επ’ αυτών κρίση αποτελεί κατά κύριο λόγο εκτίμηση πραγματικών περιστατικών και στοιχείων, ότι επιτυγχάνεται περιορισμός περιττής επιβάρυνσης των δικαστηρίων, λαμβανομένου υπόψη ότι ζητήματα που αφορούν την κυριότητα ή τη νομή των κτημάτων επιλύονται μόνο κατά την τακτική διαδικασία, δεν είναι δυσανάλογος και δεν αντιβαίνει στην καθιερούμενη με το άρθρο 25 του Συντάγματος ,αρχή της αναλογικότητας.Περαιτέρω, με δεδομένο ότι το παραδεκτό των ενδίκων μέσων, κατ’ άρθρο 24 παρ. 1 του ΕισΝΚΠολΔ, κρίνεται σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης και εν προκειμένω ότι δεν υφίσταται ειδικότερη ρύθμιση, αφού ο άνω νόμος (4072/2012) δεν περιλαμβάνει μεταβατική διάταξη ή άλλη διάταξη για τις κατά τη δημοσίευση του εκκρεμείς δίκες επί των ανακοπών κατά πρωτοκόλλου αποζημίωσης για αυθαίρετη χρήση δημοσίου κτήματος, η απαγόρευση άσκησης ενδίκων μέσων κατά των αποφάσεων αυτών καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς επ’ αυτών δίκες (ΑΠ 18/2016, ΑΠ 285/2016).Κατ’ ακολουθία τούτων, κατά των αποφάσεων που έκριναν επί ανακοπής η οποία ασκήθηκε κατά πρωτοκόλλου αποζημίωσης εκδοθέντος σε βάρος εκείνων που χωρίς συμβατική σχέση καρπώνονται ή κάνουν χρήση δημόσιου κτήματος, εφόσον δημοσιεύτηκαν μετά την 11.4.2012, απαγορεύεται η άσκηση ενδίκου μέσου έφεσης ή αναίρεσης (ΑΠ 578/2017, ΑΠ 19/2016).Εξάλλου, κατά το άρθρο 577 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νομίμως ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως. Απαράδεκτη κατά την έννοια της διάταξης αυτής είναι η αναίρεση, μεταξύ άλλων, περιπτώσεων, η οποία απευθύνεται κατά απόφασης που δεν υπόκειται ή δεν μπορεί πλέον να προσβληθεί με ένδικα μέσα και συνεπώς με αναίρεση κατά το χρόνο άσκησης της τελευταίας.Στην προκείμενη περίπτωση με την κρινόμενη από 10-6-2016 αίτηση αναίρεσης ζητείται να αναιρεθεί η 355/2014 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Πατρών, το οποίο, αφού δίκασε, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, την από 1.4.2009 έφεση του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου και την από 2.6.2009 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 100/2009 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 15.6.2006 ανακοπή του αναιρεσείοντος κατά του προσβαλλόμενου πρωτόκολλου καθορισμού αποζημίωσης αυθαίρετης απόληψης αμμοχάλικου, που είχε εκδοθεί σε βάρος του από την Προϊσταμένη της Κτηματικής Υπηρεσίας Ν. Αχαΐας, απέρριψε την πρώτη και δέχθηκε τη δεύτερη έφεση και αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, μεταρρύθμισε το προσβαλλόμενο πρωτόκολλο, καθορίζοντας την οφειλόμενη από τον αναιρεσείοντα αποζημίωση στο ποσό των 112.854,69 ευρώ.Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύθηκε, στις 26-8-2014, ήτοι μετά την ισχύ του άρθρου 326 παρ. 3 του νόμου 4072/1912. Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, η προσβαλλόμενη απόφαση, ενόψει του χρόνου δημοσίευσης αυτής, δεν υπόκειται σε αναίρεση. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτη και να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο των παραβόλων που κατατέθηκαν από τον αναιρεσείοντα υπέρ του Δημοσίου και του ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ., κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και επισυνάφθηκαν στη σχετική από 10.6.2016 έκθεση κατάθεσης της Γραμματέα του Εφετείου Πατρών. Δικαστικά έξοδα δεν θα επιδικαστούν ελλείψει σχετικού αιτήματος (άρθρο 191 παρ. 2 ΚΠολΔ)». (areiospagos.gr)

Αναδημοσίευση από legalnews24.gr