Αναστολή λειτουργίας των δικαστηρίων από 3 Ιουλίου έως και 10 Ιουλίου (12/7 για Αθήνα & Θεσσαλονίκη)

Ενόψει της διενέργειας των βουλευτικών εκλογών στις 7 Ιουλίου 2019 αναστέλλονται οι εργασίες των δικαστηρίων της χώρας από την 3η Ιουλίου 2019 έως και την 10η Ιουλίου 2019. Ειδικά για τα πολιτικά ποινικά δικαστήρια Αθηνών και Θεσσαλονίκης η αναστολή εργασιών εκκινεί την 3η Ιουλίου 2019 και εκτείνεται έως και την 12η Ιουλίου 2019. Οι ποινικές δίκες πού Θα αρχίσουν στο ακροατήριο πριν από την ηµεροµηνία έναρξης της αναστολής και δεν θα περατωθούν την ίδια ηµέρα, συνεχίζονται µετά την ηµεροµηνία λήξης της αναστολής. Εξαιρείται της αναστολής η περίπτωση εκδίκασης των κακουργηµάτων σε περιπτώσεις πού λήγει το ανώτατο όριο προσωρινής κράτησης των κατηγορουμένων.Ζητήµατα λειτουργίας των δικαστηρίων για την αυτόφωρη διαδικασία και τη διαδικασία των ασφαλιστικών µέτρων θα ρυθµιστούν µε αποφάσεις των διοικήσεων των οικείων δικαστηρίων. Σε ό,τι αφορά τη διαδικασία διενέργειας των πλειστηριασµών, επίσης αναστέλλεται κατά τα ανωτέρω χρονικά διαστήµατα. Η λειτουργία των έµµισθων υποθηκοφυλακείων αναστέλλεται για τις 05/07 και 08/07. 

Αναδημοσίευση από legalnews24.gr

Διορθώσεις σε νέο Ποινικό Κώδικα και Κώδικα Ποινικής Δικονομίας – Αύξηση θέσεων δικαστικών λειτουργών (ΦΕΚ)

Ρυθμίσεις για την εύρυθμη εφαρμογή του Ποινικού Κώδικα και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας

Ρυθμίσεις για την εύρυθμη εφαρμογή του Ποινικού Κώδικα και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας περιλαμβάνει η Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου που δημοσιεύθηκε χθες στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Α’106/27.6.2019).

Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο δεύτερο, οι οργανικές θέσεις των δικαστικών λειτουργών πολιτικής και ποινικής δικαιοσύνης αυξάνονται ως εξής:

α) των προέδρων εφετών κατά δέκα (10), οριζομένων αυτών σε εκατόν είκοσι πέντε (125),

β) των εισαγγελέων εφετών κατά επτά (7), οριζομένων αυτών σε πενήντα εννέα (59),

γ) των εφετών κατά είκοσι πέντε (25), οριζομένων αυτών σε τετρακόσιες ογδόντα πέντε (485),

δ) των αντεισαγγελέων εφετών κατά οκτώ (8), οριζομένων αυτών σε εκατόν σαράντα επτά (147), 

ε) των προέδρων πρωτοδικών κατά δώδεκα (12), οριζομένων αυτών σε τριακόσιες δώδεκα (312),

στ) των εισαγγελέων πρωτοδικών κατά έξι (6), οριζομένων αυτών σε εκατόν πενήντα (150),

ζ) των πρωτοδικών κατά δώδεκα (12), οριζομένων αυτών και των οργανικών θέσεων παρέδρων πρωτοδικείου σε οκτακόσιες πενήντα δύο (852),

η) των αντεισαγγελέων πρωτοδικών κατά πέντε (5), οριζομένων αυτών και των οργανικών θέσεων παρέδρων εισαγγελίας σε διακόσιες πενήντα έξι (256).

Διορθώσεις σε Ποινικό Κώδικα και Κώδικα Ποινικής Δικονομίας

Παράλληλα, με το ίδιο άρθρο προβλέπεται μία σειρά αλλαγών στον Ποινικό Κώδικα και τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.

Στον Ποινικό Κώδικα που κυρώθηκε με το ν. 4619/2019 (Α’ 95) γίνονται οι εξής διορθώσεις:

α) Στην περίπτ. α’ του άρθρου 8 η φράση «προδοσία της χώρας» αντικαθίσταται από τη φράση «προσβολές της διεθνούς υπόστασης της χώρας».

β) Η περίπτ. δ’ του άρθρου 8 αντικαθίσταται ως εξής: «δ. πράξη που στρέφεται εναντίον υπαλλήλου του ελληνικού κράτους ή Έλληνα υπαλλήλου οργάνου ή οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή απευθύνεται προς αυτούς, εφόσον τελείται κατά την άσκηση της υπηρεσίας τους ή σε σχέση με την άσκηση των καθηκόντων τους,».

γ) Στο άρθρο 20 η φράση «308 παρ. 2» αντικαθίσταται από τη φράση «308 παρ. 3».

δ) Ο τίτλος του τέταρτου κεφαλαίου του Γενικού Μέρους αντικαθίσταται ως εξής: «ΠΟΙΝΕΣ ΚΑΙ ΜΕΤΡΑ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ».

ε) Το πρώτο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 81 αντικαθίσταται ως εξής: «Η κοινωφελής εργασία πραγματοποιείται προς όφελος του κοινού σε δημόσιες υπηρεσίες, οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης ή μη κερδοσκοπικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, που ορίζονται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των κατά περίπτωση συναρμόδιων Υπουργών.».

στ) Στον τίτλο του έκτου κεφαλαίου του Γενικού Μέρους διαγράφεται η φράση «ΚΑΙ ΤΩΝ ΜΕΤΡΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ».

ζ) Στο δεύτερο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 127 διαγράφεται η φράση «ή η έκτιση της ποινής στην κατοικία σε συνδυασμό με τέτοια μέτρα».

η) Στην παρ. 2 του άρθρου 132 η φράση «133 παρ. 1 στοιχείο α’» αντικαθίσταται από τη φράση «133 περίπτ. α’».

θ) Στο άρθρο 169 η φράση «άρθρου 13 παρ. α’,» αντικαθίσταται από τη φράση «άρθρου 13 περίπτ. α’».

ι) Στην παρ. 1 του άρθρου 289 η φράση «, 279 και 285» αντικαθίσταται από τη φράση «και 279 και της παρ. 4 του άρθρου 285».

ια) Στην παρ. 4 του άρθρου 292Α η φράση «άρθρο 134Α» αντικαθίσταται από τη φράση «άρθρο 134».

ιβ) Στην παρ. 1 του άρθρου 298 η φράση «, 291, 292» αντικαθίσταται από τη φράση «και 292 και της παρ. 3 του άρθρου 291».

ιγ) Στην παρ. 3 του άρθρου 463 προστίθεται τρίτο εδάφιο ως εξής: «Όπου σε ειδικούς νόμους απειλείται ποινή κάθειρξης τουλάχιστον δεκαπέντε ετών, επιβάλλεται ποινή κάθειρξης τουλάχιστον δέκα ετών.».

Στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας που κυρώθηκε με το ν. 4620/2019 (Α’ 96) γίνονται οι εξής διορθώσεις:

α) Στην παρ. 3 του άρθρου 35, πριν από τη λέξη «βουλευτές», προστίθενται οι λέξεις «υπουργοί, υφυπουργοί,».

β) Στην παρ. 2 του άρθρου 48 η φράση «375 παρ. 3 και 390 παρ. 2 ΠΚ» αντικαθίσταται από τη φράση «375 παρ. 1 και 390 παρ. 1 εδ. α’ ΠΚ».

γ) Στο τρίτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 49 η φράση «Σε περίπτωση απόπειρας η βεβαίωση για την» αντικαθίσταται από τη φράση «Σε περίπτωση απόπειρας ως αποκατάσταση νοείται η».

δ) Στο πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 52 η φράση «με τις παρ. 1 και 2 του προηγούμενου άρθρου» αντικαθίσταται από τη φράση «με τις παρ. 2 και 3 του προηγούμενου άρθρου».

ε) Στην αρχή του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 56, πριν την λέξη «και», προστίθεται η λέξη «Ακόμη».

στ) Η περίπτ. Β’ της παρ. 1 του άρθρου 113 αντικαθίσταται ως εξής: «Β. Το τριμελές δικαστήριο ανηλίκων δικάζει τις αξιόποινες πράξεις που τελούνται από ανήλικους και αναφέρονται στο άρθρο 127 του Ποινικού Κώδικα.».

ζ) Στην παρ. 4 του άρθρου 129 η φράση «παρ. 2» αντικαθίσταται από τη φράση «παρ. 3».

η) Στο πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 204 διαγράφεται η λέξη «αυτεπάγγελτη».

θ) Στην παρ. 2 του άρθρου 218 η φράση «348 παρ. 2, 3 ΠΚ» αντικαθίσταται από τη φράση «348 παρ. 2 ΠΚ».

ι) Στο πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 227 ο αριθμός «351» αντικαθίσταται από τον αριθμό «351Α».

ια) Το δεύτερο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 245 αντικαθίσταται ως εξής: «Εφόσον ο κατηγορούμενος κλητεύθηκε νόμιμα και δεν εμφανίστηκε, η προανάκριση περατώνεται και χωρίς την απολογία του. Παραγγελία για προανάκριση δίνεται μόνο στις περιπτώσεις του εδαφίου δ’ της παρ. 3 του παρόντος άρθρου καθώς και στις περιπτώσεις των άρθρων 322 παρ. 3 εδ. α’ περίπτ. γ’ και 323 εδ. γ’ περίπτ. γ’.».

ιβ) Στο πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 254 ο αριθμός «351» αντικαθίσταται από τον αριθμό «351Α».

ιγ) Στο άρθρο 318 ο αριθμός «309» αντικαθίσταται από τον αριθμό «310».

ιδ) Στο άρθρο 409 η λέξη «εντός» αντικαθίσταται από τη λέξη «ενός».

ιε) Στο τρίτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 452 η φράση «δώδεκα (12)» αντικαθίσταται από τη φράση «είκοσι τέσσερις (24)».

Αναδημοσίευση από lawspot.gr

Παραγραφή του δικαιώματος του Δημοσίου για επιβολή φόρου σε περίπτωση εκπρόθεσμης υποβολής φορολογικής δήλωσης (ΣτΕ)

ΣτΕ 732/2019 (Β’) : Παραγραφή του δικαιώματος του Δημοσίου για επιβολή φόρου σε περίπτωση εκπρόθεσμης υποβολής φορολογικής δήλωσης1)Σε περίπτωση εκπρόθεσμης υποβολής δηλώσεως εντός της κατ’ άρθρον 84 παρ. 1 του ν. 2238/1994 προθεσμίας πενταετούς παραγραφής του δικαιώματος του Δημοσίου να επιβάλει τον οικείο φόρο ισχύει κατ’ αρχήν η προβλεπόμενη στη διάταξη αυτή (84 παρ. 1) πενταετής προθεσμία παραγραφής από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο λήγει η προθεσμία για την επίδοση της δήλωσης. Σε περίπτωση, όμως, που η εκπρόθεσμη δήλωση υποβληθεί κατά το τελευταίο έτος της ως άνω πενταετούς προθεσμίας παραγραφής, τότε, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 84 παρ. 5 εδάφιο β΄ του ν. 2238/1994, το δικαίωμα του Δημοσίου να κοινοποιήσει το φύλλο ελέγχου παραγράφεται μετά την πάροδο τριετίας από τη λήξη του έτους υποβολής της εκπρόθεσμης δήλωσης.2)Σε περίπτωση εκπρόθεσμης υποβολής δηλώσεως μετά την πάροδο της προθεσμίας πενταετούς παραγραφής του άρθρου 84 παρ. 1 του ν. 2238/1994, το δικαίωμα του Δημοσίου για κοινοποίηση φύλλου ελέγχου παραγράφεται κατ’ αρχήν μετά την πάροδο τριετίας από τη λήξη του έτους υποβολής της εκπρόθεσμης δήλωσης, κατ’ ανάλογη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 84 παρ. 5 εδάφιο β΄ του ν. 2238/1994, με ανώτατο, ωστόσο, χρονικό όριο παραγραφής την οριζόμενη στο άρθρο 84 παρ. 5 εδάφιο α΄ του ν. 2238/1994 προθεσμία των δεκαπέντε ετών από τη λήξη της προθεσμίας για την επίδοση της δήλωσης.

Δείτε το πλήρες κείμενο της απόφασης εδώ 

Αναδημοσίευση από legalnews24.gr

Αποζημίωση σε κάτοχο πιστωτικής κάρτας λόγω παράνομης επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων από εισπρακτική εταιρία (ΜΠρΑθ 5825/2019)

Προσωπικά δεδομένα: Οι τυποποιημένοι όροι σε συμβάσεις που δεν αποτελούν προϊόν διαπραγμάτευσης, δεν αρκούν προς θεμελίωση συγκατάθεσης

Με απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών επιδικάστηκε αποζημίωση ύψους 5.869,40 ευρώ σε πελάτη τράπεζας-κάτοο πιστωτικής κάρτας για παραβίαση της νομοθεσίας περί προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (N. 2472/1997).

Η υπόθεση αφορά σε πελάτη τράπεζας, ο οποίος σύναψε σύμβασε σύμβαση χορήγησης πιστωτικής κάρτας, κατά την οποία η εναγομένη τράπεζα συνέλεξε προσωπικά του δεδομένα, τα οποία ήταν απαραίτητα για την εκτέλεση της σύμβασης.

Στη συνέχεια, η εναγομένη τράπεζα διαβίβασε σε εισπρακτική εταιρεία (ενημέρωσης οφειλετών) τα προσωπικά δεδομένα του, μαζί με το δυσμενές οικονομικό δεδομένο της οφειλής του από την ως άνω πιστωτική κάρτα, χωρίς προηγουμένως να τον έχει ενημερώσει για τη διαβίβαση αυτή.

Το δικαστήριο έκρινε, μεταξύ άλλων, ότι κάθε διαβίβαση δεδομένων οφειλέτη σε διαφορετική εταιρεία ενημέρωσης οφειλετών, χωρίς την προηγούμενη εξατομικευμένη ενημέρωσή του υποκειμένου (οφειλέτη), συνιστά αυτοτελή παράβαση των διατάξεων του Ν. 2472/1997, η οποία διατηρεί την αυθυπαρξία της έναντι της προγενέστερης παραβίασης των ίδιων διατάξεων από την εναγομένη.

Σύμφωνα με το δικαστήριο, η συγκατάθεση πρέπει να εκφράζεται με τρόπο σαφή και εν πλήρη επιγνώσει κατόπιν ενημερώσεως, ενώ οι τυποποιημένοι όροι που απαντούν σε κάθε σύμβαση και δεν αποτελούν προϊόν διαπραγμάτευσης δεν αρκεί προς θεμελίωση της συγκατάθεσης.

Απόσπασμα της απόφασης

Στην προκειμένη περίπτωση, από την ανωμοτί εξέταση του ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος, η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα, με την εκκαλουμένη απόφαση, πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και από την εκτίμηση όλων των εγγράφων, τα οποία οι διάδικοι μετ’ επικλήσεως προσκομίζουν, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 5-11-2008 ο ενάγων και ήδη εκκαλών συνήψε με την εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη την υπ’ αριθμ. … αίτηση-σύμβαση χορήγησης πιστωτικής κάρτας Wind Bonus American Express Classic, δυνάμει της οποίας εγκρίθηκε και εκδόθηκε στο όνομα του η υπ’ αριθμ. … πιστωτική κάρτα Wind Bonus American Express, με τους όρους που περιλαμβάνονται στο παράρτημα των όρων της σύμβασης της άνω πιστωτικής κάρτας και το οποίο (παράτημα) επισυνάπτεται στη σύμβαση και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος αυτής. Κατά την κατάρτιση της ως άνω σύμβασης χορήγησης πιστωτικής κάρτας, η εναγομένη τράπεζα συνέλεξε από τον ενάγοντα τα προσωπικά του δεδομένα, που ήταν αναγκαία για την κατάρτιση της ρηθείσας σύμβασης και, συγκεκριμένα, το ονοματεπώνυμο του, το όνομα πατρός, την οικογενειακή του κατάσταση, την ημερομηνία γέννησης του, τη διεύθυνση κατοικίας του, το επάγγελμα του, τα στοιχεία της αστυνομικής του ταυτότητας, τον αριθμό του φορολογικού του μητρώου (Α.Φ.Μ.), το ετήσιο εισόδημα του, καθώς και τους αριθμούς, τόσο του σταθερού, όσο και του κινητού του τηλεφώνου. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη τράπεζα ανέθεσε στην ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «ΜΕΛΛΟΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ ΟΦΕΙΛΕΤΩΝ», η οποία δραστηριοποιείται, μεταξύ άλλων, στην παροχή υπηρεσιών ενημέρωσης οφειλετών εταιριών για ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις, δυνάμει της από 21-12-2009 σύμβασης παροχής υπηρεσιών, την ενημέρωση μέσω τηλεφώνου των οφειλετών της εναγόμενης ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, για την ύπαρξη ληξιπρόθεσμης οφειλής και, ενδεχομένως, την πρόταση των τρόπων αποπληρωμής αυτής, για την αποτελεσματικότερη και ταχύτερη είσπραξη από την τράπεζα.

Στο πλαίσιο της ανωτέρω σύμβασης μεταξύ της εναγομένης και της άνω εταιρίας και δεδομένου, όπως εκατέρωθεν συνομολογείται, ότι ο ενάγων είχε καταστεί υπερήμερος ως προς την αποπληρωμή της οφειλής του, έναντι της εναγομένης, από την ανωτέρω σύμβαση πιστωτικής κάρτας, η εναγομένη τράπεζα διαβίβασε στην προαναφερθείσα εταιρία ενημέρωσης οφειλετών τα ανωτέρω προσωπικά δεδομένα του ενάγοντος, με το δυσμενές οικονομικό δεδομένο της οφειλής του από την ως άνω πιστωτική κάρτα, χωρίς προηγουμένως να έχει ενημερώσει τον ενάγοντα για τη διαβίβαση αυτή.

Ακολούθως, η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «ΜΕΛΛΟΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ ΟΦΕΙΛΕΤΩΝ», προέβη στην επεξεργασία των ως άνω, παρανόμως διαβιβασθέντων σε αυτήν, από την εναγομένη, προσωπικών δεδομένων του ενάγοντος, με την καταχώρηση αυτών στο αρχείο της (Η/Υ) για τις ανάγκες εκτέλεσης της σύμβασης και στη χρήση αυτών, με τηλεφωνικές οχλήσεις στον αριθμό του κινητού τηλεφώνου του «…», δια των προστηθέντων υπαλλήλων της, στις 1-12-2014 (και ώρα 14:26 και 15.05) και τις 17-12-2014 (και ώρα 9:02), όπως αναγράφεται στο αντίγραφο αποσπάσματος του ηλεκτρονικού αρχείου της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «ΜΕΛΛΟΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ ΟΦΕΙΛΕΤΩΝ» και την από 23-1-2014 επιστολή της ιδίας προς τον ενάγοντα. Από τα ανωτέρω, αποδείχθηκε ότι η διαβίβαση των προσωπικών στοιχείων του ενάγοντος και των πληροφοριών από την εναγομένη ανώνυμη τραπεζική εταιρία προς την ως άνω εταιρία, έγινε χωρίς προηγούμενη ενημέρωση και συναίνεση του ενάγοντος και ότι η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «ΜΕΛΛΟΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ ΟΦΕΙΛΕΤΩΝ» επεξεργάστηκε τα εν λόγω στοιχεία, χρησιμοποιώντας αυτά δια των προστηθέντων υπαλλήλων της, οι οποίοι κάλεσαν τον ενάγοντα στον προαναφερόμενο αριθμό του κινητού τηλεφώνου, κατά τις προεκτεθείσες ημερομηνίες, για ληξιπρόθεσμη οφειλή προερχόμενη από την ανωτέρω πιστωτική κάρτα. Η εναγομένη, ισχυρίσθηκε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και επαναφέρει και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, προς αντίκρουση της έφεσης, ότι ο ενάγων με την υπογραφή της από 3-11-2008 αιτήσεως του για την έκδοση της ως άνω πιστωτικής κάρτας, συναίνεσε στη διαβίβαση των προσωπικών του δεδομένων, παραπέμποντας στον σχετικό όρο της εν λόγω αίτησης για απόκτηση της κάρτας, ο οποίος, μεταξύ άλλων αναφέρει «….Παρέχω στην ALPHA BANK τη ρητή συγκατάθεση μου να επεξεργάζεται σε αρχεία αυτής τα ατομικά μου στοιχεία και αυτά που αφορούν την κίνηση του λογαριασμού που τηρείται για την παρακολούθηση των συναλλαγών μου με την μέλλουσα να εκδοθεί πιστωτική κάρτα, σύμφωνα και με τα ειδικότερα συνομολγηθέντα με τους όρους της συμβάσεως. Επιθυμώ να ενημερώνομαι από την ALPHA BANK και τις συνεργαζόμενες με αυτήν επιχειρήσεις για ΑΓΑΘΑ και ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ, τα οποία κατά την εύλογη κρίση σας θα με ενδιέφεραν». Από τη διατύπωση του ανωτέρω όρου, συνάγεται ότι η ενημέρωση εκ μέρους τρίτων, συνεργαζομένων με την εναγομένη, επιχειρήσεων, θα γίνεται στα πλαίσια της προώθησης προϊόντων και υπηρεσιών και όχι για θέματα που αφορούν την κίνηση του λογαριασμού της πιστωτικής κάρτας, ήτοι η όποια συγκατάθεση του ενάγοντος, αφορούσε στην ενημέρωση εκ μέρους τρίτων συνεργαζομένων εταιριών για προώθηση αγαθών και υπηρεσιών και όχι συγκατάθεση για διαβίβαση προσωπικών δεδομένων του εν λόγω διαδίκου σε εταιρίες ενημέρωσης οφειλετών.

Από τον ανωτέρω όρο, ουδόλως αποδείχθηκε από την εναγομένη, η οποία φέρει το βάρος απόδειξης της ενημέρωσης ως υπεύθυνος επεξεργασίας, κατά τα προδιαληφθέντα στη μείζονα σκέψη, ότι τούτη, κατά τον ανωτέρω χρόνο της συλλογής δεδομένων, είχε ενημερώσει τον ενάγοντα, κατά τρόπο σαφή, για την ταυτότητα του υπευθύνου επεξεργασίας, την ταυτότητα του τυχόν εκπροσώπου του, για τον σκοπό της επεξεργασίας (διαβίβασης ) και για τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών, όπως απαιτείται κατ’ άρθρον 11 παρ. 1 α, β, γ Ν. 2472/1997. Επιπρόσθετα, στον ανωτέρω όρο της σύμβασης πιστωτικής κάρτας, δεν γίνεται καμία αναφορά σε άλλες εταιρίες που θα τηρούν, ή στις οποίες θα διαβιβάζονται τα προσωπικά δεδομένα του οφειλέτη ενάγοντος.

Εξάλλου, η εναγομένη ουδόλως απέδειξε ότι είχε προβεί σε τέτοια ενημέρωση μεταγενέστερα, μετά την συλλογή των δεδομένων και πριν από τη διαβίβαση τους προς την ανωτέρω εταιρία. Και τούτο, διότι για την ορθή και νόμιμη εφαρμογή των διατάξεων, που αφορούν στην ενημέρωση του ενάγοντος από την εναγόμενη τράπεζα και την συγκατάθεση του πρώτου για την επεξεργασία και διαβίβαση σε τρίτους των προσωπικών του στοιχείων, η εναγομένη τράπεζα ήταν υποχρεωμένη να τον ενημερώσει ειδικώς για την εταιρία ενημέρωσης οφειλετών, με την οποία συνεργάζεται (επωνυμία, έδρα, κ.λπ.), στην οποία είχαν διαβιβαστεί τα προσωπικά στοιχεία του ενάγοντος και η οποία θα τον καλούσε προς ενημέρωση και διευθέτηση της οφειλής του, γεγονός που δεν αποδείχθηκε ότι έλαβε χώρα στην προκειμένη περίπτωση.

Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου δεν ανασκευάζεται από την εκ μέρους της εναγομένης επικαλούμενη αποστολή, κατά τους μήνες Φεβρουάριο και Μάρτιο του έτους 2011, μαζί με το λογαριασμό του τρέχοντος μηνός, σε όλους ανεξαιρέτως τους πελάτες της, μεταξύ των άλλων και στον ενάγοντα, των νέων όρων των συμβάσεων πιστωτικών καρτών εκδόσεως της, στους οποίους περιλαμβάνεται και ο υπ’ αριθμ. 14.5 όρος, σύμφωνα με τον οποίο «Σε περίπτωση που οποιοδήποτε μέρος της ελάχιστης μηνιαίας καταβολής δεν εξοφληθεί εμπρόθεσμα, η τράπεζα ειδοποιεί σχετικά τον κάτοχο για τις συνέπειες της παραλείψεως αυτής ή αναθέτει την ειδοποίηση σε τρίτους (Ν. 3578/2009, όπως εκάστοτε ισχύει) και για να περιορίσει τον εντεύθεν αυξανόμενο κίνδυνο, αφενός παρακολουθεί ειδικά τη συγκεκριμένη οφειλή και αφετέρου δικαιούται να περιορίσει το πιστωτικό όριο ή και να αναστείλει τη δυνατότητα χρήσης της κάρτας, μέχρι την εξόφληση των ληξιπροθέσμως οφειλομένων», αλλά ούτε και από τη σχετική βεβαίωση της εναγομένης, στην οποία διαλαμβάνεται ότι οι νέοι αυτοί όροι, ανάμεσα στους οποίους συγκαταλέγεται και ο προεκτεθείς, εστάλησαν με σχετική επιστολή στον ενάγοντα μαζί με το εκκαθαριστικό της κάρτας του, εκδόσεως στις 24-3-2011 και ότι ο ενάγων αποδέχθηκε αυτούς ανεπιφύλακτα και ουδέποτε αμφισβήτησε, διότι στα εν λόγω έγγραφα ουδεμία μνεία γίνεται για τη συγκεκριμένη εταιρία ενημέρωσης (επωνυμία, έδρα και λοιπά στοιχεία περί της ταυτότητας αυτής), στην οποία επρόκειτο να διαβιβαστούν από την εναγομένη τα προσωπικά δεδομένα του ενάγοντος. Δηλονότι, σε κανένα όρο της σύμβασης ή των επιστολών της εναγομένης, δεν γίνεται αναφορά των συγκεκριμένων εταιριών, που θα τηρούν ή στις οποίες θα διαβιβάζονται τα προσωπικά δεδομένα του ενάγοντος οφειλέτη.

Άλλωστε, ως «συγκατάθεση», υπό την έννοια του Ν. 2472/1997, ορίζεται η ελεύθερη, ρητή και ειδική δήλωση βούλησης, που εκφράζεται με τρόπο σαφή και εν πλήρη επιγνώσει, με την οποία το υποκείμενο των δεδομένων, αφού προηγουμένως ενημερωθεί, δέχεται να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, που το αφορούν, οι δε τυποποιημένοι σχετικά όροι που απαντώνται σε κάθε σύμβαση και δεν αποτελούν προϊόν διαπραγμάτευσης, αλλά προσχώρησης του καταναλωτή, ώστε το εκάστοτε αίτημα του, για λήψη πίστωσης, να τύχει έγκρισης από την τράπεζα, δεν αρκεί προς θεμελίωση της συγκατάθεσης υπό την ανωτέρω έννοια (βλ. ΜονΠρωτΑΘ 9179/2017, αδημοσίευτη).

Οι προαναφερόμενες παράνομες και υπαίτιες (από πρόθεση) πράξεις και παραλείψεις της εναγομένης (δια των προστηθέντων οργάνων της), προσέβαλαν την προσωπικότητα του ενάγοντος και προκάλεσαν σε αυτόν σημαντική ηθική βλάβη, ενώ τα όργανα της εναγομένης, κατά την επεξεργασία (διαβίβαση, λήψη, καταχώρηση, χρήση) των προσωπικών δεδομένων αυτού, χωρίς την προηγούμενη ενημέρωση του, όφειλαν να γνωρίζουν την πιθανότητα επέλευσης της προαναφερόμενης ηθικής βλάβης. Ενόψει δε του είδους του θιγομένου αγαθού, του μεγέθους της προσβολής, των συνθηκών τέλεσης αυτής, του βαθμού υπαιτιότητας των οργάνων της εναγομένης και της κοινωνικής και οικονομικής καταστάσεως των διαδίκων μερών, η καταβλητέα εύλογη χρηματική ικανοποίηση πρέπει να ορισθεί στο αιτούμενο ποσό των 5.869,40 ευρώ (που είναι το ελάχιστο ποσό κατά τον ως άνω Νόμο, ήτοι το ισόποσο των 2.000.000 δραχμών).

Πρέπει, δε, να σημειωθεί, ότι, ενώ όπως προαναφέρθηκε, η υπαιτιότητα της εναγομένης τράπεζας τεκμαίρεται, η τελευταία δεν απέδειξε ότι ανυπαιτίως αγνοούσε τα θεμελιωτικά του πταίσματος της πραγματικά γεγονότα, ως έδει, για να απαλλαγεί από την ευθύνη της κατά τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη.

Εξάλλου, στην προδιαληφθείσα κρίση του παρόντος Δικαστηρίου δεν επιδρά η εκ μέρους του ενάγοντος προγενέστερη άσκηση της από 10-9-2014 και με αριθμό κατάθεσης ./2014 αγωγής του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών κατά της εναγομένης ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας και της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «D.MAN Ανώνυμη Εταιρεία Ενημέρωσης Οφειλετών», με την οποία, επικαλούμενος τη διαβίβαση, εκ μέρους της εναγομένης, των προσωπικών του δεδομένων και του οικονομικού του δεδομένου για το ύψος της οφειλής της ίδιας πιστωτικής κάρτας, παρανόμως, χωρίς ουδέποτε η εναγομένη να τον ενημερώσει για την επικείμενη διαβίβαση τους, αλλά και χωρίς ο ενάγων να έχει δώσει τη συγκατάθεση του, στην άνω εταιρία «D. MAN Α.Ε.», η οποία, ως τρίτη και αποδέκτρια των ανωτέρω προσωπικών του δεδομένων, επεξεργάστηκε αυτά δια των προστηθέντων υπαλλήλων της, αφού προηγουμένως τα είχε συλλέξει παρανόμως από την εναγομένη και, εν συνεχεία, τα καταχώρησε στο προσωπικό της αρχείο (ηλεκτρονικό υπολογιστή) και τα χρησιμοποίησε, χωρίς ουδέποτε να ενημερώσει τον ενάγοντα ότι τα έχει λάβει, δίωκε την επιδίκαση σε αυτόν χρηματικής ικανοποίησης ποσού 5.869,40 ευρώ, λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από τις παράνομες αυτές πράξεις και παραλείψεις της εναγομένης, επί της οποίας εκδόθηκε απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία, αφού απορρίφθηκε η αγωγή ως προς την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «D. MAN Α.Ε.», έγινε αυτή δεκτή ως προς την εναγομένη τράπεζα και υποχρεώθηκε η τελευταία να καταβάλει στον ενάγοντα το ανωτέρω ποσό, επί, δε, ασκηθείσας έφεσης της εν λόγω διαδίκου, εκδόθηκε απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση της εναγομένης ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν. Και τούτο, διότι στην επίδικη περίπτωση, οι πλήρως αποδειχθείσες, κατά τα ανωτέρω, παράνομες και υπαίτιες (από πρόθεση) πράξεις και παραλείψεις της εναγομένης έλαβαν χώρα με τρίτη και αποδέκτρια των ανωτέρω προσωπικών δεδομένων του ενάγοντος, άλλη εταιρία και δη την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «ΜΕΛΛΟΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ ΟΦΕΙΛΕΤΩΝ», ήτοι διάφορη της ρηθείσας εταιρίας με την επωνυμία «D. MAN Α.Ε.» και ως εκ τούτου, ακόμη και εάν αφορούν στην ίδια πιστωτική κάρτα και την ίδια ληξιπρόθεσμη οφειλή του ενάγοντος, συνιστούν αυτοτελή παράβαση των προπαρατεθεισών διατάξεων του Ν. 2472/1997 από την πλευρά της εναγομένης, η οποία (παράβαση) διατηρεί την αυθυπαρξία της έναντι της προγενέστερης παραβίασης των ίδιων διατάξεων από την εναγομένη, με τρίτη και αποδέκτρια των προσωπικών δεδομένων του ενάγοντος την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «D. MAN Α.Ε.».

Αντίθετη εκδοχή θα οδηγούσε στο άτοπο να καταφάσκεται άπαξ η παραβίαση των προμνησθεισών διατάξεων του Ν. 2472/1997, ανεξαρτήτως του ότι η διαβίβαση των προσωπικών δεδομένων του οφειλέτη λαμβάνει χώρα σε διαφορετικές αποδέκτριες εταιρίες ως τρίτες και, συνεπώς, εκάστη διαβίβαση, συνιστά, καθεαυτή, διακριτή παραβίαση των άνω διατάξεων και θα απέληγε, στην πραγματικότητα, στην καταστρατήγηση του Ν. 2472/1997.

Περαιτέρω, η πρωτοδίκως προβληθείσα ένσταση της εναγομένης περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, την οποία επαναφέρει και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ισχυριζόμενη ότι ο ενάγων επιδιώκει την επιδίκαση χρηματικών ποσών υπέρ του και σε βάρος της εναγομένης, γνωρίζοντας ότι δεν τα δικαιούται, η δε αντικείμενη στα χρηστά ήθη συμπεριφορά του επιμαρτυρείται από το γεγονός ότι ήδη με την ανωτέρω απόφαση επιδικάστηκε στον ενάγοντα το ποσό των 5.869,40 ευρώ, ενώ η εναγομένη προέβη και σε ρύθμιση της οφειλής του ενάγοντος από την ανωτέρω πιστωτική κάρτα με ευνοϊκότατους για τον ίδιο όρους, η οποία τείνει να θεμελιωθεί στην διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, καθόσον τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα δεν συνιστούν κατάχρηση δικαιώματος.

Δείτε αναλυτικά την απόφαση στο dsanet.gr

Αναδημοσίευση από lawspot.gr

Νέος Κώδικας Ποινικής Δικονομίας: Με την επίδραση του GDPR η αλλαγή στον τρόπο θυροκόλλησης επιδοτηρίου

Η επίδραση του Γενικού Κανονισμού για την Προστασία Δεδομένων (ΓΚΠΔ ή GDPR) στη διαμόρφωση του πλαισίου για την προστασία προσωπικών δεδομένων σε χώρες εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης αποτελεί ένα φαινόμενο που παρατηρείται με αυξανόμενη ένταση το τελευταίο διάστημα.

Σε μία ευχάριστη εξέλιξη, ο ΓΚΠΔ φαίνεται πως επηρεάζει πλέον και την εσωτερική έννομη τάξη της Ελλάδας, και συγκεκριμένα τον νέο Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όπως κυρώθηκε με τον Νόμο 4620/2019.

Η αλλαγή αφορά στον τρόπο θυροκόλλησης των επιδοτηρίων, όπως προβλέπεται στο άρθρο 155 του νέου Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.

Όπως αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση, στο άρθρο 155 παρ. 2 προστίθεται, για λόγους τήρησης του κανονισμού προσωπικών δεδομένων (σ.σ. εννοείται ο ΓΚΠΔ), η υποχρέωση θυροκόλλησης του επιδοτήριου, «αφού πρώτα το εσωκλείει σε φάκελο τον οποίο σφραγίζει» (σημείωση: έως τώρα προβλεπόταν απλά ότι το επικολλά στην πόρτα).

Στην ίδια παράγραφο ορίζεται στο εδάφιο γ΄ ότι «σε περίπτωση επίδοσης βουλεύματος, ποινικής διαταγής ή απόφασης σε ψηφιακή μορφή, αυτός που κάνει την επίδοση επικολλά σφραγισμένο φάκελο», ενώ στο τελευταίο εδάφιο προωθείται η υποχρέωση «πραγματικής αναζήτησης της κατοικίας ή της διαμονής του κατηγορουμένου, εφόσον δεν έχει δηλωθεί κατά τα άρθρα 156 και 273, με κάθε πρόσφορο μέτρο, τουλάχιστον με βάση τη διεύθυνση που έχει δηλώσει στην τελευταία φορολογική του δήλωση και τα σχετικά στοιχεία που είναι καταχωρισμένα στα πληροφοριακά συστήματα του Υπουργείου Οικονομικών».

Η παρ. 2 του νέου άρθρο 155 διαμορφώνεται ως εξής:

2. Αν ένα από τα πρόσωπα της προηγούμενης παραγράφου αρνηθεί να παραλάβει το έγγραφο, αυτός που κάνει την επίδοση το επικολλά, αφού πρώτα το εσωκλείει σε φάκελο τον οποίο σφραγίζει, στην πόρτα της κατοικίας ή του διαμερίσματος ή, προκειμένου για ξενοδοχείο ή οικοτροφείο, στην πόρτα του δωματίου, όπου διαμένει ο ενδιαφερόμενος ή στην πόρτα του τόπου εργασίας του.

Αν δεν βρεθεί στην κατοικία του ο ενδιαφερόμενος ή ο σύνοικος ή ο οικιακός βοηθός ή θυρωρός, όποιος κάνει την επίδοση επικολλά τον ως άνω φάκελο στην πόρτα της κατοικίας.

Σε περίπτωση επίδοσης βουλεύματος, ποινικής διαταγής ή απόφασης σε ψηφιακή μορφή, αυτός που κάνει την επίδοση επικολλά σφραγισμένο φάκελο, που περιέχει την προβλεπόμενη στο τελευταίο εδάφιο της παρ. 1 έκθεση, μαζί με το έγγραφο σε ψηφιακή μορφή.

Αν η θυροκόλληση έγινε επειδή τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παρ. 1 αρνήθηκαν να πάρουν το επιδιδόμενο έγγραφο ή απουσίαζαν ή δεν υπήρχαν, επιδίδεται αντίγραφο του εγγράφου αυτού στον διορισμένο αντίκλητο του ενδιαφερομένου διαδίκου, ανεξάρτητα, αν ο διορισμός του ήταν ή όχι υποχρεωτικός από τον νόμο. Σε αυτή την περίπτωση τα αποτελέσματα αρχίζουν από την τελευταία χρονικά επίδοση.

Η πραγματική αναζήτηση της κατοικίας ή της διαμονής του κατηγορουμένου, εφόσον δεν έχει δηλωθεί κατά τα άρθρα 156 και 273, γίνεται με κάθε πρόσφορο μέτρο, τουλάχιστον με βάση τη διεύθυνση που έχει δηλώσει στην τελευταία φορολογική του δήλωση και τα σχετικά στοιχεία που είναι καταχωρισμένα στα πληροφοριακά συστήματα του Υπουργείου Οικονομικών.

Αναδημοσίευση από lawspot.gr

Βουλευτικές εκλογές 2019: Δημοσιεύθηκε η εγκύκλιος των εκλογών – Αιτήσεις προτίμησης/εξαίρεσης

Όλες οι αιτήσεις θα βρίσκονται στον Άρειο Πάγο το αργότερο την Πέμπτη 20-6-2019

Αναρτήθηκε στην ιστοσελίδα του Αρείου Πάγου η εγκύκλιος των Βουλευτικών Εκλογών της 7ης Ιουλίου 2019.

Σύμφωνα με την εγκύκλιο, οι Υποψήφιοι Δικαστικοί Αντιπρόσωποι θα υποβάλλουν αιτήσεις προτίμησης ή εξαίρεσης μόνο στους συλλόγους ή στις υπηρεσίες τους, έτσι ώστε όλες οι αιτήσεις να βρίσκονται στον Άρειο Πάγο το αργότερο την Πέμπτη, 20-6-2019.

Ο Άρειος Πάγος δεν θα παραλάβει μεμονωμένες αιτήσεις από υποψηφίους Δικαστικούς Αντιπροσώπους.

Αιτήσεις Προτίμησης – Εξαίρεσης υποψηφίων Δικαστικών Αντιπροσώπων

Αιτήσεις Προτίμησης Δικαστικού Αντιπροσώπου και Εφόρου& εκλογών (δείτε την Γεωγραφική διαίρεσηγια την συμπλήρωση της αίτησης)

Αιτήσεις Εξαίρεσης Δικαστικού Αντιπροσώπου και Εφόρου εκλογών

Αναφορικά με τις δηλώσεις δικηγόρων αναμένεται ενημέρωση από την Ολομέλεια Δικηγορικών Συλλόγων.

Αναλυτικά η εγκύκλιος:

Το Α1′ Τμήμα του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με την ισχύουσα εκλογική νομοθεσία (άρθρο 68 π.δ 26/2019,όπως ισχύει) είναι αρμόδιο για το διορισμό των Εφόρων, και των Αντιπροσώπων της Δικαστικής Αρχής στις επικείμενες Βουλευτικές Εκλογές της 7ης Ιουλίου 2019.

Το σύστημα μηχανογράφησης, το οποίο θα ακολουθήσει ο Άρειος Πάγος για την παραπάνω διαδικασία, είναι το ίδιο με εκείνο που εφαρμόζει σε όλες τις εκλογικές διαδικασίες από το 2009 και εγγυάται την έγκαιρη, άψογη, διαφανή και αποτελεσματική εκπλήρωση του έργου του. Η ολοκληρωμένη επιτυχία του συστήματος αυτού προϋποθέτει εκ μέρους σας την εκτέλεση ορισμένων ενεργειών, τις οποίες πρέπει να ακολουθήσετε με ιδιαίτερη προσοχή, τηρώντας πιστά τις χρονικές προθεσμίες που θα σας δοθούν. Οι ενέργειες αυτές αφορούν τα κάτωθι:

1. ΟΝΟΜΑΣΤΙΚΟΙ ΚΑΤΑΛΟΓΟΙ

Α. Υποψηφίων Εφόρων

Οι Προϊστάμενοι των Υπηρεσιών του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Ελεγκτικού Συνεδρίου, των Εφετείων και των Εισαγγελιών Εφετών της Πολιτικής και Ποινικής Δικαιοσύνης και των Διοικητικών Εφετείων θα πρέπει να αποστείλουν στον Άρειο

Πάγο, τους ονομαστικούς καταλόγους των δικαστικών λειτουργών της υπηρεσίας τους (κατ’ απόλυτη αλφαβητική σειρά), οι οποίοι σύμφωνα με το άρθρο 68 παρ. 2 του Προεδρικού Διατάγματος 26/2012, όπως ισχύει, δικαιούνται να διορισθούν ως Έφοροι και στους οποίους θα αναγράφεται υποχρεωτικά η εκλογική περιφέρεια από την οποία κατάγονται.

Οι ονομαστικοί αυτοί κατάλογοι πρέπει να αποσταλούν από τις ως άνω Υπηρεσίες στον Άρειο Πάγο με κάθε πρόσφορο μέσο, ώστε η ημερομηνία παραλαβής τους από την Υπηρεσία μας να είναι, το αργότερο, η Πέμπτη 20 Ιουνίου 2019 και ώρα 15.00. Δεν υπάρχει εκ του νόμου δυνατότητα παράτασης της προθεσμίας (άρθρο 68 παρ. του π.δ 26/2012).

Β. Υποψηφίων Αντιπροσώπων της Δικαστικής Αργής

Οι προϊστάμενοι των Υπηρεσιών του Συμβουλίου της Επικρατείας, όλων των Πολιτικών, Ποινικών και Διοικητικών Δικαστηρίων και των Εισαγγελιών, του Ελεγκτικού Συνεδρίου, της Γενικής Επιτροπείας των Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων, του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, οι Πρόεδροι των Δικηγορικών Συλλόγων και των Συμβολαιογραφικών Συλλόγων όλης της Χώρας, η Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών και το Υπουργείο Δικαιοσύνης θα αποστείλουν, τους ονομαστικούς καταλόγους των μελών τους (κατ’ απόλυτη αλφαβητική σειρά), που κατά το νόμο διορίζονται Αντιπρόσωποι Δικαστικής Αρχής (άρθρο 68 παρ. 3 του Π.Δ. 26/2012, όπως ισχύει). Στους ανωτέρω καταλόγους δεν θα συμπεριλαμβάνονται όσοι έχουν υπερβεί το 67° έτος της ηλικίας τους, κατ’ άρθρο 68 παρ.5 του Π.Δ. 26/2012 (δηλαδή εκείνοι που έχουν γενέθλιο ημέρα πριν την 7η Ιουλίου 1952).

Οι ονομαστικοί αυτοί κατάλογοι πρέπει ν’ αποσταλούν από τις ως άνω Υπηρεσίες στον Άρειο Πάγο με κάθε πρόσφορο μέσο, ώστε η ημερομηνία παραλαβής τους από την Υπηρεσία μας να είναι, το αργότερο, η Πέμπτη 20 Ιουνίου 2019 και ώρα 15.00. Δεν υπάρχει εκ του νόμου δυνατότητα παράτασης της προθεσμίας (άρθρο 68 παρ.6, του π.δ 26/2012)

Επισημαίνεται ότι:

α. Δεν πρέπει να περιληφθούν στους καταλόγους οι υποψήφιοι Αντιπρόσωποι της Δικαστικής Αρχής που, σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία της εκάστοτε υπηρεσίας ή συλλόγου, κατά την ημέρα διεξαγωγής των εκλογών, υπάγονται σε οποιαδήποτε από τις παρακάτω περιπτώσεις:

Γενικά κωλύματα

α) έχουν υπερβεί το εξηκοστό έβδομο έτος της ηλικίας τους (άρθρο 68 παρ. 5 του π.δ. 26/2012),

β) έχουν στερηθεί το δικαίωμα του εκλέγειν κατά το άρθρο 5 του π.δ. 26/2012, δηλαδή

αα) βρίσκονται, σύμφωνα με τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα, σε πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση ή

ββ) στερήθηκαν το δικαίωμα αυτό, λόγω αμετάκλητης ποινικής καταδίκης, σε κάποιο από τα εγκλήματα που ορίζονται από τον ποινικό και στρατιωτικό ποινικό κώδικα, για όσο χρόνο διαρκεί αυτή η στέρηση,

γ) όσοι προτίθενται να θέσουν υποψηφιότητα για να εκλεγούν βουλευτές (πρβλ. άρθρο 10 § 2 αριθμ. 2 Ν. 4239/2014).

1.2 Ειδικά κωλύματα

1.2.1. Δικαστικοί λειτουργοί

Στους ονομαστικούς καταλόγους δικαστικών λειτουργών δεν περιλαμβάνονται όσοι έχουν λάβει ειδική κανονική άδεια χωρίς αποδοχές (άρθρο 44 παρ. 6 του ν. 1756/1988), άδεια πριν και μετά τον τοκετό (άρθρο 44 παρ. 20 του ν. 1756/1988), άδεια ανατροφής τέκνων (άρθρο 44 παρ. 21 του ν. 1756/1988), αναρρωτική (άρθρο 45 του ν. 1756/1988) ή εκπαιδευτική άδεια (άρθρο 46 του ν. 1756/1988), όσοι τελούν σε διαθεσιμότητα (άρθρο 56 του ν. 1756/1988), αργία (άρθρο 57 του ν. 1756/1988) ή έχουν τεθεί εκτός υπηρεσίας (άρθρο 57Α του ν. 1756/1988) ή έχουν οριστικώς ή προσωρινώς παυθεί (στην τελευταία περίπτωση, για όσο χρόνο διαρκεί η προσωρινή παύση, βλ. άρθρα 60 και 93 του ν. 1756/1988).

1.2.2.Οι δικαστικοί αντιπρόσωποι του Νομικού
Συμβουλίου του Κράτους

Στον ονομαστικό κατάλογο των δικαστικών αντιπροσώπων που αποστέλλει το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους δεν περιλαμβάνονται όσοι έχουν λάβει αναρρωτική (άρθρο 6 π.δ. 238/2003) ή εκπαιδευτική άδεια (άρθρο 7 π.δ. 238/2003) και όσοι τελούν σε διαθεσιμότητα (άρθρο 13 π.δ. 238/2003) ή αργία (άρθρο 14 π.δ. 238/2003) ή έχουν οριστικώς ή προσωρινώς παυθεί (στην τελευταία περίπτωση, για όσο χρόνο διαρκεί η προσωρινή παύση, βλ. άρθρα 15 και 41 του π.δ. 238/2003).

1.2.3.Δικηγόροι

Στους ονομαστικούς καταλόγους των δικηγόρων και των ασκούμενων δικηγόρων, τους οποίους αποστέλλουν οι Πρόεδροι των Δικηγορικών Συλλόγων της Χώρας δεν περιλαμβάνονται όσοι εκ των δικηγόρων και των ασκούμενων δικηγόρων ευρίσκονται σε καθεστώς αναστολής άσκησης του δικηγορικού λειτουργήματος κατά το άρθρο 31 του ν. 4194/2013 (Α’ 208, κώδικας δικηγόρων).

Πρόκειται για:

α) εκείνους που διορίζονται, υπουργοί, αναπληρωτές υπουργοί, υφυπουργοί, γραμματείς του υπουργικού συμβουλίου, γενικοί ή ειδικοί γραμματείς της Βουλής και των υπουργείων, καθώς και για τους συμβούλους αυτών, πλην των ειδικών συνεργατών.

β) τον Πρόεδρο της Βουλής, τους γενικούς γραμματείς της Αποκεντρωμένης Διοίκησης, τους αιρετούς περιφερειάρχες, τους δημάρχους και τους γενικούς γραμματείς των δήμων.

γ) τους κατέχοντες έμμισθες θέσεις σε διεθνείς οργανισμούς ή υπηρεσίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

δ) τους διοικούντες με εκτελεστική αρμοδιότητα τα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα, όπως αυτός ορίζεται από το νόμο, ανεξάρτητα από την ιδιότητα ή τον αντίστοιχο χαρακτηρισμό της θέσης τους.

ε) τους προέδρους ανεξάρτητων αρχών.

στ) όσους προβλέπεται αναστολή άσκησης του δικηγορικού λειτουργήματος από ειδική διάταξη τυπικού νόμου (π.χ. άρθρο 15 παρ. 3 του ν. 3689/2008 για τους σπουδαστές της Εθνικής Σχολής Δικαστικών Λειτουργών) ή του κανονισμού της Βουλής.

Επίσης δεν πρέπει να περιλαμβάνονται οι δικηγόροι και ασκούμενοι δικηγόροι που ευρίσκονται σε καθεστώς μερικής αναστολής άσκησης του δικηγορικού λειτουργήματος (άρθρο 32 παρ. 1 του ν. 4194/2013), δηλαδή οι καθηγητές και οι αναπληρωτές καθηγητές των σχολών των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.

Το ίδιο ισχύει για όσους έχουν αμετακλήτως καταδικαστεί σε οριστική ή προσωρινή παύση για όσο χρόνο η τελευταία διαρκεί (άρθρα 33 και 143 του ν. 4194/2013).

1.3 Συμβολαιογράφοι

Στους ονομαστικούς καταλόγους συμβολαιογράφων που αποστέλλει το Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, δεν περιλαμβάνονται οι Συμβολαιογράφοι οι οποίοι έχουν λάβει αναρρωτική άδεια κατά το άρθρο 30 του ν. 2830/2000 (Κώδικας Συμβολαιογράφων) ή έχουν τεθεί σε αργία κατά το άρθρο 31 του ίδιου νόμου.

1.4 Δικαστικοί Υπάλληλοι

α. Στους ως άνω ονομαστικούς καταλόγους δεν περιλαμβάνονται οι δικαστικοί υπάλληλοι, στους οποίους έχει χορηγηθεί άδεια μητρότητας (άρθρο 40 του ν. 2812/2000), γονική άδεια ανατροφής άνευ αποδοχών (άρθρο 41 παρ. 1 του ν. 2812/2000), εκπαιδευτική άδεια (άρθρο 42 του ν. 2812/2000), αναρρωτική άδεια (άρθρο 43 του ν. 2812/2000), άδειες χωρίς αποδοχές (άρθρο 46 του ν. 2812/2000) και όσοι εκ των δικαστικών υπαλλήλων τελούν σε διαθεσιμότητα (άρθρο 86 του ν. 2812/2000), σε αργία (άρθρα 88 και 89 του ν. 2812/2000), σε αναστολή άσκησης καθηκόντων (άρθρο 91 του ν. 2812/2000) ή έχουν οριστικώς ή προσωρινώς παυθεί (στην τελευταία περίπτωση, για όσο χρόνο διαρκεί η προσωρινή παύση, βλ. άρθρα 93 και 135 του ν. 2812/2000).

Δείτε αναλυτικά την εγκύκλιο στο areiospagos.gr

Αναδημοσίευση από lawspot.gr

Δημοσιεύθηκαν ο νέος Ποινικός Κώδικας και ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας

Νόμοι του Κράτους οι νέοι Κώδικες – Σε ισχύ από 1η Ιουλίου

Δημοσιεύθηκαν στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως οι νόμοι 4619 και 4620/2019 για την κύρωση του νέου Ποινικού Κώδικα και Κώδικα Ποινικής Δικονομίας αντίστοιχα.

Σύμφωνα με το Υπουργείο Δικαιοσύνης, οι Κώδικες, η εφαρμογή των οποίων θα ξεκινήσει ήδη από την 1η Ιουλίου, συνιστούν μια προσπάθεια επίτευξης αντεγκληματικών και εγγυητικών για τα δικαιώματα στόχων με την ανανέωση της ύλης τους μετά από 70 χρόνια και τη βελτίωση του ποινικού συστήματος.

Το Lawspot θα προχωρήσει άμεσα στην κωδικοποίηση των νέων διατάξεων, ενώ θα υπάρξει άμεση ενημέρωση και για την επικαιροποίηση των συγκριτικών πινάκων των παλαιών και νέων διατάξεων.

Οι Κώδικες αποτελούν το αποτέλεσμα πολύχρονων εργασιών ειδικών Νομοπαρασκευαστικών Επιτροπών στις οποίες συμμετείχαν επιφανείς εκπρόσωποι των Νομικών Σχολών της χώρας, εκπρόσωποι Δικαστικών Ενώσεων, εκπρόσωποι της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων της χώρας.

Τόσο κατά τη δημόσια διαβούλευση, όσο και μετά την κατάθεση των νέων Κωδίκων, έχουν εγερθεί αρκετά ζητήματα σχετικά με επιμέρους προβλέψεις, τα οποία αναμένεται να απασχολήσουν τον νομικό κόσμο τα επόμενα χρόνια.

Σε σχέση με ό,τι είχε δοθεί στη δημόσια διαβούλευση πραγματοποιήθηκαν, μεταξύ άλλων, βελτιώσεις, όπως:

  • Ορίστηκε η ποινή της κάθειρξης για τη δωροδοκία πολιτικών προσώπων και εναρμονίστηκαν οι διατάξεις προς τις διεθνείς συμβάσεις που δεσμεύουν τη χώρα.
  • Ορίστηκε αυστηρότερο πλαίσιο ποινής για τους διευθύνοντες εγκληματικές οργανώσεις (κάθειρξη έως 15 έτη) και βελτιώθηκαν νομοτεχνικά οι σχετικές διατάξεις.
  • Εντάχθηκαν στο άρθρο 336 (ως παρ. 5) και οι λοιπές (πλην του εξαναγκασμού με σωματική βία ή απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας) μορφές βιασμού, με αναλογική κλιμάκωση των απειλούμενων ποινών.
  • Εγκλήματα όπως η κλοπή και η φθορά προβλέφθηκε ότι θα διώκονται κατ’ αρχήν αυτεπαγγέλτως, ώστε να εξυπηρετηθούν πρακτικές ανάγκες (σύλληψη επ’ αυτοφώρω κ.λπ.), με τη δυνατότητα όμως της εκ των υστέρων παύσεως της ποινικής δίωξης αν υποβάλει σχετική δήλωση ο ίδιος ο παθών.
  • Προβλέφθηκε η αυτεπάγγελτη δίωξη της κακουργηματικής απιστίας και στον ιδιωτικό τομέα προς αποφυγήν τυχόν καταχρήσεων, κυρίως εκ μέρους οργάνων της διοίκησης μεγάλων επιχειρήσεων και οργανισμών.
  • Λήφθηκε πρόνοια ώστε να μην επηρεάζονται οι αστικές απαιτήσεις του παθόντος σε περίπτωση παραγραφής του αδικήματος λόγω μετατροπής του από κακούργημα σε πλημμέλημα.

Δείτε τον Ποινικό Κώδικα και τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όπως δημοσιέθηκαν και ισχύουν από 1η Ιουλίου.

Αναδημοσίευση από lawspot.gr

Δημοσιεύθηκε ο Νόμος 4618/2019: Καταργείται η μείωση του αφορολόγητου από 1/1/2020

Παράταση ισχύος άδειας οδήγησης κατόχων, οι οποίοι έχουν συμπληρώσει την ηλικία των 74 ετών και άλλες διατάξεις

Δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως ο Νόμος 4618/2019 για την «Κύρωση των επιμέρους συμβάσεων για τα έργα V και VI της από 6.9.2018 Σύμβασης Δωρεάς μεταξύ του Ιδρύματος «Κοινωφελές Ίδρυμα Σταύρος Σ. Νιάρχος» και του Ελληνικού Δημοσίου για την ενίσχυση και αναβάθμιση των υποδομών στον τομέα της Υγείας και άλλες διατάξεις».

Μεταξύ άλλων, στο Νόμο περιλαμβάνονται οι διατάξεις (άρθρο δωδέκατο) για την κατάργηση της μείωσης του αφορολόγητου από 1/1/2020 (άρθρα 10 -13 του ν. 4472/2017).

Όπως αναφέρεται στη σχετική αιτιολογική έκθεση, με τη νέα διάταξη καταργείται το άρθρο 10 του ν.4472/2017 (Α’ 74), με το οποίο αντικαταστάθηκε η παράγραφος 1 του άρθρου 16 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (ν. 4172/2013, Α 167), αναφορικά με την προβλεπόμενη μείωση φόρου εισοδήματος λόγω οικογενειακής κατάστασης, με έναρξη ισχύος από την 1.1.2020 και εφεξής.

Η εν λόγω κατάργηση κρίνεται αναγκαία για λόγους κοινωνικής δικαιοσύνης, προκειμένου οι φορολογούμενοι να εξακολουθήσουν να τυγχάνουν των ισχυουσών φορολογικών ελαφρύνσεων.

Καταργούνται, επίσης, τα αντίμετρα που έχουν θεσπισθεί με τα άρθρα 1112 και 13 του ν.4472/2017, λόγω της ως άνω κατάργησης.

Παράταση ισχύος άδειας οδήγησης κατόχων, οι οποίοι έχουν συμπληρώσει την ηλικία των 74 ετών

Παράλληλα, με το άρθρο πέμπτο του Ν. 4618/2019 προβλέπεται η παράταση ισχύος άδειας οδήγησης κατόχων, οι οποίοι έχουν συμπληρώσει την ηλικία των εβδομήντα τεσσάρων (74) ετών

Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση, με την εν λόγω ρύθμιση σκοπείται η διασφάλιση, κατά το δυνατόν, της εξυπηρέτησης των κατόχων αδειών οδήγησης του πρώτου (1ον) και του δεύτερου (2ου) εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 7 του π.δ. 51/2012 (άνω των 74 ετών), οι οποίοι υποβάλλούν, στις Υπηρεσίες Μεταφορών και Επικοινωνιών των Περιφερειακών Ενοτήτων της χώρας, από την 1η Απριλίού 2019 έως και την 31η Ιουλίου 2019, αίτηση κατ τα απαιτούμενα δικαιολογητικά για την ανανέωση της άδειάς τούς. Η εξυπηρέτηση αυτή συνίσταται στη ομαλοποίηση της διαδικασίας διενέργειας των δοκιμασιών προσόντων και συμπεριφοράς των υπόψη κατόχων και γενικότερα της διοικητικής διαδικασίας ανανέωσης της άδειάς τους, δεδομένης και της συσσώρευσης σημαντικού αριθμού ενδιαφερομένων στις οικείες Υπηρεσίες λόγω της μέχρι πρότινος αδυναμίας διενέργειας δοκιμαστών προσόντων και συμπεριφοράς στην πλειονότητα των Περιφερειακών Ενοτήτων των Περιφερειών της χώρας.

Αναλυτικά το άρθρο πέμπτο προβλέπει σχετικά:

1. Η ισχύς της άδειας οδήγησης κατόχων, οι οποίοι έχουν συμπληρώσει την ηλικία των εβδομήντα τεσσάρων (74) ετών και υποβάλλουν, από την 1η Απριλίου 2019 έως και την 31η Ιουλίου 2019, στις Υπηρεσίες Μεταφορών και Επικοινωνιών των Περιφερειακών Ενοτήτων της χώρας αίτηση και τα απαιτούμενα δικαιολογητικά για την ανανέωσή της, κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 3 του άρθρου 7 του π.δ. 51/2012 (Α΄ 101), παρατείνεται έως την ημερομηνία προγραμματισμού της δοκιμασίας προσόντων και συμπεριφοράς.

Η ημερομηνία αυτή δεν δύναται να απέχει περισσότερο από πέντε (5) μήνες από την ημερομηνία υποβολής της αιτήσεως για ανανέωση της άδειας.

Για την ως άνω παράταση ισχύος χορηγείται βεβαίωση από την αρμόδια Υπηρεσία Μεταφορών και Επικοινωνιών.

2. Οι κάτοχοι άδειας οδήγησης του πρώτου (1ου) και του δεύτερου (2ου) εδαφίου της παραγράφου 3 του άρθρου 7 του π.δ. 51/2012 (A΄ 101) οι οποίοι επιτυγχάνουν σε διενεργηθείσα έως και την 31η Δεκεμβρίου 2019 δοκιμασία προσόντων και συμπεριφοράς για την ανανέωση της άδειάς τους, δύνανται να απευθύνονται στην οικεία Υπηρεσία Μεταφορών και Επικοινωνιών προκειμένου να τους χορηγείται βεβαίωση, με την οποία τους παρέχεται το δικαίωμα οδήγησης (οχημάτων αντίστοιχης κατηγορίας), εντός της Ελληνικής Επικράτειας έως και την ημερομηνία παραλαβής του νέου εντύπου άδειας οδήγησης.

3. Το δεύτερο και το τρίτο εδάφιο της υποπερίπτωσης ββ) της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 10 του ν. 4599/2019 (Α΄ 40) καταργείται.

Δείτε αναλυτικά τον Νόμο 4618/2019, όπως δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Αναδημοσίευση από lawspot.gr

Μη αποστολή διοικητικού φακέλου από τη Διοίκηση. Αυτοτελής χρηματική ποινή εις βάρος του εναγομένου. Τεκμήριο ομολογίας των πραγματικών ισχυρισμών του ενάγοντος (ΔΠρΑθ)

Διοικ.Πρωτοδικείο Αθηνών αρ. 4291/2019, 2ο Τμήμα:  Κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 129 και 149 του ΚΔΔ, ερμηνευόμενων στο πλαίσιο του άρθρου 20 παρ. 1 και 94 παρ. 1 του Συντάγματος, σε περίπτωση που η Διοίκηση δεν αποστέλλει στο διοικητικό δικαστήριο το φάκελο της υπόθεσης, παρά την έκδοση σχετικής προδικαστικής απόφασης η οποία την υποχρεώνει προς τούτο, ή δεν εκτελεί όσα διατάσσονται με την εν λόγω απόφαση, η στάση της αυτή δεν έχει ως μόνη συνέπεια τη δυνατότητα κίνησης πειθαρχικής δίωξης κατά των υπεύθυνων υπαλλήλων, αλλά επιτρέπει επί πλέον στο Δικαστήριο να συναγάγει σχετικό τεκμήριο και να θεωρήσει ως ακριβή την πραγματική βάση των ισχυρισμών του ιδιώτη διαδίκου. Τούτο δε, διότι, άλλως, η αδράνεια αυτή της Διοίκησης θα οδηγούσε σε αδυναμία του διοικητικού δικαστηρίου να ασκήσει την κατά το Σύνταγμα αρμοδιότητά του και να παράσχει στο διοικούμενο την έννομη προστασία, που εγγυάται το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος [πρβλ. ΣτΕ 2628/2016, 1530/2013, 2631/2009, 2814/2008]. Συναγωγή τεκμηρίου ομολογίας των πραγματικών ισχυρισμών του ενάγοντος, λόγω μη αποστολής εκ μέρους του εναγόμενου Οργανισμού του διοικητικού φακέλου, μετά της οικείας εκθέσεως απόψεων και των σχετικών αποδεικτικών στοιχείων, κατόπιν χορηγήσεως αναβολής προς το σκοπό αυτό και συνακόλουθης εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως για σχηματισμό ασφαλούς δικανικής πεποιθήσεως, προς την οποία δεν συμμορφώθηκε. Καταλογισμός χρηματικής κυρώσεως ποσού διακοσίων (200) ευρώ εις βάρος του εναγομένου και υπέρ του ενάγοντος εξαιτίας της αδικαιολόγητης αυτής παραλείψεως. (adjustice.gr)

Αναδημοσίευση από lawspot.gr

Προσωπικά δεδομένα: Δεν υπάρχει ευθύνη του Δημοσίου από τη δημοσιοποίηση στοιχείων υπόπτων από την Αστυνομία (ΔΠΑ 4785/2019)

Μη στοιχειοθέτηση ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου από τη δράση της αστυνομίας στο πλαίσιο εξακρίβωσης των δραστών παιδικής πορνογραφίας

Επεξεργασία ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων – Μη στοιχειοθέτηση ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου από τη δράση των αστυνομικών αρχών στο πλαίσιο εξακρίβωσης των δραστών του αδικήματος του άρθρου 348 Α του Ποινικού Κώδικα.

ΔΠΑ 4785/2019, 26ο Τμήμα

Η δημοσιοποίηση από την Ελληνική Αστυνομία των απολύτως αναγκαίων στοιχείων ενός προσώπου που φέρεται αναμεμιγμένο σε εγκληματική δραστηριότητα και καταζητείται με σκοπό να συλληφθεί συνιστά νόμιμη περίπτωση επεξεργασίας ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων, καθώς επιχειρείται, σύμφωνα με τη διάταξη της περ. ε’ της παρ. 2 του άρθρου 7 του ν.2472/1997, με στόχο τη διακρίβωση του εγκλήματος και την ανεύρεση του υπόπτου.

Περαιτέρω, αν ο φερόμενος ως δράστης ενός εγκλήματος έχει ήδη συλληφθεί, η ανακοίνωση του ονόματός του πληροί τις προϋποθέσεις που θέτει η διάταξη της παρ. 2 περ. Ε’ του άρθρου 7 του ν.2472/1997, όταν η σοβαρότητα των φερόμενων ως διαπραχθέντων από αυτόν αδικημάτων καθιστά επιβεβλημένη τη λήψη μέτρων για την πληροφόρηση και την προστασία των ευάλωτων πληθυσμιακών ομάδων και ιδίως των ανηλίκων, καθώς και για την πραγμάτωση της υποχρέωσης της πολιτείας για την αποτροπή της τέλεσης εγκληματικών πράξεων σε βάρος τους (Δ.Ε.Α. 1739/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αστυνομικοί του Τμήματος Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος, κατά τη διενέργεια της έρευνας για διακίνηση υλικού παιδικής πορνογραφίας, άσκησαν τα καθήκοντα τους εντός των προβλεπομένων εκ του νόμου ορίων, ενεργώντας κατά τρόπο νομότυπο, τηρώντας τις οικείες συνταγματικές, ποινικές και δικονομικές διατάξεις, σε σχέση με την άρση του απορρήτου της συνδέσεως internet του ενάγοντος και τη γνωστοποίηση των στοιχείων της ταυτότητας αυτού, την έρευνα στην επιχείρηση του, τη διενέργεια της προανάκρισης και τη συγκέντρωση του σχετικού προανακριτικού υλικού.

Η έκδοση του δελτίου τύπου του Γραφείου Ενημέρωσης της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης Αττικής έγινε για την προστασία της παιδικής ηλικίας,η οποία ανάγεται σε σκοπό δημοσίου συμφέροντος, κατ’ άρθρο 21 παρ. 1 του Συντάγματος, δηλαδή στα πλαίσια της εξυπηρέτησης των αναγκών εγκληματολογικής πολιτικής και, συγκεκριμένα, προς επιδίωξη της υλοποίησης του δημοσίου συμφέροντος σκοπού της πληροφόρησης του κοινωνικού συνόλου σχετικά με την τέλεση αδικημάτων ιδιαίτερης ηθικής απαξίας με θύματα ανηλίκους, καθώς και της πραγμάτωσης της συνταγματικής υποχρέωσης του κράτους για την προστασία της παιδικής ηλικίας.

Τα όργανα της Ελληνικής Αστυνομίας, με τη σύνταξη του εν λόγω δελτίου τύπου, στο οποίο αναλυόταν ο τρόπος δράσης των μελών του κυκλώματος διακίνησης υλικού παιδικής πορνογραφίας, χωρίς να γίνεται κρίση περί της ενοχής των φερόμενων ως εμπλεκομένων προσώπων,δεν παραβίασαν το τεκμήριο αθωότητας, καθόσον η υποχρέωση σεβασμού του άρθρου 6 παρ.2 της Ε.Σ.Δ.Α., η οποία επεκτείνεται πέρα από τα αρμόδια δικαστικά όργανα και στις άλλες κρατικές αρχές, δεν εμποδίζει τις αρμόδιες αρχές να ενημερώνουν το κοινό για ποινικές έρευνες που βρίσκονται σε εξέλιξη, για την ύπαρξη κατηγοριών σε βάρος ορισμένων προσώπων ή για τη σύλληψή τους (Krause κατά Ελβετίας, αριθ. 7986/77, 13DR, σελ. 73, 1978),εφόσον δεν προβαίνουν σε δηλώσεις περί της ενοχής τους (Allenet de Ribemont κατά Γαλλίας, A 308, 1995, παραγρ. 37, 41).

Πηγή: adjustice.gr

Αναδημοσίευση από lawspot.gr