Συνομιλίες στο Messenger και φωτογραφίες στο Facebook ως αποδεικτικά μέσα σε ποινική δίκη (ΜΟΔ Ηρακλείου)

GDPR: Η οικειοθελής ανάρτηση προσωπικών πληροφοριών στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είναι τεκμήριο υπέρ της επιθυμίας του χρήστη για δημοσιοποίηση των δεδομένων του

Περίληψη

Παραγωγή και κατοχή υλικού παιδικής πορνογραφίας μέσω της τεχνολογίας των πληροφοριών και των επικοινωνιών που συνδέεται με την χρησιμοποίηση του ανηλίκου που δεν έχει συμπληρώσει το 15ο έτος της ηλικίας του κατ’ εξακολούθηση. Αποπλάνηση ανηλίκου που έχει συμπληρώσει τα 14 έτη αλλά όχι τα 15 έτη κατ’ εξακολούθηση. Παράνομη οπλοκατοχή.

Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Γραπτά μηνύματα (SMS/MMS), φωτογραφία σε μέσο κοινωνικής δικτύωσης και συνομιλίες μέσω messenger.Ποινική Δικονομία. Απαγόρευση χρήσης στην ποινική δίκη παρανόμως αποκτηθέντος αποδεικτικού μέσου. Γενικός Κανονισμός για την Προστασία των Προσωπικών Δεδομένων (ΕΕ 2016/679). Συγκρουόμενα συνταγματικά αγαθά και εξισορρόπηση αυτών – στάθμιση βάσει της αρχής της αναλογικότητας. Αίτημα πολιτικής αγωγής περί μη αναγνώσεως και λήψεως υπ’όψιν προσκομιζόμενων από την υπεράσπιση εγγράφων από το facebook (φωτογραφία) και συνομιλιών μέσω messenger, καθ’ όσον αποτελούν παρανόμως αποκτηθέντα αποδεικτικά μέσα, αφού αποτελούν προσωπικά δεδομένα και, επιπλέον, δεν ετέθησαν υπ’ όψιν της πολιτικής αγωγής, ώστε να λάβει γνώση. Αμφισβήτηση και της γνησιότητάς τους από την πολιτική αγωγή, δεδομένου ότι θεωρεί ότι αποτελούν προϊόν συρραφής. Απόρριψη από τον Πρόεδρο του αιτήματος και προσφυγή κατά της διατάξεως του Προέδρου από την πολιτική αγωγή. Έννοια ηλεκτρονικού εγγράφου και γραπτό μήνυμα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Κινητά τηλέφωνα ως ηλεκτρονικοί υπολογιστές. Γραπτά μηνύματα (δικονομική αντιμετώπισή τους όπως οι επιστολές) στο κινητό συνιστούν ηλεκτρονικά έγγραφα για τα οποία υπάρχει τεκμαιρόμενη συναίνεση του αποστολέα να καταστήσει τον παραλήπτη κοινωνό και νόμιμο κάτοχο του μηνύματος. Ένταξη εγγράφων στο σώμα των προσκομιζόμενων στοιχείων αποτελεί ένταξη σε σύστημα αρχειοθέτησης. Προστασία δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή. Η οικειοθελής ανάρτηση προσωπικών πληροφοριών σε ένα δημοσίως προσβάσιμο μέσο, όπως τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, είναι τεκμήριο υπέρ της επιθυμίας του χρήστη για δημοσιοποίηση. Πλαστά και γνήσια έγγραφα. Η άρνηση της αλήθειας του περιεχομένου ορισμένου εγγράφου δεν συνιστά αμφισβήτηση της γνησιότητάς του. Επί ηλεκτρονικού εγγράφου η αμφισβήτηση της γνησιότητας γίνεται με την αμφισβήτηση της προέλευσης του κειμένου. Απόρριψη των ισχυρισμών αφού η φωτογραφία αυτή αποτελεί προσωπικό δεδομένο, αλλά όχι ευαίσθητο, καθ’όσον δεν απεικονίζονται τα πρόσωπα σε ερωτική στιγμή. Επιπλέον, η ανάρτηση της φωτογραφίας έγινε στο facebook, όπου η πολιτικώς ενάγουσα έδωσε τη συγκατάθεσή της για την χρήση από τους υπόλοιπους χρήστες.

Όσον αφορά στα μηνύματα στο messenger δεν αποτελούν παράνομα αποδεικτικά μέσα, καθ’όσον προσκομίζονται από τον ένα αντίδικο, ο οποίος ήταν και συνομιλών με την πολιτικώς ενάγουσα. Απορριπτέος ο ισχυρισμός περί μη γνησιότητας των εγγράφων λόγω προφανούς αοριστίας του. Τέλος, όσον αφορά τη γνώση της πολιτικής αγωγής επί των εγγράφων, σημειώνεται ότι δεν υφίσταται προστάδιο προσκόμισης εγγράφων στην ποινική δίκη. Τα έγγραφα προσκομίστηκαν νόμιμα.

Αριθμ. Αποφάσεων :8-9 + 12-21/2019 ΜΟΔ ΗΡΑΚΛ ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΚΑΙ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΜΙΚΤΟΥ ΟΡΚΩΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ

Συνεδρίαση της 8ης Ιανουαρίου 2019 και, μετά από διακοπή, της 18ης Ιανουαρίου 2019

Πράξεις: α) παραγωγή και κατοχή υλικού παιδικής πορνογραφίας μέσω της τεχνολογίας των πληροφοριών και των επικοινωνιών που συνδέεται με την χρησιμοποίηση ανηλίκου που δεν έχει συμπληρώσει το δέκατο πέμπτο έτος της ηλικίας του κατ’ εξακολούθηση, β) αποπλάνηση ανηλίκου που έχει συμπληρώσει τα δεκατέσσερα αλλά όχι τα δεκαπέντε έτη κατ’ εξακολούθηση, γ) παράνομη οπλοκατοχή.

Ο συνήγορος πολιτικής αγωγής, αφού πήρε από τον Πρόεδρο τον λόγο, ζήτησε να μην αναγνωσθούν τα προσαγόμενα από την υπεράσπιση έγγραφα (φωτογραφίες από την ιστοσελίδα facebook και συνομιλίες μέσω της εφαρμογής messenger), καθόσον αφορούν προσωπικά δεδομένα. Ο Πρόεδρος του δικαστηρίου, επιτρέπει να γίνει χρήση των προσαγομένων. Στο σημείο αυτό, τον λόγο ζήτησε εκ νέου ο συνήγορος πολιτικής αγωγής, ο οποίος εμμένει στο αίτημά του να μην ληφθούν υπόψη τα προσκομιζόμενα από τις σελίδες του facebook, καθόσον αποτελούν παράνομο αποδεικτικό μέσο, ληφθέν κατά παράβαση των άρθρων 22 § 4 του ν. 2472/1997370Α § 1 εδ. α΄ ΠΚ και 19 του Συντάγματος, προσέτι δε αμφισβητεί την γνησιότητά τους, θεωρεί ότι μπορεί να αποτελούν προϊόν συρραφής, εν τέλει, δε, δεν τέθηκαν υπόψη της πολιτικής αγωγής, προκειμένου να λάβει γνώση και να διερευνήσει την προέλευσή τους. Τέλος, δε, προσφεύγει στο Δικαστήριο κατά της διάταξης του Προέδρου, για το επιτρεπτό της ανάγνωσης των αποδεικτικών μέσων. Τον λόγο ζήτησε και πήρε από τον Πρόεδρο ο Εισαγγελέας της έδρας, ο οποίος πρότεινε την απόρριψη της προσφυγής της πολιτικής αγωγής, κατά της διάταξης του Προέδρου, για το επιτρεπτό της ανάγνωσης των αποδεικτικών μέσων, ενώ, λαβών το λόγο, τα ίδια με τον Εισαγγελέα πρότεινε και ο συνήγορος του κατηγορούμενου. Μετά το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Ηρακλείου, αφού αποσύρθηκε στο ιδιαίτερο δωμάτιο των διασκέψεών του, και αφού διασκέφθηκε μυστικά, με την παρουσία και της Γραμματέως, κατάρτισε ομόφωνα την απόφασή του και, αφού επανήλθε στην έδρα του, παρουσία του Εισαγγελέως, Γραμματέως και του κατηγορουμένου μετά του συνηγόρου υπερασπίσεώς του, με τον Πρόεδρό του δημοσίευσε σε δημόσια συνεδρίαση την με αριθμό 13 του χρόνου αυτού απόφασή του, που έχει όπως παρακάτω:

ΑΦΟΥ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 177 παρ. 2 ΚΠΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 παρ. 2 του Ν. 3674/10-7-2008, «αποδεικτικά μέσα που έχουν αποκτηθεί με αξιόποινες πράξεις ή μέσω αυτών, δεν λαμβάνονται υπόψη στην ποινική διαδικασία». Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η χρησιμοποίηση στην ποινική δίκη απαγορευμένου αποδεικτικού μέσου προσβάλλει το δικαίωμα υπεράσπισης του κατηγορουμένου και δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1δ΄ΚΠΔ. Σύμφωνα με το άρθρο 22 § 4 του ν. 2472/1997 «όποιος χωρίς δικαίωμα επεμβαίνει με οποιονδήποτε τρόπο σε αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή λαμβάνει γνώση των δεδομένων αυτών ή τα αφαιρεί, αλλοιώνει, βλάπτει, καταστρέφει, επεξεργάζεται, μεταδίδει, ανακοινώνει, τα καθιστά προσιτά σε μη δικαιούμενα πρόσωπα ή επιτρέπει στα πρόσωπα αυτά να λάβουν γνώση των εν λόγω δεδομένων ή τα εκμεταλλεύεται με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή και αν πρόκειται για ευαίσθητα δεδομένα με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και χρηματική ποινή τουλάχιστον ενός εκατομμυρίου (1.000.000) εως δέκα εκατομμυρίων (10.000.000) δραχμών, αν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα από άλλες διατάξεις». Παράλληλα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 370Α § 1 εδ. α΄ ΠΚ ορίζεται: «Όποιος αθέμιτα παγιδεύει ή με οποιονδήποτε άλλον τρόπο παρεμβαίνει σε συσκευή, σύνδεση ή δίκτυο παροχής υπηρεσιών τηλεφωνίας ή σε σύστημα υλικού ή λογισμικού, που χρησιμοποιείται για την παροχή τέτοιων υπηρεσιών, με σκοπό ο ίδιος ή άλλος να πληροφορηθεί ή να αποτυπώσει σε υλικό φορέα το περιεχόμενο τηλεφωνικής συνδιάλεξης μεταξύ τρίτων ή τα στοιχεία της θέσης και κίνησης της εν λόγω επικοινωνίας, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών.» Περαιτέρω, ηλεκτρονικό έγγραφο συνιστά «το σύνολο των δεδομένων, τα οποία, αφού εγγραφούν στον μαγνητικό δίσκο ενός Η/Υ και γίνουν αντικείμενο ηλεκτρονικής επεξεργασίας από την κεντρική μονάδα, αποτυπώνονται εν συνεχεία, με βάση τις εντολές του προγράμματος, κατά τρόπο αναγνώσιμο από τον άνθρωπο, είτε στην οθόνη του μηχανήματος, είτε στον προσαρτημένο εκτυπωτή» [Κουσούλης Σ., Σύγχρονες μορφές έγγραφης συναλλαγής, σελ. 138. Τον ακολουθούν οι Νικολόπουλος Γ., Το δίκαιο της αποδείξεως, σελ. 337 επ., Καράκωστας Γ., Δίκαιο και Internet: νομικά ζητήματα του διαδικτύου, σελ. 191 (νεότερη έκδοση), Σιδηρόπουλος Θ., Το δίκαιο του διαδικτύου, σελ. 75-76 (νεότερη έκδοση), Μιχαηλίδου Χ., Το πρόβλημα της ηλεκτρονικής υπογραφής, Δ. 31 (2000), 1190]. Ηλεκτρονικό έγγραφο είναι δηλαδή το κείμενο που εμφανίζεται στην οθόνη του Η/Υ ή που εκτυπώνεται στον εκτυπωτή (print – out), καθώς και το κείμενο που συντάσσει κάποιος στον υπολογιστή του και το στέλνει μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου σε κάποιον αποδέκτη, ο οποίος στη συνέχεια το εμφανίζει στην οθόνη του υπολογιστή του ή το εκτυπώνει. Αποτελεί δε απεικόνιση της εγγραφής που έχει καταχωρηθεί στη μαγνητική επιφάνεια του σκληρού δίσκου του Η/Υ.

Περαιτέρω, το γραπτό μήνυμα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είναι υπηρεσία και της κινητής τηλεφωνίας, με την οποία ο χρήστης έχει τη δυνατότητα να αποστείλει ή να παραλάβει σύντομο γραπτό μήνυμα από άλλους χρήστες, στην οθόνη του κινητού του τηλεφώνου ή του υπολογιστή. Ήδη, δε, τα κινητά τηλέφωνα από της εμφάνισής τους, πολύ δε περισσότερο σήμερα, ακολουθούν την αρχιτεκτονική των ηλεκτρονικών υπολογιστών και πρέπει να θεωρούνται όχι ως τηλέφωνα, αλλά ως ηλεκτρονικοί υπολογιστές με δυνατότητα, μεταξύ άλλων, τηλεφωνικών κλήσεων, σύνταξης ηλεκτρονικών εγγράφων παντός τύπου, πλοήγησης στο διαδίκτυο κ.λπ. Το δε γραπτό μήνυμα, σύμφωνα και με όσα μνημονεύτηκαν στην νομική σκέψη που προηγήθηκε, αποτελεί ηλεκτρονικό έγγραφο, εφόσον αποτελεί σύνολο δεδομένων τα οποία ενεγράφησαν στον μαγνητικό δίσκο της υπολογιστικής μικρομονάδας του κινητού τηλεφώνου, έτυχαν ηλεκτρονικής επεξεργασίας από την κεντρική μονάδα κι εν συνεχεία αποτυπώθηκαν με βάση τις εντολές του προγράμματος κατά τρόπο αναγνώσιμο από τον άνθρωπο στην οθόνη του μηχανήματος. Ακολούθως, δε, στάλθηκαν με χρήση της κινητής τηλεφωνίας σε κάποιον αποδέκτη, ο οποίος στη συνέχεια τα εμφανίζει στην οθόνη του κινητού του. Ο εκάστοτε συντάκτης, όμως, των συγκεκριμένων εγγράφων αποδέχεται και επιδιώκει να καταγραφούν αυτά με σταθερό τρόπο σε κάποια από τις “μακροπρόθεσμες” μνήμες του κινητού τηλεφώνου του παραλήπτη (σκληρός δίσκος ή μνήμη SIM), ώστε ο τελευταίος, όχι μόνο να προβεί στην άπαξ προβολή αυτών και να λάβει έτσι γνώση του περιεχομένου τους, αλλά επιπροσθέτως, να δύναται στο μέλλον και σε κάθε στιγμή να τα ανασύρει, ώστε να τα αναγνώσει ξανά, καθιστάμενος διαρκής κάτοχος του ηλεκτρονικού εγγράφου. Η δυνατότητα δε αυτή που παρέχεται στον παραλήπτη του μηνύματος τελεί σε γνώση του αποστολέα, αφού και ο τελευταίος με τον ίδιο τρόπο πράττει. Πρέπει να γίνει δεκτό, συνεπώς, ότι υπάρχει τεκμαιρόμενη συναίνεση του αποστολέα να καταστήσει τον παραλήπτη κοινωνό και άρα νόμιμο κάτοχο του μηνύματος. Δικονομικά, δε, τα γραπτά μηνύματα θα πρέπει να αντιμετωπιστούν για την ταυτότητα του νομικού λόγου, όπως οι επιστολές, αφού σε αμφότερες τις μορφές αυτού του είδους της επικοινωνίας συνυπάρχουν τα στοιχεία της αποτυπωμένης σε αναγνώσιμη μορφή επικοινωνίας από απόσταση, ενώ η μετάβαση από την κυριαρχία της επιστολής στην κυριαρχία του μηνύματος, έγινε κυρίως λόγω του εκσυγχρονισμού της διαθέσιμης τεχνολογίας. Περαιτέρω, το Π.Δ. 47/2005 στο άρθρο 3 με τίτλο «Είδη Επικοινωνίας» στην παράγραφο 1 και 2 ορίζει τα εξής: § 1: «Η άρση του απορρήτου δεν αφορά την δια ζώσης επικοινωνία, αλλά κάθε είδους επικοινωνία, η οποία διεξάγεται μέσω δικτύου επικοινωνίας ή παρόχου υπηρεσιών επικοινωνιών και την οποία χρησιμοποιεί ο συνδρομητής ή χρήστης κατά του οποίου λαμβάνεται το μέτρο της άρσης. § 2: «Τα είδη και οι μορφές επικοινωνίας, που υπόκεινται στην άρση του απορρήτου, είναι ιδίως τα ακόλουθα: … III. Τα Γραπτά μηνύματα (SMS/MMS)». Επομένως, γίνεται αντιληπτό ότι τα γραπτά μηνύματα κινητού (SMS/MMS) εντάσσονται στις περιπτώσεις και είδη επικοινωνίας που προστατεύονται νομοθετικά. Παράλληλα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 370Α § 1 εδ. α΄ ΠΚ δεν υπάγονται στο ρυθμιστικό πεδίο αυτής τα SMS/MMS, καθώς η διάταξη κάνει λόγο για τηλεφωνική συνδιάλεξη κι έτσι αναφέρεται μόνο στην προφορική συνομιλία και όχι στη συνομιλία μέσω γραπτών μηνυμάτων. Επίσης, είναι εμφανές ότι και το Π.Δ. 47/2005 αφορά τα SMS/MMS στις περιπτώσεις, όμως, που κάποιος παρεμβαίνει σε SMS/MMS σε συνομιλία τρίτων. Δηλαδή, όταν διαθέτει μηχανισμό να υποκλέπτει και να αποθηκεύει γραπτά μηνύματα τρίτων και όχι δικών του με τον συνομιλητή του.

Περαιτέρω, η συνταγματική κατοχύρωση της ελευθερίας αυτής προκύπτει και από το άρθρο 9 § 1 εδ. β΄ του Συντάγματος, που ορίζει ότι «η ιδιωτική και οικογενειακή ζωή του ατόμου είναι απαραβίαστη», καθώς και από το άρθρο 19 του Συντάγματος, που ορίζει ότι «το απόρρητο των επιστολών και της ελεύθερης ανταπόκρισης ή επικοινωνίας με οποιονδήποτε άλλο τρόπο είναι απόλυτα απαραβίαστο. Νόμος ορίζει τις εγγυήσεις υπό τις οποίες η δικαστική αρχή δεν δεσμεύεται από το απόρρητο για λόγους εθνικής ασφάλειας ή για διακρίβωση ιδιαίτερα σοβαρών εγκλημάτων». Το τελευταίο αυτό άρθρο αναφέρεται μεν στο απόρρητο της ελεύθερης ανταπόκρισης ή επικοινωνίας, είναι, όμως, πρόδηλο ότι προϋποθέτει την ελευθερία της ανταπόκρισης ή επικοινωνίας ως συνταγματικά προστατευόμενο έννομο αγαθό. Ανάλογα προκύπτουν και από την αντίστοιχη ρύθμιση του άρθρου 8 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 28 § 1 του Συντάγματος. Εφόσον αποδεικτικό μέσο αποτελεί δέσμευση και περιορισμό στην ελεύθερη άσκηση της επικοινωνίας, είναι συνταγματικά απαγορευμένο αποδεικτικό μέσο και δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιηθεί σε πολιτική δίκη. Πράγματι, η απονομή της δικαιοσύνης δεν πρέπει να γίνεται έναντι οιουδήποτε τιμήματος. Η αντίθετη άποψη θα μπορούσε να οδηγήσει -υπό την επίκληση της ανάγκης απόκτησης αποδεικτικού μέσου για ενδεχόμενα δικαιώματα- στη γενίκευση της χρήσης π.χ. μαγνητοφώνων από τους συνομιλητές προσώπων, η φωνή των οποίων θα καταγραφόταν χωρίς την συναίνεση τους. Κατ’ αυτόν, όμως, τον τρόπο η ελευθερία της επικοινωνίας θα περιοριζόταν, διότι τότε ο καθένας θα ζούσε με το καταθλιπτικό συναίσθημα ότι κάθε αστόχαστη ή υπερβολική, έστω, έκφρασή του, στο πλαίσιο μιας ιδιωτικής συζήτησης, θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί στη συνέχεια υπό άλλες περιστάσεις ως αποδεικτικό μέσο εναντίον του, πολύ περισσότερο, μάλιστα, όταν τα σύγχρονα τεχνικά μέσα παρέχουν ευρείες δυνατότητες αλλοίωσης του περιεχομένου των αποτυπώσεων, οι οποίες (αλλοιώσεις) είναι πολύ δύσκολο ή και αδύνατο να διαγνωσθούν. Εξ άλλου, χωρίς την ανωτέρω κύρωση (απαράδεκτο του αποδεικτικού μέσου), η προπαρατεθείσα, συνταγματικής ισχύος, ρύθμιση θα είχε περιορισμένη αποτελεσματικότητα, παρά την απειλή κατά του παραβάτη της ποινικής κύρωσης, που προβλέπεται στο άρθρο 370Α του ΠΚ. Εξαίρεση από τον, συνταγματικής ισχύος, κανόνα της απαγόρευσης των εν λόγω αποδεικτικών μέσων ισχύει μόνο χάριν της προστασίας συνταγματικά υπέρτερων έννομων αγαθών, όπως είναι η ανθρώπινη ζωή. Κάθε άλλη εξαίρεση από την ως άνω απαγόρευση, εισαγόμενη τυχόν με διάταξη κοινού νόμου, όπως είναι και ο Ποινικός Κώδικας, είναι ανίσχυρη κατά το μέτρο που υπερβαίνει το κριτήριο της προστασίας συνταγματικά υπέρτερου έννομου αγαθού (ΟλομΑΠ 1/2001, ΕλλΔνη 2001. 374, ΑΠ 981/2009, ΕφΑΔ 2009. 1372, ΑΠ 1351/2007, ΝοΒ 2007. 2390). Από το συνδυασμό των ανωτέρω συνάγεται ότι τα μηνύματα μέσω των δικτύων κοινωνικής δικτύωσης δεν πρέπει, καταρχήν, να θεωρούνται παράνομα αποδεικτικά μέσα και πως δεν προσβάλλονται τα δικαιώματα της ελεύθερης επικοινωνίας και του απορρήτου, όταν προσκομίζονται από τους ίδιους τους αντιδίκους και συνάμα συνομιλούντες μέσω αυτών στο πλαίσιο δικαστικής μεταξύ τους διένεξης.

Αντιθέτως, όταν τρίτος προσκομίζει μήνυμα που αφορά ξεχωριστούς από αυτόν συνομιλούντες τότε θα πρέπει να θεωρείται παράνομο αποδεικτικό μέσο, εκτός κι εάν ο επικαλούμενος αυτό διάδικος δεν έχει άλλο αποδεικτικό μέσο προς απόδειξη των ισχυρισμών του, οπότε, όμως, σε αυτή την περίπτωση θα πρέπει να γίνει στάθμιση με βάση την αρχή της αναλογικότητας.

Σε εκείνες τις οριακές περιπτώσεις πρέπει να γίνει δεκτό ότι θεμιτή αποτύπωση του προφορικού λόγου υφίσταται στις περιπτώσεις, κατά τις οποίες δεν έχουμε ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας και μαζί εκδήλωση ιδιωτικής ζωής, αλλά κατάπτωση της προσωπικότητας, όπως ενδεικτικά σε περιπτώσεις εγκλημάτων ιδιαίτερης απαξίας (Κονταξής, ΕρμΠΚ, Τόμος Β’, έκδοση γ’, 2000, σελ. 3125). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 288 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως τροποποιήθηκε με την Συνθήκη της Λισσαβόνας και κυρώθηκε από την Ελλάδα με το Ν. 3671/2008 (πρώην άρθρο 249 της ΣΕΚ), «Για την άσκηση των αρμοδιοτήτων της Ένωσης, τα θεσμικά όργανα θεσπίζουν κανονισμούς, οδηγίες, αποφάσεις, συστάσεις και γνώμες. Ο κανονισμός έχει γενική ισχύ. Είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος. Η οδηγία δεσμεύει κάθε κράτος μέλος στο οποίο απευθύνεται, όσον αφορά το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά αφήνει την επιλογή του τύπου και των μέσων στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών. Η απόφαση είναι δεσμευτική ως προς όλα τα μέρη της. Όταν ορίζει αποδέκτες, είναι δεσμευτική μόνο για αυτούς. Οι συστάσεις και οι γνώμες δεν δεσμεύουν». Από την διάταξη αυτή συνάγεται, ότι πηγή του δευτερογενούς (παραγώγου) κοινοτικού δικαίου αποτελεί και ο Κανονισμός, ο οποίος είναι δεσμευτική νομική πράξη για α) τα θεσμικά όργανα της ΕΕ, β) τις χώρες της ΕΕ, γ) τους ιδιώτες στους οποίους απευθύνεται, και εφαρμόζεται άμεσα σε όλες τις χώρες της ΕΕ, ήτοι ισχύει αμέσως ως νομοθεσία σε όλες τις χώρες της ΕΕ, χωρίς να χρειάζεται να μεταφερθεί στο εθνικό δίκαιο, δημιουργεί δικαιώματα και υποχρεώσεις για ιδιώτες, οι οποίοι μπορούν ως εκ τούτου να τον επικαλεστούν άμεσα ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων και μπορεί να χρησιμοποιείται ως αναφορά από άτομα στις σχέσεις τους με άλλους ιδιώτες, χώρες της ΕΕ ή αρχές της ΕΕ. Εφαρμόζεται, δε, σε όλες τις χώρες της ΕΕ από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του (ημερομηνία που ορίζεται στον κανονισμό ή, ελλείψει αυτής, 20 ημέρες μετά τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα). Τα έννομα αποτελέσματά του παράγονται ταυτόχρονα, αυτόματα και ομοιόμορφα και είναι δεσμευτικά για όλες τις εθνικές νομοθεσίες.

Εξάλλου, ο Κανονισμός 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Απριλίου 2016 «για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ (Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων στο εξής: «Κανονισμός»), τέθηκε σε ισχύ και εφαρμογή στις 25 Μαΐου του 2018, με διττό στόχο: την ενίσχυση της προστασίας των προσωπικών δεδομένων των πολιτών και την ανεμπόδιστη διακίνηση των δεδομένων αυτών. Στην σκέψη 4 του Προοιμίου αυτού επισημαίνεται ότι «το δικαίωμα προστασίας προσωπικών δεδομένων δεν είναι απόλυτο δικαίωμα· πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με την λειτουργία του στην κοινωνία και να σταθμίζεται με άλλα θεμελιώδη δικαιώματα, σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας. Ο παρών κανονισμός σέβεται όλα τα θεμελιώδη δικαιώματα και τηρεί τις ελευθερίες και αρχές που αναγνωρίζονται στον Χάρτη, όπως κατοχυρώνονται στις Συνθήκες, ιδίως τον σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, της κατοικίας και των επικοινωνιών, την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, την ελευθερία σκέψης, συνείδησης και θρησκείας, την ελευθερία έκφρασης και πληροφόρησης, την επιχειρηματική ελευθερία, το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής και αμερόληπτου δικαστηρίου και την πολιτιστική, θρησκευτική και γλωσσική πολυμορφία». Υπό αυτήν την έννοια, τονίζεται ότι το δικαίωμα στην προστασία προσωπικών δεδομένων δεν είναι ένα απόλυτο – «τυραννικό» δικαίωμα (Χ. Ανθόπουλος, Προσωπικά δεδομένα και δικαιώματα). Στην ουσία επαναλαμβάνεται, υπογραμμίζεται, αλλά και επικαιροποιείται η βασική αρχή της Οδηγίας 95/46/ΕΚ, η οποία θέτει επί ίσοις όροις ήδη στον τίτλο της την προστασία προσωπικών δεδομένων και την ελεύθερη διακίνηση αυτών.

Σύμφωνα, συνεπώς, με τα ανωτέρω, κατά την προστασία των προσωπικών δεδομένων ο εφαρμοστής του δικαίου πρέπει να εξισορροπήσει τα συγκρουόμενα συνταγματικά αγαθά, απεκδυόμενος του μαχητού τεκμηρίου «εν αμφιβολία υπέρ του υποκειμένου των δεδομένων» του ν. 2472/1997 (βλ. σε Κοτσαλή – Μενουδάκου (Φ.Παναγοπούλου – Κουτνατζή), «Γενικός Κανονισμός για την Προστασία των Προσωπικών Δεδομένων (…) Νομική διάσταση και πρακτική εφαρμογή», σελ. 7 επ. passim).

Συνεπώς, δεν πρέπει να δίδεται προβάδισμα μόνο στην προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όταν επί τάπητος υπάρχουν άλλα αντικρουόμενα συνταγματικώς προστατευόμενα έννομα αγαθά, όπως η πρόσβαση στη δικαιοσύνη, και η γενικότερη προστασία της ελεύθερης αναπτύξεως της προσωπικότητας (άρθρο 5 παρ. 1 Σ.) σε συνδυασμό με την κατοχύρωση της αξίας του ανθρώπου (άρθρο 2 παρ. 1 Σ.).

Συμπερασματικά, ο Κανονισμός διευκρινίζει το συνταγματικά αυτονόητο της ελλείψεως ιεραρχίας στα ατομικά δικαιώματα, υπογραμμίζοντας, ότι σε περίπτωση συγκρούσεως θα λαμβάνει χώρα στάθμιση επί τη βάσει της αρχής της αναλογικότητας. Η έννοια των «δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» της διατάξεως αυτής περιλαμβάνει, σύμφωνα με τον ορισμό του άρθρου 4 § 1 στοιχείο α΄ του Κανονισμού, «κάθε πληροφορία που αφορά ταυτοποιημένο ή ταυτοποιήσιμο φυσικό πρόσωπο («υποκείμενο των δεδομένων»). Το ταυτοποιήσιμο φυσικό πρόσωπο είναι εκείνο του οποίου η ταυτότητα μπορεί να εξακριβωθεί, άμεσα ή έμμεσα, ιδίως μέσω αναφοράς σε αναγνωριστικό στοιχείο ταυτότητας, όπως όνομα, σε αριθμό ταυτότητας, σε δεδομένα θέσης, σε επιγραμμικό αναγνωριστικό ταυτότητας ή σε έναν ή περισσότερους παράγοντες που προσιδιάζουν στην σωματική, φυσιολογική, γενετική, ψυχολογική, οικονομική, πολιτιστική ή κοινωνική ταυτότητα του εν λόγω φυσικού προσώπου». Συνεπώς, η εικόνα ενός προσώπου, η οποία αποτυπώνεται σε ένα μέσο κοινωνικής δικτύωσης συνιστά δεδομένο προσωπικού χαρακτήρα κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως στον βαθμό που παρέχει τη δυνατότητα ταυτοποιήσεως του συγκεκριμένου προσώπου.

Όσον αφορά στην έννοια της «επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα», πρέπει να τονιστεί ότι αυτή ορίζεται στο άρθρο 4 § 1 στοιχείο β΄του Κανονισμού ως «κάθε πράξη ή σειρά πράξεων που πραγματοποιείται με ή χωρίς τη χρήση αυτοματοποιημένων μέσων, σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα ή σε σύνολα δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η διάρθρωση, η αποθήκευση, η προσαρμογή ή η μεταβολή, η ανάκτηση, η αναζήτηση πληροφοριών, η χρήση, η κοινολόγηση με διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλη μορφή διάθεσης, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, ο περιορισμός, η διαγραφή ή η καταστροφή». Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 2 § 1 του Κανονισμού, αυτός εφαρμόζεται στην, εν όλω ή εν μέρει, αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και στη μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία τέτοιων δεδομένων τα οποία περιλαμβάνονται ή πρόκειται να περιληφθούν σε σύστημα αρχειοθέτησης. Στην ουσία, λοιπόν, οι προστατευτικές διατάξεις του νέου νομοθετικού πλαισίου δεν εφαρμόζονται σε περίπτωση απουσίας αρχείου δεδομένων, οπότε παρέλκει και η οποιαδήποτε περαιτέρω εξέταση της συνδρομής των λοιπών προϋποθέσεων, περί ών κατωτέρω. Ως «σύστημα αρχειοθέτησης», δε, θεωρείται, κατά το άρθρο 4 § 1 στοιχ. 6 του Κανονισμού «κάθε διαρθρωμένο σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα τα οποία είναι προσβάσιμα με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια, είτε το σύνολο αυτό είναι συγκεντρωμένο είτε αποκεντρωμένο είτε κατανεμημένο σε λειτουργική ή γεωγραφική βάση». Συνεπώς, η μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία εμπίπτει στο ρυθμιστικό πλαίσιο του Κανονισμού, εφόσον συντρέχουν οι εξής δύο προϋποθέσεις: α) να εντάσσονται σε σύστημα αρχειοθέτησης και β) να είναι διαρθρωμένα σύμφωνα με συγκεκριμένα κριτήρια (αιτιολογική σκέψη 15 Κανονισμού). Ο Κανονισμός δεν διευκρινίζει τις απαιτήσεις για τα συγκεκριμένα αυτά κριτήρια. Δεδομένου, όμως, του προηγούμενου νομικού καθεστώτος της Οδηγίας 95/46 και του ευρέως τρόπου ερμηνείας του Κανονισμού [βλ. … A Practical Guide, σελ. 10] θα μπορούσε, για παράδειγμα, να θεωρηθεί ως αρχειοθέτηση με συγκεκριμένα κριτήρια η δημιουργία χρονολογικά οργανωμένων αρχείων, αλφαβητικά οργανωμένων αρχείων ή αρχείων που οργανώνονται σύμφωνα με προκαθορισμένες προϋποθέσεις. Επίσης, ως αρχειοθέτηση βάσει κριτηρίων αποτελεί και η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η αποθήκευση, η χρήση διά της προσκομίσεως σε Δικαστική Αρχή κάθε δεδομένου προσωπικού χαρακτήρα. Ειδικότερα, ο διάδικος συλλέγει με τρόπο μη αυτοματοποιημένο («χειροκίνητα» κατά την αιτιολογική σκέψη, άλλως «manually» κατά το αγγλόφωνο κείμενο του Κανονισμού) υλικό που εμπεριέχει προσωπικά δεδομένα τρίτου, τα αποθηκεύει και, ακολούθως, τα εντάσσει σε φάκελλο δικογραφίας και κάνει χρήση αυτών διά της εντάξεως στο σώμα των προσκομιζομένων προς ανάγνωση εγγράφων στην ποινική δίκη. Η ένταξη των εγγράφων αυτών στο σώμα των προσκομιζόμενων στοιχείων, αποτελεί ένταξη σε «σύστημα αρχειοθέτησης» κατά την έννοια του Κανονισμού, αφού με την χρήση κριτηρίων κατά τα ανωτέρω, ήτοι την ανάγκη αποδεικτικής θεμελίωσης της μείζονας σκέψης ενός νομικού συλλογισμού του, τα στοιχεία αυτά ταξινομούνται με τα υπόλοιπα αποδεικτικά στοιχεία. Συνεπώς, η προσκόμιση προς ανάγνωση των αποδεικτικών στοιχείων που εμπεριέχουν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα εμπίπτει στο ρυθμιστικό πεδίο του Κανονισμού και διέπεται από τους περιορισμούς του. Περαιτέρω, δε, σύμφωνα με την αιτιολογική σκέψη 18 του Προοιμίου του Κανονισμού, αυτός δεν εφαρμόζεται στην επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από φυσικό πρόσωπο στο πλαίσιο αποκλειστικά προσωπικής ή οικιακής δραστηριότητας, και άρα χωρίς σύνδεση με κάποια επαγγελματική ή εμπορική δραστηριότητα. Επισημαίνεται, δε, ότι οι προσωπικές ή οικιακές δραστηριότητες θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν την αλληλογραφία και την τήρηση αρχείου διευθύνσεων ή την κοινωνική δικτύωση και την επιγραμμική δραστηριότητα που ασκείται στο πλαίσιο τέτοιων δραστηριοτήτων. Έτσι, υπό το πρίσμα των ανωτέρω διαπιστώσεων κατά το άρθρο 2 § 2 του Κανονισμού αυτός δεν εφαρμόζεται στην επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα «από φυσικό πρόσωπο στο πλαίσιο αποκλειστικά προσωπικής ή οικιακής δραστηριότητας».

Η έννοια της «προσωπικής ή οικιακής δραστηριότητας» θα πρέπει να ερμηνεύεται με βάση τις κοινές, κατά το μέτρο του δυνατού, κοινωνικές αντιλήψεις, και περιλαμβάνει προσωπικά δεδομένα για τα οποία γίνεται επεξεργασία για ψυχαγωγικές δραστηριότητες, χόμπι, διακοπές ή διασκέδαση, ή αφορούν στην χρήση του κοινωνικού δικτύου και των συλλεγόμενων δεδομένων, με σκοπό οι πληροφορίες να αποτελέσουν μέρος μιας προσωπικής συλλογής διευθύνσεων, γενεθλίων ή άλλες σημαντικές ημερομηνίες. Τίθεται, συνεπώς, ζήτημα του κατά πόσο η χρήση μίας φωτογραφίας από την ιστοσελίδα facebook που απεικονίζει ένα πρόσωπο μπορεί, υπό περιστάσεις, να εξαιρείται από την εφαρμογή της οδηγίας αυτής, καθόσον πραγματοποιείται «στο πλαίσιο αποκλειστικά προσωπικών ή οικιακών δραστηριοτήτων». Σύμφωνα με τα ανωτέρω, ο Κανονισμός αποσκοπεί στο να διασφαλίσει ένα αυξημένο επίπεδο προστασίας των θεμελιωδών ελευθεριών και δικαιωμάτων των φυσικών προσώπων, και ιδίως της ιδιωτικής ζωής, έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (βλ. απόφαση …, C-131/12, EU:C:2014:317, σκέψη 66). Συναφώς, πρέπει να τονιστεί ότι, κατά πάγια νομολογία, η προστασία του θεμελιώδους δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή, το οποίο κατοχυρώνει το άρθρο 7 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, επιτάσσει οι παρεκκλίσεις από την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και οι περιορισμοί τους να μην υπερβαίνουν τα όρια του απολύτως αναγκαίου (βλ. αποφάσεις IPI, C-473/12, EU:C:2013:715, σκέψη 39, C-293/12 και C-594/12, EU:C:2014:238, σκέψη 52). Στον βαθμό που οι διατάξεις του Κανονισμού, κατά το μέρος που διέπουν την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα τα οποία μπορούν να οδηγήσουν σε προσβολή των θεμελιωδών ελευθεριών, και, ειδικότερα, του δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή, πρέπει οπωσδήποτε να ερμηνεύονται υπό το φως των θεμελιωδών δικαιωμάτων, τα οποία είναι κατοχυρωμένα με τον εν λόγω Χάρτη (βλ. απόφαση …, EU:C:2014:317, σκέψη 68), η παρέκκλιση που προβλέπεται στο άρθρο 2 § 2 του Κανονισμού πρέπει να ερμηνεύεται περιοριστικά (απόφαση …, EU:C:2014:2428 σκέψεις 27-35). Η εν λόγω περιοριστική ερμηνεία βασίζεται στο ίδιο το γράμμα της διατάξεως αυτής με την οποία εξαιρείται από την εφαρμογή του Κανονισμού η επεξεργασία δεδομένων που πραγματοποιείται στο πλαίσιο όχι απλώς προσωπικών ή οικιακών, αλλά «αποκλειστικά» προσωπικών ή οικιακών δραστηριοτήτων, ακόμη και αν, παρεμπιπτόντως, αφορούν ή μπορεί να αφορούν την ιδιωτική ζωή άλλων προσώπων. Στον βαθμό, συνεπώς, που μια προσκόμιση φωτογραφίας τρίτου ατόμου εκτείνεται, έστω και εν μέρει, στον δημόσιο χώρο (διά της προσκομίσεως κατ’άρθρο 364 ΚΠΔ προς ανάγνωση σε ποινικό Δικαστήριο) και, ως εκ τούτου, εξέρχεται από την ιδιωτική σφαίρα αυτού που προβαίνει στην επεξεργασία των δεδομένων με το μέσο αυτό, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αποκλειστικώς «προσωπική ή οικιακή» δραστηριότητα κατά την έννοια του άρθρου 2 § 2 του Κανονισμού. Συνεπώς, η χρήση μίας φωτογραφίας από την ιστοσελίδα facebook με σκοπό την αποδεικτική θεμελίωση ενός ισχυρισμού εμπίπτει στο ρυθμιστικό πεδίο του Κανονισμού και διέπεται από τους περιορισμούς του. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 6 του Κανονισμού «η επεξεργασία είναι σύννομη μόνο εάν και εφόσον ισχύει τουλάχιστον μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις: α) το υποκείμενο των δεδομένων έχει συναινέσει στην επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα του για έναν ή περισσότερους συγκεκριμένους σκοπούς, …. στ) η επεξεργασία είναι απαραίτητη για τους σκοπούς των έννομων συμφερόντων που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή τρίτος, εκτός εάν έναντι των συμφερόντων αυτών υπερισχύει το συμφέρον ή τα θεμελιώδη δικαιώματα και οι ελευθερίες του υποκειμένου των δεδομένων που επιβάλλουν την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Το στοιχείο στ) δεν εφαρμόζεται στην επεξεργασία που διενεργείται από δημόσιες αρχές κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Σε σχέση με τη συγκατάθεση ενηλίκου γίνεται δεκτό (αιτιολογική σκέψη 32) ότι αυτή θα πρέπει να παρέχεται με σαφή θετική ενέργεια η οποία να συνιστά ελεύθερη, συγκεκριμένη, ρητή και εν πλήρει επιγνώσει ένδειξη της συμφωνίας του υποκειμένου των δεδομένων υπέρ της επεξεργασίας των δεδομένων που το αφορούν, για παράδειγμα με γραπτή δήλωση, μεταξύ άλλων με ηλεκτρονικά μέσα, ή με προφορική δήλωση. Αυτό θα μπορούσε να περιλαμβάνει την συμπλήρωση ενός τετραγωνιδίου κατά την επίσκεψη σε διαδικτυακή ιστοσελίδα, την επιλογή των επιθυμητών τεχνικών ρυθμίσεων για υπηρεσίες της κοινωνίας των πληροφοριών ή μια δήλωση ή συμπεριφορά που δηλώνει σαφώς, στο συγκεκριμένο πλαίσιο, ότι το υποκείμενο των δεδομένων αποδέχεται την πρόταση επεξεργασίας των οικείων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Στην ιστοσελίδα κοινωνικής δικτύωσης facebook οι υποψήφιοι χρήστες αποδέχονται μεταξύ των άλλων τους προδιατυπωμένους όρους που τίθενται στο κεφάλαιο «Χρήστες και λογαριασμοί στους οποίους κοινοποιείτε περιεχόμενο και με τους οποίους επικοινωνείτε». Εκεί ρητά λαμβάνουν γνώση και συγκατατίθενται με την συμπλήρωση ενός τετραγωνιδίου κατά την εγγραφή στην εν λόγω ιστοσελίδα κοινωνικής δικτύωσης ότι όταν κοινοποιούν κάτι ή επικοινωνούν με κάποιον μέσω των Προϊόντων του facebook, επιλέγουν το κοινό που θα δει αυτό που κοινοποιείται και ότι μπορούν να επιλέξουν ως κοινό μια ομάδα, όλους τους φίλους τους, το σύνολο των χρηστών ή μια προεπιλεγμένη ομάδα προσώπων. Αντίστοιχα, όταν χρησιμοποιούν το Messenger ή το Instagram για να επικοινωνήσουν με πρόσωπα ή επιχειρήσεις, αυτά τα πρόσωπα και αυτές οι επιχειρήσεις μπορούν να δουν το περιεχόμενο που στέλνουν. Γίνεται μνεία του ότι οι δημόσιες πληροφορίες είναι ορατές σε όλους, εντός ή εκτός των προϊόντων facebook, ακόμα κι αν δεν έχουν λογαριασμό. Αυτές περιλαμβάνουν το όνομα χρήστη στο Instagram, οποιεσδήποτε πληροφορίες κοινοποιούνται δημοσίως, τις πληροφορίες στο δημόσιο προφίλ στο Facebook, καθώς και το περιεχόμενο που κοινοποιούν σε Σελίδες στο Facebook, σε δημόσιους λογαριασμούς στο Instagram ή σε οποιοδήποτε άλλο δημόσιο φόρουμ, όπως το Facebook … Επισημαίνεται, δε, ότι οι δημόσιες πληροφορίες μπορούν επίσης να ιδωθούν, να καταστούν προσβάσιμες, να επανακοινοποιηθούν ή να αναμεταδοθούν μέσω υπηρεσιών τρίτων, όπως μηχανές αναζήτησης, … και μη διαδικτυακά μέσα (π.χ. τηλεόραση), και μέσω εφαρμογών, ιστότοπων και άλλων υπηρεσιών που ενσωματώνονται με τα Προϊόντα facebook. Ακολούθως, γνωστοποιείται στους χρήστες ότι θα πρέπει να εξετάσουν καλά σε ποιον επιλέγουν να κοινοποιήσουν περιεχόμενο, επειδή τα άτομα που μπορούν να δουν τη δραστηριότητά τους στα Προϊόντα facebook μπορούν να επιλέξουν να την κοινοποιήσουν και σε άλλους, εντός ή εκτός των Προϊόντων facebook, συμπεριλαμβανομένων ατόμων και επιχειρήσεων που δεν ανήκουν στο κοινό της αρχικής κοινοποίησής τους. Για παράδειγμα, όταν κοινοποιείται μια δημοσίευση ή στέλνεται ένα μήνυμα σε συγκεκριμένους φίλους ή λογαριασμούς, αυτοί με τη σειρά τους μπορούν να κατεβάσουν, να δημιουργήσουν στιγμιότυπα οθόνης ή να επανακοινοποιήσουν το συγκεκριμένο περιεχόμενο σε άλλους εντός ή εκτός των προϊόντων facebook. Τέλος, ορίζεται ότι οι χρήστες μπορούν να αποσύρουν αυτή την άδεια οποιαδήποτε στιγμή, διαγράφοντας το περιεχόμενο ή τον λογαριασμό τους.

Υπό το πρίσμα της ανωτέρω συμφωνίας που είναι υποχρεωτική για την εγγραφή και χρήση της ιστοσελίδας κοινωνικής δικτύωσης facebook, ο χρήστης αυτών γνωρίζει και αποδέχεται ρητά τη δυνατότητα του κάθε χρήστη ή μη, ο οποίος έχει πρόσβαση στα προϊόντα facebook, να συλλέξει («κατεβάσει» κατά την ιδιόλεκτο των χρηστών μέσων πληροφορικής), αποθηκεύσει, αναδιανείμει και εν τέλει χρησιμοποιήσει κάθε υλικό που κοινοποιείται («ανεβαίνει» κατά την ανωτέρω ιδιόλεκτο) σε αυτό. Συνεπώς, έχοντας δώσει ρητή συγκατάθεση κατά τα ανωτέρω, συνεπάγεται ότι η οικειοθελής ανάρτηση προσωπικών πληροφοριών σε ένα δημοσίως προσβάσιμο μέσο, όπως τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, είναι τεκμήριο υπέρ της επιθυμίας του χρήστη αυτών των υπηρεσιών για δημοσιοποίηση και όχι για περιφρούρηση και προστασία των δεδομένων του.

Συνεπώς, στις ανωτέρω περιπτώσεις δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί αξίωση των υποκειμένων για τήρηση της εμπιστευτικότητας και προστασία των προσωπικών τους δεδομένων, αφού προφανώς τα ίδια τα υποκείμενα των δεδομένων έχουν απεκδυθεί αυτού του δικαιώματός τους. Άλλωστε, μέσω ειδικών εφαρμογών των υπηρεσιών κοινωνικής δικτύωσης, παρέχεται λειτουργικά η δυνατότητα ρυθμίσεων ιδιωτικότητας, προκειμένου να τίθενται περιορισμοί στην πρόσβαση σε ορισμένα πρόσωπα ή ομάδες προσώπων και να επιτρέπεται αντιστοίχως η πρόσβαση σε άλλα, στο πλαίσιο της πληροφοριακής αυτοδιάθεσης των χρηστών μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Υπό τις ανωτέρω παραδοχές, στην περίπτωση της επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων που έχουν ήδη δημοσιοποιηθεί, δεν υφίσταται ουσιαστικά προσβολή έννομου αγαθού, συνεπώς δεν δύναται να ενεργοποιηθούν οι προστατευτικές διατάξεις του Κανονισμού. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 364 παρ. 1 ΚΠΔ, στο ακροατήριο διαβάζονται οι εκθέσεις των ανακριτικών υπαλλήλων που συντάχτηκαν σύμφωνα με τους νόμιμους τύπους, καθώς και τα υπόλοιπα έγγραφα που υποβλήθηκαν κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας και δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητά τους…, ενώ, κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, διαβάζονται επίσης τα πρακτικά της ίδιας ποινικής δίκης που είχε αναβληθεί. Από την σαφή διατύπωση του ανωτέρω άρθρου γίνεται εμφανές ότι ως προϋπόθεση για την ανάγνωση των εγγράφων τίθεται το να μην αμφισβητηθεί από τους διαδίκους η γνησιότητά τους. Συνεπώς, αν αμφισβητηθεί η γνησιότητά τους από τους διαδίκους ή τον εισαγγελέα, δεν μπορούν να διαβασθούν, εφόσον δεν αποδειχθεί προηγουμένως αυτή. Με αυτόν τον όρο προφανώς περιορίζεται μεν η δυνατότητα του δικαστηρίου να συνεκτιμά, ως αποδεικτικά μέσα, τα κάθε είδους έγγραφα, αλλά δεν προστατεύεται αποτελεσματικά ο πιο πάνω περιορισμός, εφόσον η διάταξη δεν προβλέπει την ακυρότητα της διαδικασίας ως έννομη συνέπεια για την παραβίασή της. Επειδή ο ΚΠΔ δεν περιλαμβάνει ειδική διάταξη για την προσβολή ενός εγγράφου ως πλαστού, έπεται ερμηνευτικά ότι όλα τα ουσιαστικά και διαδικαστικά στοιχεία γι’αυτήν την προσβολή θα συναχθούν από τις αντίστοιχες διατάξεις του ΚΠολΔ (άρθρα 457 επ.), οι οποίες όμως εφαρμόζονται αναλόγως (αναλογία δικαίου), δηλ. με σεβασμό της ιδιαιτερότητας του ποινικού δικονομικού δικαίου και κυρίως στην αποδεικτική ευχέρεια (ηθική απόδειξη) του ποινικού δικαστή ν’αποφανθεί, αν ορισμένο έγγραφο (ιδιωτικό ή δημόσιο) είναι γνήσιο ή όχι, χωρίς να δεσμεύεται από συγκεκριμένους αποδεικτικούς κανόνες. Πρέπει, μάλιστα, στο σημείο αυτό να επισημανθεί ότι, κατά τον ΚΠολΔ, γνήσιο είναι ένα έγγραφο, εφόσον τόσο κατά τα εξωτερικά στοιχεία του, όσο και κατά το περιεχόμενό του, προέρχεται πράγματι από τον φερόμενο ως συντάκτη ή εκδότη του, οπότε η σχετική έρευνα, περιορίζεται μόνο στα πιο πάνω στοιχεία [βλ. Κονταξή, ΕρμΚΠΔ, τόμ. Β, σελ. 2283). Η αμφισβήτηση της γνησιότητας του εγγράφου, με την παραπάνω σημασία, δεν συμπίπτει εννοιολογικά με την πλαστότητα αυτού, αλλά είναι έννοια ευρύτερη αυτής. Η άρνηση της αλήθειας του ουσιαστικού περιεχομένου ορισμένου εγγράφου δεν συνιστά αμφισβήτηση της γνησιότητάς του [πρβλ. ΑΠ 649/1987, ΠοινΧρ ΛΖ΄,557]. Η αμφισβήτηση γνησιότητας σε έγγραφα πραγματοποιείται με την άρνηση του γραφικού χαρακτήρα στα γράμματα ή (και) στην υπογραφή του φερομένου ως εκδότη του εγγράφου και μπορεί ν’αποδειχθεί με αντιπαραβολή του κρινόμενου εγγράφου προς άλλο αναμφισβήτητο έγγραφο του ίδιου συντάκτη ή ακόμη και με κάθε άλλο πρόσφορο επιτρεπτό από τον ΚΠΔ αποδεικτικό μέσο. Σε ηλεκτρονικό δε έγγραφο, με την αμφισβήτηση της προέλευσης του κειμένου. Τέλος, κατά το άρθρο 358 ΚΠΔ, μετά την εξέταση κάθε μάρτυρα ο εισαγγελέας και οι διάδικοι έχουν το δικαίωμα να αναφέρουν εναντίον του ή εναντίον της μαρτυρίας του οτιδήποτε μπορεί να καθορίσει ακριβέστερα την αξιοπιστία του και συντείνει στην αποκάλυψη της αλήθειας, ενώ μπορούν να προβαίνουν και σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με τις καταθέσεις που έγιναν ή με τα αποδεικτικά μέσα που εξετάστηκαν.

Στην προκειμένη περίπτωση, η πολιτικώς ενάγουσα εκθέτει, κατ’εκτίμηση των ισχυρισμών της, ότι α) δεν πρέπει να ληφθούν υπόψη κατά την έννοια του άρθρου 177 ΚΠΔ τα προσκομιζόμενα έγγραφα του facebook, εκ των οποίων το ένα είναι φωτογραφία της ιδίας με άγνωστο νεαρό άντρα και τα άλλα είναι συνομιλίες της με τον κατηγορούμενο μέσω της εφαρμογής messenger του facebook, β) αμφισβητεί την γνησιότητά τους (προφανώς μόνο των συνομιλιών), καθόσον θεωρεί ότι μπορεί να αποτελούν προϊόν συρραφής και γ) αρνείται την ανάγνωσή τους, διότι δεν ετέθησαν υπόψη της πολιτικής αγωγής, προκειμένου να λάβει γνώση και να διερευνήσει την προέλευσή τους. Οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να απορριφθούν ως νόμω, άλλως ουσία, αβάσιμοι. Πιο συγκεκριμένα σε σχέση με το πρώτο σκέλος του πρώτου ισχυρισμού, και δη κατά το ειδικότερο μέρος αυτού, που αφορά στην προσκομιζόμενη φωτογραφία της πολιτικώς ενάγουσας με τον άγνωστο άντρα, είναι προφανές ότι αυτή η φωτογραφία αποτελεί προσωπικό δεδομένο, όχι όμως ευαίσθητο, αφού δεν απεικονίζονται οι μνημονευθέντες απεικονιζόμενοι σε ερωτική στιγμή ή συνεύρεση, αλλά ευρίσκονται σε φιλική στάση σε εξοχικό σημείο στην Αλβανία. Η ανάρτηση αυτή της φωτογραφίας έγινε στην ιστοσελίδα facebook, όπου η πολιτικώς ενάγουσα έδωσε ρητή συγκατάθεση για την χρήση της από τους υπόλοιπους χρήστες της εν λόγω ιστοσελίδας. Συνεπώς, η χρήση αυτής της φωτογραφίας από τον κατηγορούμενο προς απόδειξη του ισχυρισμού του ότι η πολιτικώς ενάγουσα έχει καταρρεύσει ψυχολογικά από την φερόμενη αποπλάνησή της δεν έχει αποκτηθεί με αξιόποινη πράξη ή μέσω αυτής.

Παράλληλα, και κατά το δεύτερο σκέλος του, που αφορά στην χρήση των συνομιλιών στην εφαρμογή messenger, είναι νομότυπη η χρήση αυτών, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, αφού τα μηνύματα μέσω των δικτύων κοινωνικής δικτύωσης δεν πρέπει, κατ’αρχήν, να θεωρούνται παράνομα αποδεικτικά μέσα και δεν προσβάλλονται τα δικαιώματα της ελεύθερης επικοινωνίας και του απορρήτου, όταν προσκομίζονται από τους ίδιους τους αντιδίκους και συνάμα συνομιλούντες μέσω αυτών στο πλαίσιο δικαστικής μεταξύ τους διένεξης. Ως εκ τούτου ούτε και αυτά τα αποδεικτικά μέσα έχουν αποκτηθεί με αξιόποινη πράξη ή μέσω αυτής. Ομοίως, απορριπτέος τυγχάνει και ο δεύτερος ισχυρισμός περί αρνήσεως της γνησιότητας, καταρχάς λόγω της προφανούς αοριστίας του, δεδομένου ότι ο πολιτικώς ενάγων δεν επικαλείται ότι οι διάλογοι, κατά το μέρος που τον αφορούν, δεν προέρχονται από αυτόν, αλλά εκθέτει ασαφώς ότι πιθανόν να έχει γίνει συρραφή συνομιλιών. Σε κάθε περίπτωση, όμως, έστω και επικουρικά, ο ισχυρισμός αυτός τυγχάνει απορριπτέος και ως αβάσιμος στην ουσία του, εφόσον από τις προσκομιζόμενες εκτυπώσεις των διαλόγων, απεικονίζεται μία συνεχής σειρά ερωταπαντήσεων χωρίς λογικά ή άλλου είδους κενά με απόλυτο ειρμό σκέψεων και σαφώς και δεν αποτελούν προϊόν συρραφής. Τέλος, απορριπτέος στην ουσία του τυγχάνει και ο ισχυρισμός κατά το τρίτο του σκέλος, περί του ότι όλα τα εν λόγω έγγραφα δεν ετέθησαν υπόψη της πολιτικής αγωγής προκειμένου να λάβει γνώση και να διερευνήσει την προέλευσή τους, αφού δεν υφίσταται προστάδιο προσκόμισης εγγράφων στην ποινική δίκη. Απεναντίας, τα έγγραφα προσκομίστηκαν νομότυπα κατά την συζήτηση στο ακροατήριο, επεδείχθησαν σε όλους τους παράγοντες της δίκης και όλοι μπόρεσαν να ασκήσουν τα προβλεπόμενα κατά το άρθρο 358 ΚΠΔ δικαιώματά τους, τα οποία και άσκησαν.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει ομόφωνα την προσφυγή της πολιτικής αγωγής, κατά της διάταξης του Προέδρου, για το επιτρεπτό της ανάγνωσης των αποδεικτικών μέσων.

Πηγή: apachejones-zone.blogspot.com

Αναδημοσίευση από legalnews24.gr

Υποχρέωση του δικαστηρίου να ενημερώσει τον υπόχρεο διάδικο για την παράλειψη κατάθεσης του παραβόλου – Προϋποθέσεις (ΔΕφΠατρών)

Διοικητικό Εφετείο Πατρών 246/2017: Η υποχρέωση του δικαστηρίου να ενημερώσει τον υπόχρεο διάδικο για την παράλειψή του να καταθέσει το προβλεπόμενο παράβολο στοιχειοθετείται μόνο στην περίπτωση που ο διάδικος ή ο πληρεξούσιός του δικηγόρος παρέστη αυτοπροσώπως κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, ενώ σε αντίθετη περίπτωση, τέτοια υποχρέωση δεν υφίσταται, ενώ για να απευθυνθεί η σχετική πρόσκληση στο δικηγόρο που παρέστη, απαιτείται αυτός να έχει νομιμοποιηθεί προσηκόντως ως δικαστικός πληρεξούσιος του διαδίκου.Εφαρμοζόμενες διατάξεις: άρθρο 277. 139 του Κ.Δ.Δ. (ν. 2717/1999)         «Κατά τις ανωτέρω διατάξεις, ναι μεν η μη καταβολή του ως άνω παραβόλου έως την πρώτη συζήτηση δεν οδηγεί, κατ’ αρχήν, στην άμεση απόρριψη της έφεσης ως απαράδεκτης, αφού θεσπίζεται υποχρέωση του δικαστηρίου να μετέλθει πρώτα τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 139Α του Κ.Δ.Δ., προκειμένου να ενημερώσει τον υπόχρεο διάδικο για την υφιστάμενη παράλειψή του, και μόνο σε περίπτωση που αυτή αποβεί άκαρπη μπορεί να χωρήσει στην ανωτέρω απόρριψη (Ολομ. ΣτΕ 601/ 2012, ΣτΕ 1223/ 2015), πλην όμως, όπως έχει κριθεί, η εν λόγω υποχρέωση του δικαστηρίου στοιχειοθετείται μόνο στην περίπτωση που ο διάδικος ή ο πληρεξούσιός του δικηγόρος παρέστη αυτοπροσώπως κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, ενώ σε αντίθετη περίπτωση, τέτοια υποχρέωση δεν υφίσταται (ΣτΕ 398/2015, 3301/ 2012, 4416/2005). Τέλος, ο δικηγόρος στον οποίο μπορεί, όπως ρητώς αναφέρεται στην ανωτέρω διάταξη, να απευθυνθεί η σχετική πρόσκληση, απαιτείται οπωσδήποτε να έχει νομιμοποιηθεί προσηκόντως (κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 30 παρ. 2 και 3 του Κ.Δ.Δ.) ως δικαστικός πληρεξούσιος του διαδίκου (ΣτΕ 1223/2015). 3. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, οι εκκαλούντες, κατέβαλαν, έως την παρούσα πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο, ένα παράβολο ποσού 150 ευρώ, μολονότι κάθε ένας από αυτούς όφειλε να καταβάλει παράβολο ύψους 75 ευρώ. Για το λόγο αυτό, ο οποίος εξετάζεται αυτεπαγγέλτως, βάσει του άρθρου 35 του Κ.Δ.Δ., πρέπει η κρινόμενη έφεση να απορριφθεί ως απαράδεκτη (ΣτΕ 2207/2015, 285/2015, 2964/ 2014 κ.ά.), χωρίς, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην προηγούμενη σκέψη, να συντρέχει εν προκειμένω νόμιμη περίπτωση να ενεργοποιηθεί προηγουμένως η διαδικασία του άρθρου 139Α του Κ.Δ.Δ., ενόψει του ότι κατά τη συζήτηση της υποθέσεως οι εκκαλούντες παρέστησαν μεν δια του φερομένου ως πληρεξουσίου δικηγόρου τους Αθανασίου Διαμαντόπουλου, ο οποίος ζήτησε και έλαβε προθεσμία δέκα (10) ημερών προκειμένου να καταθέσει νομιμοποιητικά έγγραφα, τα οποία, ωστόσο, ουδέποτε κατέθεσε, λόγος, άλλωστε, για τον οποίο η κρινόμενη έφεση πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 5 του Κ.Δ.Δ., να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Απορρίπτει την έφεση».(δημοσίευση:Αχαϊκή Διοικητική Νομολογία, 2019, ΔΣ Πατρών)

Αναδημοσίευση από legalnews24.gr

Παραβίαση του δικαστικού απορρήτου: Η νέα διάταξη του άρθρου 251 ΠΚ

Σημαντικές αλλαγές επέφερε ο ν. 4619/2019 στο άρθρο 251 του Ποινικού Κώδικα που αφορά στην παραβίαση του δικαστικού απορρήτου.Η νέα διατύπωση του άρθρου 251 ΠΚ έχει ως εξής:«1. Όποιος καλείται κατά νόμο να ασκήσει δικαστικά καθήκοντα ή ο διαιτητής, αν με οποιονδήποτε τρόπο γνωστοποιεί σε άλλον, αφήνει να περιέλθει στην κατοχή ή γνώση άλλου, ανακοινώνει ή διαδίδει δικαστικό απόρρητο, τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή. Αν με την πράξη σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον οποιοδήποτε όφελος ή να βλάψει άλλον, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον τριών ετών και χρηματική ποινή. Η παράβαση αυτή τιμωρείται και αν τελέστηκε μετά την αποχώρηση από την υπηρεσία.2. Με την ίδια ποινή τιμωρείται και εκείνος στον οποίο το δικαστικό απόρρητο ήταν προσιτό λόγω της υπηρεσίας του ή της συμμετοχής του στη διαδικασία ως δικηγόρου ή διαδίκου.3. Το δικαστικό απόρρητο κατά το άρθρο αυτό αφορά γεγονότα, έγγραφα ή πληροφορίες όταν αυτά σχετίζονται με: α) συνεδρίαση δικαστικού συμβουλίου, β) διάσκεψη ή μυστική ψηφοφορία, γ) πράξεις που διενεργούνται στη διάρκεια της ανάκρισης, δ) συνεδρίαση δικαστηρίου που έχει διεξαχθεί κεκλεισμένων των θυρών, όταν από τη δημοσιοποίηση των στοιχείων της προκαλείται κίνδυνος προσβολής άλλου ή ε) στοιχεία που σχετίζονται με διαιτησία ή διαμεσολάβηση, όταν η δημοσιοποίησή τους δημιουργεί κίνδυνο προσβολής του ενός μέρους».Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση, στο άρθρο 251 τυποποιείται το έγκληµα της παραβίασης δικαστικού απορρήτου. Σηµαντική καινοτοµία της συγκεκριµένης διάταξης είναι το ότι δίδεται σε αυτή συγκεκριµένος ορισµός του δικαστικού απορρήτου (παρ. 3). Επιπλέον, στην ίδια διάταξη διαµορφώνεται µια διακεκριµένη µορφή του εγκλήµατος, όταν ο δράστης σκοπεύει να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον οποιοδήποτε όφελος ή να βλάψει άλλον (παρ. 1 εδ. β΄), ενώ διευρύνεται και το περιεχόµενο του εγκλήµατος που τυποποιείται στην δεύτερη παράγραφο του άρθρου, εφόσον δράστης δεν είναι µόνο αυτός που έχει παρευρεθεί στη διάσκεψη, αλλά κάθε ένας στον οποίο το δικαστικό απόρρητο ήταν προσιτό λόγω της υπηρεσίας του ή της συµµετοχής του στη διαδικασία ως δικηγόρου ή διαδίκουΤο προϊσχύσαν άρθρο 251 είχε ως ακολούθως:«1. Οποιος  καλείται  κατά  το  νόμο  να εκτελέσει δικαστικά  καθήκοντα και γνωστοποιεί σε άλλον απόρρητα  από  τη  διάσκεψη  ή  την  ψηφοφορία στην οποία πήρε μέρος τιμωρείται με Φυλάκιση μέχρι δύο ετών. 2. Με  την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος παρευρεθεί σε τέτοια  διάσκεψη ή ψηφοφορία λόγω των καθηκόντων του αν γνωστοποιήσει σε άλλον  τα απόρρητά της».

Αναδημοσίευση από legalnews24.gr

Ειδική Εκλογική Αποζημίωση: Έως τις 29/7 η καταβολή στους λογαριασμούς

Υπηρεσίες Πληρωμής της Ειδικής Εκλογικής Αποζημίωσης

Ανακοίνωση 22/7/2019

Σας ενημερώνουμε ότι:

Η επεξεργασία πληρωμής της Εκλογικής Αποζημίωσης των Βουλευτικών Εκλογών της 7ης Ιουλίου 2019, για όσους υπέβαλαν την σχετική αίτηση και συμπλήρωσαν τον ΙΒΑΝ ολοκληρώθηκε. Έως την Δευτέρα 29/7/2019 θα έχει γίνει η πίστωση της αποζημίωσης στους ατομικούς λογαριασμούς.

Οι εφαρμογές :

  • καταχώρησης των Γραμματέων της εφορευτικής επιτροπής και των  Διερμηνέων τουρκικής γλώσσας από Τακτικούς Αντιπροσώπους της Δικαστικής Αρχής και
  • αίτησης πληρωμής της ειδικής εκλογικής αποζημίωσης και καταχώρησης του ΙΒΑΝ

είναι διαθέσιμες για όσους δεν περιλήφθηκαν στην προηγούμενη διαδικασία πληρωμής από την Δευτέρα 22/7/2019 και ώρα 04:00 μμ. 

Παρακαλούμε όπως ολοκληρώσετε όλες τις εκκρεμότητες καταχώρησης στις παραπάνω εφαρμογές που αφορούν στις Εκλογικές Διαδικασίες, προκειμένου να συμπεριληφθείτε στην επόμενη ροή πληρωμής.

Αναδημοσίευση από lawspot.gr

Νέες διορθώσεις σε Ποινικό Κώδικα και Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (ΦΕΚ)

Νέες διορθώσεις στον Ποινικό Κώδικα και τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (Νόμοι 4619 και 4620 αντίστοιχα) περιλαμβάνουν αποφάσεις του Υπουργείου Δικαιοσύνης που δημοσιεύθηκαν χθες στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Α 122).

Υπενθυμίζεται ότι λίγες μέρες πριν την έναρξη ισχύος των νέων κωδίκων, με Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου (η οποία πρέπει να κυρωθεί με Νόμο), είχαν γίνει και άλλες διορθώσεις στα κείμενα των νόμων.

Οι διορθώσεις έρχονται τη στιγμή που αυξάνονται τα δημοσιεύματα που αναφέρουν πως η νέα ηγεσία του Υπουργείου να προχωρήσει σε αναστολή της εφαρμογής των νέων κωδίκων.

Να σημειωθεί ότι οι διορθώσεις αφορούν σε τυπογραφικά και ορθογραφικά λάθη.

Αναλυτικά:

 Στο ν. 4619/2019 (Α’ 95) γίνονται οι παρακάτω διορθώσεις:

α) Στο άρθρο 81, η λέξη «τέσσερεις» στην παρ. 4 εδ. β και στην παρ. 5 περ. ε, αντικαθίσταται από τη λέξη «τέσσερις».

β) Στον τίτλο της τέταρτης ενότητας του πέμπτου κεφαλαίου του Γενικού Μέρους, διαγράφεται το τελικό Η από τη λέξη «ΕΚΤΕΛΕΣΗΣΗ».

γ) Στο εδάφιο β’ της παρ. 1 του άρθρου 310 ΠΚ προστίθεται μετά τη λέξη «τιμωρείται» η λέξη «με».

δ) Στο εδάφιο β’ της παρ. 1 του άρθρου 307 ΠΚ προστίθεται μετά τη λέξη «τιμωρείται» η λέξη «με». 

Στο ν. 4620/2019 (Α’ 96) γίνονται οι παρακάτω διορθώσεις:

α) Στην παρ. 2 του άρθρου 20 οι λέξεις «του εισαγγελέα ή ενόρκου» αντικαθίστανται από τις λέξεις «τον εισαγγελέα ή ένορκο».

β) Στο άρθρο 25 οι λέξεις πριν την παρ. 1 «Εξαίρεση των ανακριτικών υπαλλήλων.» τίθενται στον τίτλο μετά τις λέξεις «Υποχρέωση για δήλωση των ανακριτικών υπαλλήλων.».

γ) Στο άρθρο 30 οι λέξεις πριν την παρ. 1 «Υποχρέωση ακρόασης.» τίθενται στον τίτλο μετά τις λέξεις «Αρμοδιότητες του εισαγγελέα.».

δ) Στο άρθρο 43 οι λέξεις πριν την παρ. 1 «Τρόποι κίνησης. Αρχειοθέτηση.» τίθενται στον τίτλο μετά τις λέξεις «Έναρξη ποινικής δίωξης.».

ε) Στον τίτλο του άρθρου 88 «Αποτελέσματα την αποβολής.», η λέξη «την» αντικαθίσταται από τη λέξη «της».

στ) Στο άρθρο 100 οι λέξεις πριν την παρ. 1 «Ανακοίνωση των εγγράφων της ανάκρισης.» τίθενται στον τίτλο μετά τις λέξεις «Δικαίωμα πρόσβασης στο υλικό της δικογραφίας.».

ζ) Στο άρθρο 197 οι λέξεις πριν την παρ. 1 «Διόρθωση και επανάληψη.» τίθενται στον τίτλο μετά τις λέξεις «Ουσιαστικές διαφωνίες.».

η) Στον τίτλο του άρθρου 229 «Μάρτυρες κουφοί και άλαλο.», η λέξη «άλαλο» αντικαθίσταται από τη λέξη «άλαλοι».

θ) Στον τίτλο του άρθρου 268, μετά τη λέξη «κατασχέθηκαν» και πριν από τη λέξη «Σφράγιση» τίθεται τελεία.

ι) Πριν το άρθρο 329, στον τίτλο του Πρώτου Κεφαλαίου «ΘΕΜΕΛΕΙΩΔΕΙΣ ΑΡΧΕΣ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ», η λέξη «ΘΕΜΕΛΕΙΩΔΕΙΣ» αντικαθίσταται από τη λέξη «ΘΕΜΕΛΙΩΔΕΙΣ».

ια) Πριν το άρθρο 333, στον τίτλο του Δεύτερου Κεφαλαίου «ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΟΥ ΔΙΕΥΘΥΝΤΟΝΤΟΣ ΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ», η λέξη «ΔΙΕΥΘΥΝΤΟΝΤΟΣ» αντικαθίσταται από τη λέξη «ΔΙΕΥΘΥΝΟΝΤΟΣ».

ιβ) Στο τέλος του πρώτου εδαφίου της παρ. 5 του άρθρου 340 απαλείφεται η (επιπλέον) τελεία μετά τις λέξεις «παρ. 2.».

ιγ) Στον τίτλο του άρθρου 375 απαλείφεται η παύλα (-) μεταξύ των λέξεων «Ιδιαίτερες δικάσιμοι.» και «Διακοπή των συνεδριάσεων.».

ιδ) Στον τίτλο του άρθρου 384 « Αιτήσεις. – ενστάσεις και εκδίκασή τους. Οριστικοποίηση καταλόγου.» απαλείφεται η τελεία μετά την λέξη «Αιτήσεις».

ιε) Στην παρ. 1 του άρθρου 436 οι λέξεις «οι διαδικασία» αντικαθίστανται από τις λέξεις «η διαδικασία».

ιστ) Στον τίτλο του άρθρου 472 διαγράφονται η τελεία και το ενωτικό ανάμεσα στη λέξη «ανασταλτικής» και τη λέξη «δύναμης».

ιζ) Οι δύο τελευταίες παράγραφοι του άρθρου 589 αναριθμούνται από «2» και «3» σε «3» και «4» αντίστοιχα.

ιη) Στο τέλος του άρθρου 592 μετά τις λέξεις «του παρόντος Κώδικα.» τίθενται εισαγωγικά (»). 

Αναδημοσίευση από lawspot.gr

Συκοφαντική Δυσφήμιση: «Τρίτος» είναι και ο γραμματέας, ο δικαστικός επιμελητής, οι δικαστές, οι εισαγγελείς και οι αστυνομικοί (ΑΠ)

Άρειος Πάγος -Απόφαση 841 / 2019 (ΣΤ, Ποινικές): Συκοφαντική Δυσφήμιση- Στην έννοια του τρίτου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 362, 363 ΠΚ, περιλαμβάνεται οποιοδήποτε φυσικό πρόσωπο ή αρχή, όπως ο γραμματέας, ο δικαστικός επιμελητής, οι δικαστές, οι εισαγγελείς, οι αστυνομικοί κλπ που έλαβαν γνώση του δυσφημιστικού ισχυρισμού ή της διάδοσης.«Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ’ αριθμόν 3837-3901/2018 απόφαση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που την εξέδωσε δικάζοντας σε πρώτο βαθμό, δέχθηκε ανελέγκτως στο σκεπτικό του, μετά από εκτίμηση των αναφερομένων σ’ αυτή κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων (καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, αναγνωσθέντα έγγραφα, απολογίες κατηγορουμένων ου) και κατά το ενδιαφέρον στην κρινόμενη υπόθεση μέρος, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα….Όσον αφορά δε την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης (που σχετίζεται με την από μέρους των κατηγορουμένων υποβολή των μηνυτήριων αναφορών στον αρμόδιο Εισαγγελέα), οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν αθώοι, καθόσον, σύμφωνα με την άποψη που και το παρόν Δικαστήριο υιοθετεί ως ορθότερη, δεν δύναται να θεωρηθεί «τρίτος» των οικείων ποινικών διατάξεων (άρθρα 362, 363 ΠΚ) πρόσωπο θεσμικά (δικονομικά) εξουσιοδοτημένο να παραλαμβάνει και να εξετάζει μηνύσεις, καταγγελίες κλπ. Τα πρόσωπα αυτά, κατά την ενάσκηση των καθηκόντων τους αποβάλλουν την προσωπική τους ταυτότητα και εξυπηρετούν αποκλειστικά τον ανατιθέμενο σ’ αυτούς θεσμικό τους ρόλο (βλ. την υπ’ αριθ. 373/2016 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών).Με την ως άνω όμως παραδοχή, την οποία διέλαβε στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης υπ’ αριθμόν 3837-3901/2018 απόφασής του το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, σχετικά με την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμισης, προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ, καθόσον στην έννοια του τρίτου, κατά τις διατάξεις αυτές, περιλαμβάνεται οποιοδήποτε φυσικό πρόσωπο ή αρχή, όπως ο γραμματέας, ο δικαστικός επιμελητής, οι δικαστές, οι εισαγγελείς οι αστυνομικοί κλπ που έλαβαν γνώση του δυσφημιστικού ισχυρισμού ή της διάδοσης (ΑΠ 1013/2018, ΑΠ 1777/2017, ΑΠ 611/2015), ενόψει μάλιστα και του ότι και από την γραμματική ακόμη διατύπωση του κειμένου των διατάξεων των άρθρων 362-363 του ΠΚ συνάγεται ευθέως ότι «τρίτος» είναι κάθε πρόσωπο που λαμβάνει γνώση των φερόμενων συκοφαντικών ισχυρισμών, αφού δεν γίνεται σ’ αυτές οποιαδήποτε εξαίρεση ή διάκριση για τα όργανα που είναι κατά το νόμο αρμόδια να παραλαμβάνουν μηνύσεις, καταθέσεις, αναφορές κλπ. Επομένως, το ως άνω Δικαστήριο κηρύσσοντας αθώους τους ως άνω κατηγορούμενους και ήδη αναιρεσίβλητους, με βάση την ως άνω παραδοχή, υπέπεσε στην πλημμέλεια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ως άνω διατάξεων και συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτός ο από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ μοναδικός λόγος της κρινόμενης αναίρεσης, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη υπ’ αριθμόν 3837-3901/2018 απόφαση του Β’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ως προς τις διατάξεις της, που αφορούν την αθώωση των ως άνω κατηγορουμένων και ήδη αναιρεσίβλητων για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμισης και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της για νέα κρίση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που την εξέδωσαν (άρθρο 519 του ΚΠΔ)».(areiospagos.gr)Δείτε ολόκληρη την απόφαση εδώ

Άνοιγμα Τραπεζικού Λογαριασμού στην Κύπρο: Μάθετε περισσότερα εδώ

Αναδημοσίευση από legalnews24.gr

Aγωγή αποζημίωσης λόγω μη συμμόρφωσης της Διοίκησης με ακυρωτική απόφαση δικαστηρίου σχετικά με καταβληθέν πρόστιμο (ΔΠρΑθ)

ΔΠρΑθ 13571/2018, 17ο Τμήμα: Μη συμμόρφωση της Διοίκησης με ακυρωτική απόφαση δικαστηρίου σχετικά με καταβληθέν πρόστιμο μετά των σχετικών τόκων, γεννά αξίωση επιστροφής του, επιδιώξιμη με αγωγήΣε περίπτωση ακύρωσης πράξης επιβολής προστίμου, το οποίο έχει ήδη καταβληθεί από τον υπόχρεο μαζί με τυχόν προσαυξήσεις, το συνολικό καταβληθέν ποσό πρέπει να επιστραφεί στον καταβαλόντα, προστιθεμένου του εκάστοτε προβλεπόμενου νόμιμου τόκου, διότι μόνο με τον τρόπο αυτό τα πράγματα αποκαθίστανται στην κατάσταση που θα ήταν, εάν δεν είχε εκδοθεί η πράξη που ακυρώθηκε. Συνεπώς, η επιστροφή του ποσού αυτού (προστίμου, τυχόν προσαυξήσεων και νομίμου τόκου), δύναται να επιδιωχθεί με άσκηση αγωγής αποζημίωσης, κατ’ άρθρα 105 και 106 Εισ.Ν.Α.Κ., σε περίπτωση μη συμμόρφωσης ή μη προσήκουσας συμμόρφωσης της Διοίκησης προς την ανωτέρω υποχρέωσή της, που απορρέει ευθέως από την ακυρωτική απόφαση, δεδομένου ότι διατηρείται ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της εν λόγω παράνομης πράξης και της ζημίας, εφόσον η αρχικώς εκδοθείσα παράνομη διοικητική πράξη έχει εφαρμοσθεί για ορισμένο χρονικό διάστημα, δηλαδή μέχρι την έκδοση της νεότερης νόμιμης πράξης. Περαιτέρω, ως προς την έναρξη της τοκογονίας αρκεί η γένεση της επιδικίας. (πηγή:adjustice.gr)

Αναδημοσίευση από legalnews24.gr

Κοινός τραπεζικός λογαριασμός: Δικαιώματα κληρονόμων αποθανόντος συνδικαιούχου και ο όρος του άρθρου 2 του ν.5638/32

AΠ 351/2018 (πολ.):Κοινός τραπεζικός λογαριασμός- Η ανάληψη του συνόλου των καταθέσεων από ένα συνδικαιούχο επιφέρει πλήρη απόσβεση της ενοχής της Τράπεζας έναντι όλων.Δικαίωμα αναγωγής των λοιπών συνδικαιούχων έναντι του αναλαβόντος τις καταθέσεις συνδικαιούχου. Δικαίωμα των κληρονόμων του αποθανόντος συνδικαιούχου να αξιώσουν από τον αναλαβοντα τις καταθέσεις το τμήμα εκείνο της καταθέσεως που αναλογεί στο δικαιοπάροχό τους με βάση τις εσωτερικές σχέσεις των καταθετών. Εάν όμως έχει τεθεί ο όρος του άρθρου 2 του ν. 5638/1932, τότε σε περίπτωση θανάτου ενός από τους καταθέτες, περιέρχεται αυτοδικαίως, εξ ιδίου δικαίου, η κατάθεση και ο λογαριασμός εξ αυτής στους επιζώντες, έναντι των οποίων οι κληρονόμοι του αποθανόντος καταθέτη δεν μπορούν να στραφούν και να αξιώσουν το κατά τις εσωτερικές σχέσεις τμήμα της καταθέσεως που αναλογούσε σ’ εκείνον, όπως θα μπορούσαν να πράξουν, αν δεν είχε τεθεί ο ως άνω όρος, του οποίου σε αυτό και μόνο εξαντλείται η νομική ενέργεια.«Κατά το άρθρο 1 παρ.1 και 2 του ν. 5368/1932, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 951/1971 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 124 περ. Δ στοιχ.α’ του ν.δ. 118/1973: «χρηματική κατάθεσις παρά τραπέζη εις ανοικτόν λογαριασμόν επ’ ονόματι δύο ή πλειοτέρων από κοινού (compte joint account) είναι εν τη εννοία του παρόντος νόμου η περιέχουσα τον όρον ότι του εκ ταύτης λογαριασμού δύναται να κάμνη χρήσιν, εν όλω ή εν μέρει, άνευ συμπράξεως των λοιπών, είτε εις είτε τινές, και πάντες κατ’ ιδίαν οι δικαιούχοι (παρ.1). Η χρηματική κατάθεσις, περί ης η προηγουμένη παράγραφος, επιτρέπεται να ενεργήται και εις κοινόν λογαριασμόν επί προθεσμία ή ταμιευτηρίου υπό προειδοποίησιν (παρ. 2)».Από τις διατάξεις αυτές, συνδυαζόμενες προς εκείνες των άρθρων 2 παρ.1 του ν.δ. 17-7/13-8-1923 «περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών», 411, 489, 490, 491, και 493 του Α.Κ. προκύπτει ότι, σε περίπτωση χρηματικής καταθέσεως επ’ ονόματι του ιδίου του καταθέτου και τρίτου ή τρίτων προσώπων σε κοινό λογαριασμό και ανεξαρτήτως του αν τα κατατεθέντα χρήματα ανήκαν σε όλους υπέρ των οποίων έγινε η κατάθεση ή σε μερικούς από αυτούς, παράγεται μεταξύ του καταθέτου και του τρίτου αφ’ ενός και του δέκτου της καταθέσεως νομικού προσώπου αφ’ ετέρου ενεργητική εις ολόκληρον ενοχή, με αποτέλεσμα η ανάληψη των χρημάτων της καταθέσεως (είτε όλων είτε μέρους αυτών) από ένα εκ των δικαιούχων να γίνεται εξ ιδίου δικαίου και όχι ως αντιπροσώπου των λοιπών, εάν δε αναληφθεί ολόκληρο το ποσό της χρηματικής καταθέσεως από ένα μόνο δικαιούχο επέρχεται απόσβεση της απαιτήσεως εις ολόκληρον έναντι του δέκτου της καταθέσεως και ως προς τον μη αναλαβόντα δικαιούχο, ο οποίος αποκτά πλέον εκ του νόμου απαίτηση έναντι του αναλαβόντος ολόκληρο την κατάθεση, για την καταβολή ποσού αναλόγου προς τον αριθμό των συνδικαιούχων του κοινού λογαριασμού, εκτός εάν από την μεταξύ των εσωτερική σχέση προκύπτει άλλη αναλογία ή δικαίωμα σε ολόκληρο το ποσό της καταθέσεως ή έλλειψη δικαιώματος αναγωγής από τον μη αναλαβόντα.Περαιτέρω, με τις διατάξεις των άρθρων 2 και 3 του ν. 5638/1932, που διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 124 περ. Δ εδ. α’ του ν.δ. 118/1973, ορίζεται αντιστοίχως ότι «επί των καταθέσεων τούτων δύναται να τεθεί προσθέτως ο όρος ότι άμα τω θανάτω οιουδήποτε των δικαιούχων, η κατάθεσις και ο εκ ταύτης λογαριασμός περιέρχεται αυτοδικαίως εις τους λοιπούς επιζώντας μέχρι του τελευταίου τούτων. Εν τη περιπτώσει ταύτη η κατάθεσις περιέρχεται εις αυτούς ελευθέρα παντός φόρου κληρονομιάς ή άλλου τέλους.Αντιθέτως, η απαλλαγή αυτή δεν επεκτείνεται επί των κληρονόμων του τελευταίου απομείναντος δικαιούχου.» και ότι «Διάθεσις της καταθέσεως διά πράξεως εν ζωή είτε αιτία θανάτου δεν επιτρέπεται, οι δε κληρονόμοι του τελευτήσαντος είτε εξ αδιαθέτου είτε εκ διαθήκης, συμπεριλαμβανομένων και των αναγκαίων τοιούτων…ουδέν δικαίωμα κέκτηνται επί της καταθέσεως». Από τις διατάξεις αυτές, η πρώτη των οποίων αναφέρεται στις εσωτερικές μεταξύ των περισσοτέρων καταθετών σχέσεις, ενώ η δεύτερη ρυθμίζει τις σχέσεις μεταξύ της τραπέζης στην οποία έχει γίνει η κατάθεση και των περισσοτέρων καταθετών, συνδυαζόμενες και προς τις προδιαληφθείσες τοιαύτες, προκύπτει ότι σε περίπτωση θανάτου ενός των καταθετών, δεν χωρεί υποκατάσταση αυτού από τους τυχόν κληρονόμους του έναντι της τραπέζης, κατά της οποίας και δεν μπορούν να στραφούν επικαλούμενοι το κληρονομικό τους δικαίωμα, διότι διαφορετικά θα μεταβαλλόταν το πρόσωπο του καταθέτη χωρίς τη συγκατάθεση της τραπέζης.Ο επιζών καταθέτης, ως εις ολόκληρον δανειστής έναντι της τραπέζης, μπορεί να εισπράξει και ολόκληρο το ποσόν της καταθέσεως οπότε οι κληρονόμοι του αποθανόντος θα μπορούν να αξιώσουν από αυτόν το τμήμα εκείνο της καταθέσεως που αναλογεί στο δικαιοπάροχό τους με βάση τις εσωτερικές σχέσεις των καταθετών.Εάν όμως έχει τεθεί ο όρος του άρθρου 2 του ν. 5638/1932, τότε σε περίπτωση θανάτου ενός από τους καταθέτες, περιέρχεται αυτοδικαίως, εξ ιδίου δικαίου, η κατάθεση και ο λογαριασμός εξ αυτής στους επιζώντες, έναντι των οποίων οι κληρονόμοι του αποθανόντος καταθέτη δεν μπορούν να στραφούν και να αξιώσουν το κατά τις εσωτερικές σχέσεις τμήμα της καταθέσεως που αναλογούσε σ’ εκείνον, όπως θα μπορούσαν να πράξουν, αν δεν είχε τεθεί ο ως άνω όρος, του οποίου σε αυτό και μόνο εξαντλείται η νομική ενέργεια.Και αν όμως δεν έχει τεθεί ο άνω όρος, οι κληρονόμοι του αποθανόντος καταθέτη δεν υπεισέρχονται ως προς την κατάθεση στην έναντι της Τραπέζης θέση του κληρονομηθέντος, και επομένως η ανάληψη του ποσού αυτού από τον επιζώντα καταθέτη, και στην περίπτωση που αυτός είναι συγχρόνως και κληρονόμος του αποθανόντος γίνεται έναντι της Τραπέζης ιδίω ονόματι και όχι με την ιδιότητα του κληρονόμου (Α.Π. 1691/2014, 405/2007, 380/2006)». 

Δείτε το πλήρες κείμενο της απόφασης εδώ

Αναδημοσίευση από legalnews24.gr

Άρειος Πάγος για συκοφαντική δυσφήμηση: Είναι «τρίτοι» οι δικαστικοί λειτουργοί, οι επιμελητές και οι γραμματείς

Στις σχετικές διατάξεις δεν γίνεται οποιαδήποτε εξαίρεση ή διάκριση για τα όργανα που είναι κατά το νόμο αρμόδια να παραλαμβάνουν μηνύσεις, καταθέσεις, αναφορές κλπ.

Με νέα απόφασή του ο Άρειος Πάγος (841/2019, Τμήμα ΣΤ’ Ποινικό) έκρινε, μεταξύ άλλων, σε υπόθεση σχετικά με συκοφαντική δυσφήμηση, ότι τα κατά το νόμο αρμόδια όργανα για α παραλαμβάνουν μηνύσεις, καταθέσεις, αναφορές κλπ. εντάσσονται στην έννοια του «τρίτου».

Υπενθυμίζεται ότι πριν λίγους μόλις μήνες με την 487/2019 απόφασή του Τμήμα Ε’ Ποινικό του Αρείου Πάγου είχε κρίνει ότι τα πρόσωπα αυτά δεν εμπίπτουν στηνν ένοια του «τρίτου», καθώς «​είναι θεσμικά εξουσιοδοτημένα όργανα να λαμβάνουν γνώση των δικογράφων, καταγγελιών, μηνύσεων και στα πλαίσια των υπηρεσιακών τους καθηκόντων ερευνούν τη βασιμότητα των αναφερομένων – καταγγελλομένων σ’ αυτά ή καταγίνονται με τη διεκπεραίωση των υποθέσεων, χωρίς να προβαίνουν σε ίδια κατά την προσωπική τους άποψη (αρνητική) εκτίμηση αυτών, όπως κάθε τρίτο πρόσωπο».

Απόσπασμα της απόφαση 841/2019

Όσον αφορά δε την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης (που σχετίζεται με την από μέρους των κατηγορουμένων υποβολή των μηνυτήριων αναφορών στον αρμόδιο Εισαγγελέα), οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν αθώοι, καθόσον, σύμφωνα με την άποψη που και το παρόν Δικαστήριο υιοθετεί ως ορθότερη, δεν δύναται να θεωρηθεί «τρίτος» των οικείων ποινικών διατάξεων (άρθρα 362, 363 ΠΚ) πρόσωπο θεσμικά (δικονομικά) εξουσιοδοτημένο να παραλαμβάνει και να εξετάζει μηνύσεις, καταγγελίες κλπ. Τα πρόσωπα αυτά, κατά την ενάσκηση των καθηκόντων τους αποβάλλουν την προσωπική τους ταυτότητα και εξυπηρετούν αποκλειστικά τον ανατιθέμενο σ’ αυτούς θεσμικό τους ρόλο (βλ. την υπ’ αριθ. 373/2016 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών).

Με την ως άνω όμως παραδοχή, την οποία διέλαβε στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης υπ’ αριθμόν 3837-3901/2018 απόφασής του το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, σχετικά με την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμισης, προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ, καθόσον στην έννοια του τρίτου, κατά τις διατάξεις αυτές, περιλαμβάνεται οποιοδήποτε φυσικό πρόσωπο ή αρχή, όπως ο γραμματέας, ο δικαστικός επιμελητής, οι δικαστές, οι εισαγγελείς οι αστυνομικοί κλπ που έλαβαν γνώση του δυσφημιστικού ισχυρισμού ή της διάδοσης (ΑΠ 1013/2018, ΑΠ 1777/2017, ΑΠ 611/2015), ενόψει μάλιστα και του ότι και από την γραμματική ακόμη διατύπωση του κειμένου των διατάξεων των άρθρων 362-363 του ΠΚ συνάγεται ευθέως ότι «τρίτος» είναι κάθε πρόσωπο που λαμβάνει γνώση των φερόμενων συκοφαντικών ισχυρισμών, αφού δεν γίνεται σ’ αυτές οποιαδήποτε εξαίρεση ή διάκριση για τα όργανα που είναι κατά το νόμο αρμόδια να παραλαμβάνουν μηνύσεις, καταθέσεις, αναφορές κλπ.

Επομένως, το ως άνω Δικαστήριο κηρύσσοντας αθώους τους ως άνω κατηγορούμενους και ήδη αναιρεσίβλητους, με βάση την ως άνω παραδοχή, υπέπεσε στην πλημμέλεια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ως άνω διατάξεων και συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτός ο από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ μοναδικός λόγος της κρινόμενης αναίρεσης, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη υπ’ αριθμόν 3837-3901/2018 απόφαση του Β’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ως προς τις διατάξεις της, που αφορούν την αθώωση των ως άνω κατηγορουμένων και ήδη αναιρεσίβλητων για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμισης και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της για νέα κρίση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που την εξέδωσαν (άρθρο 519 του ΚΠΔ).

Δείτε αναλυτικά την απόφαση στο areiospagos.gr

Αναδημοσίευση από lawspot.gr

Κοινοποίηση διατάξεων του άρθρου 469 του νέου Ποινικού Κώδικα (ν. 4619/2019) περί του αδικήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο (εγκύκλιος)

Εγκύκλιο με αρ. 2125/3-7-2019 με θέμα «Κοινοποίηση διατάξεων του άρθρου 469 του νέου Ποινικού Κώδικα (ν. 4619/2019) περί του αδικήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο» εξέδωσε η ΑΑΔΕ. Η Εγκύκλιος αναφέρει τα εξής:«Σας κοινοποιούμε τις διατάξεις του νέου Ποινικού Κώδικα (ν.4619/2019, ΦΕΚ 95 Α’/11.6.2019 «Κύρωση του Ποινικού Κώδικα»), και ειδικότερα τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 469 αυτού, με τις οποίες τροποποιήθηκαν οι διατάξεις του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 περί του ποινικού αδικήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και τρίτους, με την τροποποίηση της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού και ειδικότερα με την προσθήκη νέου εδαφίου (γ’) στην παράγραφο αυτή.Επισημαίνεται ότι οι νέες διατάξεις εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο Δεύτερο του νόμου αυτού, από την 1.7.2019. Λόγω της αναδρομικής ισχύος της επιεικέστερης διάταξης ποινικού νόμου κατά το άρθρο 2 του νέου Ποινικού Κώδικα, οι κοινοποιούμενες διατάξεις καταλαμβάνουν και τις εκκρεμείς, δυνάμει του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, στο ακροατήριο υποθέσεις.Ειδικότερα:Ι) Επαναρρύθμιση ποινικού αδικήματοςΜε τις κοινοποιούμενες διατάξεις επαναρρυθμίζεται το προβλεπόμενο στο άρθρο 25 του ν. 1882/1990 ποινικό αδίκημα της μη καταβολής βεβαιωμένων στη Φορολογική Διοίκηση χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου καθώς και τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Συγκεκριμένα, ρητά ορίζεται ότι στις (νέες) αιτήσεις και στον πίνακα χρεών που υποβάλλονται προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών, κατά το άρθρο αυτό, δεν συμπεριλαμβάνονται και δεν υπολογίζονται για τον προσδιορισμό της ποινικής ευθύνης του προσώπου, οι ακόλουθες οφειλές:α) χρέη που προέρχονται από τη μη εκτέλεση (αμιγώς) χρηματικών ποινών που επιβλήθηκαν από ποινικό δικαστήριο και οι σχετικές με αυτές προσαυξήσεις, τόκοι και λοιπές επιβαρύνσεις.Τούτο διότι, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση της μεταβατικής αυτής διάταξης, η μη καταβολή της επιβληθείσας χρηματικής ποινής καταργείται πλέον ως αυτοτελές αδίκημα του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, καθώς δυνάμει της διάταξης της παραγράφου 6 του άρθρου 80 του νέου Ποινικού Κώδικα, το δικαστήριο μαζί με τη χρηματική ποινή ορίζει ποινή στερητική της ελευθερίας, η οποία θα πρέπει να εκτιθεί από τον καταδικασθέντα, εάν δεν καταβάλλεται η χρηματική ποινή.β) χρέη που προέρχονται από τα φορολογικά αδικήματα που τυποποιούνται στο άρθρο 66 του ν. 4174/2013 (ΚΦΔ), μαζί με τις σχετικές με αυτά προσαυξήσεις, τόκους και λοιπές επιβαρύνσεις.Τούτο διότι, σύμφωνα με την ίδια ως άνω αιτιολογική έκθεση, θεραπεύεται το άτοπο της διπλής αξιολόγησης (τόσο κατά τις διατάξεις του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 όσο και του άρθρου 66 του ν. 4174/2013) αξιόποινων φορολογικών παραβάσεων και, ως εκ τούτου, τα ποσά που αποτελούν το αποκομισθέν ή το επιδιωχθέν προϊόν αυτών αποκλείονται πλέον από την αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, δεδομένου ότι η μη καταβολή αυτών τυποποιείται ήδη ποινικά από το άρθρο 66 του ΚΦΔ.Σχετικές οδηγίες αναφορικά με τα εγκλήματα φοροδιαφυγής των άρθρων 66-71 του ν.4174/2013 καθώς και τον τρόπο υποβολής των μηνυτήριων αναφορών για τα ως άνω εγκλήματα έχουν δοθεί με τις ΠΟΛ.1142/2016, ΠΟΛ.1209/2017 και Ε.2045/2019.ΙΙ.ΕπισημάνσειςΚατόπιν των ανωτέρω, επισημαίνεται ότι για τις εκκρεμείς στο ακροατήριο υποθέσεις μετά από αιτήσεις ποινικής δίωξης για συνολικό ποσό οφειλών άνω των εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ, οι βεβαιώσεις περί της εξέλιξης των οφειλών επιβάλλεται να περιέχουν ρητή αναφορά για το ύψος των ως άνω επιμέρους χρεών του οικείου πίνακα, καθώς επίσης και του εναπομένοντος υπολοίπου ποσού μετά την αφαίρεση τους. Ομοίως, για τις νέες αιτήσεις ποινικής δίωξης που υποβάλλονται για τις περιπτώσεις τέλεσης του ποινικού αδικήματος του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, οι οφειλές των ανωτέρω περιπτώσεων (α) και (β) θα πρέπει να εξαιρούνται από τον πίνακα χρεών.Ο εντοπισμός των ανωτέρω περιπτώσεων, προς διασφάλιση των συμφερόντων του Δημοσίου αλλά και προς αποφυγή υπηρεσιακής δυσλειτουργίας των εμπλεκόμενων Αρχών, θα πρέπει να διενεργείται κατόπιν σχετικής έρευνας και συνεργασίας των Τμημάτων Ελέγχου και Δικαστικής/Νομικής Υποστήριξης των Υπηρεσιών της Φορολογικής Διοίκησης. Ειδικότερα, θα πρέπει να γίνεται έλεγχος και προσυπογραφή από το Τμήμα Ελέγχου για την προηγούμενη υποβολή μηνυτήριας αναφοράς κατά το άρθρο 66 του ν. 4174/2013 για τις συγκεκριμένες πράξεις από τις οποίες προέρχονται τα χρέη και σε βάρος του ίδιου προσώπου που έχει διωχθεί ή επίκειται η δίωξή του κατά τις διατάξεις του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, για τις περαιτέρω άμεσες ενέργειες του Τμήματος Δικαστικού και Νομικής Υποστήριξης προς τις αρμόδιες εισαγγελικές αρχές περί της εφαρμογής ή μη της ανωτέρω διάταξης.Τέλος, υπενθυμίζεται η υποχρέωση για την άμεση και ταυτόχρονα με την υποβολή της μηνυτήριας αναφοράς ηλεκτρονική καταχώριση στο σύστημα Ο.Π.Σ.ELENXIS των στοιχείων μηνυτήριων αναφορών του ν.4174/2013, σύμφωνα με το ΔΕΛ Β 1109213 ΕΞ 2016/ 18.7.2016 έγγραφο της Διεύθυνσης Ελέγχων και τις οδηγίες καταχώρισης που έχουν αναρτηθεί στην ιστοσελίδα: http://elenxis.ggps.gsis/ELENXIS/tax/ESKORT/CaseManagement/Webstart_GR».

Αναδημοσίευση από legalnews24.gr