Νομική Ανάλυση της Δίκης του Ιησού

Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ
Από το μέλος Zadok the Priestess
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Εκ πρώτης όψεως, μπορεί να σας φαίνεται ότι το θέμα αυτού του άρθρου είναι αυστηρά θρησκευτικό.
Η Δικαιοσύνη είναι μία από τις βασικές αρχές του εσωτερισμού, με αυτήν περιβάλλεται η έννοια του Ελέους, πάνω σ’ αυτήν η ίδια η κοινωνία οικοδομείται και χωρίς αυτήν δεν μπορεί να υπάρξει πραγματική αγάπη στην ψυχή του ανθρώπου.
Θεωρώ ότι ιδανικό αντικείμενο μελέτης και στοχασμού (επίκαιρο όσο ποτέ) αποτελεί η πιο διάσημη ποινική δίκη στην ιστορία του κόσμου, όπου τα ποικίλα πάθη της ανθρωπότητος είχαν αφεθεί ελεύθερα, η δίκη του Ιησού Χριστού.
Επιθυμώ να παρουσιάσω το θέμα απογυμνωμένο από τις θρησκευτικές του όψεις, σα νομική μελέτη και σε συνάρτηση με το καθήκον των μελετητών του εσωτερισμού να υπολογίζουν σοβαρά ως εσωτερική αξία τη Δικαιοσύνη.
Μέχρι τούδε, η μελέτη μας επί της δίκης του Χριστού είχε πάντοτε μία χροιά θρησκευτικότητος. Έχουμε διδαχθεί κι έχουμε μάθει να εξετάζουμε την τραγωδία ως ένα ανείπωτο αίσχος διαπραχθέν εις βάρος του Σωτήρα της Ανθρωπότητος, του Υιού του ΘΕΟΥ. Η ανθρώπινη πλευρά της σπανίως έως ποτέ μας παρουσιάζεται. Η άγια όψη του Χριστού ήταν πάντοτε προεξέχουσα μέσα στο νου μας και αναπολούμε την σκηνή άλλοτε από την ανθρωπιστική της πλευρά, με αποτροπιασμό για την αγριότητα και τη μοχθηρία των διωκτών του ενός, ο οποίος δεν έβλαψε κανέναν και έκανε μόνο καλό και άλλοτε από τη θρησκευτική της πλευρά, ως την εκούσια θυσία του ΥΙΟΥ από το ΘΕΟ για τη λύτρωση του κόσμου.
Για λίγα λεπτά, διαλογισθείτε αυτή την τραγωδία από μία διαφορετική οπτική, από τη νομική παρά από την ανθρωπιστική ή θρησκευτική της όψη. Βάσει αυτού, δε θα λάβουμε υπ’ όψιν την αγιότητα του Χριστού, αλλά την ανθρώπινή του πλευρά. Η δίκη δεν είναι εκείνη του Υιού του ΘΕΟΥ, αλλά του Ιησού ανθρώπου, του Ναζηραίου μαραγκού και υιού του μαραγκού. Είναι ο κρατούμενος κατά τον κώδικα, στον οποίο παρέχεται προστασία βάσει εκείνων των νόμων, οι οποίοι παρέχονται για την προστασία κάθε ατόμου, το οποίο κατηγορείται για κάποιο αδίκημα, υπόκειται στην τιμωρία, η οποία προβλέπεται για την παραβίαση του νόμου και έχει τα ίδια δικαιώματα και μόνον τα ίδια δικαιώματα από κάθε άποψη, τα οποία έχει κάθε κατηγορούμενος πολίτης της χώρας. Η δίκαιη ή η άδικη εκτέλεσή του και τα κίνητρα εκείνων οι οποίοι τον καταδίκασαν είναι παντελώς άσχετα με το θέμα με εξαίρεση μόνον και για όσο αυτό ισχύει της πιθανής συνάφειας με τη νομική σκοπιά της αντιπαράθεσης. Σκοπός μας είναι αποκλειστικά και μόνο να ανακαλύψουμε εάν ο κατηγορούμενος άνθρωπος Ιησούς καταδικάσθηκε νόμιμα και σε συμφωνία με τις θεσμοθετημένες νομικές αρχές της εποχής και του τόπου.

Θα μπορούσαμε, λοιπόν, να συγκεντρώσουμε το θέμα σε δύο ερωτήματα:
1. Ήταν ο Χριστός ένοχος παραβίασης του νόμου;
2. Εάν ήταν, καταδικάσθηκε και εκτελέστηκε κανονικά, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου;

Απαντώντας εν μέρει στην πρώτη ερώτηση και προσπαθώντας να είμαι ακριβής όσο γίνεται, επιτρέψτε μου να πω ότι όταν ο Ιησούς ισχυρίστηκε ότι είναι ο Υιός του ΘΕΟΥ, ήταν ένοχος βλασφημίας σύμφωνα με τους τότε ισχύοντες νόμους. Εάν, λοιπόν, είχε δικασθεί και καταδικασθεί κανονικά γι’ αυτό το αδίκημα και εν συνεχεία είχε εκτελεσθεί (εις θάνατον) δια λιθοβολισμού, δηλαδή δια της νόμιμα προβλεπόμενης τιμωρίας, δε θα υπήρχε καμία νόμιμη ένσταση επί της εκτελέσεως, παρά τα όσα δύναται κάποιος να σκεφθεί επί του δικαίου ή των κανόνων.
Η Ιουδαία εκείνη την εποχή ήταν Ρωμαϊκή επαρχία. Υπαγόταν διοικητικά στη Ρώμη. Ήταν η «φωτισμένη» γη και η Ρώμη με το εκπληκτικό διοικητικό της σύστημα, το οποίο προωθούσε την Αυτό-διοίκηση (εφόσον δεν αμφισβητήτο η Ρωμαϊκή ανώτατη κυριαρχία), της επέτρεπε να εφαρμόζει πρακτικά και καθ’ ολοκληρίαν το δικό της νομικό σύστημα, δια ιδίων δικαστικών οργάνων και να επιβάλλει τις ποινές της με μία μόνη εξαίρεση: την ποινή του θανάτου, για την οποία χρειαζόταν η Ρωμαϊκή έγκριση (ή ανοχή), ειδικά για την επικύρωση και εκτέλεση της καταδίκης, πιθανά όμως και για την ίδια την έκδοση μίας τέτοιας απόφασης. Και τα δύο νομικά συστήματα, το Ιουδαϊκό και το Ρωμαϊκό, ήταν αξιοθαύμαστα και όσον αφορά στους κατηγορουμένους, οι οποίοι δικάζονταν από τα δικαστήριά τους ήταν υπέρ του δέοντος προστατευμένοι από τυχόν άδικες αποφάσεις πολύ περισσότερο τολμώ να πω, απ’ όσο προστατεύονται απ’ τα σύγχρονά μας συστήματα, μολονότι η τιμωρία του ενόχου ήταν περισσότερο και γενικότερα εξασφαλισμένη. Και ο Ιησούς δικάσθηκε, όχι από τον όχλο όπως κάποιες φορές νομίζουμε, αλλά από δύο δικαστήρια αρμόδιας δικαιοδοσίας και σύμφωνα και με τα δύο ισχύοντα νομικά συστήματα, Ιουδαϊκό και Ρωμαϊκό, των οποίων οι φωτισμένες διατάξεις έχουν σταδιακά εγκολπωθεί μέχρι και σήμερα στην Αγγλοσαξονική φιλοσοφία του δικαίου, από την οποία είχαν επί αιώνες αποκλεισθεί λόγω των αυταρχικών και αχρείων θεωριών του Φεουδαρχικού συστήματος.
Για να μπορέσουμε να παρακολουθήσουμε την έρευνα αυτή, ας παρουσιάσουμε εν συντομία τις βασικές διατάξεις του νόμου σχετικά με την εκδίκαση ποινικών υποθέσεων στην Ιουδαία, η στοιχειώδης απαρίθμηση των οποίων θα σας πείσει, κατά την γνώμη μου, ότι το σημερινό σύστημα δεν είναι απροσμέτρητα ανώτερο του παλαιότερου από όλες τις απόψεις.
Η δίκη των κυριοτέρων αδικημάτων ελάμβανε χώρα ενώπιον της Σανχεντρίν, ενός δικαστηρίου γενικής δικαιοδοσίας, το οποίο αποτελείτο από 71 άρχοντες, ιερείς, νομοδιδασκάλους και λόγιους και το οποίο συνεδρίαζε συνήθως στο Ναό. Προεδρεύων αξιωματούχος ήταν συνήθως, αλλά όχι πάντα, ο Αρχιερέας. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις η Σανχεντρίν μπορούσε να συνεδριάσει στο παλάτι του Αρχιερέα. Σε σημαντικές υποθέσεις, όπως εκείνες στις οποίες μπορούσε να επιβληθεί η θανατική ποινή, είκοσι-ένα μέλη έπρεπε να παρίστανται. Κανένα Ιουδαϊκό δικαστήριο δεν μπορούσε να διεξάγει οποιοδήποτε ένδικο μέσο σε μέρα γιορτής και όσον αφορά σε σημαντικές υποθέσεις, το δικαστήριο δεν μπορούσε να συνεδριάσει τη νύχτα.
Ένα άτομο το οποίο εκατηγορήτο για κάποιο έγκλημα μπορούσε να συλληφθεί μόνον αφού θα είχε διατυπωθεί η κατηγορία νομότυπα (επίσημη καταγγελία), εκτός αν είχε συλληφθεί επ’ αυτοφώρω. Εάν επρόκειτο περί συλλήψεως τη νύχτα, θα έπρεπε να τεθεί υπό κράτησιν έως την επόμενη μέρα.
Σε κάθε περίπτωση, ο κατηγορούμενος εθεωρείτο αθώος μέχρι αποδείξεως της ενοχής του. Μπορούσε να δικαστεί και να καταδικαστεί μόνον όντας παρών.
Δεν μπορούσε να κλιθεί ως μάρτυρας, ούτε μπορούσε να καταθέσει εναντίον του εαυτού του. Η κατηγορία έπρεπε να στοιχειοθετηθεί από άλλους μάρτυρες. Οριζόταν οπωσδήποτε συνήγορος υπεράσπισης. Αποδεικτικά στοιχεία υπέρ της αθωότητος του κατηγορουμένου αναγνωρίζονταν ελευθέρως.
Κανείς δεν μπορούσε να καταδικαστεί με την κατάθεση ενός και μόνου μάρτυρα.Τουλάχιστον δύο άτομα έπρεπε να καταθέσουν ενώπιον του κατηγορουμένου και οι μαρτυρίες τους έπρεπε να συμφωνούν. Οι καταθέσεις τους έπρεπε να εξεταστούν πολύ προσεκτικά και από κάθε άποψη. Στη δε περίπτωση και της παραμικρής ασυμφωνίας μεταξύ τους, καθίσταντο ανεπαρκείς για την καταδίκη του κατηγορούμενου. Ο επιβαλλόμενος όρκος στους μάρτυρες ήταν μία έκκληση «προς τον ζώντα ΘΕΟ».
Αυτός ήταν ο πιο ιερός όρκος τον οποίο Ιουδαίος μπορούσε να πάρει και, όταν έκανε τέτοια έκκληση, δεσμευόταν να απαντήσει και να πει την αλήθεια. Ήταν καθήκον του προεδρεύοντος αξιωματούχου του δικαστηρίου να εφιστήσει την προσοχή των μαρτύρων στην αξία της ζωής και να τους προειδοποιήσει να μην ξεχάσουν να αναφέρουν οτιδήποτε γνώριζαν υπέρ της αθωότητος του κρατουμένου.
Σε μικρές υποθέσεις, οι συνήγοροι και των δύο πλευρών επιτρεπόταν να αναπτύξουν επιχειρηματολογία. Σε σοβαρές υποθέσεις, ακουγόταν μόνον ο συνήγορος του κατηγορουμένου.
Μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας, οι ψήφοι των νεότερων (σε ηλικία) μελών του δικαστηρίου ελαμβάνοντο πρώτες, ώστε να μην τύχει και επηρεαστούν από γηραιότερα μέλη. Ένας δικαστής, ο οποίος είχε ψηφίσει υπέρ της καταδίκης του κατηγορουμένου, μπορούσε ν’ αλλάξει την ψήφο του οποιαδήποτε στιγμή. Ένας, ο οποίος είχε μιλήσει υπέρ της απαλλαγής του κατηγορουμένου, δεν μπορούσε ν’ αλλάξει την ψήφο του και να τον καταδικάσει. Σε σοβαρές υποθέσεις, απαιτείτο η πλειοψηφία τουλάχιστον δύο για να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος.
Αθωωτική ετυμηγορία μπορούσε να δοθεί μεμιάς. Καταδικαστική ετυμηγορία δεν μπορούσε να εκδοθεί παρά μετά μία ημέρα από την ολοκλήρωση της δίκης. Αυτή η μέρα ήταν ημέρα νηστείας, προσευχής και θρησκευτικού διαλογισμού για όσους δικαστές τάσσονταν υπέρ της καταδίκης. Εάν δε γινόταν να εκδοθεί αθωωτική ετυμηγορία την ημέρα που ολοκληρωνόταν η δίκη, το δικαστήριο ήταν επιβεβλημένα υποχρεωμένο να διακόψει τη συνεδρίασή του ώστε να επιτρέψει στα μέλη να περάσουν μία πλήρη ημέρα με νηστεία και προσευχή.
Σε περίπτωση καταδίκης, ο καταδικασμένος έπρεπε να οδηγηθεί εκεί όπου θα ελάμβανε χώρα ο λιθοβολισμός του, αλλά το δικαστήριο δεν έλυε τη συνεδρίασή του. Ένας αξιωματούχος στεκόταν στην είσοδο με ένα σημαιάκι (σηματοδοσίας). Ένας άλλος ακολουθούσε τον κρατούμενο έως ενός σημείου, απ’ όπου θα μπορούσε να δει το σινιάλο. Εάν οποιοσδήποτε νέος μάρτυρας παρουσιαζόταν με σκοπό ν’ αποδείξει την αθωότητα του κατηγορούμενου το σημαιάκι κυμάτιζε και η εκτέλεση της ποινής αναστελλόταν έως ότου εξετασθούν οι νέοι μάρτυρες και εκδοθεί νέα ετυμηγορία.
Το πνεύμα του Ιουδαϊκού νόμου απεικονιζόταν θαυμάσια στους σχολαστικούς και εξειδικευμένους κανόνες, οι οποίοι προστάτευαν όσους κατηγορούνταν για εγκλήματα.
Συνηθιζόταν να λέγεται ότι η «Σανχεντρίν προοριζόταν για τη διαφύλαξη της ζωής, όχι για να θανατώνει». Υπό την εποπτεία αυτού του συστήματος φέρεται η Σανχεντρίν να διεξήγαγε τη δίκη του Ιησού και βάσει αυτού του συστήματος θα πρέπει να εξετάσουμε την κανονικότητα της διαδικασίας.
Με αυτή τη σύντομη αναφορά περί των βασικών νομικών αρχών, οι οποίες αφορούν στην παρούσα μελέτη, ας καταπιαστούμε με τα διάφορα περιστατικά της δίκης του Χριστού και ας εξετάσουμε τη νομιμότητά τους.
I. ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ

Κανένα σοφό σύστημα καμίας δικαιοδοσίας δε θα επέτρεπε ποτέ την εμπλοκή σε μία υπόθεση ενός δικαστή φατριαστή, ενός δικαστή, ο οποίος ενδιαφέρεται άμεσα για την έκβαση της ποινικής διώξεως. Σύμφωνα με το Μωσαϊκό νόμο, οι δικαστές προειδοποιούνταν: «Δε θα εκμαιεύσετε τη δικαστική απόφαση – δε θα σεβαστείτε τα πρόσωπα, ούτε θα δεχθείτε δώρα». Το σκεπτικό πίσω απ’ όλα αυτά ήταν ότι η κρίση ήταν ΤΟΥ ΘΕΟΥ. Τα δικαστήρια ήταν απλώς οι ανθρώπινοι αντιπρόσωποι, εντεταλμένοι όπως διατυπώσουν την κρίση. Η Σανχεντρίν, το Ανώτατο Δικαστήριο των Ιουδαίων, πολύ περισσότερο έπρεπε να μη διακατέχεται από φατριαστικά συναισθήματα και οι ετυμηγορίες του εθεωρούντο ότι πλησιάζουν πολύ τη σωστή δικαιοσύνη, όπως αυτή μπορεί να προσεγγισθεί δια της ανθρωπίνου σοφίας και της θείας αποκαλύψεως επί του ανθρώπου. Οι φωτισμένοι κανόνες και νόμοι της Ιουδαίας δεν άφηναν κανένα περιθώριο για μεροληπτικά ή προκατειλημμένα δικαστικά σώματα.
Όμως, στις Γραφές διαβάζουμε:
«ΜΕΤΑ ΔΕ ΔΥΟ ΗΜΕΡΑΣ ΗΤΟ ΤΟ ΠΑΣΧΑ ΚΑΙ ΤΑ ΑΖΥΜΑ ΚΑΙ ΕΖΗΤΟΥΝ ΟΙ ΑΡΧΙΕΡΕΙΣ ΚΑΙ ΟΙ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΣ ΠΩΣ ΝΑ ΣΥΛΛΑΒΩΣΙΝ ΑΥΤΟΝ ΜΕ ΔΟΛΟΝ ΚΑΙ ΝΑ ΘΑΝΑΤΩΣΩΣΙΝ» Κατά Μάρκον – κεφ. 14.
«ΤΟΤΕ ΣΥΝΗΧΘΗΣΑΝ ΟΙ ΑΡΧΙΕΡΕΙΣ ΚΑΙ ΟΙ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΣ ΚΑΙ ΟΙ ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΙ ΤΟΥ ΛΑΟΥ ΕΙΣ ΤΗΝ ΑΥΛΗΝ ΤΟΥ ΑΡΧΙΕΡΕΩΣ ΤΟΥ ΛΕΓΟΜΕΝΟΥ ΚΑΪΑΦΑ ΚΑΙ ΣΥΝΕΒΟΥΛΕΥΘΗΣΑΝ ΝΑ ΣΥΛΛΑΒΩΣΙ ΤΟΝ ΙΗΣΟΥΝ ΜΕ ΔΟΛΟΝ ΚΑΙ ΝΑ ΘΑΝΑΤΩΣΩΣΙΝ» Κατά Ματθαίον – κεφ. 26, §3,4.
Σύμφωνα με τα ευαγγέλια λοιπόν, δεν υπήρχε απλά γενική μήνις ή μόνον προσωπική έχθρα εναντίον του Ιησού, αλλά η πλευρά των δικαστών παρουσιάζεται να έχει άμεσο ενδιαφέρον: είναι σαφές ότι οι ίδιοι οργάνωναν συνωμοσία για να κατηγορήσουν τον Χριστό και να τον εκτελέσουν, η δε περαιτέρω συμπεριφορά τους δείχνει ότι μέσον υλοποίησης των στόχων αυτής της συνομωσίας ήταν η δίκη στην οποία οι ίδιοι θα ήταν δικαστές.
Συμπεράσματα
Κατά συνέπεια, η πρώτη ένστασις έγκειται στο γεγονός ότι το δικαστήριο, το οποίο εδίκασε πρώτο τον Χριστό συγκροτήθηκε παρατύπως, αφού αποτελείτο από δικαστές, οι οποίοι είχαν εκδώσει την απόφαση της καταδίκης εις θάνατον πριν τη δίκη και οι οποίοι στην πραγματικότητα συνωμοτούσαν για το πώς θα τον εκτελούσαν.

II. Η ΣΥΛΛΗΨΗ

Την πρώτη μέρα της γιορτής των αζύμων ή του Πάσχα, ο Ιησούς και οι μαθητές του γιόρτασαν τη γιορτή σ’ ένα οίκημα. Αυτό το επεισόδιο αποκαλούμε τώρα Μυστικό Δείπνο. Μετά τον εορτασμό και κατά το βράδυ κατευθύνθηκε με τους μαθητές του προς τον κήπο της Γεθσημανής για να προσευχηθεί. Είδε το τέλος του να πλησιάζει και πέρασε τις λίγες εναπομείνασες ώρες του επι-κοινωνώντας με το ΘΕΟ του. Τρεις φορές πήγε παράμερα μακριά από τους μαθητές του και τρεις φορές επέστρεψε και τους βρήκε να κοιμούνται. Την τρίτη φορά που βγήκε έξω, έφθασε ο Ιούδας με μεγάλο πλήθος αρχιερέων, γερόντων και κόσμου. Τον πρόδωσε με ένα φιλί. Στο πλήθος συμπεριελαμβάνοντο και Ρωμαίοι στρατιώτες, φύλακες του Ναού και κάποια από τα μέλη της Σανχεντρίν.
Και τον συνέλαβαν.
Λίγες μέρες πριν, ο Ιησούς είχε έρθει δημοσίως από τη Γαλιλαία. Είχε μπει στην Ιερουσαλήμ την Κυριακή των Βαΐων, παρουσία τεράστιας κοσμοσυρροής οπαδών του. Είχε διδάξει ανοιχτά στο ναό και είχε προκαλέσει αμηχανία στους Γραμματείς. Κατά συνέπεια, υπήρχαν επαρκείς ευκαιρίες για να διατυπωθεί μία κατηγορία εναντίον του και ν’ ακολουθήσει μία σύλληψη κατά τη διάρκεια της ημέρας.
Την ώρα της σύλληψής του δεν εμπλεκόταν στη διάπραξη οποιασδήποτε εγκληματικής ενέργειας. Δεν κήρυττε καν το ευαγγέλιο. Βρισκόταν σε ώρα προσευχής. Δεν υπάρχει πρόβλεψη στον Εβραϊκό νόμο σύμφωνα με την οποία να θεωρείται νόμιμη η σύλληψή του χωρίς να έχει γίνει πρώτα επίσημη καταγγελία σε βάρος του. Ο Ιησούς γνώριζε ότι η σύλληψή του ήταν παράνομη και υπενθύμισε στα μέλη της Σανχεντρίν, τα οποία ήταν παρόντα την παράβαση του νόμου όταν άρθρωσε αυτή την ήπια κατσάδα: «ΩΣ ΕΠΙ ΛΗΣΤΗΝ ΕΞΗΛΘΕΤΕ ΜΕΤΑ ΜΑΧΑΙΡΩΝ ΚΑΙ ΞΥΛΩΝ ΝΑ ΜΕ ΣΥΛΛΑΒΗΤΕ ΚΑΘ ΗΜΕΡΑΝ ΕΚΑΘΗΜΗΝ ΠΛΗΣΙΟΝ ΥΜΩΝ ΔΙΔΑΣΚΩΝ ΕΝ ΤΩ ΙΕΡΩ ΚΑΙ ΔΕΝ ΜΕ ΕΠΙΑΣΑΤΕ» Κατά Ματθαίον – κεφ. 26, §55.
Συμπεράσματα
Δεν υποστηρίζω ότι η παρανομία της συλλήψεως ήταν αρκετή για να αποτρέψει την παραπομπή του Ιησού σε δίκη. Δε θα μπορούσε να έχει σαν αποτέλεσμα μία εξίσου παράνομη ετυμηγορία, εάν οι εν συνεχεία διαδικασίες ήταν σύννομες. Όμως, είναι σημαντικό να ληφθεί υπ’ όψιν για να μπορέσουμε να εκτιμήσουμε το μέγεθος της εμπλοκής της Σανχεντρίν στην προώθηση της συνωμοσίας τους και ως προστιθέμενο στοιχείο προς απόδειξιν του ότι οι δικαστές βρίσκονταν σε «θέση υπό απαγόρευση» λόγω συμφέροντος και προκατάληψης.
III. Η ΔΙΚΗ ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΗΣ ΣΑΝΧΕΝΤΡΙΝ

Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης γράφει: «ΚΑΙ ΕΦΕΡΑΝ ΑΥΤΟΝ ΕΙΣ ΤΟΝ ΑΝΝΑΝ ΠΡΩΤΟΝ ΔΙΟΤΙ ΗΤΟ ΠΕΝΘΕΡΟΣ ΤΟΥ ΚΑΪΑΦΑ ΟΣΤΙΣ ΗΤΟ ΑΡΧΙΕΡΕΥΣ ΤΟΥ ΕΝΙΑΥΤΟΥ ΕΚΕΙΝΟΥ» (Κεφ. 18, §13). Η μαρτυρία δεν είναι και απόλυτα ξεκάθαρη σ’ αυτό το σημείο. Φαίνεται ότι ο Αρχιερέας Καϊάφας διεξήγαγε κάποια υποτυπώδη προανάκριση, είτε ιδιαιτέρως, είτε ενώπιον του Άννα, αλλά μάλλον αυτή δεν απέδωσε καρπούς, οπότε δε θεωρείται σημαντικό ως γεγονός.
Τότε, ο Ιησούς οδηγήθηκε στο σπίτι του Αρχιερέα, όπου ήταν μαζεμένοι οι αρχιερείς, οι Γραμματείς και οι γέροντες.
Το εάν αυτή ήταν μία εξαιρετική περίσταση, η οποία απαιτούσε η δίκη να διεξαχθεί στο Παλάτι του Αρχιερέα, υπόκειται στην εξέταση πληθώρας σοβαρών και αντιφατικών απόψεων, οπότε δε θα σταθώ. Θα πρέπει όμως, να λάβουμε υπ’ όψιν ότι όλη αυτή η διαδικασία έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια της νύχτας, όταν δηλαδή καμία εκδίκαση σοβαρού αδικήματος δε θα μπορούσε να διεξαχθεί και κατά τη διάρκεια του εορτασμού του Πάσχα, όταν επίσης καμία ποινική δίκη οποιασδήποτε μορφής δεν μπορούσε να διενεργηθεί. Σύμφωνα με τον Εβραϊκό νόμο, όλη η διαδικασία της εκδίκασης της υποθέσεως του Ιησού ενώπιον της Σανχεντρίν ήταν άκυρη, τόσο όσο θα ήταν άκυρο ένα δικαστήριο στη χώρα μας, το οποίο θα δίκαζε και θα καταδίκαζε κάποιον για κάποιο αδίκημα μέρα Κυριακή. Η ετυμηγορία θα εστερείτο νομικής ισχύος.
Παρ’ όλα αυτά, ο Ιησούς παραπέμφθηκε να δικασθεί ενώπιον της Σανχεντρίν. Καμία επίσημη καταγγελία δε διατυπώθηκε έστω και εκείνη την στιγμή εναντίον του. Αλλά, για να περισωθεί η εικονικότητα της δίκης, παρουσιάστηκαν μάρτυρες. Σύμφωνα με τις Γραφές: «ΟΙ ΔΕ ΑΡΧΙΕΡΕΙΣ ΚΑΙ ΟΙ ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΙ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟΝ ΟΛΟΝ ΕΖΗΤΟΥΝ ΨΕΥΔΟΜΑΡΤΥΡΙΑΝ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ ΔΙΑ ΝΑ ΘΑΝΑΤΩΣΩΣΙΝ ΑΥΤΟΝ» Κατά Ματθαίον – κεφ. 26, §59. Δεν βρήκαν, διότι παρότι προσήλθον πολλοί ψευδομάρτυρες, οι μαρτυρίες τους δε συμφωνούσαν. Ήταν απαραίτητο, για να επιτευχθεί η πολυπόθητη καταδίκη, να υπάρξουν τουλάχιστον δύο μάρτυρες των οποίων οι καταθέσεις να συμφωνούν από κάθε άποψη. Τελικά έγιναν δεκτές δύο μαρτυρίες. Στο κατά Ματθαίον αναφέρεται η εκδοχή ότι σύμφωνα με τη μαρτυρία τους ο Ιησούς είχε πει: «ΔΥΝΑΜΑΙ ΝΑ ΧΑΛΑΣΩ ΤΟΝ ΝΑΟΝ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΔΙΑ ΤΡΙΩΝ ΗΜΕΡΩΝ ΝΑ ΟΙΚΟΔΟΜΗΣΩ ΑΥΤΟΝ» κεφ. 26, §61. Στο κατά Μάρκον το κείμενο διαφέρει και εκεί αναφέρεται ως φράση του Ιησού: «ΕΓΩ ΘΕΛΩ ΧΑΛΑΣΕΙ ΤΟΝ ΝΑΟΝ ΤΟΥΤΟΝ ΤΟΝ ΧΕΙΡΟΠΟΙΗΤΟΝ ΚΑΙ ΔΙΑ ΤΡΙΩΝ ΗΜΕΡΩΝ ΑΛΛΟΝ ΑΧΕΙΡΟΠΟΙΗΤΟΝ ΘΕΛΩ ΟΙΚΟΔΟΜΗΣΕΙ» κεφ. 14, §58. Και οι δύο Ευαγγελιστές λένε ότι οι μάρτυρες ήταν ψευδομάρτυρες και ο Μάρκος αναφέρει επιπρόσθετα ότι οι μαρτυρίες των περισσοτέρων δε συμφωνούσαν.
Ο ισχυρισμός της ασυμφωνίας των μαρτύρων, όπως αυτός καταγράφεται από τον Ευαγγελιστή Μάρκο φέρεται να μην έχει ουδεμία νομική βαρύτητα, σύμφωνα με τις Γραφές. Οι Γραφές καταφατικά δεικνύουν ότι οι δύο μάρτυρες συμφώνησαν επί της δηλώσεως του Χριστού. Η μόνη διαφωνία, η οποία προκύπτει από τις Γραφές, είναι εκείνη μεταξύ του Ματθαίου και του Μάρκου σχετικά με το τι έλεγε η μαρτυρία.
Επίσης, απ’ τις Γραφές δεν προκύπτουν στοιχεία που να καταδεικνύουν τους δύο ως ψευδομάρτυρες. Η κατάθεσή τους δεν ήταν απόλυτα ακριβής, είναι προφανές, διότι ο Χριστός είχε πει: «ΧΑΛΑΣΑΤΕ ΤΟΝ ΝΑΟΝ ΤΟΥΤΟΝ ΚΑΙ ΔΙΑ ΤΡΙΩΝ ΗΜΕΡΩΝ ΘΕΛΩ ΕΓΕΙΡΕΙ ΑΥΤΟΝ» Κατά Ιωάννην – κεφ. 2, §19. Αλλά τότε, μίλαγε εντός του ναού της Ιερουσαλήμ, ο οποίος ήταν ο Εβραϊκός ναός του ΘΕΟΥ. Ήταν αναμενόμενο ότι οι Ιουδαίοι δεν κατάλαβαν πως δια της παρατηρήσεως αυτής «ΕΚΕΙΝΟΣ (ΟΜΩΣ) ΕΛΕΓΕ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΝΑΟΥ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ ΑΥΤΟΥ» (Κατά Ιωάννην – κεφ. 2, §21), αφού είναι προφανές ότι οι ίδιοι οι μαθητές του δεν εννόησαν τα λόγια του παρά μετά την ανάστασή του εκ νεκρών. Η εκδοχή, η οποία δίδεται από τους μάρτυρες, ειδικά εκείνη στο κατά Ματθαίον, ήταν κατ’ ουσίαν μία απόδοση του νοήματος, το οποίο φυσιολογικά κάποιος θα εξήγαγε ως συμπέρασμα από τα εκφερόμενα λόγια και τον τόπο όπου αυτά ακούσθηκαν. Σημαντική όμως, ακρίβεια θα απαιτείτο από ένα μάρτυρα, ο οποίος εξιστορεί τα λεγόμενα κάποιου άλλου μόλις λίγο καιρό πριν.
Δεν προκύπτει από τις Γραφές ότι οι μάρτυρες ήταν προειδοποιημένοι να μην ξεχάσουν οποιοδήποτε τεκμήριο της αθωότητος του κατηγορουμένου, να λάβουν υπ’ όψιν τους την ιερότητα της ζωής ή το γεγονός ότι κατέθεταν ενόρκως. Εφόσον αυτά αποτελούσαν την πάγια τακτική σε όλες τις δίκες ποινικών υποθέσεων, μάλλον θεωρήθηκε δεδομένο ότι τηρήθηκαν πιστά. Εντούτοις, είναι προφανές ότι δεν ορίστηκε συνήγορος υπεράσπισης για τον Ιησού και ότι οι δικαστές έψαχναν να βρουν μάρτυρες να καταθέσουν εναντίον του αντί υπέρ του, ως όφειλαν κατά το νόμο.
Μετά την αποδοχή των δύο αυτών μαρτυριών, ο Αρχιερέας ερώτησε τον Ιησού: «ΔΕΝ ΑΠΟΚΡΙΝΕΣΑΙ ΟΥΔΕΝ ΤΙ ΜΑΡΤΥΡΟΥΣΙΝ ΟΥΤΟΙ ΚΑΤΑ ΣΟΥ» Κατά Μάρκον – κεφ. 14, §60. Και ο Ιησούς έμεινε σιωπηλός. Εάν αυτή η ερώτηση ήταν μία προτροπή προς εκείνον, ώστε να μαρτυρήσει κατά του εαυτού του, ήταν παράνομη καθώς κανένας κατηγορούμενος δεν επιτρεπόταν να προτρέπεται κατ’ αυτόν τον τρόπο. Εάν ήταν μία ανακοίνωση από τον Αρχιερέα, ο οποίος προέδρευε του δικαστηρίου, ότι η κατηγορούσα αρχή είχε ολοκληρώσει και έπρεπε ν’ ακουστεί η υπεράσπιση, ο Ιησούς είχε το δικαίωμα να παραμείνει σιωπηλός. Οι νόμιμες προϋποθέσεις δεν είχαν τηρηθεί όσον αφορά στα δικαιώματά του: στη σύγκλιση του δικαστηρίου, στον χρόνο συνεδρίασης ή στη διαδικασία την οποία ακολουθούσε. Το κατά πόσο είχε κατηγορηθεί για ένα έγκλημα πιθανόν να αμφισβητείται, αλλά προφανώς δε θεωρήθηκε ιδιαίτερα σοβαρό ως γεγονός (το αν υπήρχε κατηγορία τελικά), αφού ο Αρχιερέας άμεσα εγκατέλειψε το ζήτημα της κατηγορίας και άλλαξε τακτική.
Ο Χριστός δεν καταδικάσθηκε από τη Σανχεντρίν επί της κατηγορίας, η οποία διατυπώθηκε από τους δύο μάρτυρες.
Το γεγονός ότι ο Αρχιερέας έψαχνε, στην πραγματικότητα και παράνομα, τρόπο να αναγκάσει τον Ιησού να καταθέσει εναντίον του εαυτού του, προκύπτει, κατά την γνώμη μου, από το γεγονός ότι αμέσως μετά την άρνηση του Χριστού να καταθέσει, ο Αρχιερέας επικαλέστηκε γι’ αυτόν τον πιο ιερό όρκο για έναν Ιουδαίο, κατά τον οποίο ήταν υποχρεωμένος ν’ απαντήσει: «ΣΕ ΟΡΚΙΖΩ ΕΙΣ ΤΟΝ ΘΕΟΝ ΤΟΝ ΖΩΝΤΑ ΝΑ ΕΙΠΗΣ ΠΡΟΣ ΗΜΑΣ ΕΝ ΣΥ ΗΣΑΙ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ Ο ΥΙΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ» Κατά Ματθαίον – κεφ. 26, §63. Ο Μάρκος δεν αφηγείται το περιστατικό αυτό με τον ίδιο τρόπο, αλλά καταγράφει απλή ερώτηση: «ΣΥ ΕΙΣΑΙ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ Ο ΥΙΟΣ ΤΟΥ ΕΥΛΟΓΗΤΟΥ» (κεφ. 14, §61). Και στις δύο περιπτώσεις όμως, ήταν μία προτροπή για τον κρατούμενο να καταθέσει εναντίον του εαυτού του και ως εκ τούτου, ήταν παράνομη.
Σ’ αυτή την ερώτηση ο Ιησούς απήντησε: «ΣΥ ΕΙΠΑΣ ΠΛΗΝ ΣΑΣ ΛΕΓΩ ΕΙΣ ΤΟ ΕΞΗΣ ΘΕΛΕΤΕ ΙΔΕΙ ΤΟΝ ΥΙΟΝ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΚΑΘΗΜΕΝΟΝ ΕΚ ΔΕΞΙΩΝ ΤΗΣ ΔΥΝΑΜΕΩΣ ΚΑΙ ΕΡΧΟΜΕΝΟΝ ΕΠΙ ΤΩΝ ΝΕΦΕΛΩΝ ΤΟΥ ΟΥΡΑΝΟΥ» Κατά Ματθαίον – κεφ. 26, §64. Αμέσως ο Αρχιερέας διέρρηξε τα ιμάτιά του λέγοντας «ΕΒΛΑΣΦΗΜΗΣΕ ΤΙ ΧΡΕΙΑΝ ΕΧΟΜΕΝ ΠΛΕΟΝ ΜΑΡΤΥΡΩΝ ΙΔΟΥ ΤΩΡΑ ΗΚΟΥΣΑΤΕ ΤΗΝ ΒΛΑΣΦΗΜΙΑΝ ΑΥΤΟΥ ΤΙ ΣΑΣ ΦΑΙΝΕΤΑΙ»; (§65-66). Και εκείνοι απήντησαν: «ΕΝΟΧΟΣ ΘΑΝΑΤΟΥ ΕΙΝΑΙ».
Και τον χλεύαζαν και τον περιγελούσαν, έπτυαν επί του προσώπου του και τον έδερναν, και, καλύπτοντας την κεφαλή του με πέπλο, τον κτυπούσαν και του ζητούσαν να μαντεύσει ποιος τον είχε χτυπήσει. Φανταστείτε μία τέτοια σκηνή να διαδραματίζεται στο ανώτατο δικαστήριο της χώρας, όπου παρευρίσκοντο τα πιο αξιοσέβαστα μέλη της κοινωνίας, εάν η απόδοση δικαιοσύνης ήταν η επιδίωξη των τεκταινόμενων.
Συμπεράσματα
Οι παρατυπίες αυτής της δίκης ήταν πολλές. Οι δικαστές είχαν αρνηθεί στον Χριστό το τεκμήριο της αθωότητος, το οποίο ο ίδιος ο νόμος το προέβλεπε για εκείνον και τον είχαν κρίνει ένοχο πριν δικασθεί. Το δικαστήριο συνεδρίασε κατά τη διάρκεια της νύχτας και σε μέρα επίσημης αργίας. Κανένας συνήγορος δεν ορίστηκε για τον κατηγορούμενο. Καταδικάσθηκε όχι επί των καταθέσεων των δύο μαρτύρων, αλλά επί της δικής του μαρτυρίας, η οποία εδόθη κατ’ απαίτησιν του Αρχιερέα και, σύμφωνα με το κατά Ματθαίον, μετά την ορκωμοσία, η οποία του επεβλήθη και την οποία ένας Ιουδαίος δεν μπορούσε ν’ αψηφήσει. Οι δικαστές έψαξαν για μάρτυρες οι οποίοι θα κατέθεταν εναντίον του αντί ν’ αναζητούν εκείνους οι οποίοι θα κατέθεταν υπέρ του. Δεν ακολουθήθηκε η νόμιμη διαδικασία για την έκδοση ετυμηγορίας (ψηφοφορία). Ο Αρχιερέας, ο οποίος θα έπρεπε να μιλήσει τελευταίος, με το μελοδραματικό σχίσιμο του ρουχισμού του εξέφρασε την άποψή του πρώτος και απλώς κάλεσε τους υπολοίπους να την επιβεβαιώσουν. Η καταδικαστική ετυμηγορία εκδόθηκε άμεσα, χωρίς να τηρηθεί η διαδικασία, η οποία προέβλεπε νηστεία, προσευχή και θρησκευτικό διαλογισμό για μία μέρα.
Η ίδια Σανχεντρίν αναγνώρισε το παράτυπο της διαδικασίας αυτής, του να συνεδριάζει δηλαδή κατά τη διάρκεια της νύχτας και μόλις ξημέρωσε συνεδρίασε εκ νέου. Σ’ αυτή τη συνεδρίαση, η οποία μνημονεύεται από τον Ευαγγελιστή Λουκά, όλοι υπέβαλλαν το ερώτημα στον Ιησού εάν ήταν ο Χριστός. Και όταν απάντησε καταφατικά, είπαν «ΤΙ ΧΡΕΙΑΝ ΕΧΟΜΕΝ ΠΛΕΟΝ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΔΙΟΤΙ ΗΜΕΙΣ ΑΥΤΟΙ ΗΚΟΥΣΑΜΕΝ ΑΠΟ ΤΟΥ ΣΤΟΜΑΤΟΣ ΑΥΤΟΥ. ΤΟΤΕ ΕΣΗΚΩΘΗ ΑΠΑΝ ΤΟ ΠΛΗΘΟΣ ΑΥΤΩΝ ΚΑΙ ΕΦΕΡΑΝ ΑΥΤΟΝ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΠΙΛΑΤΟΝ» (κεφ. 22, §71 – κεφ. 23). Είναι περιττό το να επισημανθεί ότι η συνεδρίαση εκείνης της μέρας ήταν επίσης παράτυπη. Υπόκειται σε όλες τις ενστάσεις, οι οποίες έχουν διατυπωθεί επί εκείνης η οποία διενεργήθη κατά τη διάρκεια της προηγούμενης νύχτας με μόνη εξαίρεση ότι ετούτη φέρεται να διενεργήθηκε κατά τη διάρκεια της μέρας.
IV. Η ΔΙΚΗ ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΠΙΛΑΤΟΥ

Η δίκη ενώπιον του Πόντιου Πιλάτου, του Ρωμαίου Έπαρχου, ξεκίνησε στο Πραιτόριο νωρίς το πρωί. Δε διεξήχθει κεκλεισμένων των θυρών, καθώς οι Ιουδαίοι δε θα εισέρχονταν στην αίθουσα σε μέρα γιορτής γιατί θα είχαν το φόβο ότι θα μολυνθούν. Αυτή δεν είναι η μόνη περίπτωση στην ιστορία, όπου η σχολαστική τήρηση των θρησκευτικών εθίμων ή της ηθικής συνόδευσε ένα παράδειγμα ανθρώπινης απανθρωπιάς εναντίον ενός ανθρώπου. Ο Χριστός οδηγήθηκε ενώπιον του Πιλάτου επειδή η Σανχεντρίν δεν ήταν εξουσιοδοτημένη να επιβάλλει την ποινή του θανάτου χωρίς την έγκριση του Ρωμαίου Έπαρχου.
Όταν οδηγήθηκε ο Ιησούς στο Πραιτόριο, ο Πιλάτος βγήκε έξω και είπε «ΤΙΝΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΝ ΦΕΡΕΤΕ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΤΟΥΤΟΥ» Κατά Ιωάννην – κεφ. 18, §29. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, εξέφρασε σαφές αίτημα για έκθεση των κατηγοριών. Οι ιερείς δεν διατύπωσαν συγκεκριμένη κατηγορία, αλλά απήντησαν «ΕΑΝ ΟΥΤΟΣ ΔΕΝ ΗΤΟ ΚΑΚΟΠΟΙΟΣ ΔΕΝ ΗΘΕΛΟΜΕΝ ΣΟΙ ΠΑΡΑΔΩΣΕΙ ΑΥΤΟΝ». Ο Πιλάτος τους είπε «ΛΑΒΕΤΕ ΑΥΤΟΝ ΣΕΙΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΝΟΜΟΝ ΣΑΣ ΚΡΙΝΑΤΕ ΑΥΤΟΝ». Και εκείνοι απήντησαν «ΟΙ ΙΟΥΔΑΙΟΙ ΗΜΕΙΣ ΔΕΝ ΕΧΟΜΕΝ ΕΞΟΥΣΙΑΝ ΝΑ ΘΑΝΑΤΩΣΩΜΕΝ ΟΥΔΕΝΑ».
Αυτός ο διάλογος δεικνύει ότι οι Ιουδαίοι ζητούσαν μόνον ν’ αποσπάσουν την έγκριση του Έπαρχου για την καταδίκη εις θάνατον για βλασφημία, την οποία η Σανχεντρίν είχε καθορίσει. Παρόλο που ήταν καθήκον του Ρωμαίου Έπαρχου να κρίνει όλες τις υποθέσεις στις οποίες είχε επιβληθεί η θανατική καταδίκη, ήταν συνήθης πρακτική, για να αποφεύγονται όσο το δυνατόν οι τριβές με τις τοπικές αρχές, να επικυρώνεται η καταδίκη χωρίς περαιτέρω διερεύνηση και σαν να είναι ένα καθαρά τυπικό θέμα. Η αμέλεια των ιερέων να παρουσιάσουν μία συγκεκριμένη κατηγορία εις απάντησιν της ερώτησης του Πιλάτου, ήταν εμμέσως μία υπόδειξη προς εκείνον ότι αυτή η συνήθεια θα ήταν ιδιαιτέρως αρεστή στη Σανχεντρίν για τη συγκεκριμένη υπόθεση.
Υπάρχουν αρκετοί προφανείς λόγοι, για τους οποίους ο Πιλάτος αρνήθηκε να ενεργήσει κατά την υπόδειξη. Ήξερε ότι «ΔΙΑ ΦΘΟΝΟΝ ΠΑΡΕΔΩΚΑΝ» (Κατά Ματθαίον – κεφ. 27, §18) τον Χριστό σε εκείνον. Παρουσιάζεται να τρέφει αξιοσημείωτο σεβασμό προς τον Ιησού, για του οποίου τα έργα είχε ακούσει. Όντας πολυθεϊστής, θα ήταν μάλλον άτοπο να περιμένει κανείς ότι θα γεμίσει αγανάκτηση λόγω διαφορών, οι οποίες αφορούσαν σε δεισιδαιμονίες. Γνωρίζοντας ότι η κατηγορία επινοήθηκε από φθόνο και χωρίς να λαμβάνει υπ’ όψιν προφανώς το ζήτημα της όποιας ιδιαίτερης επίπτωσης, δεν έτρεφε ιδιαίτερη συμπάθεια για την αντικειμενική επιδίωξη των ιερέων. Έτσι δικαιολογείται η περιφρονητική του συμβουλή να δικάσουν τον Ιησού σύμφωνα με τον Ιουδαϊκό νόμο, με τον οποίο ήξερε ότι θανατική καταδίκη δεν μπορούσε να επιβληθεί.
Οι ιερείς επίσης γνώριζαν ότι η κατηγορία της βλασφημίας δεν ήταν ιδιαίτερα βαρύνουσα για έναν πολυθεϊστή Έπαρχο και έτσι, παράλλαξαν την αληθινή καταγγελία τους και διατύπωσαν εναντίον του Χριστού την κατηγορία της συνομωσίας εις βάρος της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.
«ΤΟΥΤΟΝ ΕΥΡΟΜΕΝ ΔΙΑΣΤΡΕΦΟΝΤΑ ΤΟ ΕΘΝΟΣ ΚΑΙ ΕΜΠΟΔΙΖΟΝΤΑ ΤΟ ΝΑ ΔΙΔΩΣΙ ΦΟΡΟΥΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΚΑΙΣΑΡΑ ΛΕΓΟΝΤΑ ΕΑΥΤΟΝ ΟΤΙ ΕΙΝΑΙ ΧΡΙΣΤΟΣ ΒΑΣΙΛΕΥΣ» Κατά Λουκάν – κεφ. 23, §2.
Μία τέτοια κατηγορία ευνοήτως δεν μπορούσε να απορριφθεί χωρίς ανάκριση από τον Έπαρχο. Πέραν των διοικητικών εξουσιών του, ήταν και δικαστής, έχων τη δυνατότητα να δικάζει, να καταδικάζει και να εκτελεί. Αρνούμενος να εξασκήσει τις διοικητικές και απεριόριστες εξουσίες του υπέρ της θανατικής καταδίκης για βλασφημία κατά την ετυμηγορία της Σανχεντρίν, ήταν αναγκασμένος, ως δικαστής, να κρίνει αυτή τη νέα καταγγελία, της συνομωσίας εις βάρος της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας σύμφωνα με το Ρωμαϊκό δικαστικό ποινικό κώδικα. Οι γραφές δείχνουν ότι πάσχισε για να το πράξει.
Όταν ο Χριστός κατηγορήθηκε εκ νέου από τους αρχιερείς και τους γέροντες, δεν απάντησε κάτι. Γιατί; Η κατηγορία ήταν τριπλής φύσεως: 1. ο εκμαυλισμός του έθνους, 2. η παρεμπόδιση της πληρωμής των φόρων υποτελείας προς τον Καίσαρα, και 3. ο ισχυρισμός ότι είναι βασιλεύς. Η κατηγορία του εκμαυλισμού του έθνους ήταν πολύ αόριστη για να απαντηθεί συγκεκριμένα. Η κατηγορία της παρεμπόδισης της πληρωμής των φόρων υποτελείας ήταν ψευδής και οι κατήγοροί του το γνώριζαν. Νωρίτερα μέσα στην ίδια εβδομάδα όταν οι Φαρισαίοι, προσπαθώντας να τον παγιδεύσουν, τον είχαν ρωτήσει εάν ήταν νόμιμο να πληρώνουν φόρους στον Καίσαρα, εκείνος είχε απαντήσει, «ΑΠΟΔΟΤΕ (ΛΟΙΠΟΝ) ΤΑ ΤΟΥ ΚΑΙΣΑΡΟΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΚΑΙΣΑΡΑ ΚΑΙ ΤΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΕΙΣ ΤΟΝ ΘΕΟΝ» Κατά Λουκάν – κεφ. 20, §25. Η κατηγορία του ισχυρισμού ότι ήτο βασιλεύς είχε διττή φύση, έχοντας πολιτικό και θρησκευτικό χαρακτήρα, και προφανώς περίμενε να του συγκεκριμενοποιήσουν τι εννοούσαν. Ο Πιλάτος, όπως θα δούμε, αγνόησε την κατηγορία σχετικά με την πληρωμή των φόρων υποτελείας και διεξήγαγε τη δίκη απλώς επί της κατηγορίας ότι ο Χριστός διατεινόταν ότι ήταν βασιλιάς κι αυτό σε συνάρτηση με το νόημα του ισχυρισμού ότι διέβαλλε το λαό.
Πήρε τον Ιησού μέσα στο Πραιτόριο, μακριά από τους άλλους, και τον ανέκρινε ιδιαιτέρως. Η πρώτη του ερώτηση ήταν «ΣΥ ΕΙΣΑΙ Ο ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΤΩΝ ΙΟΥΔΑΙΩΝ»; (Κατά Ιωάννην – κεφ. 18, §33) Ο Ιησούς προσπάθησε αμέσως να μάθει εάν ο Πιλάτος ασκούσε δίωξη σε πολιτική ή θρησκευτική βάση και απήντησε ερωτώντας: «ΑΦ ΕΑΥΤΟΥ ΛΕΓΕΙΣ ΣΥ ΤΟΥΤΟ Η ΑΛΛΟΙ ΣΟΙ ΕΙΠΟΝ ΠΕΡΙ ΕΜΟΥ»; Είχε σημασία εάν η ερώτηση του Πιλάτου αναφερόταν σ’ ένα βασιλιά όπως εκείνος κατανοούσε τον όρο και με την έννοια ότι ο Καίσαρας ήταν ένας βασιλιάς ή όπως οι Ιουδαίοι τον κατανοούσαν, ως ένα Μεσσία. Ο Πιλάτος δεν ενδιαφερόταν για θρησκευτικές διενέξεις. Ξεκαθάρισε ότι ρωτούσε μόνον από την πολιτική σκοπιά και, ενοχλημένος που δεχόταν ερώτημα από έναν Ιουδαίο, ρώτησε επιτακτικά: «ΜΗΠΩΣ ΕΓΩ ΕΙΜΑΙ ΙΟΥΔΑΙΟΣ ΤΟ ΕΘΝΟΣ ΤΟ ΙΔΙΚΟΝ ΣΟΥ ΚΑΙ ΟΙ ΑΡΧΙΕΡΕΙΣ ΣΕ ΠΑΡΕΔΩΚΑΝ ΕΙΣ ΕΜΕ ΤΙ ΕΚΑΜΕΣ»; Ο Ιησούς απάντησε το ερώτημα και για τις δύο περιπτώσεις εξηγώντας, για το πολιτικό θέμα, ότι δεν ήταν αντίπαλος του Καίσαρα επειδή το βασίλειό του δεν ανήκε σ’ αυτόν τον κόσμο αλλά, όσον αφορά στο θρησκευτικό θέμα, ότι ήταν βασιλιάς στο βασίλειο της αλήθειας. Και ο Πιλάτος, χωρίς άλλη καθυστέρηση, ερώτησε το καίριο ερώτημα, το οποίο βασανίζει τους ελεύθερους ανθρώπους με την ελεύθερη σκέψη από αρχής κόσμου, «ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΛΗΘΕΙΑ»;
Βγήκαν έξω από το Πραιτόριο και μπροστά σε όλο το συγκεντρωμένο πλήθος ο Πιλάτος επισήμως ανακοίνωσε μία αθωωτική ετυμηγορία. «ΕΓΩ ΔΕΝ ΕΥΡΙΣΚΩ ΟΥΔΕΝ ΕΓΚΛΗΜΑ ΕΝ ΑΥΤΩ»
Κατά το νόμο, η υπόθεση εκεί είχε κλείσει. Σε πολλά σύγχρονα νομικά συστήματα τηρείται η αρχή του ακαταδίωκτου για αδίκημα για το οποίο ένα πρόσωπο έχει ήδη δικαστεί. Αυτή η αρχή ήταν μέρος του Ρωμαϊκού κώδικα πολύ πριν και μετά την εποχή του Χριστού, ως εκ τούτου υιοθετήθηκε στη νομοθεσία της Αγγλίας και κληρονομήθηκε παραδοσιακά στην Αμερικάνικη φιλοσοφία του δικαίου. Η ετυμηγορία του Πιλάτου διατυπωμένη μετά την ανάκριση και ενώπιον των κατηγόρων ήταν οριστική. Οποιαδήποτε περαιτέρω άσκηση δίωξης με την ίδια κατηγορία ήταν παράνομη.
Όμως ο κόσμος δεν είχε ικανοποιηθεί. Είτε αναμασώντας την προηγούμενή τους κατηγορία, είτε διαμαρτυρόμενοι εκ νέου, «ΟΙ ΔΕ ΕΠΕΜΕΝΟΝ» (Κατά Λουκάν – κεφ. 23, §5), λέγοντες «ΤΑΡΑΤΤΕΙ ΤΟΝ ΛΑΟΝ ΔΙΔΑΣΚΩΝ ΚΑΘ ΟΛΗΝ ΤΗΝ ΙΟΥΔΑΙΑΝ ΑΡΧΙΣΑΣ ΑΠΟ ΤΗΣ ΓΑΛΙΛΑΙΑΣ ΕΩΣ ΕΔΩ».
Ο Ηρώδης, ο Έπαρχος της Γαλιλαίας, ήταν τότε στην Ιερουσαλήμ.
Ο Πιλάτος, συνειδητοποιώντας ότι ο Ιησούς ήταν Γαλιλαίος, τον έστειλε στον Ηρώδη για να δικαστεί.
Αυτό θα μπορούσε να ήταν νομότυπο. Συνήθως, αλλαγές τόπου εκδίκασης διατάσσονταν ανάλογα με την αρμοδιότητα, η οποία προέκυπτε από τον τόπο κατοικίας του κρατούμενου. Θεωρείται κοινώς αποδεκτό ότι ο Πιλάτος έστειλε τον Ιησού στον Ηρώδη ώστε ν’ αποφύγει την ευθύνη της περαιτέρω δικαστικής εμπλοκής και να μεταθέσει το βάρος του προβλήματος, το οποίο συσσωρευόταν. Δεν γνωρίζω εάν αυτό είναι αληθές. Πάντως, επειδή η καταγγελία, η οποία εκείνη την στιγμή διατυπώθηκε, ήταν ότι ο Χριστός υποκινούσε το λαό της Γαλιλαίας, δεν είναι παράλογο να υποτεθεί ότι ο Πιλάτος, έχοντας κηρύξει αθώο τον κατηγορούμενο για διάπραξη εγκλήματος στην Ιερουσαλήμ, μάλλον επιθυμούσε όπως ο Έπαρχος της Γαλιλαίας διερευνούσε τον ισχυρισμό της παραβίασης του νόμου σύμφωνα με τη δικαιοδοσία του.
Ο Χριστός οδηγήθηκε στον Ηρώδη, ο οποίος χάρηκε που τον είδε, επειδή ήθελε να του πραγματοποιήσει κάποια απ’ τα θαύματα, για τα οποία ο Ηρώδης είχε ακούσει, να κάνει τον «μασκαρά». Ο Χριστός αρνήθηκε να πει κάτι. Και οι αρχιερείς και οι Γραμματείς τον κατηγόρησαν μπροστά στον Ηρώδη. Παρόλο που οι λεπτομέρειες αυτής της καταγγελίας δεν εκθέτονται, ήταν προφανές ότι αφορούσε στον ισχυρισμό του Χριστού ότι ήταν βασιλεύς, καθώς ο Ηρώδης τον περιγέλασε, τον περιέβαλλε με έναν ωραιότατο μανδύα και τον έστειλε πίσω στον Πιλάτο. Είναι σαφές ότι ο Ηρώδης δε θεώρησε τις κατηγορίες σοβαρές ή βάσιμες. Και ο Ηρώδης ήταν Ιουδαίος.
Άμα τη επιστροφή του Ιησού, ο Πιλάτος κάλεσε τους αρχιερείς, τους άρχοντες και τον κόσμο μαζί και για μία ακόμη φορά αποφάνθηκε μετά από ώριμη σκέψη ότι ο κατηγορούμενος ήταν αθώος.
«ΕΦΕΡΑΤΕ ΠΡΟΣ ΕΜΕ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟΝ ΤΟΥΤΟΝ ΩΣ ΣΤΑΣΙΑΖΟΝΤΑ ΤΟΝ ΛΑΟΝ ΚΑΙ ΙΔΟΥ ΕΓΩ ΕΝΩΠΙΟΝ ΣΑΣ ΑΝΑΚΡΙΝΑΣ ΔΕΝ ΕΥΡΟΝ ΕΝ ΤΩ ΑΝΘΡΩΠΩ ΤΟΥΤΩ ΟΥΔΕΝ ΕΓΚΛΗΜΑ ΕΞ ΟΣΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΕΙΤΕ ΚΑΤ ΑΥΤΟΥ, ΑΛΛ ΟΥΔΕ Ο ΗΡΩΔΗΣ ΔΙΟΤΙ ΣΑΣ ΕΠΕΜΨΑ ΠΡΟΣ ΑΥΤΟΝ ΚΑΙ ΙΔΟΥ ΟΥΔΕΝ ΑΞΙΟΝ ΘΑΝΑΤΟΥ ΕΙΝΑΙ ΠΕΠΡΑΓΜΕΝΟΝ ΥΠ ΑΥΤΟΥ, ΑΦΟΥ ΛΟΙΠΟΝ ΠΑΙΔΕΥΣΩ ΑΥΤΟΝ ΘΕΛΩ ΑΠΟΛΥΣΕΙ».
Από νομικής απόψεως, η απόφαση του Πιλάτου να μαστιγώσει τον Ιησού μπορεί να δικαιολογείται κατά μία μόνο έννοια. Ο Πιλάτος, ο δικαστής, έχοντας κρίνει αθώο τον Χριστό για τα εγκλήματα εναντίον του Καίσαρα, μεταβίβασε την υπόθεση στον Πιλάτο, τον Έπαρχο και Διοικητή, του οποίου καθήκον ήταν να εγκρίνει την ετυμηγορία της Σανχεντρίν. Έχοντας συμπεράνει ότι ο Χριστός δεν είχε κάνει «ΟΥΔΕΝ ΑΞΙΟΝ ΘΑΝΑΤΟΥ», δέχτηκε την καταδίκη από τη Σανχεντρίν, αλλά, έχοντας πλήρη εξουσία, τη μετέτρεψε και αντικατέστησε το «εις θάνατον» με την ποινή του μαστιγώματος.
Η άποψη η οποία μάλλον επικρατεί όμως, πέραν της νομικής σκοπιάς, είναι ότι ο Πιλάτος πήρε αυτή την απόφαση απλά για να μπορέσει να κατευνάσει τον κόσμο, ο οποίος επίμονα επιθυμούσε την τιμωρία του Χριστού και η δήλωσή του ότι θα τον άφηνε μετά ελεύθερο ήταν προφανώς μία ενθάρρυνση προς τον κόσμο, ώστε να ζητήσουν την απελευθέρωσή του. Ήταν έθιμο την αργία του Πάσχα να απελευθερώνεται ένας κρατούμενος κατ’ επιλογήν του λαού. Ο Πιλάτος, έχοντας κρίνει τον Χριστό αθώο, για να ενισχύσει την υπονοούμενη έκκλησή του και να σιγουρέψει την επιλογή, τους πρότεινε να επιλέξουν μεταξύ του Χριστού και του πιο επικίνδυνου εγκληματία των φυλακών, του Βαραββά.Και ο όχλος, υποκινούμενος από τους ιερείς και τους πρεσβύτερους, επιλέγει το Βαραββά.
Αμέσως μετά ο Πιλάτος πήρε τον Ιησού και έδωσε εντολή να τον μαστιγώσουν. Οι στρατιώτες, κατά τη διάρκεια του μαστιγώματος, τον έφτυναν, τον περιγελούσαν και του φόρεσαν το ακάνθινο στεφάνι.
Κάτω από οποιοδήποτε πρίσμα εκ των ανωτέρω, η ετυμηγορία ήταν οριστική και η υπόθεση είχε κλείσει.
Εάν η απόφαση ήταν η πλήρης αθώωση του κατηγορουμένου, τότε η ποινή του μαστιγώματος ήταν αδικαιολόγητη και παράτυπη. Εάν αποτελούσε έγκριση της υπό της Σανχεντρίν αποδιδόμενης ετυμηγορίας, τότε το μαστίγωμα ήταν η ανακοίνωση της ποινής επί της ετυμηγορίας αυτής και η ποινή, εφόσον εκτελέστηκε κανονικά, ήταν το έσχατο μέτρο επί του οποίου δεν επιτρεπόταν να ασκηθεί οποιαδήποτε περαιτέρω νομική διαδικασία.
Μετά το μαστίγωμα, ο Πιλάτος έφερε τον Ιησού πάλι μπροστά στον όχλο. Φορούσε πορφυρό μανδύα, με τον οποίο τον είχαν περιβάλλει καθώς τον περιγελούσαν και το ακάνθινο στεφάνι στο κεφάλι του. Για τρίτη φορά ανακοινώθηκε αθωωτική ετυμηγορία. «ΙΔΟΥ ΣΑΣ ΦΕΡΩ ΑΥΤΟΝ ΕΞΩ ΔΙΑ ΝΑ ΓΝΩΡΙΣΗΤΕ ΟΤΙ ΟΥΔΕΝ ΕΓΚΛΗΜΑ ΕΥΡΙΣΚΩ ΕΝ ΑΥΤΩ». (Κατά Ιωάννην – κεφ. 19, §4)
Όταν εμφανίστηκε ο Ιησούς, ο Πιλάτος, προσπαθώντας να ξυπνήσει στις καρδιές του κόσμου κάποιο συναίσθημα οίκτου προς το δίκαιο και αθώο άνθρωπο, τον παρουσίασε στους συγκεντρωμένους, «ΙΔΕ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ». Και οι προσπάθειές του ν’ αφυπνίσει οίκτο έλαβαν την ίδια απάντηση, η οποία δίδεται συνήθως από όσους απορροφώνται τελείως από φατριαστικό μίσος, «ΣΤΑΥΡΩΣΟΝ ΣΤΑΥΡΩΣΟΝ ΑΥΤΟΝ».
Ωστόσο, σ’ αυτή την σκηνή υπάρχει ένα εξιλεωτικό χαρακτηριστικό. Ο όχλος, ο οποίος είχε παρακινηθεί από τους ηγέτες του να ζητήσει την σταύρωση του Χριστού και εξέφραζε επίμονα μέχρι εκείνη την στιγμή την απαίτηση αυτή, τότε έμεινε σιωπηλός. Τον λυπήθηκαν καθώς στεκόταν εκεί. Μόνον οι ηγέτες, οι αρχιερείς και οι αξιωματικοί τότε φώναξαν «ΣΤΑΥΡΩΣΟΝ ΑΥΤΟΝ».
Για μία ακόμη φορά ο Πιλάτος, θυμωμένος με την ακόρεστη μνησικακία των ηγετών, εκφώνησε αθωωτική ετυμηγορία. Αυτή τη φορά, με την ετυμηγορία τους προκάλεσε ευθέως να αναλάβουν οι ίδιοι την ευθύνη της εκτέλεσης του Χριστού.
«ΛΑΒΕΤΕ ΑΥΤΟΝ ΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΤΑΥΡΩΣΑΤΕ ΔΙΟΤΙ ΕΓΩ ΔΕΝ ΕΥΡΙΣΚΩ ΕΝ ΑΥΤΩ ΕΓΚΛΗΜΑ».
Και εκείνοι απάντησαν: «ΗΜΕΙΣ ΝΟΜΟΝ ΕΧΟΜΕΝ ΚΑΙ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΝΟΜΟΝ ΗΜΩΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΑΠΟΘΑΝΗ ΔΙΟΤΙ ΕΚΑΜΕΝ ΕΑΥΤΟΝ ΥΙΟΝ ΤΟΥ ΘΕΟΥ».
Η αιτία αυτής της δήλωσης των ιερέων δε μου είναι και τόσο ξεκάθαρη. Δεν επιζητούσαν απλά την επικύρωση της καταδικαστικής αποφάσεως της Σανχεντρίν. Επιζητούσαν την ποινή της σταυρώσεως υπό την κηδεμονία της Ρώμης. Οι θρησκευτικές διεκδικήσεις δε θα μπορούσαν παρά να ασκούν λίγη επιρροή σε έναν πολυθεϊστή Έπαρχο, συνηθισμένο στη λατρεία πολλών θεών. Πιθανόν να ήταν μία αθέλητη δήλωση, μέσω της οποίας εκδηλώθηκε η μνησικακία τους, μετά τη δεικτική πρόκληση του Πιλάτου. Όμως, η εξήγηση, η οποία δείχνει η πιο λογική σ’ εμένα, είναι ότι ήταν ένα επιχείρημα ώστε να δικαιολογήσουν την στάση τους απευθυνόμενο προς τον όχλο, ο οποίος προφανώς είχε αρχίσει να λυπάται τον Χριστό, να του αποτυπώσουν το γεγονός ότι ο Ιησούς ήταν ένοχος βλασφημίας κατά την Ιουδαϊκή θρησκεία και να μεταστρέψουν τον οίκτο του σε αντιπαλότητα. Σε καμία άλλη περίπτωση δε θα μπορούσαν να υποκινήσουν τόσο σίγουρα τη δυσαρέσκεια αυτού του όχλου, παρά με την κατηγορία ότι ο Ιησούς ισχυριζόταν ότι καταγόταν και ήταν ίσος με το Γιεχόβα.
Η δήλωση είχε σαν αποτέλεσμα να κινήσει την προσοχή του Πιλάτου.
Εκείνος, ο οποίος πίστευε σε «ειδωλολατρικούς» μύθους θεών και γιων των θεών, οι οποίοι άφηναν τις ουράνιες σφαίρες και ανακατεύονταν με τα ανθρώπινα όντα πάνω στη γη, παίρνοντας τη μορφή ανθρώπων, αλλά διατηρώντας τις θείες δυνάμεις τους, φοβήθηκε μήπως ο Ιησούς ήταν γιος του Δία ή κάποιου άλλου θεού και τον ανέκρινε εκ νέου ιδιαιτέρως. Παρόλο που η περιέργειά του δεν είχε ολοκληρωτικά ικανοποιηθεί, ήταν τόσο εντυπωσιασμένος που «ΕΚΤΟΤΕ ΕΖΗΤΕΙ Ο ΠΙΛΑΤΟΣ ΝΑ ΑΠΟΛΥΣΗ ΑΥΤΟΝ» και ήταν η πιο κατάλληλη στάση από πλευράς Ρωμαίου Επάρχου και Δικαστή δεδομένων των πολλών αθωωτικών αποφάσεων, τις οποίες είχε ήδη εκδώσει.
Οι προσπάθειές του ήταν άκαρπες. Η επιχειρηματολογία των ηγετών, επικαλούμενη το θρησκευτικό αίσθημα και την πίστη του όχλου, έπεισε ότι ο Ιησούς έπρεπε να πεθάνει. Με πανούργα κακεντρέχεια, παρουσίασαν στον Πιλάτο το τελευταίο και πειστικότατο επιχείρημά τους.
Η διακυβέρνηση του Πιλάτου ως Έπαρχου δεν ήταν απόλυτα αδιάφθορη. Αντιθέτως, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και ως ληστρική σε κάποιες περιπτώσεις. Σχετική έρευνα θα μπορούσε ν’ αποκαλύψει παρατυπίες και ατασθαλίες. Ο Τιβέριος ήταν ένας καχύποπτος Καίσαρας, ο οποίος πίστευε χωρίς τις απαραίτητες αποδείξεις και ευχαριστιόταν να εξευτελίζει και να τιμωρεί. Καταγγελία στον Καίσαρα ήταν πρακτικά ίση με την καταδίκη από τον Καίσαρα. Και ο Πιλάτος φοβόταν μήπως καταγγελθεί. Η φιλία του Καίσαρα ήταν η πιο ισχυρή, αλλά και η πιο ασταθής βάση.
Αδυνατώντας να πείσουν το δικαστή Πιλάτο και μη μπορώντας να επιτύχουν τη θανατική καταδίκη του Ιησού δια του νόμου, οι Γραμματείς αντεπιτέθηκαν με πολιτικό επιχείρημα, με καλυμμένο υπαινιγμό ότι θα προβούν σε καταγγελία στη Ρώμη.
«ΕΑΝ ΤΟΥΤΟΝ ΑΠΟΛΥΣΗΣ ΔΕΝ ΕΙΣΑΙ ΦΙΛΟΣ ΤΟΥ ΚΑΙΣΑΡΟΣ ΠΑΣ ΟΣΤΙΣ ΚΑΜΝΕΙ ΕΑΥΤΟΝ ΒΑΣΙΛΕΑ ΑΝΤΙΛΕΓΕΙ ΕΙΣ ΤΟΝ ΚΑΙΣΑΡΑ».
Η δίκη είχε περατωθεί. Ο δικαστής Πιλάτος εγκατέλειψε την εξουσία του και υποχώρησε ενώπιον του καιροσκόπου και φοβισμένου πολιτικού Πιλάτου.
Πήρε νερό και έπλυνε τα χέρια του ενώπιον του πλήθους, λέγοντας «ΑΘΩΟΣ ΕΙΜΑΙ ΑΠΟ ΤΟΥ ΑΙΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΟΥΤΟΥ ΥΜΕΙΣ ΟΨΕΣΘΕ» (Κατά Ματθαίον – κεφ. 27, §24). Και τον «ΠΑΡΕΔΩΚΕ ΔΙΑ ΝΑ ΣΤΑΥΡΩΘΗ».
ΚΑΜΙΑ ΚΑΤΑΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΕΤΥΜΗΓΟΡΙΑ

Δεν ανακοινώθηκε καμία καταδικαστική ετυμηγορία. Την στιγμή που οι στρατιώτες τον οδηγούσαν προς την εκτέλεση, τα λόγια του δικαστή ακόμη ηχούσαν στον αέρα. Δίκαιος άνθρωπος, αθώος των κατηγοριών οι οποίες διατυπώθηκαν εναντίον του. Δεν εκτελέστηκε νόμιμα. Το αν δολοφονήθηκε για δικονομικούς ή πολιτικούς λόγους, μάλλον δεν έχει καμία σημασία.

Εξιστορώντας τη δίκη του Χριστού, συν-έραψα τις διάφορες αφηγήσεις των τεσσάρων ευαγγελίων κατά τέτοιον τρόπο, ώστε να παρουσιαστεί όσο το δυνατόν πιο καθαρά το εμπλεκόμενο νομικό ζήτημα, αφού η κάθε αφήγηση παρουσίαζε από μόνη της κενά.
Το συμπέρασμα είναι προφανώς ότι ο Ιησούς δεν καταδικάσθηκε ποτέ νόμιμα από οποιοδήποτε δικαστήριο. Στη συνεδρίαση της Σανχεντρίν, δικάσθηκε από φατριαστές δικαστές, οι οποίοι συνεκάλεσαν το δικαστήριο παρανόμως, παρατύπησαν ως προς τη διεξαγωγή και εξέδωσαν εξίσου παράτυπη ετυμηγορία. Συν τοις άλλοις, η ποινή του δεν εγκρίθηκε από τον αρμόδιο αξιωματούχο, ενώ νέα ποινή του επιβλήθηκε και ετέθη υπό την κρίση και την αρμοδιότητα του αξιωματούχου αντί εκείνης. Ενώπιον του Πιλάτου, ανακηρύχθηκε αθώος τουλάχιστον τέσσερις φορές. Ουδέποτε κηρύχθηκε ένοχος για οποιοδήποτε αδίκημα και εκτελέστηκε χωρίς σχετική εντολή. Ενώπιον του Ηρώδη είχε κηρυχθεί επίσης αθώος των κατηγοριών, οι οποίες τον βάραιναν. Ήταν θύμα θρησκευτικού μίσους και βάδιζε προς το θάνατο, για να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις εκείνων, οι οποίοι φοβόντουσαν να αφήσουν τους ανθρώπους να σκεφθούν.
Το να διαβάσει κάποιος την ιστορία της δίκης απαιτεί λίγα λεπτά της ώρας. Είναι αδύνατο να απαντηθούν όλα τα ερωτήματα, τα οποία προκύπτουν στο νου του αναγνώστη. Η αφήγηση είναι σύντομη, λιτή και σχεδόν χωρίς πάθος. Παρόλα αυτά, η ιστορία, όπως παρουσιάζεται, είναι απερίγραπτα θλιβερή. Η αδικία έναντι του κεντρικού προσώπου είναι σπαραξικάρδια.
Όμως, αυτό το οποίο είναι κυρίως πιο λυπηρό είναι ότι σε όλη αυτή την τραγική σκηνή δεν υπάρχει ούτε ένας άνθρωπος, εκτός ενός, αντάξιος πιστός και νομιμόφρων ενήλικας. Ίσως η ιστορία να μην έχει καταγραφεί πλήρως. Πιθανά κάτω από την αμείλικτη λάμψη του λευκού φωτός του χαρακτήρα του Χριστού, οι άνθρωποι δείχνουν ποταποί. Σίγουρα, ανάμεσα στους Ρωμαίους, των οποίων το περί δικαίου αίσθημα ήταν από τα υψηλότερα, στους ηγέτες και τους Γραμματείς των Ιουδαίων, οι οποίοι λάτρευαν το Γιαχβέ με αφοσίωση, ανάμεσα στο τεράστιο πλήθος, το οποίο ακολουθούσε τον Ιησού, ανάμεσα στους μαθητές, οι οποίοι είχαν ζήσει μαζί του και από τα ίδια του τα χείλη είχαν ακούσει το κήρυγμά του και οι οποίοι εν συνεχεία υπόμειναν μαρτύρια στο όνομά του, θα υπήρχε έστω ένας άνθρωπος. Είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι όλη η ιστορία έχει καταγραφεί.

Εν κατακλείδι, επιτρέψτε μου μοναχά να διατυπώσω μία πρόταση, από νομικής πάντα απόψεως και με βάση τη δίκη, την οποία περιέγραψα πιο πάνω.
Συχνά οι άνθρωποι έχουμε την τάση να καταδικάζουμε τις διαδικασίες του δικονομικού μας συστήματος. Αγανακτισμένοι με τις συνθήκες ή το χαρακτήρα ενός εγκλήματος, κηρύσσουμε αμέσως ένοχο τον κατηγορούμενο και αδημονούμε κατά τη διαδικασία ή με τα τεκμήρια τα οποία περιβάλλεται κατά το νόμο και βάσει των οποίων οφείλει το δικαστήριο να τον προστατέψει. Οι διαδικασίες οι οποίες τηρούνται από τα δικαστήρια αποτελούν την καλύτερη δυνατή έκφραση της καταληκτικής απόφασης των νομομαθών για μία σωστή διεξαγωγή δίκης, η οποία προορίζεται να προσεγγίσει την αλήθεια. Αλλάζουν με αργούς ρυθμούς, επειδή θα πρέπει πάντα να αλλάζουν προς το καλύτερο κι όχι προς το χειρότερο. Θα πρέπει πάντα να προστατεύουν από τυχόν αδικίες αντί να τις ευνοούν. Για όσο κι αν ισχύουν, θα πρέπει να τηρούνται με απαράμιλλο ζήλο. Η ζωή και η ελευθερία είναι τόσο ιερές έννοιες, που είναι ανεπίτρεπτο να καταστρέφονται εξ αιτίας της όποιας κατακραυγής ή του όποιου πάθους της στιγμής. Εάν οι πρέπουσες νομικές διαδικασίες είχαν τηρηθεί στην περίπτωση της δίκης του Χριστού, το πιο πιθανό είναι ότι δε θα είχε καταδικασθεί και δε θα είχε εκτελεσθεί.
Ακόμα και στην προσωπική μας ζωή, θα έπρεπε να τηρούμε πιστά τους τύπους και το πνεύμα του νόμου. Συχνά δικάζουμε, ενώπιον των προκαταλήψεών μας, εκείνους οι οποίοι δε συμπεριφέρονται αποκλειστικά σύμφωνα με τις δικές μας δογματικές αντιλήψεις και, χωρίς να μπαίνουμε στον κόπο καν ν’ ακούσουμε την άλλη πλευρά, τους καταδικάζουμε και απαιτούμε να σταυρωθούν από τον Πιλάτο της κοινής γνώμης. Κάποιες φορές, φτάνουμε και στο σημείο να τους σύρουμε έξω από το μαρτύριο μίας άλλης Γεθσημανής μέσα στη νύχτα, ώστε να εκδώσουμε την ετυμηγορία μας και να απαιτήσουμε την κοινωνική ή πολιτική εξόντωσή τους. Και οτιδήποτε κι αν γνωρίζουμε γι’ αυτούς, μπορεί να είναι πρίγκιπες στο βασίλειο της αλήθειας.
Ας απαγγέλλουμε κατηγορητήριο εναντίον συνανθρώπων μας μόνον ενώπιον της Σανχεντρίν των συνειδήσεών μας. Ας μην επιτρέπουμε σε πάθη, επιδιώξεις και κακόβουλα αισθήματα να προκαταβάλουν το δικαστήριο. Ας τους θεωρούμε αθώους έως ν’ αποδειχθούν ένοχοι. Ας απαιτούμε την ύπαρξη τουλάχιστον δύο μαρτυριών και όχι ψευδών, οι οποίες θα πρέπει να είναι σύμφωνες μεταξύ τους.
Ας ορίζουμε την Ανοχή μας συνήγορο του κατηγορουμένου και ας δεχόμαστε ελεύθερα τεκμήρια της αθωότητός τους. Εάν η ετυμηγορία μας είναι αθωωτική, ας την αναγορεύουμε αμέσως και ξεκάθαρα. Εάν πρόκειται για καταδικαστική, ας εκδίδεται μόνον μετά από μία ημέρα νηστείας, προσευχής και διαλογισμού.
Ακόμα και μετά την εκφώνηση της απόφασης, ας μη λύουμε τη συνεδρίαση του δικαστηρίου της Ανθρωπιάς μας και ας τοποθετούμε τα σημαιάκια σηματοδοσίας από την Αίθουσα έως τον τόπο εκτέλεσης. Και καθώς εκείνος, τον οποίο καταδικάσαμε, οδηγείται κατά την κρίση, ας επιτρέπουμε στον πρώτο τυχόντα μάρτυρα γεγονότος, αμφιβολίας ή απλής φήμης υπέρ του να αναστέλλει την εκτέλεση και να του εκχωρεί το δικαίωμα να δικασθεί εκ νέου. Παραφράζοντας τη ρήση σχετικά με τη Σανχεντρίν, ας λέμε για τον εαυτό μας: «Αποζητά να σώσει τον ψυχισμό, όχι να τον θανατώσει».

Χορήγηση αποδεικτικών στοιχείων τέλεσης παραβάσεων μη καταβολής τέλους διοδίων

Πολίτες προσέφυγαν στο Συνήγορο του Πολίτη ζητώντας τη µεσολάβησή του προς την εταιρεία «ΕΓΝΑΤΙΑ Ο∆ΟΣ Α.Ε.» λόγω λήψης από αυτή Εκθέσεων Βεβαίωσης Παραβάσεων. Οι εν λόγω παραβάσεις αφορούσαν στη µη καταβολή τέλους διοδίων κατά τη διέλευση των οχηµάτων ιδιοκτησίας τους από σταθµούς διοδίων της εταιρείας. ∆εδοµένου ότι οι συγκεκριµένες παραβάσεις για τις οποίες έλαβαν γνώση οι πολίτες ανέτρεχαν στο παρελθόν (τα έτη 2015, 2016 και 2017) οι ενδιαφερόµενοι αµφισβήτησαν την τέλεση αυτών καθώς δεν ήταν σε θέση να ενθυµούνται τη διέλευση των οχηµάτων τους από τους σταθµούς της εταιρείας χωρίς την καταβολή του σχετικού αντιτίµου. Για τον λόγο αυτό ζήτησαν εγγράφως από την εταιρεία τη χορήγηση σχετικών αποδεικτικών στοιχείων. Ωστόσο, η εταιρεία αρνήθηκε να τους χορηγήσει τα αιτηθέντα στοιχεία µε την αιτιολογία ότι «…..η “ΕΓΝΑΤΙΑ Ο∆ΟΣ Α.Ε.” έχει εγκαταστήσει κάµερες κλειστού κυκλώµατος για την ασφαλή κυκλοφορία των πολιτών µε τα οχήµατά τους µέσω αυτών, λαµβάνοντας τις σχετικές εγκρίσεις από την Αρχή Προστασίας ∆εδοµένων Προσωπικού Χαρακτήρα ……… τα αποθηκευµένα στοιχεία δεν µπορεί να τα δώσει σε τρίτους ει µη µόνον κατόπιν εντολής του Εισαγγελέα και σχετικής άδειας της Αρχής Προστασίας Προσωπικού Χαρακτήρα». Κατόπιν τούτου ο Συνήγορος του Πολίτη απέστειλε έγγραφο στην εταιρεία επισηµαίνοντας ότι η χορήγηση σχετικού αποδεικτικού υλικού δεν ζητήθηκε από τρίτα πρόσωπα, αλλά από τους άµεσα ενδιαφερόµενους, δηλαδή από τους ιδιοκτήτες των οχηµάτων στους οποίους η εταιρεία επέβαλε πρόστιµα µη καταβολής τέλους διοδίων αποστέλλοντας σε αυτούς σχετικές εκθέσεις βεβαίωσης. Με το ίδιο έγγραφο ο Συνήγορος του Πολίτη επισήµανε την υποχρέωση της εταιρείας να χορηγήσει στους ενδιαφερόµενους τα αιτηθέντα στοιχεία καθώς η εν λόγω υποχρέωση απορρέει τόσο από τις διατάξεις του άρθρου 5 «Πρόσβαση σε έγγραφα» του Κώδικα ∆ιοικητικής ∆ιαδικασίας (Ν. 2690/1999), όσο και από τις διατάξεις του άρθρου 12 του Γενικού Κανονισµού ∆εδοµένων για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα (ΕΕ 2016/679) «∆ιαφανής ενηµέρωση, ανακοίνωση και ρυθµίσεις για την άσκηση των δικαιωµάτων του υποκειµένου των δεδοµένων». Κατόπιν συστηµατικής συνεργασίας, η «ΕΓΝΑΤΙΑ Ο∆ΟΣ Α.Ε.» αποδέχθηκε τις συστάσεις του Συνηγόρου του Πολίτη και χορήγησε τα αιτηθέντα στοιχεία στους προσφεύγοντες στην Αρχή (φωτογραφικό υλικό ή απόσπασµα του Βιβλίου Συµβάντων καταχωρηµένων παραβάσεων) ενώ εφεξής προβαίνει στη χορήγηση σχετικών αποδεικτικών στοιχείων τέλεσης παραβάσεων µη καταβολής τέλους διοδίων από τους «παραβάτες» – όταν αυτά ζητηθούν από τους ίδιους.

Δείτε το έγγραφο του ΣτΠ εδώ

Αναδημοσίευση από legalnews24.gr

Δάνεια σε ελβετικό: Ολόκληρη η απόφαση του Αρείου Πάγου για τη νομιμότητα των δανείων σε ελβετικό φράγκο

Το σκεπτικό του Δικαστηρίου για την απόρριψη των ισχυρισμών της δανειολήπτριας – Τι αναφέρεται για τον έλεγχο καταχρηστικότητας του όρου για αποπληρωμή σε ευρώ ή ελβετικό φράγκο

Όπως έγινε γνωστό, πριν λίγες μέρες η Πλήρης Ολομέλεια του Αρείου Πάγου (απόφαση 4/2019) απέρριψε την αίτηση ανάιρεσης δανειολήπτριας σε ελβετικό φράγκο, κρίνοντας, μεταξύ άλλων, ότι ο όρος των δανειακών συμβάσεων για αποπληρωμή σε ευρώ ή ελβετικό φράγκο με βάση την τρέχουσα ισοτιμία είναι δηλωτικός όρος και ως εκ τούτου δεν υπόκειται σε έλεγχο καταχρηστικότητας.

Σημείωση συντακτών: Δεδομένης της μεγάλης σημασίας της απόφασης για το νομικό κόσμο και, φυσικά, τους δανειολήπτες, προς τιμή των αρμόδιων υπηρεσιών του Αρείου Πάγου, η απόφαση δημοσιεύθηκε άμεσα, προκειμένου να λάβουν γνώση οι ενδιαφερόμενοι.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η απόφαση ελήφθη μεν με μεγάλη πλειοψηφία, ωστόσο και στους δύο λόγους αναιρέσεως υπήρξε μειοψηφία από αρκετούς ανώτατους δικαστές, μεταξύ των οποίων και ο Πρόεδρος του Αρείου Πάγου, κ. Βασίλειος Πέππας.

Με βάση το ιστορικό της υπόθεσης, η δανειολήπτρια, η οποία ισχυρίστηκε ότι οι υπάλληλοι της τράπεζας ουδέποτε την ενημέρωσαν επαρκώς, ως όφειλαν, για τους κινδύνους από τη μεταβολής της συναλλαγματικής ισοτιμίας, ζητούσε:

Α) Να αναγνωρισθεί ότι είναι άκυρος ως καταχρηστικός ο όρος της δανειακής σύμβασης που προέβλεπε ότι «ο οφειλέτης υποχρεούται να εκπληρώνει τις εντεύθεν υποχρεώσεις του προς την Τράπεζα είτε στο νόμισμα της χορήγησης, είτε σε ευρώ, με βάση την τρέχουσα τιμή πώλησης του νομίσματος χορήγησης την ημέρα καταβολής».

Β) να αναγνωρισθεί ως μόνη ρήτρα μετατροπής σε ευρώ του οφειλόμενου σε ελβετικά φράγκα ποσού, η συναλλαγματική ισοτιμία των δύο νομισμάτων, όπως ίσχυε κατά την ημέρα εκταμίευσης του ποσού του δανείου, δηλαδή η ισοτιμία 1 προς 1,6215 και

Γ) να αναγνωρισθεί η ανυπαρξία της οφειλής της προς την εναγόμενη, βάσει της επίδικης δανειακής σύμβασης, καθώς και ότι η εναγόμενη ουδεμία χρηματική απαίτηση διατηρεί εναντίον της από τη σύμβαση αυτή.

Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης απέρριψε τους ισχυρισμούς της δανειολήπτριας, με την ίδια να ασκεί αναίρεση κατά της απόφασης αυτής.

Το Α1 Πολιτικό Τμήμα του Αρείου Πάγου παρέπεμψε στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου δύο λόγους αναίρεσης.

Οι λόγοι αναίρεσης που παραπέμφθηκαν στην Πλήρη Ολομέλεια

Με τους παραπεμφθέντες στην Πλήρη Ολομέλεια πρώτο και δεύτερο (κατά το οικείο μέρος του) λόγους αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η πρώτη (κύρια) από τις ως άνω αιτιολογίες, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, με το να δεχθεί, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, ότι ο εν λόγω όρος της δανειακής συμβάσεως είναι δηλωτικός όρος αυτής και επομένως εκφεύγει του ελέγχου καταχρηστικότητας, εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του ν. 2251/1994 και εσφαλμένα εφάρμοσε τη μη μεταφερθείσα στο εθνικό δίκαιο διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ.

Επομένως, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, κρίνοντας ότι η εξαίρεση των δηλωτικών όρων από τον έλεγχο καταχρηστικότητας θεμελιώνεται «σε ρητή επιταγή της Οδηγίας 93/13», δεν έσφαλε κατ’ αποτέλεσμα, διότι, έστω και αν η εξαίρεση αυτή δεν μεταφέρθηκε ρητά στο εθνικό δίκαιο με το ν. 2251/1994, εμπεριέχεται, κατά τα προπαρατιθέμενα στην πρώτη νομική σκέψη, στη ρύθμιση του άρθρου 6 παρ. 2 του ν. 2251/1994 βάσει μίας εναρμονισμένης προς το ενωσιακό δίκαιο ερμηνείας σύμφωνης με το σκοπό της Οδηγίας, όπως αυτός εκφράζεται στο άρθρο 1 παρ. 2 αυτής και εξηγείται στη 13η σκέψη του Προοιμίου της.

Συνεπώς, κατά την γνώμη που επικράτησε στην Ολομέλεια, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί ο σχετικός πρώτος λόγος της αιτήσεως.Δ

Μειοψηφία

Πέντε όμως μέλη της Ολομέλειας και συγκεκριμένα ο Πρόεδρος του Αρείου Πάγου Βασίλειος Πέππας, η Αντιπρόεδρος Μαρία Χυτήρογλου και οι Αρεοπαγίτες Διονυσία Μπιτζούνη, Γεώργιος Παπανδρέου και Ευφροσύνη Καλογεράτου είχαν τη γνώμη ότι ο λόγος αυτός είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, διότι η εξαίρεση αυτή, η οποία δεν μεταφέρθηκε ρητά στο εθνικό δίκαιο με το ν. 2251/1994, δεν μπορεί να θεωρηθεί ούτε ερμηνευτικά ότι εμπεριέχεται στη ρύθμιση του άρθρου 6 παρ. 2 του ν. 2251/1994.

Σύμφωνα με τη μειοψηφία, «αν ο εθνικός νομοθέτης ήθελε τη μεταφορά του, θα το έπραττε με ρητό και ειδικό τρόπο, σε κάθε δε περίπτωση οι εξαιρέσεις από τον κανόνα (ότι όλοι οι ΓΟΣ πρέπει να ελέγχονται για καταχρηστικότητα) πρέπει να ερμηνεύονται στενά και αυστηρά, ώστε να μη φαλκιδεύεται ο κανόνας αυτός. Τούτο δικαιολογείται από το γεγονός ότι η Οδηγία 93/13/ΕΚ προέβη σε μερική μόνο κατ’ ελάχιστο περιεχόμενο εναρμόνιση των εθνικών νομοθεσιών περί καταχρηστικών ρητρών, όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 12 του Προοιμίου της, παρέχοντας με το άρθρο 8 αυτής εξουσιοδότηση στα κράτη να θεσπίζουν ή διατηρούν, στον τομέα που διέπεται από αυτήν, αυστηρότερες διατάξεις, σύμφωνες προς τη Συνθήκη, για να εξασφαλίζεται μεγαλύτερη προστασία του καταναλωτή. Τούτο επιτυγχάνεται με τη μη μεταφορά διατάξεων της Οδηγίας που περιορίζουν το πεδίο προστασίας του καταναλωτή, όπως συμβαίνει με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 της επίμαχης Οδηγίας, που δεν μεταφέρθηκε στο εθνικό δίκαιο, παρά τις διαδοχικές, τροποποιήσεις του ν. 2251/1994. Έτσι, εφόσον υπήρξε σκόπιμη παράλειψη μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο της εξαίρεσης του άρθρου 1 παρ. 2 της επίμαχης Οδηγίας, αυτή (Οδηγία), κατά τη μη μεταφερθείσα διάταξή της, δεν παράγει άμεσο οριζόντιο (μεταξύ ιδιωτών) αποτέλεσμα, ούτε είναι δυνατή η σύμφωνη προς το πνεύμα και τους σκοπούς της Οδηγίας ερμηνεία του εθνικού δικαίου και δη της διάταξης του άρθρου 6 παρ. 2 του ν. 2251/1994), αφού θα προκαλούσε απομείωση της μεγαλύτερης προστασίας του καταναλωτή στην οποία απέβλεψε ο νομοθέτης του ν. 2251/1994 (με τη μη μεταφορά της εξαίρεσης του άρθρου 1 παρ. 2 της Οδηγίας) και συνεπώς θα συνιστούσε ανεπίτρεπτη contra legem ερμηνεία του εθνικού δικαίου».

Περαιτέρω, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, έκρινε ότι ο επίμαχος όρος 7 περ. α’ §2 της δανειακής συμβάσεως συνιστά δηλωτικό όρο κατά την προαναφερόμενη έννοια, διότι επαναλαμβάνει τη διάταξη του άρθρου 291 ΑΚ και με τη σκέψη αυτή απέρριψε την αγωγή της αναιρεσείουσας, ως μη νόμιμη. Έτσι που έκρινε το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις (ουσιαστικού δικαίου) διατάξεις των άρθρων 291, 305, 306 ΑΚ και 2 παρ. 6 εδ. α ν. 2251/1994, όπως κωδικοποιήθηκε με το άρθρο 1 της ΥΑ 5338/2018, σε συνδυασμό με το άρθρο 4 παρ. 2 της Οδηγίας 93/13/ΕΚ και την 19η αιτιολογική σκέψη αυτής.

Συνεπώς, κατά την γνώμη που επικράτησε στην Ολομέλεια, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά το οικείο μέρος του, που παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια.

Μειοψηφία

Έντεκα, όμως, μέλη της Ολομέλειας και συγκεκριμένα ο Πρόεδρος του Αρείου Πάγου Βασίλειος Πέππας, οι Αντιπρόεδροι Μαρία Χυτήρογλου, Ειρήνη Καλού και οι Αρεοπαγίτες Διονυσία Μπιτζούνη, Κωστούλα Φλουρή-Χαλεβίδου, Ναυσικά Φράγκου, Μιλτιάδης Χατζηγεωργίου, Γεώργιος Αποστολάκης, Ευφροσύνη Καλογεράτου, Πηνελόπη Παρτσαλίδου-Κομνηνού και Κων/νος Παναρίτης είχαν την ακόλουθη γνώμη:

Κατά το άρθρο 806 ΑΚ, «με τη σύμβαση του δανείου ο ένας από τους συμβαλλομένους μεταβιβάζει στον άλλον κατά κυριότητα χρήματα ή άλλα αντικαταστατά πράγματα, και αυτός έχει υποχρέωση να αποδώσει άλλα πράγματα της ίδιας ποσότητας και ποιότητας.» Με το ν. 2842/2000 αντικαταστάθηκε η δραχμή με το ευρώ, με την εισαγωγή του ως ενιαίου ευρωπαϊκού νομίσματος σε όλα τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, ενώ με το άρθρο 5 παρ. 1 αυτού καταργήθηκε η προϊσχύουσα εξαιρετική νομοθεσία και γενικά κάθε διάταξη που απαγορεύει τη συνομολόγηση απαιτήσεων και υποχρεώσεων στην Ελλάδα σε συνάλλαγμα, χρυσό ή χρυσά νομίσματα. Έκτοτε εγκύρως συνομολογείται δάνειο σε αλλοδαπό νόμισμα. Με τη σύμβαση δανείου ο μεν δανειστής μεταβιβάζει κατά κυριότητα στον δανειζόμενο χρήματα ή άλλα αντικαταστατά πράγματα (δάνεισμα), ο δε δανειζόμενος έχει την υποχρέωση να του αποδώσει άλλα πράγματα της αυτής ποσότητας και ποιότητας. Δεν είναι όμως ασυμβίβαστη προς την έννοια το δανείου η συνομολόγηση όρου, κατά τον οποίο ο δανειολήπτης, αντί του ληφθέντος ξένου νομίσματος, οφείλει να αποδώσει το δάνεισμα διαζευκτικά είτε σε ξένο είτε σε εγχώριο νόμισμα.

Μία τέτοια διαζευκτική ενοχή (διαζευκτική πληρωμή) παραγωγικό λόγο έχει εν προκειμένω τη σύμβαση, ρυθμίζεται δε από τα άρθρα 305-315 ΑΚ. Χαρακτηριστικό γνώρισμα αυτής (έναντι της διαζευκτικής ή υπαλλακτικής ευχέρειας, που παρέχεται στον οφειλέτη μίας ήδη απλής ενοχής να καταβάλλει αντί της οφειλόμενης παροχής άλλη) είναι ότι επί διαζευκτικής ενοχής παράγεται μία ενιαία αξίωση του δανειστή, οφείλονται όμως από την αρχή της συστάσεώς της in obligatione δύο ή περισσότερες αυτοτελείς παροχές, από τις οποίες τελικά μία μόνο θα καταβληθεί (in solutione), που θα καθορισθεί από τον δικαιούμενο να κάνει την επιλογή. Με την επιλογή της μίας παροχής και την καταβολή της καταλύεται η ενοχή. Η διαζευκτικότητα της ενοχής μπορεί να αναφέρεται όχι μόνο σε ποιοτικά διάφορες παροχές, αλλά και σε μερικά μόνο στοιχεία ή ιδιότητες της μιας και μόνης οφειλόμενης παροχής, όπως π.χ. τόπο, χρόνο και τρόπο εκπληρώσεως αυτής. Το -διαπλαστικής φύσεως- δικαίωμα της επιλογής και συγκέντρωσης της ενοχής, αν δεν έχει ορισθεί διαφορετικά στη σύμβαση, έχει ο οφειλέτης (άρθρο 305 ΑΚ), είναι δε ανεπίδεκτο αίρεσης ή όρου. Γίνεται με δήλωση προς το άλλο μέρος και είναι αμετάβλητη (άρθρο 306 ΑΚ). Μπορεί να γίνει και σιωπηρά, χωρίς πανηγυρικό τύπο, με την πραγματική καταβολή της μίας από τις διαζευκτικά προβλεπόμενες παροχές αντί της άλλης.

Η επιλογή απλοποιεί την διαζευκτική ενοχή για το μέλλον, έκτοτε δε οφείλεται αποκλειστικά η επιλεγείσα. Εξάλλου, το άρθρο 291 ΑΚ ορίζει ότι «όταν πρόκειται για χρηματική οφειλή σε ξένο νόμισμα που πρέπει να πληρωθεί στην Ελλάδα, ο οφειλέτης, αν δεν συμφωνήθηκε το αντίθετο, έχει δικαίωμα να πληρώσει σε εγχώριο νόμισμα με βάση την τρέχουσα αξία του ξένου νομίσματος στο χρόνο και τον τόπο της πληρωμής.» Προϋποθέσεις εφαρμογής της ανωτέρω -ενδοτικού δικαίου- διατάξεως, η οποία όντας στο γενικό μέρος του ενοχικού δικαίου καταλαμβάνει όλες τις συμβάσεις, στιγμιαίες και διαρκείς, επομένως και τις δανειακές, είναι: α) Χρηματική οφειλή σε ξένο νόμισμα. β) Οφειλή πληρωτέα στην Ελλάδα.

Παρέχει δε στον οφειλέτη διαζευκτική ευχέρεια πληρωμής του οφειλόμενου ξένου νομίσματος σε εγχώριο (με βάση την τρέχουσα αξία του ξένου νομίσματος στο χρόνο και τον τόπο της πληρωμής). Επομένως, η διάταξη αυτή εφαρμόζεται αποκλειστικά επί απλής ενοχής ξένου νομίσματος με ή χωρίς διαζευκτική ευχέρεια πληρωμής σε εγχώριο νόμισμα. Αντίθετα, δεν εφαρμόζεται επί διαζευκτικής ενοχής (δηλαδή υποχρεώσεως πληρωμής είτε σε εγχώριο είτε σε αλλοδαπό νόμισμα), στην περίπτωση που ο οφειλέτης, ως είχε δικαίωμα, ήδη επέλεξε την πληρωμή σε εγχώριο νόμισμα. Εφαρμόζεται, όμως, επί τέτοιας διαζευκτικής ενοχής στην περίπτωση, που ο δικαιούμενος στη επιλογή επέλεξε την πληρωμή στην ημεδαπή με αλλοδαπό νόμισμα. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι επί τραπεζικού δανείου με δάνεισμα σε αλλοδαπό νόμισμα, αν προβλέπεται στην δανειακή σύμβαση διαζευκτική υποχρέωση (και όχι απλή ευχέρεια) του οφειλέτη δανειολήπτη να εκπληρώσει τις εκ του δανείου υποχρεώσεις του προς την Τράπεζα είτε στο (αλλοδαπό) νόμισμα χορήγησης είτε σε ευρώ (με βάση την τιμή πώλησης του νομίσματος χορήγησης κατά το χρόνο καταβολής) και ο οφειλέτης, έχοντας προς τούτο το δικαίωμα, επέλεξε να πληρώσει σε ευρώ, στο οποίο και συγκεντρώθηκε η απλή πλέον ενοχή του, δεν είναι εφαρμοστέα η ρύθμιση του άρθρου 291 ΑΚ, αφού αυτή προϋποθέτει χρηματική οφειλή σε ξένο νόμισμα.

Για το λόγο αυτό ο ως άνω συμβατικός όρος περί πληρωμής του δανείσματος είτε σε αλλοδαπό είτε σε εγχώριο νόμισμα δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δηλωτικός όρος κατά την προπαρατεθείσα έννοια, δηλαδή ως συμβατική ρήτρα που απηχεί εθνική νομοθετική ρύθμιση αναγκαστικού ή ενδοτικού δικαίου και συγκεκριμένα εκείνη του άρθρου 291 ΑΚ.

Κατά συνέπεια, αν συνιστά γενικό όρο συναλλαγών (ΓΟΣ), δεν εξαιρείται από τον έλεγχο καταχρηστικότητας κατά το ν. 2251/1994, υποκείμενη μεταξύ άλλων και σε έλεγχο με βάση την αρχή της διαφάνειας, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 2 παρ. 6 εδ. α ν. 2251/1994, όπως κωδικοποιήθηκε με το άρθρο 1 της ΥΑ 5338/2018, σε συνδυασμό με το άρθρο 4 παρ. 2 της Οδηγίας 93/13/ΕΚ και την 19η αιτιολογική σκέψη αυτής.

Δείτε αναλυτικά την απόφαση 4/2019 της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου.

Πηγή: areiospagos.gr

Αναδημοσίευση από lawspot.gr

Τεχνητή Νοημοσύνη: Οι 7 βασικές αρχές της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την επίτευξη αξιόπιστης ΤΝ

Artificial Intelligence: Κατευθυντήριες γραμμές δεοντολογίας για την ανάπτυξη και τη χρήση τεχνητής νοημοσύνης (ΤΝ)

Η Επιτροπή παρουσίασε τα επόμενα βήματα για την οικοδόμηση εμπιστοσύνης στην τεχνητή νοημοσύνη συνεχίζοντας το έργο της ομάδας εμπειρογνωμόνων υψηλού επιπέδου.

Με βάση τις εργασίες της ομάδας ανεξάρτητων εμπειρογνωμόνων που διορίστηκε τον Ιούνιο του 2018, η Επιτροπή δρομολογεί μια πιλοτική φάση για να εξασφαλίσει ότι οι κατευθυντήριες γραμμές δεοντολογίας για την ανάπτυξη και τη χρήση τεχνητής νοημοσύνης (ΤΝ) είναι δυνατό να εφαρμοστούν στην πράξη.

Η Επιτροπή καλεί τον βιομηχανικό κλάδο, τα ερευνητικά ιδρύματα και τις δημόσιες αρχές να ελέγξουν τον λεπτομερή κατάλογο αξιολόγησης που συνέταξε η ομάδα εμπειρογνωμόνων υψηλού επιπέδου, ο οποίος συμπληρώνει τις κατευθυντήριες γραμμές.

Τα σχέδια που παρουσιάζονται σήμερα είναι το αποτέλεσμα που αναμενόταν από τη στρατηγική για την ΤΝ που παρουσιάστηκε τον Απρίλιο του 2018, η οποία αποσκοπεί στην αύξηση των δημόσιων και ιδιωτικών επενδύσεων ώστε να ανέλθουν σε τουλάχιστον 20 δισ. ευρώ ετησίως κατά την επόμενη δεκαετία, στη διάθεση περισσότερων δεδομένων, στην προώθηση ταλέντων και στη διασφάλιση εμπιστοσύνης.

Η τεχνητή νοημοσύνη (ΤΝ) μπορεί να ωφελήσει ευρύ φάσμα τομέων, όπως η ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, η κατανάλωση ενέργειας, η ασφάλεια των αυτοκινήτων, η γεωργία, η κλιματική αλλαγή και η διαχείριση των χρηματοοικονομικών κινδύνων. Η ΤΝ μπορεί επίσης να συμβάλει στον εντοπισμό περιπτώσεων απάτης και απειλών για την κυβερνοασφάλεια και βοηθά τις αρχές επιβολής του νόμου να καταπολεμούν αποτελεσματικότερα την εγκληματικότητα. Ωστόσο, η ΤΝ συνεπάγεται επίσης νέες προκλήσεις για το μέλλον της εργασίας και εγείρει νομικά και δεοντολογικά ζητήματα.

Η Επιτροπή ακολουθεί μια προσέγγιση τριών σταδίων: καθορισμός των βασικών απαιτήσεων για αξιόπιστη ΤΝ, δρομολόγηση πιλοτικής φάσης μεγάλης κλίμακας με σκοπό την αναπληροφόρηση από τα ενδιαφερόμενα μέρη και προσπάθεια οικοδόμησης διεθνούς συναίνεσης για ανθρωποκεντρική ΤΝ.

1. Επτά βασικά στοιχεία για την επίτευξη αξιόπιστης ΤΝ

Η αξιόπιστη ΤΝ θα πρέπει να τηρεί όλες τις εφαρμοστές νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις, καθώς και μια σειρά απαιτήσεων· σκοπός των ειδικών καταλόγων αξιολόγησης είναι να συμβάλουν στην επαλήθευση της εφαρμογής καθεμιάς από τις βασικές απαιτήσεις:

  • ανθρώπινη παρέμβαση και εποπτεία: τα συστήματα ΤΝ θα πρέπει να διευκολύνουν την προαγωγή ισότιμων κοινωνιών, υποστηρίζοντας την ανθρώπινη παρέμβαση και τα θεμελιώδη δικαιώματα και να μη μειώνουν, περιορίζουν ή παραπλανούν την ανθρώπινη αυτονομία·
  • στιβαρότητα και ασφάλεια: για την επίτευξη αξιόπιστης ΤΝ απαιτούνται αλγόριθμοι επαρκώς ασφαλείς, αξιόπιστοι και στιβαροί ώστε να μπορούν να αντιμετωπίζουν σφάλματα ή ασυνέπειες σε όλες τις φάσεις του κύκλου ζωής των συστημάτων ΤΝ·
  • ιδιωτικότητα και διακυβέρνηση των δεδομένων: οι πολίτες θα πρέπει να έχουν απόλυτο έλεγχο των προσωπικών τους δεδομένων, ενώ τα δεδομένα που τους αφορούν δεν θα χρησιμοποιούνται για να τους βλάψουν ή για να εισαγάγουν διακρίσεις εις βάρος τους·
  • διαφάνεια: θα πρέπει να εξασφαλίζεται η ιχνηλασιμότητα των συστημάτων ΤΝ.
  • διαφορετικότητα, απαγόρευση των διακρίσεων και δικαιοσύνη: τα συστήματα ΤΝ θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη όλο το φάσμα των ανθρώπινων ικανοτήτων, δεξιοτήτων και αναγκών και να διασφαλίζουν την προσβασιμότητα·
  • κοινωνιακή και περιβαλλοντική ευημερία: τα συστήματα ΤΝ θα πρέπει να χρησιμοποιούνται για την ενίσχυση των θετικών κοινωνικών αλλαγών και την ενίσχυση της βιωσιμότητας και της οικολογικής ευθύνης·
  • λογοδοσία: θα πρέπει να δημιουργηθούν μηχανισμοί μέσω των οποίων θα διασφαλίζεται η υπευθυνότητα και η λογοδοσία για τα συστήματα ΤΝ και τα αποτελέσματά τους.

2. Πιλοτική φάση μεγάλης κλίμακας με τους εταίρους

Το καλοκαίρι του 2019, η Επιτροπή θα δρομολογήσει μια πιλοτική φάση με τη συμμετοχή ευρέος φάσματος ενδιαφερόμενων μερών. Ήδη σήμερα, εταιρείες, δημόσιες διοικήσεις και οργανώσεις μπορούν να συμμετάσχουν στην ευρωπαϊκή συμμαχία για την ΤΝ, ώστε να λάβουν κοινοποίηση όταν ξεκινήσει η πιλοτική φάση.

Επιπλέον, τα μέλη της ομάδας εμπειρογνωμόνων υψηλού επιπέδου για την ΤΝ θα συμβάλουν στην παρουσίαση και την επεξήγηση των κατευθυντήριων γραμμών σε σχετικά ενδιαφερόμενα μέρη στα κράτη μέλη.

3. Οικοδόμηση διεθνούς συναίνεσης για ανθρωποκεντρική ΤΝ

Η Επιτροπή επιθυμεί να προωθήσει αυτήν την προσέγγιση της ΤΝ στο παγκόσμιο προσκήνιο, διότι οι τεχνολογίες, τα δεδομένα και οι αλγόριθμοι δεν γνωρίζουν σύνορα. Για τον σκοπό αυτό, η Επιτροπή θα ενισχύσει τη συνεργασία με εταίρους που συμμερίζονται τις ίδιες αρχές, όπως η Ιαπωνία, ο Καναδάς ή η Σιγκαπούρη, και θα εξακολουθήσει να διαδραματίζει ενεργό ρόλο στις διεθνείς συζητήσεις και πρωτοβουλίες, μεταξύ άλλων στο πλαίσιο των ομάδων G7 και G20. Στην πιλοτική φάση θα συμμετάσχουν επίσης εταιρείες από άλλες χώρες και διεθνείς οργανισμούς.

Επόμενα βήματα

Τα μέλη της ομάδας εμπειρογνωμόνων για την ΤΝ θα παρουσιάσουν λεπτομερώς τις δραστηριότητές τους κατά την τρίτη Ψηφιακή Ημέρα στις Βρυξέλλες, στις 9 Απριλίου. Μετά την πιλοτική φάση, στις αρχές του 2020, η ομάδα εμπειρογνωμόνων για την ΤΝ θα επανεξετάσει τους καταλόγους αξιολόγησης για τις βασικές απαιτήσεις, με βάση τις παρατηρήσεις που ελήφθησαν. Με βάση αυτήν την επανεξέταση, η Επιτροπή θα αξιολογήσει τα αποτελέσματα και θα προτείνει τυχόν επόμενα βήματα.

Επιπλέον, έως το φθινόπωρο του 2019, η Επιτροπή, για να διασφαλιστεί η δεοντολογική ανάπτυξη της ΤΝ: θα δρομολογήσει ένα σύνολο δικτύων ερευνητικών κέντρων αριστείας στον τομέα της ΤΝ· θα εγκαινιάσει τη δημιουργία δικτύων κόμβων ψηφιακής καινοτομίας· και, σε συνεργασία με τα κράτη μέλη και τα ενδιαφερόμενα μέρη, θα ξεκινήσει συζητήσεις για την ανάπτυξη και την εφαρμογή μοντέλου για την ανταλλαγή δεδομένων και τη βέλτιστη χρήση κοινών χώρων δεδομένων.

Ιστορικό

Η Επιτροπή διευκολύνει και ενισχύει τη συνεργασία στον τομέα της ΤΝ σε ολόκληρη την ΕΕ για να τονώσει την ανταγωνιστικότητά της και να διασφαλίσει την εμπιστοσύνη με βάση τις αξίες της ΕΕ. Μετά την ευρωπαϊκή στρατηγική σχετικά με την ΤΝ, που δημοσιεύτηκε τον Απρίλιο του 2018, η Επιτροπή συγκρότησε την ομάδα εμπειρογνωμόνων υψηλού επιπέδου για την ΤΝ, η οποία απαρτίζεται από 52 ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες που εκπροσωπούν την πανεπιστημιακή κοινότητα, τον βιομηχανικό κλάδο και την κοινωνία των πολιτών. Τον Δεκέμβριο του 2018, η ομάδα εμπειρογνωμόνων δημοσίευσε ένα πρώτο σχέδιο των κατευθυντήριων γραμμών δεοντολογίας, μετά το οποίο ακολούθησαν διαβούλευση με τα ενδιαφερόμενα μέρη και συναντήσεις με εκπροσώπους από τα κράτη μέλη για τη συγκέντρωση παρατηρήσεων. Αυτές οι κατευθυντήριες γραμμές βασίζονται επίσης στο συντονισμένο σχέδιο με τα κράτη μέλη για την προώθηση της ανάπτυξης και της χρήσης της ΤΝ στην Ευρώπη, το οποίο επίσης παρουσιάστηκε τον Δεκέμβριο του 2018.

Δηλώσεις

Ο αντιπρόεδρος της Επιτροπής και επίτροπος Ψηφιακής Ενιαίας Αγοράς Άντρους Άνσιπ δήλωσε τα εξής: «Επικροτώ το έργο των ανεξάρτητων εμπειρογνωμόνων μας. Η δεοντολογική διάσταση της ΤΝ δεν είναι πολυτέλεια ή κάτι πρόσθετο. Μόνο με την εμπιστοσύνη μπορεί η κοινωνία μας να επωφεληθεί πλήρως από την τεχνολογία. Η δεοντολογική ΤΝ αποτελεί πρόταση επωφελή για όλους, η οποία μπορεί να αποτελέσει ανταγωνιστικό πλεονέκτημα για την Ευρώπη, επειδή θα της επιτρέψει να αποκτήσει ηγετική θέση για μια ανθρωποκεντρική ΤΝ την οποία θα μπορούν να εμπιστεύονται οι πολίτες.»

Η επίτροπος Ψηφιακής Οικονομίας και Κοινωνίας Μαρίγια Γκαμπριέλ δήλωσε σχετικά: «Σήμερα κάνουμε ένα σημαντικό βήμα προς την κατεύθυνση της δεοντολογικής και ασφαλούς ΤΝ στην ΕΕ. Διαθέτουμε πλέον γερά θεμέλια με βάση τις αξίες της ΕΕ και έπειτα από την εκτενή και εποικοδομητική συμμετοχή πολλών ενδιαφερόμενων μερών, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων, της πανεπιστημιακής κοινότητας και της κοινωνίας των πολιτών. Τώρα πλέον θα εφαρμόσουμε τις εν λόγω απαιτήσεις στην πράξη και ταυτόχρονα θα προωθήσουμε μια διεθνή συζήτηση σχετικά με την ανθρωποκεντρική ΤΝ.

Πηγή: europa.eu

Αναδημοσίευση από lawspot.gr

Αυτοκινητικό ατύχημα: Μη ευθύνη του εξ αριστερών ερχομένου οχήματος σε ισόπεδο κόμβο χωρίς σήμανση (ΕιρΑμαρ 13/2019)

Η προτεραιότητα δεν είναι απόλυτη, καθώς είναι προφανές ότι κάποτε δικαιούται να διέλθει από την διασταύρωση και ο μη έχων κατ’ αρχήν προτεραιότητα

Με την υπ’ αριθμ. 13/2019 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου κρίθηκε ότι σε περίπτωση που δεν υπάρχει σήμανση σε διασταύρωση ισόπεδων οδών που διασταυρώνονται, η προτεραιότητα ανήκει στα εκ δεξιών ερχόμενα οχήματα, ωστόσο η προτεραιότητα αυτή δεν είναι απόλυτη, δηλαδή δεν του ανήκει σε οποιαδήποτε απόσταση από τη διασταύρωση και αν βρίσκεται την στιγμή της προβολής του άλλου εξερχομένου αυτοκινήτου.

Και αυτό γιατί είναι προφανές ότι κάποτε δικαιούται να διέλθει από την διασταύρωση και ο μη έχων κατ’ αρχήν προτεραιότητα (ο εξ αριστερών κινούμενος οδηγός), όταν δηλαδή, μετά από έλεγχο θα διαπιστώσει ότι η διασταύρωση είναι ελεύθερη.

Σύμφωνα με την απόφαση, ελεύθερη νοείται η διασταύρωση όταν τα εκ δεξιών κινούμενα οχήματα (ήτοι, τα έχοντα προτεραιότητα), βρίσκονται σε τέτοια απόσταση από αυτήν, που με το επιτρεπόμενο εκάστοτε ανώτατο όριο ταχύτητας να μην προλαβαίνουν να φθάσουν σε αυτήν, ενώ αντιθέτως, ο εξ αριστερών κινούμενος οδηγός να προλαβαίνει να διέλθει.

Απόσπασμα της απόφασης

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 26 του ΚΟΚ, ο οδηγός που πλησιάζει σε ισόπεδο οδικό κόμβο υποχρεούται να καταβάλει όλως ιδιαίτερη προσοχή για να μην προκαλέσει στον κόμβο κίνδυνο ή παρακώλυση της κυκλοφορίας, ιδίως ρυθμίζοντας την ταχύτητα του οχήματος του, ώστε να μπορεί να διακόψει την πορεία τούτου για να διέλθουν τα οχήματα που έχουν προτεραιότητα (§1). Εξάλλου, στους κόμβους, όπου δεν υφίσταται σχετική σήμανση, η προτεραιότητα κίνησης ανήκει σε αυτόν που έρχεται από δεξιά. Παραχώρηση προτεραιότητος είναι η υποχρέωση εκείνου που οδηγεί όχημα να μη συνεχίσει ή επαναλάβει την κίνηση, εάν με αυτόν τον τρόπο θα υποχρέωνε τους οδηγούς άλλων οχημάτων να μεταβάλουν αποτόμως την πορεία των οχημάτων τους.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών σαφώς προκύπτει ότι, στην περίπτωση που σε ισόπεδο οδικό κόμβο (διασταύρωση οδών) δεν υπάρχει σχετική σήμανση που να ρυθμίζει την προτεραιότητα των οχημάτων, ισχύει ο κανόνας της εκ δεξιών προτεραιότητας, ενώ τόσο ό έχων όσο και ο μη έχων προτεραιότητα οδηγός, οφείλουν στο ως άνω σημείο, να κινηθούν προσεκτικά, ήτοι να ανακόψουν την ταχύτητα του οχήματος τους και να ελέγξουν την κίνηση των οχημάτων επί της διασταυρώσεως, προκειμένου να ρυθμίσουν την κίνηση των επ’ αυτής οχημάτων, σύμφωνα με τον κανόνα της εκ δεξιών προτεραιότητας, χωρίς να υποχρεούνται σε διακοπή της πορείας του, παρά μόνο όταν ο εκ δεξιών κινούμενος οδηγός διέρχεται της διασταυρώσεως.

Περαιτέρω, σχετικώς με την υπαιτιότητα επί ατυχήματος σε διασταύρωση οδών χωρίς σήμανση, είναι αληθές ότι ο οδηγός οφείλει να παραχωρεί προτεραιότητα στον εκ δεξιών κινούμενο οδηγό, αλλά η προτεραιότητα ανήκει σε οιαδήποτε απόσταση από της διασταυρώσεως και αν ευρίσκεται την στιγμή της προβολής του εξερχόμενου εκ της συμβαλλόμενης οδού αυτοκινήτου. Και τούτο γιατί είναι προφανές ότι κάποτε δικαιούται να διέλθει από τη διασταύρωση και ο μη έχων, καταρχήν, προτεραιότητα, ο εξ αριστερών κινούμενος οδηγός, όταν δηλαδή μετά από έλεγχο θα διαπιστώσει ότι η διασταύρωση είναι ελεύθερη.

Ελεύθερη νοείται η διασταύρωση όταν τα, εκ δεξιών κινούμενα οχήματα, (ήτοι τα έχοντα προτεραιότητα), βρίσκονται σε τέτοια απόσταση απ’ αυτήν, που με το επιτρεπόμενο εκάστοτε ανώτατο όριο ταχύτητος να μην προλαβαίνουν να φτάσουν σ’ αυτήν, ενώ αντιθέτως ο, εξ αριστερών κινούμενος οδηγός να προλαβαίνει να διέλθει (ΕΑ 12315/1988 ΕπΣυγκΔ 1991. 176 , ΕΑ 3622/1986 ΕπΣυγκΔ ΙΔ’. 217 – βλ. ομοίως την απόφαση του Τριμ.Πλημ.Ηλείας 337/1977 ΕπΣυγκΔ Ζ’. 321).

[…] Τέλος, η δεύτερη ενάγουσα της υπό στοιχεία β’ αγωγής δεν υπέστη κάποια ηθική βλάβη διότι δεν ήταν παρούσα στη σύγκρουση ενώ η στεναχώρια που της προκάλεσε η θέα του κτυπημένου της αυτοκινήτου απαλύνεται αρκούντως με την αποκατάσταση των ζημιών, μη δυνάμενη να αγγίξει τα όρια της ηθικής βλάβης, η οποία έχει έντονο το στοιχείο της ψυχολογικής καταβαράθρωσης, πράγμα που εντοπίζεται μονάχα στο πρόσωπο του πρώτου ενάγοντος στην ίδια ως άνω αγωγή και οδηγού λαμβανομένης υπόψη και της ταραχής που του προκάλεσε το γεγονός ότι τη δεδομένη χρονική στιγμή του ατυχήματος στο αυτοκίνητο που οδηγούσε ο ίδιος επέβαινε και ο ανήλικος υιός του τον οποίο πήγαινε στο νηπιαγωγείο, και την οποία το παρόν Δικαστήριο αποτιμά στο ποσό των 150,00 ευρώ.

Δείτε αναλυτικά την απόφαση στο dsanet.gr

Αναδημοσίευση από lawspot.gr

Δικαστικοί αντιπρόσωποι: Αύξηση 30% στις αποζημιώσεις σε σχέση με τις εκλογές του 2014

Πρωτοβουλίες για τη διευκόλυνση της εκλογικής διαδικασίας που αφορά τις Ευρωεκλογές και τις Αυτοδιοικητικές εκλογές

Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων

Πρωτοβουλίες για τη διευκόλυνση της εκλογικής διαδικασίας

Ο Υπουργός Εσωτερικών, Αλέξης Χαρίτσης και ο Υπουργός Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, Μιχάλης Καλογήρου, ανέλαβαν στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους πρωτοβουλίες για τη διευκόλυνση της εκλογικής διαδικασίας που αφορά τις Ευρωεκλογές και τις Αυτοδιοικητικές εκλογές της 26ης Μαΐου και της 2ας Ιουνίου 2019.

Ειδικότερα, οι ειδικές αποζημιώσεις των δικαστικών αντιπροσώπων αναμένεται να αυξηθούν κατά 30%, σε σχέση με τις αντίστοιχες εκλογές του 2014.

Επιπλέον, λόγω των αυξημένων αναγκών και προκειμένου η εκλογική διαδικασία να κυλήσει απρόσκοπτα, για τους εκλογείς, για τους δικαστικούς αντιπροσώπους και για τις εφορευτικές επιτροπές, αποφασίστηκε ότι στα εκλογικά τμήματα των Νομών Αττικής και Θεσσαλονίκης, καθώς και σε μεγάλα εκλογικά τμήματα της περιφέρειας, οι εφορευτικές επιτροπές θα ενισχυθούν με δύο γραμματείς. Εξάλλου, τις επόμενες μέρες θα εκδοθεί εγκύκλιος σχετικά με τον τρόπο διευκόλυνσης της τήρησης των πρακτικών και εν γένει την εκλογική διαδικασία.

Τέλος, έχει εκπονηθεί σχέδιο για την καλύτερη εξυπηρέτηση των δικαστικών αντιπροσώπων κατά την παράδοση των εκλογικών σάκων και πρακτικών μετά τη διενέργεια της εκλογικής διαδικασίας στα μεγάλα Πρωτοδικεία της χώρας, ενώ άλλωστε για τη διευκόλυνση των δικαστικών υπαλλήλων στο στάδιο πριν, κατά και μετά την εκλογική διαδικασία έχει για πρώτη φορά ληφθεί πρόνοια για την αξιοποίηση σύγχρονου πληροφοριακού συστήματος και στα 63 Πρωτοδικεία της χώρας.

Αναδημοσίευση από lawspot.gr

Αποκλειστική ανάθεση επιμέλειας του ανήλικου τέκνου στον πατέρα- Η μητέρα δεν είχε τη δυνατότητα να προσφέρει σταθερό περιβάλλον διαβίωσης (ΑΠ)

AΠ 126/2018 (πολ.) : Αποκλειστική άσκηση επιμέλειας ανήλικου τέκνου από τον πατέρα. Αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα (μητέρα) δεν έχει μόνιμη και κατάλληλη στέγη διαβίωσης, ότι δεν φροντίζει το τέκνο της να έχει ένα σταθερό πρόγραμμα στη ζωή του, σταθερή στέγη και σταθερό οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων πατέρας του διάγει μια συνετή ζωή, ανέκαθεν φροντίζει για τις ανάγκες του τέκνου του, τόσο αυτές της διατροφής και ένδυσης όσο και τις ανάγκες της εν γένει ψυχαγωγίας του και κοινωνικοποίησης του.Το δικαστήριο κρίνει ότι το συμφέρον του ανηλίκου τέκνου επιβάλλει να ανατεθεί η επιμέλεια του προσώπου του στον πατέρα του, ο οποίος έχει τη δυνατότητα να παρέχει στο ανήλικο ένα σταθερό περιβάλλον διαβίωσης, απαραίτητο για την ηλικία του, ενώ η μητέρα του προς το παρόν δεν μπορεί να του προσφέρει κάτι τέτοιο.
«Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1515 ΑΚ, «η γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου, που γεννήθηκε και παραμένει χωρίς γάμο των γονέων του, ανήκει στη μητέρα του. Σε περίπτωση αναγνώρισής του, αποκτά γονική μέριμνα και ο πατέρας, που όμως την ασκεί αν έπαυσε η γονική μέριμνα της μητέρας, ή αν αυτή αδυνατεί να την ασκήσει για νομικούς ή πραγματικούς λόγους. Με αίτηση του πατέρα το δικαστήριο μπορεί, και σε κάθε άλλη περίπτωση και ιδίως αν συμφωνεί η μητέρα, να αναθέσει και σ’ αυτόν την άσκηση της γονικής μέριμνας ή μέρους της, εφόσον αυτό επιβάλλεται από το συμφέρον του τέκνου…».
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι η γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου, που γεννήθηκε και παραμένει εκτός γάμου των γονέων του, έχει δε αναγνωρισθεί εκουσίως από το φυσικό του πατέρα, κατά τους όρους των άρθρων 1475-1476 του ΑΚ, ασκείται αποκλειστικά από τη μητέρα, ενώ στον εξ αναγνωρίσεως πατέρα επιφυλάσσεται ένας ρόλος αναπληρωματικός αλλά και η δυνατότητα, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να παραμερίσει δικαστικά το προνόμιο αυτό της μητέρας.Ειδικότερα, ο εξ αναγνωρίσεως πατέρας μπορεί να ασκεί τη γονική μέριμνα: α) Αυτοδικαίως, αν έπαυσε η γονική μέριμνα της μητέρας λόγω θανάτου ή κηρύξεώς της σε αφάνεια ή ένεκεν εκπτώσεώς της κατ’ άρθρο 1510 παρ. 3 του ΑΚ, ή αν αυτή αδυνατεί να την ασκήσει για νομικούς (ανικανότητα ή περιορισμένη ικανότητά της για δικαιοπραξία) ή πραγματικούς λόγους (αποδημία της ή βαριά ασθένεια της), οπότε την αναπληρώνει ο ίδιος στην άσκηση της. β) Σε κάθε άλλη περίπτωση, με δικαστική απόφαση, η οποία εκδίδεται μετά από αίτηση του ίδιου του πατέρα, εφόσον αυτό επιβάλλεται από το συμφέρον του ίδιου του τέκνου.Η δικαστική δε αυτή απόφαση μπορεί να αναθέτει την άσκηση της γονικής μέριμνας είτε αποκλειστικά στον εξ αναγνωρίσεως πατέρα, είτε από κοινού σε αυτόν και την μητέρα, είτε να κατανείμει μεταξύ αυτών τις λειτουργίες της.Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1511 ΑΚ, «Κάθε απόφαση των γονέων σχετικά με την άσκηση της γονικής μέριμνας πρέπει να αποβλέπει στο συμφέρον του τέκνου. Στο συμφέρον του τέκνου πρέπει να αποβλέπει και η απόφαση του δικαστηρίου, όταν, κατά τις διατάξεις του νόμου, το δικαστήριο αποφασίζει σχετικά με την ανάθεση της γονικής μέριμνας ή με τον τρόπο της άσκησής της. Η απόφαση του δικαστηρίου πρέπει επίσης να σέβεται την ισότητα μεταξύ των γονέων και να μην κάνει διακρίσεις εξαιτίας του φύλου, της φυλής, της γλώσσας, της θρησκείας, των πολιτικών ή όποιων άλλων πεποιθήσεων, της ιθαγένειας, της εθνικής ή κοινωνικής προέλευσης ή της περιουσίας. Ανάλογα με την ωριμότητα του τέκνου πρέπει να ζητείται και να συνεκτιμάται η γνώμη του πριν από κάθε απόφαση σχετική με τη γονική μέριμνα, εφόσον η απόφαση αφορά τα συμφέροντά του».
Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, δικάζοντας αντίθετες αγωγές των διαδίκων με αίτημα να ανατεθεί αποκλειστικά στον καθένα από αυτούς η άσκηση της επιμέλειας του εκτός γάμου γεννηθέντος άρρενος τέκνου τους, το οποίο έχει αναγνωρισθεί εκουσίως από τον πατέρα του, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι αποδείχθηκαν, κατά το ενδιαφέρον την προκειμένη αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:»Οι διάδικοι αποδείχθηκε ότι συμβίωναν σε ερωτική σχέση στη Θεσσαλονίκη … από την 12-1-2014. Δεν έχουν τελέσει μεταξύ τους γάμο, αλλά από τη σχέση τους απέκτησαν ένα τέκνο, τον Ι. Λ., που γεννήθηκε στις 20-12-2010, σε χρόνο που η ενάγουσα … τελούσε ακόμη σε γάμο με το σύζυγο της Ε. Π. Για το λόγο αυτό ο … πατέρας του τέκνου άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης αγωγή προσβολής πατρότητας του τέκνου. Το ως άνω δικαστήριο, με … απόφασή του, που κατέστη αμετάκλητη, κήρυξε το τέκνο μη γνήσιο τέκνο του Ε. Π. και έτσι το τέκνο των διαδίκων αναγνωρίστηκε δικαστικά ως τέκνο του εναγομένου – ενάγοντος …Η ενάγουσα – εναγομένη έχει δύο τέκνα από το γάμο της με τον Ε. Π., την άσκηση της επιμέλειας των οποίων έχει αναλάβει … ο πατέρας τους Ε. Π., ενώ η επικοινωνία της με αυτά δεν αποδείχθηκε ότι είναι συχνή ούτε σταθερή. Η ενάγουσα – εναγομένη … ήταν αρχικώς άνεργη και επιφορτισμένη αποκλειστικά με την ανατροφή του ανήλικου τέκνου της που απέκτησε με τον εναγόμενο, πλην όμως, καίτοι ο … πατέρας του εργάζεται ως υπάλληλος …, του καταλογίζει … ότι αυτός δεν φρόντιζε καθόλου το παιδί και ότι «έχει φορτώσει σ’ αυτήν τόσο τη φροντίδα του Ι. όσο και τις υπόλοιπες ανάγκες του παιδιού».Επίσης, η ενάγουσα καταλογίζει στον εναγόμενο ανάρμοστη και βίαιη συμπεριφορά απέναντι της, πλην όμως οι ισχυρισμοί της αυτοί ουδόλως αποδείχθηκαν βάσιμοι. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι τα προβλήματα στη σχέση των διαδίκων άρχισαν, όταν ο εναγόμενος – ενάγων δεν μπορούσε πλέον απλόχερα να παρέχει στην ενάγουσα την οικονομική άνεση που μέχρι τότε της παρείχε, λόγω της μείωσης των εισοδημάτων του τα τελευταία έτη.Το τελευταίο διάστημα η ενάγουσα αποχωρούσε από την κατοικία των διαδίκων μαζί με το ανήλικο τέκνο της Ι. για πολλές ώρες, χωρίς να ξέρει ο εναγόμενος πού πάνε και τι κάνουν. Επίσης … η ενάγουσα έμενε στο σπίτι μιας φίλης της ονόματι Δ., μετά τη διάσπαση της σχέσης της με τον εναγόμενο, καίτοι αυτή (η φίλη της) έχει τέσσερα παιδιά και κυοφορούσε το πέμπτο, καθώς επίσης φιλοξενούνταν και σε άλλα φιλικά σπίτια. … Η ενάγουσα κατοικεί πλέον σε πατρική οικία που βρίσκεται επί της οδού …, συγκατοικώντας με την αδελφή της, χωρίς να προσδιοριστεί με ακρίβεια αν το συγκεκριμένο σπίτι είναι κατοικήσιμο και κατάλληλο για να φιλοξενηθεί εκεί το ανήλικο τέκνο της Ι., δεδομένου ότι η εν λόγω οικία ηλεκτροδοτήθηκε στις 19-9-2016 και δεν προέκυψε … ότι διαθέτει την ανάλογη επίπλωση και οικιακό εξοπλισμό για να είναι κατοικήσιμη. … Η ενάγουσα προσλήφθηκε στις 13-9-2016 από συνεργείο καθαρισμού να εργάζεται ως καθαρίστρια, χωρίς να προκύπτει με σαφήνεια το ύφος των μηνιαίων αποδοχών της.Από τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα δεν έχει μόνιμη και κατάλληλη στέγη διαβίωσης, ότι δεν φροντίζει το τέκνο της να έχει ένα σταθερό πρόγραμμα στη ζωή του, σταθερή στέγη και σταθερό οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων πατέρας του διάγει μια συνετή ζωή, ανέκαθεν φροντίζει για τις ανάγκες του τέκνου του, τόσο αυτές της διατροφής και ένδυσης όσο και τις ανάγκες της εν γένει ψυχαγωγίας του και κοινωνικοποίησης του.Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα το δικαστήριο κρίνει ότι το συμφέρον του ανηλίκου τέκνου επιβάλλει να ανατεθεί η επιμέλεια του προσώπου του στον εναγόμενο – ενάγοντα πατέρα του, ο οποίος έχει τη δυνατότητα να παρέχει στο ανήλικο ένα σταθερό περιβάλλον διαβίωσης, απαραίτητο για την ηλικία του, ενώ η μητέρα του προς το παρόν δεν μπορεί να του προσφέρει κάτι τέτοιο».Με βάση τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Πρωτοδικείο, που έκρινε ανεκκλήτως κατ’ άρθρο 47 εδ. α’ ν. 2447/1996, απέρριψε την αγωγή της αναιρεσείουσας και δέχθηκε την αγωγή του αναιρεσίβλητου και ανέθεσε σ’ αυτόν αποκλειστικά την άσκηση της επιμέλειας του προσώπου του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων Ι..
Έτσι που έκρινε το Μονομελές Πρωτοδικείο ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε, και ειδικότερα τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1511 και 1515 ΑΚ, διέλαβε δε στην προσβαλλόμενη απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικά με το ποιος από τους διαδίκους είναι κατάλληλος να του ανατεθεί αποκλειστικά η επιμέλεια του εκτός γάμου γεννηθέντος τέκνου των, οι οποίες και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, τις οποίες εφάρμοσε, και το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.Η αναιρεσείουσα μέμφεται το Μονομελές Πρωτοδικείο ότι παραβίασε τις ως άνω διατάξεις, εφόσον: α) ερμήνευσε το συμφέρον του ανηλίκου τέκνου με βάση τις οικονομικές δυνατότητες των διαδίκων, παραβλέποντας το γεγονός ότι η ίδια ήταν το πρόσωπο που εκ των πραγμάτων, λόγω και της ηλικίας του, ασχολείται αποκλειστικά με τη φροντίδα και ανατροφή του και καλύπτει πλήρως τις ανάγκες του για ψυχαγωγία και κοινωνικοποίηση, και β) όφειλε να ζητήσει και να συνεκτιμήσει τη γνώμη του τέκνου και να αιτιολογήσει ειδικά την τυχόν παράλειψη αυτής της υποχρεώσεως. Οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες.Ειδικότερα, από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπως εκτέθηκαν παραπάνω, προκύπτει ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο δεν έκρινε το ζήτημα της επιμέλειας του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων με βάση τις οικονομικές δυνατότητες των γονέων του, ούτε εξέλαβε την οικονομική κατάσταση του αναιρεσίβλητου ως αποφασιστικής σημασίας κριτήριο, έστω και αν αναφέρεται μαζί με τα λοιπά στοιχεία που έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας.Αντιθέτως, το γεγονός ότι η αναιρεσείουσα δεν είχε εξασφαλίσει μόνιμη στέγη για το ανήλικο τέκνο τους, αλλά το περιέφερε πότε στην οικία μιας φίλης της με τέσσερα ανήλικα παιδιά και ένα κυοφορούμενο, πότε συγκατοικώντας με την αδελφή της στην πατρική της οικία, στην οποία η σύνδεση με το ηλεκτρικό ρεύμα κατέστη δυνατή μόλις την ημέρα της δικασίμου της υποθέσεως στις 19-9-2016, ήταν το σημαντικό στοιχείο, το οποίο σε συνδυασμό με την παραδοχή ότι ο πατέρας του ανηλίκου τέκνου διάγει μια συνετή ζωή και ανέκαθεν φροντίζει για τις ανάγκες του τόσο αυτές της διατροφής και ένδυσης όσο και αυτές της ψυχαγωγίας του οδήγησε το δικαστήριο της ουσίας στην κρίση να αναθέσει αποκλειστικά σ’ αυτόν την επιμέλεια του προσώπου του.Εξάλλου, η αιτίαση ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο εσφαλμένα δεν ζήτησε τη γνώμη του τέκνου δεν ευρίσκει έρεισμα στο νόμο, εφόσον από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1511 ΑΚ και 681Γ παρ. 3 εδ. α’ και 4 εδ. α’ , δ’ και ε’ ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικαστήριο τότε μόνο οφείλει να ζητήσει και να συνεκτιμήσει τη γνώμη του τέκνου, εάν κρίνει ότι έχει την απαιτούμενη ωριμότητα, η σιωπηρή δε απόρριψη στην προκειμένη περίπτωση από το δικαστήριο της ουσίας του σχετικού αιτήματος της αναιρεσείουσας, ως αποτελούσα εκτίμηση πραγματικών περιστατικών ως προς την ωριμότητα του ανηλίκου, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.Περαιτέρω, με σαφήνεια εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι το συμφέρον του ανήλικου τέκνου των διαδίκων επιβάλλει να ανατεθεί η επιμέλεια του προσώπου του στον αναιρεσίβλητο – πατέρα του, ο οποίος έχει τη δυνατότητα να του παρέχει ένα σταθερό περιβάλλον διαβίωσης, απαραίτητο για την ηλικία του, ενώ η μητέρα του προς το παρόν δεν μπορεί να του προσφέρει κάτι τέτοιο, δεν ήταν δεν αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας να αναφέρεται, ενόψει της πολύ μικρής ηλικίας του ανηλίκου τέκνου, για ποιο λόγο δεν ζητήθηκε και η γνώμη του, ούτε συνιστά αντίφαση η κρίση του δικαστηρίου ότι η αναιρεσείουσα δεν έχει μόνιμη και κατάλληλη στέγη διαβίωσης με την παραδοχή ότι έχει εγκατασταθεί πλέον στην πατρική της οικία, εφόσον στην εν λόγω παραδοχή προστίθεται ότι συγκατοικεί αυτή με την αδελφή της και το ηλεκτρικό ρεύμα συνδέθηκε μόλις την ημέρα της δικασίμου.Τέλος, και οι λοιπές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο παρέλειψε να αναφερθεί στους δεσμούς και στις σχέσεις των διαδίκων με το ανήλικο τέκνο τους, στην καταλληλότητα για την ανάληψη του έργου της διαπαιδαγώγησης και στο διαθέσιμο χρόνο εκάστου για την επιμέλεια τούτου, δεν είναι βάσιμες, εφόσον από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπως αυτές εκτέθηκαν παραπάνω, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας περιέλαβε κρίσεις για όλα αυτά τα ζητήματα.Κατά συνέπεια, οι από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ πρώτος και δεύτερος, αντίστοιχα, λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμοι.
Ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Με τη διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της αρχής της συζητήσεως (άρθρο 106 ΚΠολΔ), διασφαλίζεται η συμμόρφωση προς τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, ώστε να λαμβάνονται υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι και μόνον αυτά. Ο λόγος όμως είναι αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολογήσεως εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον από το άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα μέμφεται το Μονομελές Πρωτοδικείο ότι, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του περί της αναθέσεως αποκλειστικά στον αναιρεσίβλητο της επιμέλειας του προσώπου του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις τα έγγραφα που επικαλέσθηκε και προσκόμισε αυτή κατά την ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου συζήτηση, και συγκεκριμένα: 1) την υπ’ αριθμ. 18/2011 διάταξη της Εισαγγελέα Πρωτοδικών ……., 2) ακριβή αποσπάσματα από το βιβλίο συμβάντων του Α.Τ. …….της 25-2-2015 και 27-5-2015, 3) την από 17-12-2010 δήλωση του αναιρεσίβλητου ενώπιον του Πταισματοδίκη του … Τμήματος …, 4) την …-6-2012 βεβαίωση του Εθνικού Κέντρου Κοινωνικής Αλληλεγγύης και 5) την …16-9-2015 βεβαίωση της Δ’ Δημοτικής Κοινότητας, από τα οποία αποδεικνύεται η άσκηση ενδοοικογενειακής βίας σε βάρος της εκ μέρους του αναιρεσίβλητου και η εκ μέρους του παρακολούθηση ειδικού συμβουλευτικού προγράμματος κατά τις διατάξεις περί ποινικής διαμεσολάβησης.Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί από την προσβαλλόμενη απόφαση, και ειδικότερα από την περιεχόμενη σ’ αυτήν βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, σε συνδυασμό με τις σκέψεις και το σύνολο των αποδεικτικών αναλύσεων που περιέχει στο αιτιολογικό της, και ειδικότερα τη φράση ότι «η ενάγουσα καταλογίζει στον εναγόμενο ανάρμοστη και βίαιη συμπεριφορά απέναντι της, πλην όμως οι ισχυρισμοί της αυτοί ουδόλως αποδείχθηκαν βάσιμοι», δεν καταλείπεται καμιά απολύτως αμφιβολία ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο, για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τα πιο πάνω αναφερόμενα έγγραφα, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός.
Κατ’ ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα ως ηττώμενη διάδικος στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου (άρθρο 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό». (areiospagos.gr)

Αναδημοσίευση από legalnews24.gr

Δικαστικοί αντιπρόσωποι: Αναρτήθηκε η εγκύκλιος εκλογών από τον Άρειο Πάγο

Αναρτήθηκε στην ιστοσελίδα του Αρείου Πάγου η εγκύκλιος του Α1 Τμήματος για τις επερχόμενες εκλογές και τον διορισμό δικαστικών αντιπροσώπων.

Σύμφωνα με την εγκύκλιο:

Οι Υποψήφιοι Δικαστικοί Αντιπρόσωποι θα υποβάλλουν αιτήσεις προτίμησης ή εξαίρεσης μόνο στους συλλόγους ή στις υπηρεσίες τους, έτσι ώστε όλες οι αιτήσεις να βρίσκονται στον Άρειο Πάγο το αργότερο την Παρασκευή, 19-4-2019.

Ο Άρειος Πάγος δεν θα παραλάβει μεμονωμένες αιτήσεις από υποψηφίους Δικαστικούς Αντιπροσώπους.

Ποιοι διορίζονται Έφοροι/Επόπτες και Δικαστικοί αντιπρόσωποι: Άρθρο 68 ΠΔ 26/2012

Αναλυτικές πληροφορίες για τις αιτήσεις Προτίμησης – Εξαίρεσης υποψηφίων

Α. Για τον διορισμό των Εφόρων (εσωτερικού) ή Εποπτών εκλογών (εξωτερικού) και Αντιπροσώπων της Δικαστικής Αρχής.

Ο διορισμός των: 1) Εφόρων (εσωτερικού), 2) Εποπτών (εξωτερικού) και 3) Αντιπροσώπων της Δικαστικής Αρχής, θα γίνει κατόπιν διεξαγωγής ηλεκτρονικής κλήρωσης από αιτήσεις, στις οποίες:

α. όσον αφορά τους Εφόρους και Επόπτες, οι αιτούντες θα δηλώνουν υποχρεωτικά, με βάση το επισυναπτόμενο υπόδειγμα, την επιθυμία διορισμού, είτε αποκλειστικά στο εσωτερικό, είτε -υποχρεωτικά σωρευτικά- σε οποιοδήποτε εκλογικό τμήμα του εσωτερικού ή εξωτερικού και

β. όσον αφορά τους Αντιπροσώπους της Δικαστικής Αρχής, οι αιτούντες θα δηλώνουν την προτίμηση διορισμού τους είτε στη Δημοτική Ενότητα της επιλογής τους, είτε οπουδήποτε στο Δήμο, είτε οπουδήποτε μέσα στην ιδια Εκλογική Περιφέρεια, είτε οπουδήποτε μέσα στο Νομό, είτε οπουδήποτε εντός της χώρας, είτε τέλος, οπουδήποτε -υποχρεωτικά σωρευτικά- εντός ή εκτός της χώρας.

Οι αιτήσεις θα συμπληρωθούν σύμφωνα με το συνημμένο έντυπο υπόδειγμα και θα καταχωρηθούν στο μηχανογραφικό σύστημα.

Για το λόγο αυτό παρακαλούμε τα συνημμένα υποδείγματα αίτησης – δήλωσης επιθυμίας διορισμού και αίτησης προτίμησης ή εξαίρεσης, αντίστοιχα, να ανακοινωθούν και να διατεθούν προς όλους τους -κατά περίπτωση- ενδιαφερόμενους, που επιθυμούν να διοριστούν ως Έφοροι – Επόπτες (εσωτερικού ή εξωτερικού αντίστοιχα) και Αντιπρόσωποι Δικαστικής Αρχής.

Ο Άρειος Πάγος δεν θα παραλάβει μεμονωμένες αιτήσεις προτίμησης ή εξαίρεσης. Ως εκ τούτου οι Προϊστάμενοι όλων των ως άνω αρμοδίων Υπηρεσιών και οι Πρόεδροι των αρμοδίων Συλλόγων, αντίστοιχα, πρέπει να συγκεντρώσουν τις αιτήσεις προτίμησης και εξαίρεσης, οι οποίες είναι απαραίτητο να περιέλθουν στον Άρειο Πάγο το αργότερο μέχρι την Παρασκευή 19 Απριλίου 2019. Για ταχύτερη επεξεργασία των σχετικών στοιχείων, είναι προτιμότερο, οι ως άνω αιτήσεις να αποσταλούν μαζί με τους ονομαστικούς καταλόγους την προαναφερθείσα ημερομηνία.

Οι αιτήσεις προτiμησης πρέπει να είναι διαχωρισμένες από τις αιτήσεις εξαίρεσης (σε ξεχωριστούς φακέλους).

Δεν θα ληφθούν υπόψη, αιτήσεις που δε θα συνταχθούν σύμφωνα με τα συνημμένα έντυπα υποδείγματα και στις οποίες θα αναγράφονται:

α. Για μεν τους εφόρους-επόπτες: συγκεκριμένες εκλογικές περιφέρειες ή χώρες και που θα έχουν συμπληρώσεις, διαγραφές ή παρατηρήσεις εκτός των ζητουμένων, σύμφωνα με τα έντυπα των αιτήσεων και

β. Για δε τους Αντιπροσώπους της Δικαστικής Αρχής: συγκεκριμένα εκλογικά τμήματα, εκλογικά διαμερίσματα ή συνοικισμοί, περισσότερες από μία δημοτικές ενότητες, περισσότεροι από ένας δήμοι, περισσότερες από μία εκλογικές περιφέρειες και που θα έχουν συμπληρώσεις, διαγραφές ή παρατηρήσεις εκτός των ζητουμένων, σύμφωνα με τα έντυπα των αιτήσεων. Η αποδοχή τυχόν αιτήσεων εξαίρεσης δικαστικών λειτουργών απόκειται στην κρίση του Α1 Τμήματος του Αρείου Πάγου.

ΠΡΟΣΟΧΗ: Παλαιότερα έντυπα αιτήσεων δεν θα ισχύσουν στις εκλογές αυτές.

Ειδικά για τους Αντιπροσώπους της Δικαστικής Αρχής πρέπει να ληφθούν υπόψη τα εξής:

Κάθε υποψήφιος δικαστικός αντιπρόσωπος έχει δικαίωμα να υποβάλει μία και μόνο αίτηση. Υποβολή περισσότερων αιτήσεων με ίδιο ή διαφορετικό περεεχόμενο ενέχει τον κίνδυνο αυτόματου αποκλεισμού του από οποιοδήποτε διορισμό.

Οι δικαστικοί λειτουργοί, που υπηρετούν στους νομούς Αττικής και Θεσσαλονίκης για το διορισμό τους ως δικαστικοί αντιπρόσωποι μπορούν να υποβάλουν αιτήσεις προτίμησης μόνο για έναν από τους Δήμους της έδρας της ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ τους.

Αιτήσεις προτίμησης: (α) για αναπληρωματικούς αντιπροσώπους και (β) για συνυπηρέτηση δεν θα γίνουν δεκτές.

Υποδείγματα

Αιτήσεις Προτίμησης Δικαστικού Αντιπροσώπου και Εφόρου –Επόπτη εκλογών(δείτε την Γεωγραφική διαίρεση για την συμπλήρωση της αίτησης)

Αιτήσεις Εξαίρεσης Δικαστικού Αντιπροσώπου και Εφόρου – Επόπτη εκλογών

Πληροφορίες για υπηρεσίες και συλλόγους

Δομή ηλεκτρονικού αρχείου καταλόγων για δικαστικούς αντιπροσώπους και Εφόρους – Επόπτες

Πρότυπο αρχείο καταλόγου σε μορφή Excel

Δείτε αναλυτικά την Εγκύκλιο του Α1′ Τμήματος

Αναδημοσίευση από lawspot.gr

Την ίδρυση Νομικής Σχολής στην Πάτρα προβλέπει το νομοσχέδιο του Υπουργείου Παιδείας

Την ίδρυση Τμήματος Νομικής, το οποίο θα ενταχθεί στη Σχολή Νομικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο Πατρών προβλέπει, μεταξύ άλλων, στο σχέδιο νόμου που έδωσε στη δημοσιότητα χθες το Υπουργείο Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων.

Αναλυτικά τα σχετικά άρθρα

Άρθρο 35 Ίδρυση Σχολών

1. Στο Πανεπιστήμιο Πατρών ιδρύονται οι εξής Σχολές: α) Νομικών Επιστημών, β) Γεωπονικών Επιστημών, γ) Επιστημών Αποκατάστασης Υγείας.

2. Η ακαδημαϊκή τους λειτουργία αρχίζει από την έναρξη του ακαδημαϊκού έτους 2019-2020, με εξαίρεση την Σχολή Νομικών Επιστημών, η ακαδημαϊκή λειτουργία της οποίας αρχίζει με την έναρξη της ακαδημαϊκής λειτουργίας του Τμήματος Νομικής, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 36.

3. Σε κάθε Σχολή συνιστάται Γραμματεία για τη διοικητική και γραμματειακή της υποστήριξη, η οποία λειτουργεί σε επίπεδο Τμήματος, σύμφωνα με την περίπτ. α΄ της παρ. 2 του άρθρου 54 του ν. 4178/2013 (Α΄ 174).

4. Με απόφαση του Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων, που εκδίδεται μέσα σε δύο (2) μήνες από την έναρξη ισχύος του παρόντος, καθορίζονται οι έδρες των Σχολών της παρ. 1, με τη σύμφωνη γνώμη της Συγκλήτου, εφαρμοζόμενης, κατά τα λοιπά, της διαδικασίας της παρ. 2 του άρθρου 10 του ν. 4485/2017 (Α΄ 114).

Άρθρο 36 Ίδρυση και μετονομασία Τμημάτων

1. Στο Πανεπιστήμιο Πατρών ιδρύονται τα εξής Τμήματα:

α) Νομικής, με έδρα την Πάτρα, το οποίο εντάσσεται στη Σχολή Νομικών Επιστημών,

β) Νοσηλευτικής με έδρα την Πάτρα, το οποίο εντάσσεται στη Σχολή Επιστημών Αποκατάστασης Υγείας,

γ) Φυσικοθεραπείας με έδρα το Αίγιο, το οποίο εντάσσεται στη Σχολή Επιστημών Αποκατάστασης Υγείας

δ) Λογοθεραπείας με έδρα την Πάτρα, το οποίο εντάσσεται στη Σχολή Επιστημών Αποκατάστασης Υγείας,

ε) Επιστημών Φυσικής Αγωγής και Αθλητισμού, με έδρα τον Πύργο, το οποίο εντάσσεται στη Σχολή Επιστημών Αποκατάστασης Υγείας,

στ) Ζωικής Παραγωγής Αλιείας και Υδατοκαλλιεργειών, με έδρα το Μεσολόγγι, το οποίο εντάσσεται στη Σχολή Γεωπονικών Επιστημών,

ζ) Επιστήμης Βιοσυστημάτων και Γεωργικής Μηχανικής, με έδρα το Μεσολόγγι, το οποίο εντάσσεται στη Σχολή Γεωπονικών Επιστημών,

η) Επιστήμης και Τεχνολογίας Τροφίμων, με έδρα το Αγρίνιο, το οποίο εντάσσεται στη Σχολή Γεωπονικών Επιστημών,

θ) Γεωπονίας, με έδρα την Αμαλιάδα, το οποίο εντάσσεται στη Σχολή Γεωπονικών Επιστημών,

ι) Επιστήμης Φυτικής Παραγωγής, με έδρα το Μεσολόγγι, το οποίο εντάσσεται στη Σχολή Γεωπονικών Επιστημών,

ια) Γεωργικής Βιοτεχνολογίας, με έδρα το Αγρίνιο, το οποίο εντάσσεται στη Σχολή Γεωπονικών Επιστημών,

ιβ) Διοικητικής Επιστήμης και Τεχνολογίας, με έδρα την Πάτρα, το οποίο εντάσσεται στη Σχολή Οικονομικών Επιστημών & Διοίκησης Επιχειρήσεων,

ιγ) Διοίκησης Τουρισμού, με έδρα την Πάτρα, το οποίο εντάσσεται στη Σχολή Οικονομικών Επιστημών & Διοίκησης Επιχειρήσεων,

ιδ) Ιστορίας – Αρχαιολογίας, με έδρα το Αγρίνιο, το οποίο εντάσσεται στη Σχολή Ανθρωπιστικών και Κοινωνικών Επιστημών.

Το νομοσχέδιο περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τη νέα αρχιτεκτονική του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας, του Διεθνούς Πανεπιστημίου Ελλάδας, του Πανεπιστημίου Πατρών, του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου και του Μεσογειακού Πανεπιστημίου Κρήτης.

Επίσης, περιλαμβάνει τις ρυθμίσεις για τη νέα Γ’ Λυκείου και τον τρόπο πρόσβασης στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση και λοιπές διατάξεις.

Δείτε αναλυτικά το σχέδιο νόμου

Αναδημοσίευση από lawspot.gr