Κοινός τραπεζικός λογαριασμός: Δικαιώματα κληρονόμων αποθανόντος συνδικαιούχου και ο όρος του άρθρου 2 του ν.5638/32

AΠ 351/2018 (πολ.):Κοινός τραπεζικός λογαριασμός- Η ανάληψη του συνόλου των καταθέσεων από ένα συνδικαιούχο επιφέρει πλήρη απόσβεση της ενοχής της Τράπεζας έναντι όλων.Δικαίωμα αναγωγής των λοιπών συνδικαιούχων έναντι του αναλαβόντος τις καταθέσεις συνδικαιούχου. Δικαίωμα των κληρονόμων του αποθανόντος συνδικαιούχου να αξιώσουν από τον αναλαβοντα τις καταθέσεις το τμήμα εκείνο της καταθέσεως που αναλογεί στο δικαιοπάροχό τους με βάση τις εσωτερικές σχέσεις των καταθετών. Εάν όμως έχει τεθεί ο όρος του άρθρου 2 του ν. 5638/1932, τότε σε περίπτωση θανάτου ενός από τους καταθέτες, περιέρχεται αυτοδικαίως, εξ ιδίου δικαίου, η κατάθεση και ο λογαριασμός εξ αυτής στους επιζώντες, έναντι των οποίων οι κληρονόμοι του αποθανόντος καταθέτη δεν μπορούν να στραφούν και να αξιώσουν το κατά τις εσωτερικές σχέσεις τμήμα της καταθέσεως που αναλογούσε σ’ εκείνον, όπως θα μπορούσαν να πράξουν, αν δεν είχε τεθεί ο ως άνω όρος, του οποίου σε αυτό και μόνο εξαντλείται η νομική ενέργεια.«Κατά το άρθρο 1 παρ.1 και 2 του ν. 5368/1932, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 951/1971 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 124 περ. Δ στοιχ.α’ του ν.δ. 118/1973: «χρηματική κατάθεσις παρά τραπέζη εις ανοικτόν λογαριασμόν επ’ ονόματι δύο ή πλειοτέρων από κοινού (compte joint account) είναι εν τη εννοία του παρόντος νόμου η περιέχουσα τον όρον ότι του εκ ταύτης λογαριασμού δύναται να κάμνη χρήσιν, εν όλω ή εν μέρει, άνευ συμπράξεως των λοιπών, είτε εις είτε τινές, και πάντες κατ’ ιδίαν οι δικαιούχοι (παρ.1). Η χρηματική κατάθεσις, περί ης η προηγουμένη παράγραφος, επιτρέπεται να ενεργήται και εις κοινόν λογαριασμόν επί προθεσμία ή ταμιευτηρίου υπό προειδοποίησιν (παρ. 2)».Από τις διατάξεις αυτές, συνδυαζόμενες προς εκείνες των άρθρων 2 παρ.1 του ν.δ. 17-7/13-8-1923 «περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών», 411, 489, 490, 491, και 493 του Α.Κ. προκύπτει ότι, σε περίπτωση χρηματικής καταθέσεως επ’ ονόματι του ιδίου του καταθέτου και τρίτου ή τρίτων προσώπων σε κοινό λογαριασμό και ανεξαρτήτως του αν τα κατατεθέντα χρήματα ανήκαν σε όλους υπέρ των οποίων έγινε η κατάθεση ή σε μερικούς από αυτούς, παράγεται μεταξύ του καταθέτου και του τρίτου αφ’ ενός και του δέκτου της καταθέσεως νομικού προσώπου αφ’ ετέρου ενεργητική εις ολόκληρον ενοχή, με αποτέλεσμα η ανάληψη των χρημάτων της καταθέσεως (είτε όλων είτε μέρους αυτών) από ένα εκ των δικαιούχων να γίνεται εξ ιδίου δικαίου και όχι ως αντιπροσώπου των λοιπών, εάν δε αναληφθεί ολόκληρο το ποσό της χρηματικής καταθέσεως από ένα μόνο δικαιούχο επέρχεται απόσβεση της απαιτήσεως εις ολόκληρον έναντι του δέκτου της καταθέσεως και ως προς τον μη αναλαβόντα δικαιούχο, ο οποίος αποκτά πλέον εκ του νόμου απαίτηση έναντι του αναλαβόντος ολόκληρο την κατάθεση, για την καταβολή ποσού αναλόγου προς τον αριθμό των συνδικαιούχων του κοινού λογαριασμού, εκτός εάν από την μεταξύ των εσωτερική σχέση προκύπτει άλλη αναλογία ή δικαίωμα σε ολόκληρο το ποσό της καταθέσεως ή έλλειψη δικαιώματος αναγωγής από τον μη αναλαβόντα.Περαιτέρω, με τις διατάξεις των άρθρων 2 και 3 του ν. 5638/1932, που διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 124 περ. Δ εδ. α’ του ν.δ. 118/1973, ορίζεται αντιστοίχως ότι «επί των καταθέσεων τούτων δύναται να τεθεί προσθέτως ο όρος ότι άμα τω θανάτω οιουδήποτε των δικαιούχων, η κατάθεσις και ο εκ ταύτης λογαριασμός περιέρχεται αυτοδικαίως εις τους λοιπούς επιζώντας μέχρι του τελευταίου τούτων. Εν τη περιπτώσει ταύτη η κατάθεσις περιέρχεται εις αυτούς ελευθέρα παντός φόρου κληρονομιάς ή άλλου τέλους.Αντιθέτως, η απαλλαγή αυτή δεν επεκτείνεται επί των κληρονόμων του τελευταίου απομείναντος δικαιούχου.» και ότι «Διάθεσις της καταθέσεως διά πράξεως εν ζωή είτε αιτία θανάτου δεν επιτρέπεται, οι δε κληρονόμοι του τελευτήσαντος είτε εξ αδιαθέτου είτε εκ διαθήκης, συμπεριλαμβανομένων και των αναγκαίων τοιούτων…ουδέν δικαίωμα κέκτηνται επί της καταθέσεως». Από τις διατάξεις αυτές, η πρώτη των οποίων αναφέρεται στις εσωτερικές μεταξύ των περισσοτέρων καταθετών σχέσεις, ενώ η δεύτερη ρυθμίζει τις σχέσεις μεταξύ της τραπέζης στην οποία έχει γίνει η κατάθεση και των περισσοτέρων καταθετών, συνδυαζόμενες και προς τις προδιαληφθείσες τοιαύτες, προκύπτει ότι σε περίπτωση θανάτου ενός των καταθετών, δεν χωρεί υποκατάσταση αυτού από τους τυχόν κληρονόμους του έναντι της τραπέζης, κατά της οποίας και δεν μπορούν να στραφούν επικαλούμενοι το κληρονομικό τους δικαίωμα, διότι διαφορετικά θα μεταβαλλόταν το πρόσωπο του καταθέτη χωρίς τη συγκατάθεση της τραπέζης.Ο επιζών καταθέτης, ως εις ολόκληρον δανειστής έναντι της τραπέζης, μπορεί να εισπράξει και ολόκληρο το ποσόν της καταθέσεως οπότε οι κληρονόμοι του αποθανόντος θα μπορούν να αξιώσουν από αυτόν το τμήμα εκείνο της καταθέσεως που αναλογεί στο δικαιοπάροχό τους με βάση τις εσωτερικές σχέσεις των καταθετών.Εάν όμως έχει τεθεί ο όρος του άρθρου 2 του ν. 5638/1932, τότε σε περίπτωση θανάτου ενός από τους καταθέτες, περιέρχεται αυτοδικαίως, εξ ιδίου δικαίου, η κατάθεση και ο λογαριασμός εξ αυτής στους επιζώντες, έναντι των οποίων οι κληρονόμοι του αποθανόντος καταθέτη δεν μπορούν να στραφούν και να αξιώσουν το κατά τις εσωτερικές σχέσεις τμήμα της καταθέσεως που αναλογούσε σ’ εκείνον, όπως θα μπορούσαν να πράξουν, αν δεν είχε τεθεί ο ως άνω όρος, του οποίου σε αυτό και μόνο εξαντλείται η νομική ενέργεια.Και αν όμως δεν έχει τεθεί ο άνω όρος, οι κληρονόμοι του αποθανόντος καταθέτη δεν υπεισέρχονται ως προς την κατάθεση στην έναντι της Τραπέζης θέση του κληρονομηθέντος, και επομένως η ανάληψη του ποσού αυτού από τον επιζώντα καταθέτη, και στην περίπτωση που αυτός είναι συγχρόνως και κληρονόμος του αποθανόντος γίνεται έναντι της Τραπέζης ιδίω ονόματι και όχι με την ιδιότητα του κληρονόμου (Α.Π. 1691/2014, 405/2007, 380/2006)». 

Δείτε το πλήρες κείμενο της απόφασης εδώ

Αναδημοσίευση από legalnews24.gr

Άρειος Πάγος για συκοφαντική δυσφήμηση: Είναι «τρίτοι» οι δικαστικοί λειτουργοί, οι επιμελητές και οι γραμματείς

Στις σχετικές διατάξεις δεν γίνεται οποιαδήποτε εξαίρεση ή διάκριση για τα όργανα που είναι κατά το νόμο αρμόδια να παραλαμβάνουν μηνύσεις, καταθέσεις, αναφορές κλπ.

Με νέα απόφασή του ο Άρειος Πάγος (841/2019, Τμήμα ΣΤ’ Ποινικό) έκρινε, μεταξύ άλλων, σε υπόθεση σχετικά με συκοφαντική δυσφήμηση, ότι τα κατά το νόμο αρμόδια όργανα για α παραλαμβάνουν μηνύσεις, καταθέσεις, αναφορές κλπ. εντάσσονται στην έννοια του «τρίτου».

Υπενθυμίζεται ότι πριν λίγους μόλις μήνες με την 487/2019 απόφασή του Τμήμα Ε’ Ποινικό του Αρείου Πάγου είχε κρίνει ότι τα πρόσωπα αυτά δεν εμπίπτουν στηνν ένοια του «τρίτου», καθώς «​είναι θεσμικά εξουσιοδοτημένα όργανα να λαμβάνουν γνώση των δικογράφων, καταγγελιών, μηνύσεων και στα πλαίσια των υπηρεσιακών τους καθηκόντων ερευνούν τη βασιμότητα των αναφερομένων – καταγγελλομένων σ’ αυτά ή καταγίνονται με τη διεκπεραίωση των υποθέσεων, χωρίς να προβαίνουν σε ίδια κατά την προσωπική τους άποψη (αρνητική) εκτίμηση αυτών, όπως κάθε τρίτο πρόσωπο».

Απόσπασμα της απόφαση 841/2019

Όσον αφορά δε την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης (που σχετίζεται με την από μέρους των κατηγορουμένων υποβολή των μηνυτήριων αναφορών στον αρμόδιο Εισαγγελέα), οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν αθώοι, καθόσον, σύμφωνα με την άποψη που και το παρόν Δικαστήριο υιοθετεί ως ορθότερη, δεν δύναται να θεωρηθεί «τρίτος» των οικείων ποινικών διατάξεων (άρθρα 362, 363 ΠΚ) πρόσωπο θεσμικά (δικονομικά) εξουσιοδοτημένο να παραλαμβάνει και να εξετάζει μηνύσεις, καταγγελίες κλπ. Τα πρόσωπα αυτά, κατά την ενάσκηση των καθηκόντων τους αποβάλλουν την προσωπική τους ταυτότητα και εξυπηρετούν αποκλειστικά τον ανατιθέμενο σ’ αυτούς θεσμικό τους ρόλο (βλ. την υπ’ αριθ. 373/2016 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών).

Με την ως άνω όμως παραδοχή, την οποία διέλαβε στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης υπ’ αριθμόν 3837-3901/2018 απόφασής του το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, σχετικά με την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμισης, προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ, καθόσον στην έννοια του τρίτου, κατά τις διατάξεις αυτές, περιλαμβάνεται οποιοδήποτε φυσικό πρόσωπο ή αρχή, όπως ο γραμματέας, ο δικαστικός επιμελητής, οι δικαστές, οι εισαγγελείς οι αστυνομικοί κλπ που έλαβαν γνώση του δυσφημιστικού ισχυρισμού ή της διάδοσης (ΑΠ 1013/2018, ΑΠ 1777/2017, ΑΠ 611/2015), ενόψει μάλιστα και του ότι και από την γραμματική ακόμη διατύπωση του κειμένου των διατάξεων των άρθρων 362-363 του ΠΚ συνάγεται ευθέως ότι «τρίτος» είναι κάθε πρόσωπο που λαμβάνει γνώση των φερόμενων συκοφαντικών ισχυρισμών, αφού δεν γίνεται σ’ αυτές οποιαδήποτε εξαίρεση ή διάκριση για τα όργανα που είναι κατά το νόμο αρμόδια να παραλαμβάνουν μηνύσεις, καταθέσεις, αναφορές κλπ.

Επομένως, το ως άνω Δικαστήριο κηρύσσοντας αθώους τους ως άνω κατηγορούμενους και ήδη αναιρεσίβλητους, με βάση την ως άνω παραδοχή, υπέπεσε στην πλημμέλεια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ως άνω διατάξεων και συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτός ο από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ μοναδικός λόγος της κρινόμενης αναίρεσης, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη υπ’ αριθμόν 3837-3901/2018 απόφαση του Β’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ως προς τις διατάξεις της, που αφορούν την αθώωση των ως άνω κατηγορουμένων και ήδη αναιρεσίβλητων για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμισης και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της για νέα κρίση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που την εξέδωσαν (άρθρο 519 του ΚΠΔ).

Δείτε αναλυτικά την απόφαση στο areiospagos.gr

Αναδημοσίευση από lawspot.gr

Κοινοποίηση διατάξεων του άρθρου 469 του νέου Ποινικού Κώδικα (ν. 4619/2019) περί του αδικήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο (εγκύκλιος)

Εγκύκλιο με αρ. 2125/3-7-2019 με θέμα «Κοινοποίηση διατάξεων του άρθρου 469 του νέου Ποινικού Κώδικα (ν. 4619/2019) περί του αδικήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο» εξέδωσε η ΑΑΔΕ. Η Εγκύκλιος αναφέρει τα εξής:«Σας κοινοποιούμε τις διατάξεις του νέου Ποινικού Κώδικα (ν.4619/2019, ΦΕΚ 95 Α’/11.6.2019 «Κύρωση του Ποινικού Κώδικα»), και ειδικότερα τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 469 αυτού, με τις οποίες τροποποιήθηκαν οι διατάξεις του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 περί του ποινικού αδικήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και τρίτους, με την τροποποίηση της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού και ειδικότερα με την προσθήκη νέου εδαφίου (γ’) στην παράγραφο αυτή.Επισημαίνεται ότι οι νέες διατάξεις εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο Δεύτερο του νόμου αυτού, από την 1.7.2019. Λόγω της αναδρομικής ισχύος της επιεικέστερης διάταξης ποινικού νόμου κατά το άρθρο 2 του νέου Ποινικού Κώδικα, οι κοινοποιούμενες διατάξεις καταλαμβάνουν και τις εκκρεμείς, δυνάμει του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, στο ακροατήριο υποθέσεις.Ειδικότερα:Ι) Επαναρρύθμιση ποινικού αδικήματοςΜε τις κοινοποιούμενες διατάξεις επαναρρυθμίζεται το προβλεπόμενο στο άρθρο 25 του ν. 1882/1990 ποινικό αδίκημα της μη καταβολής βεβαιωμένων στη Φορολογική Διοίκηση χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου καθώς και τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Συγκεκριμένα, ρητά ορίζεται ότι στις (νέες) αιτήσεις και στον πίνακα χρεών που υποβάλλονται προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών, κατά το άρθρο αυτό, δεν συμπεριλαμβάνονται και δεν υπολογίζονται για τον προσδιορισμό της ποινικής ευθύνης του προσώπου, οι ακόλουθες οφειλές:α) χρέη που προέρχονται από τη μη εκτέλεση (αμιγώς) χρηματικών ποινών που επιβλήθηκαν από ποινικό δικαστήριο και οι σχετικές με αυτές προσαυξήσεις, τόκοι και λοιπές επιβαρύνσεις.Τούτο διότι, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση της μεταβατικής αυτής διάταξης, η μη καταβολή της επιβληθείσας χρηματικής ποινής καταργείται πλέον ως αυτοτελές αδίκημα του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, καθώς δυνάμει της διάταξης της παραγράφου 6 του άρθρου 80 του νέου Ποινικού Κώδικα, το δικαστήριο μαζί με τη χρηματική ποινή ορίζει ποινή στερητική της ελευθερίας, η οποία θα πρέπει να εκτιθεί από τον καταδικασθέντα, εάν δεν καταβάλλεται η χρηματική ποινή.β) χρέη που προέρχονται από τα φορολογικά αδικήματα που τυποποιούνται στο άρθρο 66 του ν. 4174/2013 (ΚΦΔ), μαζί με τις σχετικές με αυτά προσαυξήσεις, τόκους και λοιπές επιβαρύνσεις.Τούτο διότι, σύμφωνα με την ίδια ως άνω αιτιολογική έκθεση, θεραπεύεται το άτοπο της διπλής αξιολόγησης (τόσο κατά τις διατάξεις του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 όσο και του άρθρου 66 του ν. 4174/2013) αξιόποινων φορολογικών παραβάσεων και, ως εκ τούτου, τα ποσά που αποτελούν το αποκομισθέν ή το επιδιωχθέν προϊόν αυτών αποκλείονται πλέον από την αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, δεδομένου ότι η μη καταβολή αυτών τυποποιείται ήδη ποινικά από το άρθρο 66 του ΚΦΔ.Σχετικές οδηγίες αναφορικά με τα εγκλήματα φοροδιαφυγής των άρθρων 66-71 του ν.4174/2013 καθώς και τον τρόπο υποβολής των μηνυτήριων αναφορών για τα ως άνω εγκλήματα έχουν δοθεί με τις ΠΟΛ.1142/2016, ΠΟΛ.1209/2017 και Ε.2045/2019.ΙΙ.ΕπισημάνσειςΚατόπιν των ανωτέρω, επισημαίνεται ότι για τις εκκρεμείς στο ακροατήριο υποθέσεις μετά από αιτήσεις ποινικής δίωξης για συνολικό ποσό οφειλών άνω των εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ, οι βεβαιώσεις περί της εξέλιξης των οφειλών επιβάλλεται να περιέχουν ρητή αναφορά για το ύψος των ως άνω επιμέρους χρεών του οικείου πίνακα, καθώς επίσης και του εναπομένοντος υπολοίπου ποσού μετά την αφαίρεση τους. Ομοίως, για τις νέες αιτήσεις ποινικής δίωξης που υποβάλλονται για τις περιπτώσεις τέλεσης του ποινικού αδικήματος του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, οι οφειλές των ανωτέρω περιπτώσεων (α) και (β) θα πρέπει να εξαιρούνται από τον πίνακα χρεών.Ο εντοπισμός των ανωτέρω περιπτώσεων, προς διασφάλιση των συμφερόντων του Δημοσίου αλλά και προς αποφυγή υπηρεσιακής δυσλειτουργίας των εμπλεκόμενων Αρχών, θα πρέπει να διενεργείται κατόπιν σχετικής έρευνας και συνεργασίας των Τμημάτων Ελέγχου και Δικαστικής/Νομικής Υποστήριξης των Υπηρεσιών της Φορολογικής Διοίκησης. Ειδικότερα, θα πρέπει να γίνεται έλεγχος και προσυπογραφή από το Τμήμα Ελέγχου για την προηγούμενη υποβολή μηνυτήριας αναφοράς κατά το άρθρο 66 του ν. 4174/2013 για τις συγκεκριμένες πράξεις από τις οποίες προέρχονται τα χρέη και σε βάρος του ίδιου προσώπου που έχει διωχθεί ή επίκειται η δίωξή του κατά τις διατάξεις του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, για τις περαιτέρω άμεσες ενέργειες του Τμήματος Δικαστικού και Νομικής Υποστήριξης προς τις αρμόδιες εισαγγελικές αρχές περί της εφαρμογής ή μη της ανωτέρω διάταξης.Τέλος, υπενθυμίζεται η υποχρέωση για την άμεση και ταυτόχρονα με την υποβολή της μηνυτήριας αναφοράς ηλεκτρονική καταχώριση στο σύστημα Ο.Π.Σ.ELENXIS των στοιχείων μηνυτήριων αναφορών του ν.4174/2013, σύμφωνα με το ΔΕΛ Β 1109213 ΕΞ 2016/ 18.7.2016 έγγραφο της Διεύθυνσης Ελέγχων και τις οδηγίες καταχώρισης που έχουν αναρτηθεί στην ιστοσελίδα: http://elenxis.ggps.gsis/ELENXIS/tax/ESKORT/CaseManagement/Webstart_GR».

Αναδημοσίευση από legalnews24.gr