Ανακοπή κατά ενιαίου τίτλου για εκτέλεση βάσει της Οδηγίας 2010/24/ΕΕ (ν.4072/12)

ΔΠρΑθ 9350/2018: (26ο Τμήμα): Ενιαίος τίτλος που επιτρέπει την επίσπευση εκτέλεσης προσβάλλεται παραδεκτώς με ανακοπή – Σε περίπτωση ανάκλησης απόφασης κήρυξης σε πτώχευση, αυτή θεωρείται ότι ουδέποτε κηρύχθηκε – Ευθύνη διοικούντων νομικά πρόσωπα.Όταν για την ικανοποίηση απαίτησης του Δημοσίου που προέρχεται από φόρους επισπεύδεται αναγκαστική εκτέλεση με την έκδοση ενιαίου τίτλου για την εκτέλεση κατά τις διατάξεις του άρθρου 12 της Οδηγίας 2010/24/ΕΕ, όπως αυτή ενσωματώθηκε στις διατάξεις των άρθρων 295 έως 318 του ν.4072/2012, ο τρίτος, ευθυνόμενος κατά τις διατάξεις του άρθρου 115 του Κ.Φ.Ε. προσωπικά και αλληλεγγύως για τα χρέη της εταιρείας, στον οποίο κοινοποιείται ο ενιαίος τίτλος για την εκτέλεση του άρθρου 12 της εν λόγω Οδηγίας, νομιμοποιείται προς άσκηση ανακοπής κατά του ως άνω ενιαίου τίτλου και κατά της ταμειακής βεβαίωσης με βάση την οποία εκδόθηκε αυτός (πρβλ. ΣτΕ 1867/2015 σκ. 4).Περαιτέρω, σε περίπτωση ανάκλησης της πτώχευσης εταιρείας, κατ’ άρθρο 13 του α. ν. 635/1937, αυτή θεωρείται ότι ποτέ δεν κηρύχθηκε, τα δε αποτελέσματα της απόφασης που ανακαλεί την πτώχευση επέρχονται από τη δημοσίευσή της, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 763 παρ. 1 του ΚΠολΔ. (ΣτΕ 2544/2016, σκ. 11, ΑΠ 349/2008). Στην περίπτωση δε ανάκλησης της πτώχευσης της οφειλέτριας εταιρείας, εξακολουθούν να ευθύνονται τα πρόσωπα που είχαν διοικήσει την περιελθούσα σε κακή οικονομική κατάσταση επιχείρηση για τη μη απόδοση παρακρατηθέντων ή επιρριφθέντων στην κατανάλωση από την επιχείρηση φόρων κατά το χρονικό διάστημα κατά το οποίο άσκησαν τη διοίκηση αυτής, στο πλαίσιο της οποίας έφεραν ευθύνη κατά τις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 115 του Κ.Φ.Ε. για τη συμμόρφωση του νομικού προσώπου προς τις απορρέουσες από τη φορολογική νομοθεσία υποχρεώσεις του (πρβλ. ΣτΕ 1028/2013).Στην προκείμενη περίπτωση, ο ανακόπτων, ο οποίος ήταν διευθύνων σύμβουλος της οφειλέτριας εταιρείας κατά τον χρόνο λύσης της με την κήρυξη αυτής σε πτώχευση, ευθυνόταν κατ’ αρχήν σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 115 του Κ.Φ.Ε. για τα χρέη αυτής προερχόμενα από καταλογισμό φόρου εισοδήματος και παρακρατούμενων φόρων. Όμως, δεδομένου ότι η απόφαση κήρυξης σε πτώχευση της οφειλέτριας εταιρείας ανακλήθηκε με την … απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η πτώχευση θεωρείται ότι ουδέποτε κηρύχθηκε, τα αποτελέσματα δε επήλθαν από τη δημοσίευση της σχετικής απόφασης (ΣτΕ 2544/2016, σκ. 11, ΔΕφΘεσσ 895/2012, σκ. 5, ΑΠ 349/2008).Συνεπώς, η λύση της εταιρείας λόγω κήρυξης σε πτώχευση θεωρείται ομοίως ότι ουδέποτε επήλθε και, ως εκ τούτου, ο ανακόπτων ευθύνεται, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 115 του Κ.Φ.Ε., μόνο για τα χρέη που δημιουργήθηκαν από καταλογισμό παρακρατούμενων φόρων κατά την περίοδο που αυτός ασκούσε τη διοίκηση της εταιρείας (πρβλ. ΣτΕ 1028/2013).

(πηγή: adjustice.gr)

Αναδημοσίευση από legalnews24.gr

Όχι» σε κάμερες στα σχολεία από την Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα

Δημόσιο σχολείο δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιεί σύστημα βιντεοεπιτήρησης κατά τις ώρες που λειτουργεί – Κατά τις ώρες μη λειτουργίας, αρμόδιος για την προστασία του χώρου είναι ο εκάστοτε Δήμος

Η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, με αφορμή καταγγελίες πολίτη, διερεύνησε αυτεπαγγέλτως τη νομιμότητα της εγκατάστασης συστημάτων βιντεοεπιτήρησης από διευθυντές σε σχολικές μονάδες εντός Δήμου.

Λαμβάνοντας υπόψη ότι η διαχείριση των σχολικών χώρων κατά τον χρόνο μη λειτουργίας των σχολικών μονάδων (παρ. 1 του άρθρου 5 του ν.1894/1990) και η αρμοδιότητα συντήρησης, καθαριότητας και φύλαξης των σχολικών κτιρίων ανήκουν στους Δήμους (ν.3463/2006), καθώς και ότι η χρήση συστήματος βιντεοεπιτήρησης από δημόσιες αρχές για την προστασία προσώπων και αγαθών επιτρέπεται μόνον στους χώρους τους οποίους διαχειρίζονται, η Αρχή έκρινε με την υπ’αρ. 21/2019 απόφαση ότι ένα δημόσιο σχολείο δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιεί σύστημα βιντεοεπιτήρησης κατά τις ώρες που αυτό λειτουργεί, ενώ κατά τις ώρες μη λειτουργίας της σχολικής μονάδας αρμόδιος για την προστασία του χώρου είναι ο εκάστοτε Δήμος και άρα μόνον αυτός μπορεί να αποτελεί τον υπεύθυνο επεξεργασίας δεδομένων.

Με την ίδια απόφαση η Αρχή επισημαίνει ιδιαίτερα ότι τα υποκείμενα των δεδομένων (γονείς, μαθητές, εκπαιδευτικοί) πρέπει να ασκούν τα σχετικά προς τα συστήματα αυτά δικαιώματά τους προς τον Δήμο, ο οποίος οφείλει να ικανοποιεί τα δικαιώματα των υποκειμένων που απορρέουν από τον Γενικό Κανονισμό Προστασίας Δεδομένων.

Η υπόθεση τέθηκε ενώπιον της Αρχής έπειτα από καταγγελίες σχετικά με την εγκατάσταση συστημάτων βιντεοεπιτήρησης σε σχολικές μονάδες.

Κύριο σημείο των καταγγελιών είναι ότι οι διευθυντές των σχολείων τοποθετούν κάμερες για να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα των γκράφιτι στα σχολικά κτίρια.

Επομένως, σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, σκοπός των εν λόγω εγκαταστάσεων ήταν η προστασία τους από τα γκράφιτι.

Κατά την εξέταση των καταγγελιών, η Αρχή απέστειλε έγγραφα στις διευθύνσεις των σχολικών μονάδων, με τα οποία ζήτησε διευκρινίσεις σχετικά με τα εν λόγω συστήματα βιντεοεπιτήρησης.

Στην πλειονότητα των περιπτώσεων οι διευθύνσεις των μονάδων απάντησαν στην Αρχή, αποστέλλοντας διάφορα στοιχεία, όπως στιγμιότυπα από τις λαμβανόμενες εικόνες και ενημέρωση σχετικά με την διαδικασία που ακολουθήθηκε για την εγκατάσταση των συστημάτων.

Δείτε αναλυτικά την απόφαση στο dpa.gr

Αναδημοσίευση από lawspot.gr

Χρηματική ικανοποίηση για ψυχική οδύνη σε σύντροφο θανούσης με την οποία ήταν σε ελεύθερη ένωση και είχαν τέκνα (ΜΠρΑθ 1815/2019)

Με απόφασή του το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών έκρινε ότι ο σύντροφος θανούσης, με την οποία ήταν σε ελεύθερη ένωση και είχαν τέκνα, δικαούται εύλογη χρηματική ικανοποίηση για ψυχική οδύνη, κατά το άρθρο 932 εδ. γ’ του Αστικού Κώδικα.

Όπως αναφέρεται στην απόφαση, η περιχαράκωση του όρου «οικογένεια», όπως αυτός οριοθετείται από το νομοθέτη στην διάταξη του άρθρου 932 εδ. γ’ ΑΚ, στα συνδεόμενα μόνο με συγγενική σχέση, κατά τον αστικό κώδικα, πρόσωπα, θίγει τον ίδιο τον πυρήνα της διάταξης, ο οποίος προτάσσει την προστασία των προσώπων εκείνων των οποίων ο ψυχισμός δοκιμάζεται συναισθηματικά τόσο έντονα από την απώλεια του οικείου τους προσώπου.

Προς το σκοπό αυτό, κατά την ερμηνεία της διάταξης πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι σύγχρονες κοινωνικές αντιλήψεις στο πεδίο των ανθρωπίνων σχέσεων, και η διαμόρφωση νέων μορφών σχέσεων, στις οποίες η παραδοσιακή έννοια της έγγαμου συμβίωσης δείχνει να μην αποτελεί πλέον την αποκλειστική μορφή της διαμορφούμενης οικογένειας.

Ο ίδιος, άλλωστε, ο νομοθέτης τα τελευταία έτη με σειρά νομοθετημάτων δείχνει την τάση, ακολουθώντας το σύνολο σχεδόν των ευρωπαϊκών δικαιικών συστημάτων, να απομακρυνθεί από την ως άνω στενή παραδοσιακή παραδοχή της διαμόρφωσης οικογένειας μόνο δια μέσου του – κατά τις διατάξεις του αστικού κώδικα – θρησκευτικού ή πολιτικού γάμου.

Απόσπασμα της απόφασης

Κατά συνέπεια, επί θανατώσεως αλλοδαπού στην Ελλάδα, εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ, στο τρίτο εδάφιο της οποίας προβλέπεται ότι «σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου, η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης. Το ελληνικό δίκαιο θα προσδιορίσει ποια πρόσωπα ανήκουν στην οικογένεια του θύματος. Μόνο δε στην περίπτωση εκείνη που αμφισβητηθεί, στη συνέχεια, η συγγενική ιδιότητα, αναφορικά με την ύπαρξη ή την εγκυρότητα της σχέσης, από την οποία προέρχεται η ιδιότητα αυτή (πχ η ύπαρξη ή όχι γάμου ή συγγενικής σχέση γονέα και τέκνου), τότε πλέον καθίσταται αναγκαία η εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 13, 14, 17 – 24 ΑΚ (κατά περίπτωση), για να κριθεί, αναλόγως, το εάν ο ενάγων έχει τελικώς την ιδιότητα του συζύγου ή του τέκνου, του πατέρα ή του παππού του θανατωθέντος (ΟλΑΠ 10/2011 ΝΟΜΟΣ, Κρητικού Α., Αποζημίωση από Τροχαία Ατυχήματα, Συμπλήρωμα 4ης έκδοσης, 2014, σ. 157). Ακολούθως, ο νομοθέτης στο άρθρο 932 εδ. γ’ ΑΚ, ηθελημένα δε προβαίνει σε ειδικότερο προσδιορισμό του όρου «οικογένεια» του θύματος, διότι δεν θέλησε να διαγράψει κατά τρόπο δεσμευτικό τα όρια ενός θεσμού, ο οποίος από τη φύση του, αναγκαστικά υφίσταται επιδράσεις, λόγω των κοινωνικών διαφοροποιήσεων (ΑΠ 1218/2008 ΕφΑΔ 2008 σ. 62. Δωρής ΝοΒ 2001 σ. 600).

Ο όρος «οικογένεια» ερμηνεύεται διασταλτικά, ώστε, με βάση και το σκοπό της θέσπισης της εν λόγω διάταξης, να περιλαμβάνονται στην οικογένεια του θύματος οι εγγύτεροι και στενά συνδεόμενοι συγγενείς του αποβιώσαντος, δηλαδή πρόσωπα τα οποία συνδέονται με στενούς δεσμούς οικογενειακού δικαίου με τον αποβιώσαντα, αλλά και με αισθήματα αγάπης και στοργής και τα οποία δοκιμάσθηκαν ψυχικά από την απώλειά του, αδιαφόρως, αν συζούσαν μαζί του ή διέμεναν χωριστά. Η δε ύπαρξη των δεσμών αυτών ως ζήτημα πραγματικό εναπόκειται στη κρίση του δικαστηρίου (ΟλΑΠ 21/2000 ΝΟΜΟΣ).

Εφόσον, όμως, κριθεί ότι και άλλα πρόσωπα, πέραν των συνδεόμενων με στενό δεσμό οικογενειακού δικαίου με τον αποβιώσαντα, διατηρούσαν ισχυρά αισθήματα αγάπης και στοργής με τον τελευταίο, τότε η ως άνω αξίωση επεκτείνεται και σε αυτά, τα οποία κατέχουν de facto θέση ανάλογη με εκείνη των συγγενικών προσώπων με τη στενή έννοια των διατάξεων του αστικού κώδικα (ΕφΑθ 6862/2007 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 727/2001 ΕλλΔ/ΝΗ 2001 σ. 1358, ΕφΑθ 3413/2001 ΕλλΔ/ΝΗ 2001 σ. 726, Παντελίδου Αρμ. 1982 σ. 410, Σπυριδάκης ΝοΒ 1976 σ. 726). Η περιχαράκωση, εξάλλου, του όρου «οικογένεια», όπως αυτός οριοθετείται από το νομοθέτη στην διάταξη του άρθρου 932 εδ. γ’ ΑΚ, στα συνδεόμενα μόνο με συγγενική σχέση, κατά τον αστικό κώδικα, πρόσωπα, θίγει τον ίδιο τον πυρήνα της διάταξης, ο οποίος προτάσσει την προστασία των προσώπων εκείνων των οποίων ο ψυχισμός δοκιμάζεται συναισθηματικά τόσο έντονα από την απώλεια του οικείου τους προσώπου, ώστε να δικαιολογείται η καταβολή εύλογης χρηματικής ικανοποίησης, κριτήριο το οποίο κυριαρχικά χρησιμοποιείται από την νομολογία.

Προς το σκοπό αυτό, κατά την ερμηνεία της ως άνω διάταξης πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι σύγχρονες κοινωνικές αντιλήψεις στο πεδίο των ανθρωπίνων σχέσεων, και η διαμόρφωση νέων μορφών σχέσεων, στις οποίες η παραδοσιακή έννοια της έγγαμου συμβίωσης δείχνει να μην αποτελεί πλέον την αποκλειστική μορφή της διαμορφούμενης οικογένειας.

Ο ίδιος, άλλωστε, ο νομοθέτης τα τελευταία έτη με σειρά νομοθετημάτων (βλ. ν. 3739/2008 με τον οποίο εισάγεται ο θεσμός του «συμφώνου συμβίωσης», ως νέα μορφή διαμόρφωσης νομικής δέσμευσης μεταξύ ανθρώπων, και ιδίως ν. 4356/2015, ο οποίος επεκτείνει τη δυνατότητα σύναψης συμφώνου συμβίωσης και σε άτομα του ιδίου φύλου), δείχνει την τάση, ακολουθώντας το σύνολο σχεδόν των ευρωπαϊκών δικαιικών συστημάτων, να απομακρυνθεί από την ως άνω στενή παραδοσιακή παραδοχή της διαμόρφωσης οικογένειας μόνο δια μέσου του – κατά τις διατάξεις του αστικού κώδικα – θρησκευτικού ή πολιτικού γάμου.

Προς την κατεύθυνση αυτή, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων με την απόφαση Saucedo Gomez κατά Ισπανίας (26-01-1999), αναγνώρισε ότι η συμβίωση δύο προσώπων για μεγάλο χρονικό διάστημα χωρίς γάμο σημαίνει την ύπαρξη «οικογενειακής ζωής» κατά την έννοια του άρθρου 8 της Ε.Σ.Δ.Α. (δικαίωμα σεβασμού ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής), ενώ προς την ίδια κατεύθυνση κινείται το Δικαστήριο και στην απόφαση Κοροσίδου κατά Ελλάδας (10-02-2011). Κριτήρια δε που πρέπει συνδυαστικά να λαμβάνει υπόψη ο Δικαστής για την κρίση του περί της συμπερίληψης ενός προσώπου, το οποίο δεν συνδέεται με τον αποβιώσαντα με κάποια από τις παρατιθέμενες στον αστικό κώδικα παραδοσιακές μορφές συγγενικού δεσμού, είναι η χρονική διάρκεια της σχέσης του θανόντος με τον αιτούντα την χρηματική ικανοποίηση, η συμβίωση, η απόκτηση τέκνων και κάθε άλλο γεγονός το οποίο είναι ικανό, κατά την κρίση του Δικαστή, να δημιουργήσει ιδιαιτέρως ισχυρά αισθήματα αγάπης και στοργής.

Δείτε αναλυτικά την απόφαση 1815/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών

Αναδημοσίευση από lawspot.gr

Υποχρέωση αναγραφής του ΑΦΜ στα δικόγραφα ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας και των διοικητικών δικαστηρίων

Στο υπό δημόσια διαβούλευση πολυνομοσχέδιο του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων προβλέπεται (στο άρθρο 72) η υποχρέωση αναγραφής του ΑΦΜ στα δικόγραφα ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας και των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων.Ειδικότερα, η παρ. 2 του άρθρου 17 του π.δ. 18/1989 τροποποιείται ως εξής:
«2. Το δικόγραφο πρέπει να περιέχει το όνομα εκείνου που ασκεί το ένδικο μέσο, τη διεύθυνση της κατοικίας του, τον αριθμό φορολογικού του μητρώου, την προσβαλλόμενη πράξη ή απόφαση, τους συγκεκριμένους λόγους στους οποίους στηρίζεται το ένδικο μέσο, χρονολογία και υπογραφή».
Περαιτέρω, η περ. γ΄ της παρ. 1 του άρθρου 45 του ν. 2717/1999 (Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας) τροποποιείται ως εξής:
«γ) αν υποβάλλεται μεν από φυσικό πρόσωπο, το όνομα, επώνυμο, πατρώνυμο, αριθμό φορολογικού μητρώου, ηλεκτρονική διεύθυνση και την ακριβή διεύθυνση της κατοικίας και του χώρου εργασίας του ίδιου, του νόμιμου αντιπροσώπου του και, αν υπάρχουν, του δικαστικού πληρεξούσιου και του αντικλήτου του, αν υποβάλλεται δε από νομικό πρόσωπο, ένωση προσώπων ή ομάδα περιουσίας, την επωνυμία και την έδρα τους, τον αριθμό φορολογικού μητρώου καθώς και το όνομα, επώνυμο, πατρώνυμο, αριθμό φορολογικού μητρώου, ηλεκτρονική διεύθυνση και την ακριβή διεύθυνση της κατοικίας και του χώρου εργασίας του εκπροσώπου τους και, αν υπάρχουν, του δικαστικού πληρεξουσίου και του αντικλήτου τους, ενώ, αν υποβάλλεται από το Δημόσιο, τον τίτλο της δημόσιας υπηρεσίας, ηλεκτρονική διεύθυνση και το όργανο που το εκπροσωπεί».

Αναδημοσίευση από legalnews24.gr

Τεκμήριο αθωότητας: Στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου το ζήτημα της επίδρασης αμετάκλητης αθωωτικής απόφασης στην πολιτική δίκη

Δέσμευση αστικών δικαστηρίων από αμετάκλητες αθωωτικές ποινικές αποφάσεις, στα πλαίσια του τεκμηρίου αθωότητας (ΟλΑΠ 8/2019)

Με την απόφαση 8/2019 της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου (πλειοψηφία) παραπέμφθηκε στην Πλήρη Ολομέλεια το ζήτημα σχετικά με την επίδραση μιας αμετάκλητης αθωωτικής απόφασης στην πολιτική δίκη.

Ειδικότερα, στην Ολομέλεια παραπέμφθηκε το ζήτημα αν παραβιάζεται το κατά το άρθρο 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ τεκμήριο αθωότητας, στην περίπτωση που ο διάδικος, ο οποίος έχει αθωωθεί αμετάκλητα από το ποινικό δικαστήριο, για συγκεκριμένο ποινικό αδίκημα, υποχρεώνεται σε αστική αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας, που στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά με αυτά που συγκροτούν το ποινικό αδίκημα, για το οποίο αθωώθηκε.

Η μειοψηφία διατύπωσε τη γνώμη ότι θα έπρεπε να σταλεί προδικαστικό ερώτημα στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου  σχετικά με το χαρακτήρα της δέσμευσης των αστικών Δικαστηρίων από αμετάκλητες αθωωτικές ποινικές αποφάσεις, στα πλαίσια του τεκμηρίου αθωότητας και τη σχέση της δέσμευσης αυτής με τις διατάξεις περί δεδικασμένου, προκειμένου να αποφευχθούν παρερμηνείες του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ και κρίσεις αντίθετες προς αυτό και τις αποφάσεις του ΕΔΔΑ, που οδηγούν σε καταδίκες της Ελλάδας.

Απόσπασμα της απόφασης

Ειδικότερα, παραπέμπεται στην Ολομέλεια το ζήτημα αν παραβιάζεται το κατά το άρθρο 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ τεκμήριο αθωότητας, στην περίπτωση που ο διάδικος, ο οποίος έχει αθωωθεί αμετάκλητα από το ποινικό δικαστήριο, για συγκεκριμένο ποινικό αδίκημα, υποχρεώνεται σε αστική αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας, που στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά με αυτά που συγκροτούν το ποινικό αδίκημα, για το οποίο αθωώθηκε.

IIΙ. Με τον παραπεμφθέντα στην παρούσα Ολομέλεια λόγο αναίρεσης, τίθεται θέμα εξαιρετικής σημασίας, για το οποίο έχουν εκδοθεί αντίθετες αποφάσεις του Αρείου Πάγου. Ειδικότερα, οι αποφάσεις αυτές υιοθετούν τη σύμφωνη με τις αποφάσεις του ΕΔΔΑ νομική σκέψη ότι παραβιάζεται το τεκμήριο αθωότητας, όταν το Δικαστήριο, μετά την αμετάκλητη αθώωση του κατηγορουμένου, ερμηνεύει, για τις ανάγκες της νέας δίκης, την ποινική αθωωτική απόφαση, που στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά με εκείνα της νέας αυτής δίκης, κατά τρόπο που δημιουργεί αμφιβολίες ως προς την προηγούμενη απαλλαγή αυτού, αλλά τελικά άλλες από αυτές τις αποφάσεις δέχονται ότι παραβιάζεται το κατά το άρθρο 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ τεκμήριο αθωότητας, διότι η κατάφαση της αστικής αδικοπρακτικής ευθύνης του αναιρεσείοντα δημιουργεί αμφιβολίες και υπόνοιες ως προς την αθώωσή του, ως κατηγορούμενου, και την αποδυναμώνει και ότι το Δικαστήριο έπρεπε να οδηγηθεί σε αποτέλεσμα συμβατό με την αθωωτική απόφαση (ΑΠ 322/2018, ΑΠ 1314/2018, ΑΠ 715/2017, ΑΠ 1652/2013) και άλλες το αντίθετο και συγκεκριμένα ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του την ποινική αθωωτική απόφαση, χωρίς να προβεί σε οποιαδήποτε ερμηνεία της, ούτε να αποφανθεί, με οποιονδήποτε τρόπο , άμεσο ή έμμεσο, για την ποινική ενοχή του (ΑΠ 1747/2017, ΑΠ 344/2016, ΑΠ 1398/2015, ΑΠ 215/2013, ΑΠ 1364/2011 και ΑΠ 1422/2017 με διαφοροποιημένο σκεπτικό).

Κατόπιν τούτου, κατά την πλειοψηφήσασα γνώμη (των μελών της σύνθεσης: του Προέδρου, Βασιλείου Πέππα, του Αντιπροέδρου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, και των Αρεοπαγιτών, Αλτάνας Κοκκοβού, Μαρίας Νικολακέα, Γεωργίου Αποστολάκη, Αρετής Παπαδιά, Αντιγόνης Καραΐσκου-Παλόγου, Αναστασίας Περιστεράκη, Σοφίας Τζουμερκιώτη, Ζαμπέτας Στράτα, Μαρίας Κουβίδου, Όλγας Σχετάκη-Μπονάνου,Γεωργίου Κόκκορη), πρέπει ο λόγος αυτός να παραπεμφθεί στην πλήρη Ολομέλεια, σύμφωνα με το αναφερόμενο ανωτέρω άρθρο 23 εδ. γ’ και δ’ του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει.

Αντίθετα, κατά την άποψη της μειοψηφίας (των μελών της σύνθεσης: των Αντιπροέδρων Γεωργίου Λέκκα και Μαρίας Χυτήρογλου και των Αρεοπαγιτών Ιωάννη Φιοράκη, Βασιλικής Ηλιοπούλου, Μαρίας Βασδέκη και Ζωής Κωστόγιαννη), έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: Παρά τη γραμματική διατύπωση του άρθρου 6παρ. 2 της κυρωθείσας με το ν.53/1974 Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που ορίζει ότι «παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι τεκμαίρεται ότι είναι αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του», το πεδίο εφαρμογής του τεκμηρίου αθωότητας δεν περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις εκείνες που ο διάδικος έχει την ιδιότητα του κατηγορουμένου αλλά εκτείνεται εκτός του στενού πλαισίου της ποινικής δίκης και σε μεταγενέστερες της αμετάκλητης αθώωσης του κατηγορουμένου συναφείς μη ποινικές διαδικασίες (αστικές, διοικητικές, πειθαρχικές).

Η επεκτατική αυτή εφαρμογή του τεκμηρίου αθωότητας είναι αποτέλεσμα της διασταλτικής ερμηνείας του άρθρου 6παρ. 2 του ΕΣΔΑ από το ΕΔΔΑ, σύμφωνα με τη νομολογία του οποίου η απόφαση του δικαστηρίου (διοικητικού, πολιτικού) που έπεται της αθωωτικής απόφασης ποινικού δικαστηρίου, δεν επιτρέπεται να θέτει εν αμφιβόλω το αθωωτικό αποτέλεσμα της αμετακλήτως περαιωθείσας οικείας ποινικής διαδικασίας, έστω και αν η αθώωση εχώρησε λόγω αμφιβολιών (βλ. για διοικητικές δίκες ΕΔΔΑ 27.9.2007, 35522/04, Σταυρόπουλος κατά Ελλάδας, σκ. 37, ΕΔΔΑ 30.4.2015, Καπετάνιος κλπ κατά Ελλάδας, σκ. 83, 85, 88. κτλ. και για αστικές δίκες ΕΔΔΑ 11-2-2013 Υ. κ. Νορβηγίας ΕΔΔΑ 19-5-2005, απόφαση Τμήματος Ευρείας Σύνθεσης του ΕΔΔΑ (Ολομέλεια) της 12-7-2013 Allen κατά Ηνωμένου Βασιλείου κτλ).

Υπό αυτό το πρίσμα, της διεύρυνσης του πεδίου εφαρμογής του τεκμηρίου αθωότητας, το άρθρο 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ, αποβλέπει στην προστασία των ατόμων που έχουν απαλλαγεί από τις κατηγορίες από τα ποινικά δικαστήρια ή έπαυσε η κατ’ αυτών ποινική δίωξη, έτσι ώστε να μην αντιμετωπίζονται από τις δημόσιες αρχές και εξουσίες ή άλλα όργανα σαν να ήταν στην πραγματικότητα ένοχοι για τις πράξεις, για τις οποίες είχαν κατηγορηθεί. Έτσι, παραβιάζεται το τεκμήριο αθωότητας, όταν το Δικαστήριο, μετά την αμετάκλητη αθώωση του κατηγορουμένου, ερμηνεύει, για τις ανάγκες της νέας δίκης, την ποινική αθωωτική απόφαση, που στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά με εκείνα της νέας αυτής δίκης, κατά τρόπο που δημιουργεί έστω και έμμεσα αμφιβολίες ως προς την προηγούμενη απαλλαγή αυτού.

Μολονότι είναι πάγια η νομολογία του ΕΔΔΑ, σχετικά με την προαναφερόμενη ερμηνεία του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ, που αποτελεί διάταξη αυξημένης τυπικής ισχύος, διατυπώθηκαν στην Ολομέλεια, ορισμένες αμφισβητήσεις για το χαρακτήρα της δέσμευσης των αστικών δικαστηρίων (στα πλαίσια του τεκμηρίου αθωότητας) να μην θέτουν εν αμφιβόλω την αμετάκλητη αθωωτική απόφαση του ποινικού δικαστηρίου για το ίδιο θέμα και να οδηγούνται σε αποτέλεσμα συμβατό με την αθωωτική απόφαση.

Επίσης, αμφισβητήθηκε το πραγματικό νόημα της παραδοχής του ΕΔΔΑ, ότι αυτό δεν καλείται να εξετάσει σε ποιό βαθμό δεσμεύονται τα δικαστήρια που επιλαμβάνονται των συναφών υποθέσεων που έπονται της αθώωσης του κατηγορουμένου (ΕΔΔΑ 27.9.2007, 35522/04, Σταυρόπουλος κατά Ελλάδας σκ. 37), μολονότι το ΕΔΔΑ δεν εμποδίσθηκε από την παραδοχή του αυτή στη συνέχεια, στην ίδια υπόθεση, να κρίνει ότι έχει παραβιασθεί το τεκμήριο αθωότητας, διότι τέθηκε εν αμφιβόλω η αθωωτική απόφαση και η αιτιολογία του εθνικού Δικαστηρίου είναι ασύμβατη προς την τήρηση του τεκμηρίου αθωότητας.

Δείτε αναλυτικά την απόφαση ΟλΑΠ 8/2019

Αναδημοσίευση από lawspot.gr

Υποχρεωτική ηλεκτρονική κατάθεση δικογράφων και εγγράφων στο ΣτΕ και τα διοικητικά δικαστήρια από 1.1.2021

Τι προβλέπει το νομοσχέδιο του Υπουργείου Ανάπτυξης για την ηλεκτρονική δικαιοσύνη

Σε δημόσια διαβούλευση τέθηκε από το Υπουργείο Ανάπτυξης και Επενδύσεων το Αναπτυξιακό Πολυνομοσχέδιο.

Μεταξύ άλλων, το νομοσχέδιο περιλαμβάνει ρυθμίσεις για εργασιακά θέματα και ατομικές εργασιακές σχέσεις, μέτρα για την αντιμετώπιση της αδήλωτης εργασίας, ασφαλιστικές διατάξεις και διατάξεις σχετικές με παρεμβάσεις στη Δικαιοσύνη.

Διαβάστε Το Κεφάλαιο για τις παρεμβάσεις στη Δικαιοσύνη περιλαμβάνει διατάξεις για την υποχρεωτική ηλεκτρονική κατάθεση δικογράφων και σχετικών εγγράφων στο Συμβούλιο της Επικρατείας, αλλά και κατά τη διαδικασία του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, καθώς και την υποχρέωση αναγραφής του ΑΦΜ στα δικόγραφα ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας και των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων.

Αναλυτικά οι νέες δαιτάξεις: 

Άρθρο 69 – Υποχρεωτική ηλεκτρονική κατάθεση δικογράφων και σχετικών εγγράφων στο Συμβούλιο της Επικρατείας

1. Στο άρθρο 19 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8) προστίθεται παρ. 9 ως εξής:

«9. Το ένδικο μέσο ή βοήθημα υποβάλλεται αποκλειστικώς με ηλεκτρονικά μέσα από 1.1.2021 και είναι έγκυρο εφόσον φέρει προηγμένη ηλεκτρονική υπογραφή, κατά την έννοια του άρθρου 3 παρ. 1 του π.δ. 150/2001 (Α` 125) και σύμφωνα με τις απαιτήσεις των άρθρων 25 έως 27 του Κανονισμού (ΕΕ) 910/2014 (ΕΕ L 257).»

2. Στο άρθρο 21 του π.δ. 18/1989 προστίθεται παρ. 8 ως εξής:

«8. Οι προβλεπόμενες από τις ανωτέρω παραγράφους επιδόσεις του δικαστηρίου προς τους διαδίκους γίνονται αποκλειστικώς με ηλεκτρονικά μέσα από 1.1.2021, και είναι έγκυρες εφόσον το δικόγραφο και η πράξη του Προέδρου περί ορισμού δικασίμου και εισηγητή φέρουν προηγμένη ηλεκτρονική υπογραφή, κατά την έννοια του άρθρου 3 παρ. 1 του π.δ. 150/2001 και σύμφωνα με τις απαιτήσεις των άρθρων 25 έως 27 του Κανονισμού (ΕΕ) 910/2014. Το δικόγραφο και η πράξη του Προέδρου που έχουν διαβιβαστεί με ηλεκτρονικά μέσα στη δηλωθείσα με το δικόγραφο ηλεκτρονική διεύθυνση θεωρείται ότι επιδόθηκαν, μετά την παρέλευση τριών εργάσιμων ημερών από την ηλεκτρονική αποστολή τους. Μετά την 1.1.2021, εάν η χρήση ηλεκτρονικών μέσων είναι τεχνικά αδύνατη και εφόσον τούτο επιβάλλεται για λόγους επείγοντος, οι επιδόσεις διενεργούνται κατά τις διατάξεις των παρ. 1 έως 6 του παρόντος άρθρου. Αμέσως μόλις καταστεί εκ νέου τεχνικά δυνατή η χρήση των ηλεκτρονικών μέσων, τη διαβίβαση αυτή ακολουθεί η επίδοση με τα μέσα αυτά.»

3. Στο άρθρο 23 του π.δ. 18/1989 προστίθεται παράγραφος 4 ως εξής:

«4. Η έκθεση των απόψεων της Διοίκησης και ο φάκελος που τη συνοδεύει υποβάλλονται αποκλειστικώς με ηλεκτρονικά μέσα από 1.1.2021, και λαμβάνονται υπόψη μόνο εφόσον τα σχετικά έγγραφα φέρουν προηγμένη ηλεκτρονική υπογραφή, κατά την έννοια του άρθρου 3 παρ. 1 του π.δ. 150/2001 και σύμφωνα με τις απαιτήσεις των άρθρων 25 έως 27 του Κανονισμού (ΕΕ) 910/2014. Στην έκθεση απόψεων πρέπει να επισημαίνονται διακριτά τα έγγραφα που αποτελούν περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου που αποστέλλεται και περιέχουν στοιχεία στα οποία η Διοίκηση ζητά να μην επιτραπεί η πρόσβαση των λοιπών διαδίκων, για τον λόγο ότι παραβλάπτεται απόρρητο το οποίο προβλέπεται από ειδικές διατάξεις.»

4. Στο άρθρο 25 του π.δ. 18/1989 προστίθεται παράγραφος 3 ως εξής:

«3. Το δικόγραφο προσθέτων λόγων και τα υπομνήματα των διαδίκων υποβάλλονται αποκλειστικώς με ηλεκτρονικά μέσα από 1.1.2021, λαμβάνονται δε υπόψη από το δικαστήριο, με την επιφύλαξη των λοιπών προϋποθέσεων των παρ. 1 και 2, εφόσον τα ως άνω δικόγραφα φέρουν προηγμένη ηλεκτρονική υπογραφή, κατά την έννοια του άρθρου 3 παρ. 1 του π.δ. 150/2001 και σύμφωνα με τις απαιτήσεις των άρθρων 25 έως 27 του Κανονισμού (ΕΕ) 910/2014.»

5. Στο άρθρο 49 του π.δ. 18/1989 προστίθεται παράγραφος 5 ως εξής:

«5. Το δικόγραφο παρεμβάσεως υποβάλλεται αποκλειστικώς με ηλεκτρονικά μέσα από 1.1.2021, λαμβάνεται δε υπόψη από το δικαστήριο, με την επιφύλαξη των λοιπών προϋποθέσεων των παρ. 1 έως 4, εφόσον φέρει προηγμένη ηλεκτρονική υπογραφή, κατά την έννοια του άρθρου 3 παρ. 1 του π.δ. 150/2001 και σύμφωνα με τις απαιτήσεις των άρθρων 25 έως 27 του Κανονισμού (ΕΕ) 910/2014.»

6. Στο π.δ. 18/1989 προστίθεται άρθρο 70α ως εξής:

«Άρθρο 70α

Ηλεκτρονική κατάθεση δικογράφων ή εγγράφων

1. Με την επιφύλαξη των άρθρων 15 παρ. 1, 27 παρ. 1 και των αιτήσεων περί ευεργετήματος πενίας, όπου στις διατάξεις του παρόντος αναφέρεται η κατάθεση δικογράφου ή εγγράφου σε έντυπη μορφή, από 1.1.2021 νοείται αποκλειστικώς η ηλεκτρονική κατάθεσή τους, εφόσον τα δικόγραφα ή έγγραφα αυτά φέρουν προηγμένη ηλεκτρονική υπογραφή, κατά την έννοια του άρθρου 3 παρ. 1 του π.δ. 150/2001 και σύμφωνα με τις απαιτήσεις των άρθρων 25 έως 27 του Κανονισμού (ΕΕ) 910/2014. Τα εν λόγω δικόγραφα ή έγγραφα που έχουν υποβληθεί με ηλεκτρονικά μέσα θεωρείται ότι κατατέθηκαν, εφόσον επιστραφεί στον αποστολέα του δικογράφου ή εγγράφου από το δικαστήριο ηλεκτρονική απόδειξη που φέρει προηγμένη ηλεκτρονική υπογραφή, κατά την ως άνω έννοια, και περιέχει και την έκθεση κατάθεσης.

2. Στα κατατιθέμενα με ηλεκτρονικά μέσα δικόγραφα ή έγγραφα επισυνάπτονται ως παραρτήματα τα στοιχεία των οποίων γίνεται επίκληση και κατάλογος των στοιχείων αυτών. Αν παράρτημα δικογράφου ή εγγράφου δεν μπορεί, λόγω της φύσεώς του, να κατατεθεί με ηλεκτρονικά μέσα, διαβιβάζεται χωριστά ταχυδρομικώς ή παραδίδεται στη γραμματεία. Το παράρτημα κατατίθεται σε ένα αντίτυπο για το δικαστήριο και σε ισάριθμα των διαδίκων αντίτυπα. Ο διάδικος που καταθέτει τα αντίτυπα αυτά βεβαιώνει ότι είναι πανομοιότυπα. Αν, λόγω του όγκου ενός στοιχείου, στο δικόγραφο ή έγγραφο που κατατίθεται με ηλεκτρονικά μέσα επισυνάπτονται μόνον αποσπάσματα, κατατίθεται στη γραμματεία το στοιχείο αυτούσιο ή πλήρες αντίγραφό του. Στο ηλεκτρονικό σύστημα του Δικαστηρίου καταχωρίζονται οι σχετικές πληροφορίες, προκειμένου να διευκολυνθεί η πρόσβαση όλων των διαδίκων στο στοιχείο αυτό.

3. Επί ηλεκτρονικής καταθέσεως κάθε είδους δικογράφου ή εγγράφου στο δικαστήριο εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του π.δ. 40/2013 (Α΄ 75).

4. Εάν η κατάθεση δικογράφου ή εγγράφου με ηλεκτρονικά μέσα είναι τεχνικά αδύνατη για λόγους που αφορούν στο ηλεκτρονικό σύστημα του δικαστηρίου, ο χρήστης ενημερώνει αμέσως για την αδυναμία αυτή τη γραμματεία με κάθε πρόσφορο μέσο, σημειώνοντας: α) το είδος του δικογράφου ή εγγράφου που επιθυμεί να καταθέσει· β) κατά περίπτωση, την προθεσμία που προβλέπεται ή έχει ταχθεί για την κατάθεση του δικογράφου ή εγγράφου· γ) τη φύση της διαπιστωθείσας τεχνικής αδυναμίας, προκειμένου οι υπηρεσίες του δικαστηρίου να εξακριβώσουν αν αυτή οφείλεται σε μη διαθεσιμότητα του ηλεκτρονικού συστήματος που χρησιμοποιεί το δικαστήριο. Σε περίπτωση επείγοντος, ο ενδιαφερόμενος καταθέτει αντίγραφο του δικογράφου ή άλλου διαδικαστικού ή σχετικού εγγράφου στη γραμματεία ή το διαβιβάζει με κάθε πρόσφορο μέσο (μέσω ταχυδρομείου, ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ή φαξ). Αμέσως μόλις καταστεί εκ νέου τεχνικά δυνατή η χρήση του ηλεκτρονικού συστήματος που χρησιμοποιεί το δικαστήριο, τη διαβίβαση αυτή ακολουθεί η κατάθεση μέσω του ηλεκτρονικού συστήματος. Το δικαστήριο ή ο πρόεδρος του οικείου δικαστικού σχηματισμού, κατά τον λόγο της αρμοδιότητάς τους, αποφαίνονται επί της αποδοχής του δικογράφου ή εγγράφου που κατατέθηκε με ηλεκτρονικά μέσα μετά τη λήξη της ταχθείσας προς τούτο προθεσμίας, λαμβάνοντας υπόψη τα στοιχεία που επικαλείται ο καταθέτων για να αποδείξει ότι ήταν τεχνικά αδύνατη η εμπρόθεσμη κατάθεση του εγγράφου αυτού με ηλεκτρονικά μέσα για λόγους που αφορούσαν στο ηλεκτρονικό σύστημα του δικαστηρίου.

5. Η επιβεβαίωση της καταθέσεως δικογράφου ή εγγράφου την οποία παρέχει το δικαστήριο δεν προδικάζει το από δικονομικής απόψεως παραδεκτό των διαβιβαζομένων εγγράφων.

6. Το δικαστήριο παρέχει στους διαδίκους, με τη χρήση κωδικού, τη δυνατότητα εξ αποστάσεως πρόσβασης στα δικόγραφα ή έγγραφα που έχουν υποβληθεί ή που έχουν επιδοθεί με ηλεκτρονικά μέσα. Εξαίρεση αποτελούν τα δικόγραφα ή έγγραφα στα οποία έχει κριθεί από το δικαστήριο ή τον πρόεδρο του αρμόδιου δικαστικού σχηματισμού, κατά περίπτωση, ότι δεν επιτρέπεται η πρόσβαση, διότι παραβλάπτεται απόρρητο το οποίο προβλέπεται από ειδικές διατάξεις. Η πρόσβαση στα δικόγραφα και στα έγγραφα κάθε υποθέσεως που έχουν υποβληθεί ή επιδοθεί με ηλεκτρονικά μέσα είναι δυνατή μέχρι της συμπληρώσεως τριμήνου από την ημερομηνία της απόφασης ή πράξης με την οποία περατώνεται η υπόθεση αυτή ενώπιον του οικείου δικαστικού σχηματισμού.»

Άρθρο 70 – Υποχρεωτική ηλεκτρονική κατάθεση δικογράφων και εγγράφων κατά τη διαδικασία του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999, Α΄ 97)

1. Στην παρ. 5 του άρθρου 44 του ν. 2717/1999 προστίθεται τρίτο εδάφιο ως εξής:

«Τέτοια υπογραφή δεν απαιτείται στις περιπτώσεις του τελευταίου εδαφίου της παρ. 6 και του δευτέρου εδαφίου της παρ. 7 του άρθρου 48 του παρόντος.»

2. Η παράγραφος 6 του άρθρου 48 του ν. 2717/1999 που είχε προτεθεί με το άρθρο 49 παρε. 1 του ν. 4055/2012 (Α’ 51) αντικαθίσταται ως εξής:
«6. Οι προβλεπόμενες από τις ανωτέρω παραγράφους επιδόσεις του δικαστηρίου προς τους διαδίκους μπορούν να γίνονται και με ηλεκτρονικά μέσα και είναι έγκυρες εφόσον τα προς επίδοση έγγραφα φέρουν προηγμένη ηλεκτρονική υπογραφή, κατά την έννοια του άρθρου 3 παρ. 1 του π.δ. 150/2001 και σύμφωνα με τις απαιτήσεις των άρθρων 25 έως 27 του Κανονισμού (ΕΕ) 910/2014. Τα προς επίδοση έγγραφα που έχουν διαβιβαστεί από το δικαστήριο με ηλεκτρονικά μέσα στη δηλωθείσα με το δικόγραφο ηλεκτρονική διεύθυνση, θεωρείται ότι επιδόθηκαν μετά την παρέλευση τριών εργάσιμων ημερών από την ηλεκτρονική αποστολή τους. Από την 1.1.2021, όλες οι επιδόσεις του δικαστηρίου προς τους διαδίκους γίνονται αποκλειστικά με ηλεκτρονικά μέσα σύμφωνα με τα προηγούμενα εδάφια. Εάν η χρήση ηλεκτρονικών μέσων είναι τεχνικά αδύνατη και εφόσον τούτο επιβάλλεται για λόγους επείγοντος, οι επιδόσεις μπορεί να διενεργούνται κατά τις διατάξεις των παρ. 3 και 5 του παρόντος άρθρου. Αμέσως μόλις καταστεί εκ νέου τεχνικά δυνατή η χρήση των ηλεκτρονικών μέσων, την κατά το προηγούμενο εδάφιο επίδοση ακολουθεί η επίδοση με τα μέσα αυτά.»

3. Στο άρθρο 126 του ν. 2717/1999 προστίθεται παράγραφοι 8 έως 12 ως εξής:

«8. Με την επιφύλαξη των άρθρων 26, 27 παρ. 2 και 3, 29 παρ. 2, 30 παρ. 2 περ. β΄, 32 παρ. 2, 58 παρ. 2, 126Β, 276 παρ. 4 εδάφιο α΄, καθώς και των στοιχείων της εκλογής στις ειδικές διαδικασίες των εκλογικών διαφορών, τα δικόγραφα αλλά και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα κάθε είδους υποβάλλονται αποκλειστικώς με ηλεκτρονικά μέσα από 1.1.2021 και είναι έγκυρα εφόσον φέρουν προηγμένη ηλεκτρονική υπογραφή, κατά την έννοια του άρθρου 3 παρ. 1 του π.δ. 150/2001 και σύμφωνα με τις απαιτήσεις των άρθρων 25 έως 27 του Κανονισμού (ΕΕ) 910/2014. Τα εν λόγω δικόγραφα και έγγραφα που έχουν υποβληθεί με ηλεκτρονικά μέσα θεωρείται ότι κατατέθηκαν, εφόσον επιστραφεί στον αποστολέα του δικογράφου ή εγγράφου από το δικαστήριο ηλεκτρονική απόδειξη που φέρει προηγμένη ηλεκτρονική υπογραφή, κατά την ως άνω έννοια, και περιέχει και την έκθεση κατάθεσης.

9. Στα κατατιθέμενα με ηλεκτρονικά μέσα δικόγραφα ή έγγραφα επισυνάπτονται ως παραρτήματα τα στοιχεία των οποίων γίνεται επίκληση και κατάλογος των στοιχείων αυτών. Αν παράρτημα δικογράφου ή εγγράφου δεν μπορεί, λόγω της φύσεώς του, να κατατεθεί με ηλεκτρονικά μέσα, διαβιβάζεται χωριστά ταχυδρομικώς ή παραδίδεται στη γραμματεία. Το παράρτημα κατατίθεται σε ένα αντίτυπο για το δικαστήριο και σε ισάριθμα των διαδίκων αντίτυπα. Ο διάδικος που καταθέτει τα αντίτυπα αυτά βεβαιώνει ότι είναι πανομοιότυπα. Αν, λόγω του όγκου ενός στοιχείου, στο δικόγραφο ή έγγραφο που κατατίθεται με ηλεκτρονικά μέσα επισυνάπτονται μόνον αποσπάσματα, κατατίθεται στη γραμματεία το στοιχείο αυτούσιο ή πλήρες αντίγραφό του.

10. Επί ηλεκτρονικής καταθέσεως κάθε είδους δικογράφου ή εγγράφου στο δικαστήριο εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του π.δ. 40/2013 (Α΄ 75).

11. Εάν η κατάθεση δικογράφου ή εγγράφου με ηλεκτρονικά μέσα είναι τεχνικά αδύνατη, ο χρήστης ενημερώνει αμέσως για την αδυναμία αυτή τη γραμματεία με κάθε πρόσφορο μέσο, σημειώνοντας: α) το είδος του δικογράφου ή εγγράφου που επιθυμεί να καταθέσει· β) κατά περίπτωση, την προθεσμία που προβλέπεται ή έχει ταχθεί για την κατάθεση του δικογράφου ή εγγράφου· γ) τη φύση της διαπιστωθείσας τεχνικής αδυναμίας, προκειμένου οι υπηρεσίες του δικαστηρίου να εξακριβώσουν αν αυτή οφείλεται σε μη διαθεσιμότητα του ηλεκτρονικού συστήματος που χρησιμοποιεί το δικαστήριο. Σε περίπτωση επείγοντος, ο ενδιαφερόμενος καταθέτει αντίγραφο του δικογράφου ή άλλου διαδικαστικού ή σχετικού εγγράφου στη γραμματεία ή το διαβιβάζει με κάθε πρόσφορο μέσο (μέσω ταχυδρομείου, ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ή φαξ). Αμέσως μόλις καταστεί εκ νέου τεχνικά δυνατή η χρήση του ηλεκτρονικού συστήματος που χρησιμοποιεί το δικαστήριο, τη διαβίβαση αυτή ακολουθεί η κατάθεση μέσω του ηλεκτρονικού συστήματος. Το δικαστήριο ή ο πρόεδρος του οικείου δικαστικού σχηματισμού, κατά τον λόγο της αρμοδιότητάς τους, αποφαίνονται επί της αποδοχής του δικογράφου ή εγγράφου που κατατέθηκε με ηλεκτρονικά μέσα μετά τη λήξη της ταχθείσας προς τούτο προθεσμίας, λαμβάνοντας υπόψη τα στοιχεία που επικαλείται ο καταθέτων για να αποδείξει ότι ήταν τεχνικά αδύνατη η εμπρόθεσμη κατάθεση του εγγράφου αυτού με ηλεκτρονικά μέσα για λόγους που αφορούσαν στο ηλεκτρονικό σύστημα του δικαστηρίου.

12. Η επιβεβαίωση της καταθέσεως δικογράφου ή εγγράφου την οποία παρέχει το δικαστήριο δεν προδικάζει το από δικονομικής απόψεως παραδεκτό των διαβιβαζομένων εγγράφων.»

4. Στο άρθρο 129 του ν. 2717/1999 προστίθεται παρ. 7 ως εξής:

«7. Η έκθεση των απόψεων της Διοίκησης και ο φάκελος που τη συνοδεύει υποβάλλονται αποκλειστικώς με ηλεκτρονικά μέσα από 1.1.2021, και λαμβάνονται υπόψη μόνο εφόσον τα σχετικά έγγραφα φέρουν προηγμένη ηλεκτρονική υπογραφή, κατά την έννοια του άρθρου 3 παρ. 1 του π.δ. 150/2001 και σύμφωνα με τις απαιτήσεις των άρθρων 25 έως 27 του Κανονισμού (ΕΕ) 910/2014. Στην έκθεση απόψεων πρέπει να επισημαίνονται διακριτά τα έγγραφα που αποτελούν περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου που αποστέλλεται και περιέχουν στοιχεία στα οποία η Διοίκηση ζητά να μην επιτραπεί η πρόσβαση των λοιπών διαδίκων, για τον λόγο ότι παραβλάπτεται απόρρητο το οποίο προβλέπεται από ειδικές διατάξεις.»

5. Στο άρθρο 130 του ν. 2717/1999 προστίθεται παρ. 3 ως εξής:

«3. Από 1.1.2021, το δικαστήριο παρέχει στους διαδίκους, με τη χρήση ειδικού κωδικού, τη δυνατότητα εξ αποστάσεως πρόσβασης στα δικόγραφα ή έγγραφα που έχουν υποβληθεί ή που έχουν επιδοθεί με ηλεκτρονικά μέσα. Εξαίρεση αποτελούν τα δικόγραφα ή έγγραφα στα οποία έχει κριθεί από το δικαστήριο ότι δεν επιτρέπεται η πρόσβαση, διότι παραβλάπτεται απόρρητο το οποίο προβλέπεται από ειδικές διατάξεις. Η πρόσβαση στα δικόγραφα και στα έγγραφα κάθε υποθέσεως που έχουν υποβληθεί ή επιδοθεί με ηλεκτρονικά μέσα είναι δυνατή μέχρι της συμπληρώσεως τριμήνου από την ημερομηνία της απόφασης ή πράξης με την οποία περατώνεται η υπόθεση αυτή ενώπιον του οικείου δικαστικού σχηματισμού.»

6. Η παρ. 3 του άρθρου 195 του ν. 2717/1999 τροποποιείται ως εξής:

«3. Η κοινοποίηση γίνεται με ηλεκτρονικά μέσα σύμφωνα με τα οριζόμενα στις παρ. 6 και 7 του άρθρου 48».

Άρθρο 71 – Τροποποίηση του π.δ. 40/2013 (Α΄ 75)

1. Το άρθρο 1 παρ. 1 του π.δ. 40/2013 τροποποιείται ως εξής:

«1. Οι δικηγόροι και τα μέλη του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους που χρησιμοποιούν τη διαδικασία ηλεκτρονικής κατάθεσης δικογράφου στο Συμβούλιο της Επικρατείας και στα Τακτικά Διοικητικά Δικαστήρια:»

2. Στο άρθρο 3 του π.δ. 40/2013 προστίθεται παρ. 4 ως εξής:

«4. Από 1.1.2021, τα δικόγραφα ή έγγραφα που έχουν υποβληθεί ή που έχουν επιδοθεί με ηλεκτρονικά μέσα αποκτούν ψηφιακό υδατόσημο (digital watermark) που περιέχει τον κωδικό του δικηγόρου ή μέλους του ΝΣΚ που ασκεί το δικαίωμα πρόσβασης στα δικόγραφα ή έγγραφα αυτά και αναφέρει τα εξής: η πρόσβαση επιτρέπεται μόνο στους διαδίκους της συγκεκριμένης υπόθεσης, περιορίζεται μόνο στο πλαίσιο της συγκεκριμένης διοικητικής δίκης, η δε χρήση ή αναπαραγωγή τους, για οποιονδήποτε άλλο σκοπό, απαγορεύεται χωρίς άδεια του δικαστηρίου.»

Άρθρο 72 – Υποχρέωση αναγραφής του ΑΦΜ στα δικόγραφα ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας και των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων

1. Η παρ. 2 του άρθρου 17 του π.δ. 18/1989 τροποποιείται ως εξής:

«2. Το δικόγραφο πρέπει να περιέχει το όνομα εκείνου που ασκεί το ένδικο μέσο, τη διεύθυνση της κατοικίας του, τον αριθμό φορολογικού του μητρώου, την προσβαλλόμενη πράξη ή απόφαση, τους συγκεκριμένους λόγους στους οποίους στηρίζεται το ένδικο μέσο, χρονολογία και υπογραφή».

2. Η περ. γ΄ της παρ. 1 του άρθρου 45 του ν. 2717/1999 τροποποιείται ως εξής:

«γ) αν υποβάλλεται μεν από φυσικό πρόσωπο, το όνομα, επώνυμο, πατρώνυμο, αριθμό φορολογικού μητρώου, ηλεκτρονική διεύθυνση και την ακριβή διεύθυνση της κατοικίας και του χώρου εργασίας του ίδιου, του νόμιμου αντιπροσώπου του και, αν υπάρχουν, του δικαστικού πληρεξούσιου και του αντικλήτου του, αν υποβάλλεται δε από νομικό πρόσωπο, ένωση προσώπων ή ομάδα περιουσίας, την επωνυμία και την έδρα τους, τον αριθμό φορολογικού μητρώου καθώς και το όνομα, επώνυμο, πατρώνυμο, αριθμό φορολογικού μητρώου, ηλεκτρονική διεύθυνση και την ακριβή διεύθυνση της κατοικίας και του χώρου εργασίας του εκπροσώπου τους και, αν υπάρχουν, του δικαστικού πληρεξουσίου και του αντικλήτου τους, ενώ, αν υποβάλλεται από το Δημόσιο, τον τίτλο της δημόσιας υπηρεσίας, ηλεκτρονική διεύθυνση και το όργανο που το εκπροσωπεί».

Mπορείτε να συμμετέχετε στη διαβούλευση στο opengov.gr

Αναδημοσίευση από lawspot.gr

Υποχρεωτική διαμεσολάβηση: Εξαίρεση και όχι ο κανόνας στις υπόλοιπες έννομες τάξεις

Με το νόμο 4512/2018 καθιερώθηκε στην Ελλάδα η υποχρεωτική προσφυγή στη διαμεσολάβηση σε ορισμένες ιδιωτικές διαφορές. Η εφαρμογή της διάταξης είχε αρχικά ανασταλεί για τις 16 Σεπτεμβρίου 2019 και εκ νέου μέχρι τις 30 Νοεμβρίου του τρέχοντος έτους.Σύμφωνα με το άρθρο 182 του νόμου 4512/2018 επί ποινή απαραδέκτου της συζήτησης του ενδίκου βοηθήματος, οι εκεί αναφερόμενες ιδιωτικές διαφορές υπάγονται στη διαδικασία της διαμεσολάβησης.Η υποχρεωτική διαμεσολάβηση είναι η εξαίρεση και όχι ο κανόνας στις υπόλοιπες έννομες τάξεις . Μόνο στην Ελλάδα, στην Τουρκία, στη Ρουμανία και στην Ινδία έχει θεσπισθεί η υποχρεωτικότητα της διαδικασίας της διαμεσολάβησης για ορισμένες υποθέσεις. Στις περισσότερες χώρες ισχύει προαιρετικά. Στην Τουρκία μάλιστα μετά από 2 περίπου χρόνια εφαρμογής της υποχρεωτικής διαμεσολάβησης, συζητείται η επιστροφή στην προαιρετικότητα της διαδικασίας.Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο με την απόφαση της 14ης Ιουνίου 2017 στην υπόθεση C-75/16,  έκρινε ότι η οδηγία 2013/11/ΕΕ, για την εναλλακτική επίλυση καταναλωτικών διαφορών και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) 2006/2004 και της οδηγίας 2009/22/ΕΚ (οδηγία ΕΕΚΔ), έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση, η οποία προβλέπει την προσφυγή σε διαδικασία διαμεσολαβήσεως στις διαφορές που αναφέρονται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής, ως προϋπόθεση του παραδεκτού της ένδικης προσφυγής σχετικά με τις εν λόγω διαφορές, στον βαθμό που μια τέτοια απαίτηση δεν εμποδίζει τα εμπλεκόμενα μέρη να ασκήσουν το δικαίωμά τους προσβάσεως στο δικαστικό σύστημα.Αντιθέτως, η εν λόγω οδηγία έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση, όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, η οποία προβλέπει ότι, στο πλαίσιο τέτοιας διαμεσολαβήσεως, οι καταναλωτές πρέπει να επικουρούνται από δικηγόρο και δεν μπορούν να αποσυρθούν από διαδικασία διαμεσολαβήσεως παρά μόνον εάν αποδείξουν την ύπαρξη εύλογης αιτίας για αυτή τους την απόφαση.Σύμφωνα με τους διαφωνούντες με το θεσμό της υποχρεωτικής διαμεσολάβησης, το στοιχείο της υποχρεωτικότητας έρχεται σε αντίθεση με την ίδια τη φύση του θεσμού, που συνίσταται στη δυνητική προσφυγή των μερών στην συγκεκριμένη διαδικασία προς επίλυση των διαφορών τους και αποτελεί σχήμα οξύμωρο.

Αναδημοσίευση από legalnews24.gr

Προσωπικά δεδομένα: Χρήση πιστοποιητικού περί άσκησης ποινικής δίωξης στο πλαίσιο δίκης (ΑΠ ποιν. 901/2019)

Επεξεργασία ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων από δικηγόρο και εντολέα στο πλαίσιο δίκης – Αναίρεση αθωωτικής απόφασης

Με την απόφαση 901/2019 του Αρείου Πάγου αναιρέθηκε απόφαση Τριμελούς Εφετείου με την οποία οι κατηγορούμενοι κρίθηκαν ομόφωνα αθώοι για την πράξη της παράβασης του άρθρου 22 παρ. 4 του ν. 2472/1997 (χωρίς δικαίωμα επέμβαση σε αρχείο «ευαίσθητων» δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα).

Η υπόθεση αφορά στην χρήση πιστοποιητικού περί άσκησης ποινικής δίωξης από δικηγόρο και εντολέα στο πλαίσιο δίκης, κατά παράβαση των προϋποθέσεων νόμιμης επεξεργασίας, όπως η άδεια της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (υπό το καθεστώς του καταργηθέντος πλέον Νόμου 2472/97). 

Ο Άρειος Πάγος (Τμήμα ΣΤ Ποινικό) έκρινε ότι η απόφαση του Εφετείου έπρεπε να αναιρεθεί, καθώς αφενός μεν δεν διέλαβε σ’αυτήν την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, προκειμένου να στηρίξει την αθωωτική για τους κατηγορούμενους κρίση του, αφετέρου ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένα τις οικείες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, ενώ η αιτιολογία ήταν ελλιπής, ασαφής και με λογικά κενά.

Μεταξύ άλλων, ο Άρειος Πάγος σημείωσε ότι, κατ’εσφαλμένη εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων των άρθρων 7 παρ. 1 και 2 περ. 3 και 22 παρ. 4 του Ν. 2472/1997, το Εφετείο δέχτηκε ότι επιτρεπόταν η κατά τα άνω χρησιμοποίηση των ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων του εγκαλούντος από τους δεύτερο και τρίτο κατηγορούμενους στις προαναφερόμενες δίκες «ως μόνο πρόσφορο μέσον προκειμένου να αποδείξει ενώπιον του εκάστοτε Δικαστηρίου τις ομοιότητες στον τρόπο χειρισμού των υποθέσεων από τον εγκαλούντα», ενώ η επεξεργασία ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων επιτρέπεται κατ’ εξαίρεση, όταν είναι αναγκαία για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος ενώπιον δικαστηρίου ή πειθαρχικού οργάνου.

Απόσπασμα της απόφασης 

Κατά το άρθρο 1 του Ν. 2472/1997 «Προστασία ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα», όπως αυτός ισχύει μετά τις τροποποιήσεις του με το άρθρο 8 του Ν. 2819/2000 και το άρθρο 34 του Ν. 2915/2001, αντικείμενο αυτού του νόμου είναι η θέσπιση των προϋποθέσεων για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προς προστασία των δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών των φυσικών προσώπων και ιδίως της ιδιωτικής ζωής.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 22 παρ. 4 του ίδιου νόμου, «Όποιος χωρίς δικαίωμα επεμβαίνει με οποιονδήποτε τρόπο σε αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή λαμβάνει γνώση των δεδομένων αυτών ή τα αφαιρεί, αλλοιώνει, βλάπτει, καταστρέφει, επεξεργάζεται, μεταδίδει, ανακοινώνει, τα καθιστά προσιτά σε μη δικαιούμενα πρόσωπα ή επιτρέπει στα πρόσωπα αυτά να λάβουν γνώση των εν λόγω δεδομένων ή τα εκμεταλλεύεται με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή και αν πρόκειται για ευαίσθητα δεδομένα με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και χρηματική ποινή τουλάχιστον ενός εκατομμυρίου (1.000.000) έως δέκα εκατομμυρίων (10.000.000) δραχμών, αν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα από άλλες διατάξεις», ενώ κατά την παρ. 8 του ίδιου άρθρου «Αν οι πράξεις των παρ.1 έως 5 του παρόντος άρθρου τελέσθηκαν από αμέλεια, επιβάλλεται φυλάκιση έως τριών (3) ετών και χρηματική ποινή».

Εξάλλου, κατά το άρθρο 2 στοιχ. α’ , β’ , γ’ , δ’ , ε’, ι’ και ια’ του αυτού νόμου για τους σκοπούς αυτού νοούνται ως: α) «Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα», κάθε πληροφορία που αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων. Δεν λογίζονται ως δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τα στατιστικής φύσεως συγκεντρωτικά στοιχεία, από τα οποία δεν μπορούν πλέον να προσδιορισθούν τα υποκείμενα των δεδομένων, β) «Ευαίσθητα δεδομένα», τα δεδομένα που αφορούν τη φυλετική ή εθνική προέλευση, τα πολιτικά φρονήματα, τις θρησκευτικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις, τη συμμετοχή σε ένωση, σωματείο και συνδικαλιστική οργάνωση, την υγεία, την κοινωνική πρόνοια και την ερωτική ζωή, καθώς και τα σχετικά με ποινικές διώξεις ή καταδίκες (με την παρ. 1 του άρθρου 18 του Ν. 3471/2Θ06 και στη συνέχεια με την παρ. 3 του άρθρου 8 του Ν. 3625/2007, ρυθμίστηκαν οι περιπτώσεις, όπου, ειδικά για τα σχετικά με ποινικές διώξεις ή καταδίκες, δύναται να επιτραπεί η δημοσιοποίηση μόνον από την εισαγγελική αρχή) καθώς και στη συμμετοχή σε συναφείς με τα ανωτέρω ενώσεις προσώπων, γ) «Υποκείμενο των δεδομένων», το φυσικό πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί, δηλαδή μπορεί να προσδιορισθεί αμέσως ή εμμέσως, ιδίως βάσει αριθμού ταυτότητας ή βάσει ενός ή περισσότερων συγκεκριμένων στοιχείων που χαρακτηρίζουν την υπόστασή του από άποψη φυσική, βιολογική, ψυχική, οικονομική, πολιτιστική, πολιτική ή κοινωνική, δ) «Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα » («επεξεργασία»), κάθε εργασία ή σειρά εργασιών που πραγματοποιείται, από το Δημόσιο ή από νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο με ή χωρίς τη βοήθεια αυτοματοποιημένων μεθόδων και εφαρμόζονται σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η διατήρηση ή αποθήκευση, η τροποποίηση, η εξαγωγή, η χρήση, η διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλης μορφής διάθεση, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, η διασύνδεση, η δέσμευση (κλείδωμα), η διαγραφή, η καταστροφή, ε) «Αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» («αρχείο»), κάθε διαρθρωμένο σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία είναι προσιτά με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια…ζ) «Υπεύθυνος επεξεργασίας», οποιοσδήποτε καθορίζει το σκοπό και τον τρόπο επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός…. ι) «Αποδέκτης» είναι το φυσικό πρόσωπο ή νομικό πρόσωπο ή δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, στον οποίο ανακοινώνονται ή μεταδίδονται τα δεδομένα, ανεξαρτήτως αν πρόκειται, για τρίτο ή όχι και ια) «Συγκατάθεση» του υποκειμένου των δεδομένων, κάθε ελεύθερη, ρητή και ειδική δήλωση βουλήσεως, που εκφράζεται με τρόπο σαφή και εν πλήρη επιγνώσει, και με την οποία, το υποκείμενο των δεδομένων, αφού προηγουμένως ενημερωθεί, δέχεται να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 3 παρ. 1 του Ν 2472/1997 οι διατάξεις αυτού «εφαρμόζονται στην εν όλω ή εν μέρει αυτοματοποιημένη επεξεργασία, καθώς και στη μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία περιλαμβάνονται ή πρόκειται να περιληφθούν σε αρχείο». Τέλος, στο άρθρο 7 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι «1. Απαγορεύεται η συλλογή και η επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων. 2. Κατ’εξαίρεση επιτρέπεται η συλλογή και η επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων, καθώς και η ίδρυση και λειτουργία σχετικού αρχείου, ύστερα από άδεια της Αρχής, όταν συντρέχουν μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες προϋποθέσεις : α)…β)…γ) Η επεξεργασία αφορά δεδομένα που δημοσιοποιεί το ίδιο το υποκείμενο ή είναι αναγκαία για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος ενώπιον δικαστηρίου ή πειθαρχικού οργάνου (όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 34 του ν. 2915/2001), δ)…3. Η Αρχή χορηγεί άδεια συλλογής και επεξεργασίας ευαίσθητων δεδομένων, καθώς και άδεια ιδρύσεως και λειτουργίας σχετικού αρχείου, ύστερα από αίτηση του υπεύθυνου επεξεργασίας.

Προϋπόθεση για τη νόμιμη εφαρμογή της παραπάνω διάταξης είναι ότι τα δεδομένα, των οποίων ζητείται η χορήγηση ή για τα οποία πρόκειται η χρήση, πρέπει να είναι απολύτως αναγκαία και πρόσφορα για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος ενώπιον δικαστηρίου (αρχή της αναγκαιότητας) και δη ενόψει της συγκεκριμένης δίκης που εκκρεμεί. Η αναγκαιότητα δε υφίσταται όταν ο επιδιωκόμενος σκοπός δεν μπορεί να επιτευχθεί με άλλα ηπιότερα μέσα. Τα δεδομένα, επίσης, δεν πρέπει να είναι περισσότερα από όσα είναι απολύτως απαραίτητα για την υπεράσπιση του δικαιώματος (αρχή της αναλογικότητας).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 7 Α παρ. 1 περιπτ. ε’ του ως άνω νόμου, ως αντικαταστάθηκε τελικά με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 3471/2006, «Ο υπεύθυνος επεξεργασίας απαλλάσσεται από την υποχρέωση γνωστοποίησης του άρθρου 6 και από την υποχρέωση λήψης άδειας του άρθρου 7 του παρόντος νόμου στις ακόλουθες περιπτώσεις : …ε) Όταν η επεξεργασία γίνεται από δικηγόρους, συμβολαιογράφους, άμισθους υποθηκοφύλακες και δικαστικούς επιμελητές ή εταιρείες των προσώπων αυτών και αφορά στην παροχή νομικών υπηρεσιών προς πελάτες τους, εφόσον ο υπεύθυνος επεξεργασίας και τα μέλη των εταιρειών δεσμεύονται από υποχρέωση απορρήτου που προβλέπει νόμος και τα δεδομένα δεν διαβιβάζονται ούτε κοινοποιούνται σε τρίτους, εκτός από τις περιπτώσεις που αυτό είναι αναγκαίο και συνδέεται άμεσα με την εκπλήρωση εντολής του πελάτη».

Από τα παραπάνω προκύπτει: Α) Ότι το πιστοποιητικό που εκδίδει η αρμόδια εισαγγελία πρωτοδικών, κατόπιν αιτήσεως του εγκαλούντος, περί ασκήσεως ποινικής διώξεως σε βάρος του εγκαλούμενου και της πορείας αυτής, αφορά ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα του τελευταίου. Η χορήγηση του εν λόγω πιστοποιητικού στον εγκαλούντα αποτελεί επέμβαση στα αρχεία της εισαγγελίας, τα οποία ως διαρθρωμένα σύνολα εγγράφων αποτελούν «αρχεία» κατά την έννοια του νόμου. Το πιστοποιητικό χορηγείται, προκειμένου ο εγκαλών και αιτών να το χρησιμοποιήσει μόνο στο πλαίσιο της μεταξύ αυτού και του εγκαλούμενου διαφοράς. Η περαιτέρω χρήση του εν λόγω πιστοποιητικού για διαφορετικό σκοπό από αυτόν για τον οποίο και μόνο αυτό χορηγήθηκε, ήτοι παράδοση αυτού σε τρίτον, χωρίς να υφίσταται λόγος εξαίρεσης της εν λόγω επεξεργασίας, συνιστά μη νόμιμη επεξεργασία του εν λόγω ευαίσθητου προσωπικού δεδομένου. Η εν συνεχεία χρησιμοποίηση του πιστοποιητικού από τον τρίτο, χωρίς δικαίωμα και χωρίς να υφίσταται λόγος εξαίρεσης της εν λόγω επεξεργασίας, συνιστά παράνομη επέμβαση σε αρχείο που πλέον δημιούργησε ο τρίτος. Αντίθετη παραδοχή θα οδηγούσε στο αποκρουστέο αποτέλεσμα της νομιμοποίησης της ανεξέλεγκτης επεξεργασίας ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων, τα οποία αποκτώνται μεν αρχικώς νομίμως στην συνέχεια όμως παραδίδονται σε τρίτους χωρίς οι τελευταίοι να μπορούν να ελεγχθούν για τυχόν, κατά παράβαση των διατάξεων του νόμου 2472/1997, χρήση τους (πρβλ. ΑΠ 1520/2017 Πολιτική) και

Β) Ότι οι κυρώσεις που προβλέπονται στο Ν. 2472/1997, ενόψει της ιδιάζουσας βαρύτητάς τους, προβλέπονται όχι γενικώς και αορίστως για κάθε παράβαση των διατάξεών του, αλλά μόνο για συγκεκριμένες ειδικά περιγραφόμενες σοβαρές παραβάσεις.

Με εξαίρεση δε τις περιπτώσεις της παρ. 5 του άρθρου 22 , η οποία ποινικοποιεί τις παραβάσεις συγκεκριμένων αποφάσεων της Αρχής προσωπικών δεδομένων, το κοινό συνδετικό γνώρισμα των ειδικών ποινικών προβλέψεων του άρθρου 22 του Ν. 2472/1997 και εκείνο που προσδίδει βαρύτητα στις σχετικές πράξεις είναι η αναφορά τους στην τήρηση «αρχείων προσωπικών δεδομένων». Από τη διατύπωση δε της παραπάνω διάταξης καθίσταται σαφές ότι το αδίκημα του άρθρου 22 παρ. 4 του Ν. 2472/1997 είναι ένα υπαλλακτικώς μικτό έγκλημα και μόνο στην πρώτη μορφή τέλεσής του τίθεται ως προϋπόθεση η πράξη της επέμβασης σε αρχείο. Στις υπόλοιπες μορφές τέλεσης δεν τίθεται ως προϋπόθεση να υφίσταται ή να έχει προηγηθεί επέμβαση σε αρχείο χωρίς δικαίωμα.

Δείτε αναλυτικά την απόφαση 901/2019 του Αρείου Πάγου

Αναδημοσίευση από lawspot.gr

Προϋποθέσεις κατάργησης δίκης σε περίπτωση παραίτησης από την αγωγή μετά τη λήξη της προθεσμίας κατάθεσης προτάσεων (Δικαστήριο Αγωγών Κακοδικίας)

Με την υπ’αρ.7/2019 απόφαση του κατά το άρθρο 99 του Συντάγματος και τον Ν. 693/1977 Ειδικού Δικαστηρίου προς εκδίκαση αγωγών κακοδικίας, κηρύχθηκε, κατόπιν κατάθεσης σχετικής δήλωσης παραίτησης, καταργημένη η δίκη που είχε ανοιγεί με την από 6.11.2018 αγωγή των Λ.Κ. και Ε.Ρ. κατά της Εισαγγελέως και των Επίκουρων Εισαγγελέων Εγκλημάτων Διαφθοράς.Με την αγωγή αυτή οι ενάγοντες ζήτησαν, κατόπιν μετατροπής του αγωγικού αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν σε αυτούς αποζημίωση για την αποκατάσταση της βλάβης που κατά τους ισχυρισμούς τους υπέστησαν από τη δημοσίευση στον Τύπο στοιχείων και πληροφοριών που τους αφορούν, τα οποία εξήχθησαν με υπαιτιότητά των εισαγγελικών λειτουργών από δικογραφία, στην οποία αυτοί είχαν αποκλειστική πρόσβαση, κατά παραβίαση της αρχής της μυστικότητας της προκαταρκτικής εξέτασης και των διατάξεων περί υπηρεσιακού απορρήτου.Ειδικότερα, το Δικαστήριο, ερμηνεύοντας τις διατάξεις των άρθρων 12, 14 και 15 του ν. 693/1977 και 294 και 295 ΚΠολΔ, έκρινε ότι το απώτατο χρονικό σημείο, μέχρι του οποίου ο ενάγων δικαιούται μονομερώς να παραιτηθεί, είναι η καταληκτική ημερομηνία κατάθεσης προτάσεων, δηλαδή είκοσι (20) ημέρες πριν από τη συζήτηση της αγωγής.Περαιτέρω, έκρινε ότι, εάν η δήλωση παραίτησης κατατεθεί πέραν αυτού του χρονικού σημείου, η κατάργηση της δίκης κηρύσσεται με δικαστική απόφαση και υπό την προϋπόθεση ότι ο εναγόμενος δεν αντιλέγει ή δεν αμφισβητείται η παραίτηση. Τέλος, έκρινε ότι οι δικονομικές συνέπειες της παραίτησης επέρχονται και παρά το γεγονός ότι ο εναγόμενος αντιλέγει, εφόσον αυτός δεν επικαλείται και δεν πιθανολογεί το έννομο συμφέρον του για την έκδοση οριστικής απόφασης.Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, το Δικαστήριο έκρινε, κατά πλειοψηφία, ότι, εν προκειμένω, οι εναγόμενοι αντέλεξαν χωρίς να επικαλεστούν συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που να δικαιολογούν το έννομο συμφέρον τους για την έκδοση οριστικής απόφασης, το δε Δικαστήριο δεν δικαιούται, στο πλαίσιο της εξουσίας διάθεσης των διάδικων μέρων και προς χάριν διασφάλισης της αντικειμενικότητας και της ουδετερότητάς του, να προβεί το ίδιο σε εκτίμηση μη προταθέντων ισχυρισμών, δυνάμενων να θεμελιώσουν τη συνδρομή ή μη του εννόμου συμφέροντος.Κατά τη μειοψηφήσασα άποψη, οι εναγόμενοι ανταποκρίθηκαν στο δικονομικό βάρος επίκλησης και πιθανολόγησης του εννόμου συμφέροντός τους, εκθέτοντας συγκεκριμένους ισχυρισμούς στο υπόμνημά τους, λαμβανομένων περαιτέρω υπόψη της βαρύτατης ηθικής μομφής που τους αποδίδεται αλλά και των δικονομικών λόγων που αυτοί επικαλούνται με το ίδιο υπόμνημα και που δικαιολογούν την έκδοση οριστικής απόφασης, οι οποίοι συνίστανται στην αδυναμία έγερσης εις βάρος τους νέας αγωγής, εφόσον η ασκηθείσα απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω του αναγνωριστικού της  χαρακτήρα.(πηγή:adjustice.gr)

Αναδημοσίευση από legalnews24.gr