ΣτΕ: «Όχι» στην αφαίρεση θρησκευτικών συμβόλων από τη δικαστική αίθουσα

Η ύπαρξη θρησκευτικών συμβόλων σε αίθουσα δικαστηρίου δεν συνιστά παραβίαση του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη – Εναπόκειται στον νομοθέτη να αποφασίσει εάν θα διακόψει τη μακροχρόνια αυτή πρακτική

Με παρεμπίπτουσα απόφασή της στην υπόθεση σχετικά με την αναγραφή του θρησκεύματος στα απολυτήρια μαθητών, η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας έκρινε επί αιτημάτων αφαίρεσης θρησκευτικών συμβόλων από τη δικαστική αίθουσα.

Συγκεκριμένα, οι αιτούντες (Ένωση Αθέων κλπ.) ζήτησαν να αφαιρεθεί η θρησκευτική εικόνα που είναι αναρτημένη στην αίθουσα συνεδριάσεων του Δικαστηρίου.

Με την αίτηση υποστήριξαν ότι οι αιτήσεις ακυρώσεως που υπέβαλαν αποτελούν ειδικότερες εκφάνσεις του γενικότερου αιτήματος θρησκευτικής ουδετερότητας του κράτους, συνεπώς ζητούν την απόσυρση της θρησκευτικής εικόνας στο πλαίσιο του δικαιώματός τους για δίκαιη δίκη, σύμφωνα με το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), σε συνδυασμό με το άρθρο 14 αυτής για την απαγόρευση διακρίσεων λόγω θρησκευτικών πεποιθήσεων.

Όπως αναφέρεται στην αίτηση, η δίκαιη δίκη προϋποθέτει την αμεροληψία και ανεξαρτησία του Δικαστηρίου όχι μόνον ως προς το ενδιάθετο φρόνημα των Δικαστών, αλλά και ως προς τα εξωτερικά στοιχεία της επιβαλλόμενης θρησκευτικής ουδετερότητας της αίθουσας, εντός της οποίας θα εκδικαστεί η υπόθεσή τους.

Μεταξύ άλλων, η Ολομέλεια αναφέρει στην απόφασή της ότι η περιεχόμενη στο άρθρο 3 παρ. 1 του Συντάγματος αναφορά ότι «επικρατούσα θρησκεία στην Ελλάδα είναι η θρησκεία της Aνατoλικής Oρθόδoξης Eκκλησίας τoυ Xριστoύ» αποτελεί διαπίστωση του πραγματικού γεγονότος ότι την θρησκεία αυτήν πρεσβεύει η συντριπτική πλειοψηφία του ελληνικού λαού, ενώ δεν στερείται η αναφορά αυτή και ορισμένων κανονιστικών συνεπειών, όπως είναι η καθιέρωση χριστιανικών εορτών ως υποχρεωτικών αργιών σε εθνικό και τοπικό επίπεδο, στον δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα.

Στο πλαίσιο αυτό, συνεχίζει η απόφαση, «ακολουθούνται εθιμικά ορισμένες πρακτικές σύμφωνα με την ορθόδοξη παράδοση.

Πράγματι, ήδη από την ίδρυση του νέου ελληνικού κράτους, αναρτώνται θρησκευτικές εικόνες ή σύμβολα στις αίθουσες των δικαστηρίων, όπως και σε άλλα δημόσια κτίρια (λ.χ. στις αίθουσες των σχολείων της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης), η πρακτική δε αυτή ακολουθείται παγίως και κατά τρόπο ομοιόμορφο από όλα τα δικαστήρια».

Το Δικαστήριο επισημαίνει ότι οι αιτούντες δεν επικαλούνται, ούτε αποδεικνύουν οποιαδήποτε βλάβη που τυχόν υφίστανται από την τήρηση της παραπάνω πρακτικής, όπως, για παράδειγμα, επιρροή του θρησκευτικού συμβόλου στο φρόνημα των μελών της συνθέσεως που θα εκδικάσει την υπόθεσή τους, ή στην άσκηση των δικαιωμάτων τους στο ακροατήριο ή στον τρόπο διεξαγωγής της διαδικασίας, ούτε, άλλωστε, επικαλούνται ότι η διενέργεια διαδικαστικών πράξεων σε δικαστικές αίθουσες με αναρτημένα θρησκευτικά σύμβολα έχει επιδράσει, κατά τρόπο αντίθετο προς τη δικαστική αμεροληψία, στο περιεχόμενο απόφασης του δικαστηρίου, η οποία αφορά σε αντικείμενο ίδιο ή παρεμφερές με αυτό των εν λόγω αιτήσεων ακυρώσεως.

Απόρριψη της αίτησης με μειοψηφία τριών Συμβούλων

Με τα δεδομένα αυτά, η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας έκρινε ότι το αίτημα αφαίρεσης της θρησκευτικής εικόνας από την αίθουσα συνεδριάσεων του Δικαστηρίου, ενόψει της εκδίκασης των συγκεκριμένων υποθέσεων, πρέπει να απορριφθεί.

Ειδικότερα, το Δικαστήριο σημείωσε ότι δεν συντρέχει περίπτωση παραβίασης του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ από μόνη την διατήρηση, κατά την επίμαχη συνεδρίαση, της παραπάνω μακροχρόνιας πρακτικής, η οποία εμπίπτει κατ’ αρχήν στο περιθώριο εκτίμησης του ελληνικού κράτους, ενόψει και της συνταγματικής πρόβλεψης περί επικρατούσας θρησκείας.

Το Δικαστήριο επεσήμανε ότι εναπόκειται στον νομοθέτη να αποφασίσει εάν θα διακόψει, κατά τρόπο γενικό και ενιαίο, τη μακροχρόνια αυτή πρακτική που ακολουθείται εθιμικά.

Κατά τη μειοψηφούσε γνώμη, των Συμβούλων Θ. Αραβάνη, Ο. Παπαδοπούλου και Α. Γαλενιανού – Χαλκιαδάκη το αίτημα πρέπει να γίνει δεκτό, διότι η εκδίκαση υποθέσεων με αντικείμενο την απάλειψη του θρησκεύματος από το απολυτήριο και τα πιστοποιητικά σπουδών της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης εντός δικαστικής αίθουσας στην οποία είναι αναρτημένα θρησκευτικά σύμβολα, και μάλιστα του επίδικου θρησκεύματος, παραβιάζει το άρθρο 13 του Συντάγματος και τα άρθρα 6 παρ. 1 και 9 παρ. 1 της ΕΣΔΑ.

Δείτε αναλυτικά την παρεμπίπτουσα απόφαση 71/2019 της Ολομέλειας του ΣτΕ.

Πηγή: adjustice.gr

Αναδημοσίευση από lawspot.gr

Αυτές είναι οι νέες τροποποιήσεις του Ποινικού Κώδικα και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας

Σε δημόσια διαβούλευση μέχρι τις 18 Οκτωβρίου τέθηκε η νομοθετική πρωτοβουλία του Υπουργείου Δικαιοσύνης, υπό τον τίτλο: «Τροποποιήσεις Ποινικού Κώδικα, Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και συναφείς διατάξεις».

Αναφορικά με τον Ποινικό Κώδικα, διορθωτικές τροποποιήσεις πραγματοποιούνται στα άρθρα 57809499104A110Α137Α142142Α159159Α169Α173187187Α187Β213235236237272290290Α291374405464 και 465.

Αναφορικά με τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, διορθωτικές τροποποιήσεις πραγματοποιούνται σε σειρά άρθρων (βλέπε άρθρο 7 νομοσχεδίου), ενώ ειδική διάταξη υπάρχει για τη διόρθωση παροραμάτων και παραδρομών στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας που κυρώθηκε με τον ν. 4620/2019.

Το σχέδιο νόμου περιλαμβάνει επίσης επιμέρους αλλαγές και σε άλλους ποινικούς νόμους και τον Στρατιωτικό Ποινικό Κώδικα (βλέπε άρθρο 9).

Τέλος, ειδική διάταξη υπάρχει για την διατάραξη ησυχίας. Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση, μετά την κατάργηση των πταισμάτων με την διάταξη του άρθρου 468 παρ.1 ΠΚ, επιβάλλεται για την άμεση και αδιάκοπη προστασία του ευαίσθητου ζητήματος της κοινής ησυχίας, η αναγωγή τους σε ελαφρά πλημμελήματα (φυλάκιση έως πέντε μηνών ή χρηματική ποινή έως εκατόν πενήντα ημερήσιες μονάδες), ώστε να εξασφαλίζεται η βεβαίωση αυτών των ποινικών παραβάσεων από τα αρμόδια αστυνομικά όργανα.

Ποινικός Κώδικας

Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση:

Άρθρο 1

Στο άρθρο 57 παρ. 2 προστίθεται ο προσδιορισμός του ύψους της χρηματικής ποινής όταν αυτή απειλείται διαζευκτικά με την ποινή της παροχής κοινωφελούς εργασίας και ορίζεται ότι αυτή δεν μπορεί να υπερβαίνει τις ενενήντα ημερήσιες μονάδες, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά.

Στην παράγραφο 5 του άρθρου 80 προστίθεται τελευταίο εδάφιο, ώστε να αποσαφηνιστεί ότι το αίτημα αλλαγής του τρόπου έκτισης της χρηματικής ποινής δεν υποβάλλεται άπαξ. Κάθε συγκεκριμένο αίτημα μπορεί να υποβληθεί μία φορά, που σημαίνει ότι ο καταδικασθείς θα μπορούσε να υποβάλει τρία αιτήματα διαφορετικού περιεχομένου, σύμφωνα με όσα ορίζει ειδικότερα η συγκεκριμένη παράγραφος.

Στο άρθρο 94 προστίθεται τέταρτη παράγραφος, που συνιστά εξαίρεση στον κανόνα των άρθρων 94 παρ. 1 και 97, βάσει της οποίας, ποινές στερητικές της ελευθερίας ανώτερες του ενός έτους που επιβάλλονται για κακούργημα ή πλημμέλημα με δόλο, το οποίο τέλεσε κρατούμενος κατά τη διάρκεια της αδείας του, εκτίονται ολόκληρες μετά την έκτιση της ποινής που επιβλήθηκε ή θα επιβληθεί για την πράξη για την οποία ήταν κρατούμενος.

Στο άρθρο 99 τροποποιείται το τελευταίο εδάφιο της πρώτης του παραγράφου και διευκρινίζεται ότι ο χρόνος της αναστολής αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που χορηγεί την αναστολή, εάν ο καταδικασθείς είναι παρών, ενώ σε περίπτωση που είναι απών, η έναρξη της αναστολής τοποθετείται στον χρόνο επίδοσης της απόφασης.

Στο άρθρο 104Α προστίθεται τελευταίο εδάφιο στην πρώτη παράγραφο προκειμένου να περιοριστεί η παροχή κοινωφελούς εργασίας σε στοιχειωδώς εφαρμόσιμο πλαίσιο. Ορίζεται ειδικότερα ότι ενώ κάθε ημέρα φυλάκισης δεν μπορεί να αντιστοιχεί σε περισσότερες από τρεις ώρες κοινωφελούς εργασίας, σε κάθε περίπτωση, η διάρκεια της κοινωφελούς εργασίας δεν μπορεί να υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες ώρες.

Στο άρθρο 110Α αυξάνεται ο ελάχιστος χρόνος παραμονής στη φυλακή προκειμένου να απολυθεί ο καταδικασθείς υπό τον όρο της κατ’ οίκον έκτισης της ποινής με ηλεκτρονική επιτήρηση. Αντί των αρχικά προβλεπόμενων δεκαεπτά ετών, το όριο αυτό αυξάνεται στα είκοσι δύο έτη στην παράγραφο 2 εδ β΄, ενώ σε περίπτωση ευεργετικού υπολογισμού το όριο αυξάνεται από τα δεκαέξι στα είκοσι έτη στην παράγραφο 4 εδ. τελευταίο.

Άρθρο 2

Στο άρθρο 137Α προστίθεται δεύτερη παράγραφος, ώστε η χώρα μας να υιοθετήσει πλήρως τον ορισμό της Διεθνούς Σύμβασης για τα βασανιστήρια. Με βάση τη Σύμβαση, για την τέλεση της πράξης δεν είναι αναγκαίο σε κάθε περίπτωση να αποβλέπει ο δράστης σε κάποιους σκοπούς. Το έγκλημα τελείται ακόμα και όταν, ανεξαρτήτως σκοπών, η επιλογή του παθόντος έχει γίνει λόγω συγκεκριμένων χαρακτηριστικών, όπως του φύλου, της θρησκείας κλπ.

Λόγω της προσθήκης της παραγράφου αυτής, τροποποιείται η αρίθμηση των επόμενων παραγράφων και εν μέρει το περιεχόμενό τους, ώστε πλέον να καλύπτεται η αναφορά στις αναριθμημένες παραγράφους του άρθρου.

Τέλος, σε ό,τι αφορά την έννοια των βασανιστηρίων, χρησιμοποιείται ο όρος «εσκεμμένη» αντί του παλαιοτέρου «μεθοδευμένη», ο οποίος είχε δημιουργήσει σύγχυση στη νομολογία. Με τον όρο «εσκεμμένη» αποδίδεται ο όρος «intentionally» του αγγλικού κειμένου. Ειδικότερα, με τη χρήση του όρου αυτού επιχειρείται να αποσαφηνιστεί ότι από την έννοια των βασανιστηρίων αποκλείεται μόνο η «απαράσκευη» πρόκληση πόνου, εξάντλησης κλπ – η οποία έχει εξαιρεθεί και από το ΕΔΔΑ από την έννοια των βασανιστηρίων.

Άρθρο 3

Στο άρθρο 142 απλώς διορθώνεται η σειρά των απειλούμενων ποινών και η χρηματική ποινή, ως βαρύτερη, προηγείται της κοινωφελούς εργασίας, σύμφωνα με τις επιλογές του νομοθέτη που ισχύουν και στα υπόλοιπα εγκλήματα του Ποινικού Κώδικα.

Στο άρθρο 142Α, αντί για τα αρχικά ΕΕ, αναφέρεται η Ευρωπαϊκή Ένωση.

Στα άρθρα 159 και 159Α (παράγραφος 1) η διατύπωση εναρμονίζεται, προκειμένου οι διατάξεις περί δωροληψίας και δωροδοκίας πολιτικών προσώπων να εφαρμόζονται κατ’αντίστοιχο τρόπο και στους βουλευτές, στο σύνολο των καθηκόντων τους και όχι μόνο κατά το μέτρο που αυτά συνδέονται με τη συμμετοχή σε εκλογή ή ψηφοφορία. Περαιτέρω, καλύπτεται το κενό ως προς τους Υφυπουργούς που δεν αποτελούν μέλη της Κυβέρνησης με αποτέλεσμα να μην καταλαμβάνονται από την προϋφιστάμενη διατύπωση, χωρίς να συντρέχει προς τούτο επαρκής δικαιολογητική βάση.

Στο άρθρο 159Α τροποποιείται η τρίτη παράγραφος, προκειμένου να διευκρινιστεί αφενός ότι η ευθύνη του διευθυντή επιχείρησης ή άλλου προσώπου που έχει την εξουσία λήψης αποφάσεων ή ελέγχου σε επιχείρηση θεμελιώνεται μόνο όταν το πρόσωπο αυτό παραβιάζει συγκεκριμένο καθήκον επιμέλειας και αφετέρου ότι η ευθύνη θεμελιώνεται μόνο όταν η παραβίαση του καθήκοντος καλύπτεται από δόλο.

Στο άρθρο 169Α προστίθεται δεύτερη παράγραφος, με την οποία ανάγεται σε πλημμέλημα η παραβίαση των περιοριστικών όρων σχετικά με την ελευθερία κίνησης και διαμονής που έχουν επιβληθεί με δικαστική απόφαση ή με βούλευμα, μετά τη συμπλήρωση του εκάστοτε ανώτατου ορίου της διάρκειας της προσωρινής κράτησης. Η δεύτερη παράγραφος του άρθρου αναριθμείται σε τρίτη.

Τροποποιείται το εδάφιο β΄ της 2ης παράγραφος του άρθρου 173, ώστε να είναι απολύτως σαφές ότι η συμμετοχή υπαλλήλου επιφορτισμένου με τη φύλαξη των φυλακισμένων ατόμων αποτελεί σε κάθε περίπτωση ένα βαρύ πλημμέλημα, που συνεπάγεται έκτιση της ποινής στη φυλακή.

Στο άρθρο 187 προστίθεται παράγραφος που φέρει τον αριθμό 4 και η υφιστάμενη παράγραφος 4 αναριθμείται σε παράγραφο 5, με την οποία ανάγονται σε αυτοτελές έγκλημα, πράξεις συμβολής στις δραστηριότητες της εγκληματικής οργάνωσης της παρ. 1, ακόμα και αν δεν αποδεικνύεται η σύνδεσή τους με την τέλεση συγκεκριμένων εγκλημάτων, ώστε η Χώρα μας να εναρμονιστεί με την απόφαση πλαίσιο 2008/841/ΔΕΥ του Συμβουλίου της Ευρώπης και ειδικότερα με τις επιταγές του άρθρου 2 της απόφασης αυτής.

Στο άρθρο 187Α πραγματοποιούνται ουσιώδεις αλλαγές, προκειμένου να εναρμονιστεί το ελληνικό δίκαιο με την Οδηγία 2017/541 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της Ευρώπης. Ειδικότερα, στην παράγραφο 1 η αναφορά στα κοινώς επικίνδυνα εγκλήματα αντικαθίσταται από την αναφορά στα εγκλήματα γενικής διακινδύνευσης, ώστε να είναι απολύτως σαφές ότι περιλαμβάνονται και όχι μόνο τα εγκλήματα του 13ου κεφαλαίου του Ειδικού Μέρους του Ποινικού Κώδικα, αλλά όλα τα εγκλήματα που δημιουργούν κίνδυνο για αόριστο αριθμό προσώπων. Προστίθεται ακόμα η αναφορά στα εγκλήματα κατά της δημόσιας τάξης, προκειμένου να συμπεριληφθούν όλες οι πράξεις που σχετίζονται με αγορά ή κατοχή όπλων.

Στην παράγραφο 5, το έγκλημα της παροχής εκπαίδευσης στην κατασκευή ή χρήση εκρηκτικών, όπλων κλπ. μετατρέπεται σε έγκλημα σκοπού, όπως απαιτεί η Οδηγία. Διευκρινίζεται ειδικότερα ότι για την τέλεση του εγκλήματος απαιτείται αυτό να τελείται με σκοπό την τέλεση ή τη συμβολή στην τέλεση ενός από τα εγκλήματα της παραγράφου 1 και με επίγνωση του γεγονότος ότι η παρασχεθείσα τεχνογνωσία πρόκειται να χρησιμοποιηθεί για τον σκοπό αυτόν. Στην ίδια παράγραφο εντάσσεται και το έγκλημα της παρακολούθησης εκπαίδευσης, όταν τελείται με τον ίδιο σκοπό.

Στην παράγραφο 6 αυξάνεται η ποινή της δημόσιας απειλής τέλεσης τρομοκρατικών πράξεων ή της δημόσιας διέγερσης σε τέλεση τέτοιας πράξης, ώστε αυτή να αντιστοιχεί απολύτως προς τη βαρύτητα της πράξης αυτής. Κατά τα λοιπά το έγκλημα παραμένει δυνητικής διακινδύνευσης.

Στην παράγραφο 7 εντάσσεται ως αξιόποινη πράξη η πραγματοποίηση ταξιδιού με σκοπό την τέλεση, τη συμβολή στην τέλεση τρομοκρατικού εγκλήματος ή τη συμμετοχή στις δραστηριότητες τρομοκρατικής ομάδας, με επίγνωση του γεγονότος ότι η εν λόγω συμμετοχή θα συμβάλει στις εγκληματικές δραστηριότητες αυτής της ομάδας ή με σκοπό προσφοράς ή παρακολούθησης εκπαίδευσης για τέλεση τρομοκρατικών πράξεων, εφόσον το ταξίδι διευκολύνει την πραγμάτωση των σκοπών αυτών.

Στο άρθρο 187Β γίνεται μια αναγκαία διόρθωση στο τελευταίο εδάφιο της 1ης παραγράφου. Πιο συγκεκριμένα, το «σκοπείται» αντικαθίσταται από το «σκοπεί».

Προστίθεται επίσης 4η παράγραφος στο ίδιο άρθρο, ώστε η Ελλάδα να είναι συνεπής με τις υποχρεώσεις της που πηγάζουν από την κύρωση της Σύμβασης Νο. 198 του Συμβουλίου της Ευρώπης. Βάσει του άρθρου 11 της Σύμβασης αυτής, οι αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις δικαστηρίων κρατών μερών στη συγκεκριμένη Σύμβαση πρέπει να λαμβάνονται υπόψη ως επιβαρυντικές περιστάσεις κατά την επιμέτρηση της ποινής της υποστήριξης τρομοκρατικών πράξεων.

Στο άρθρο 213, παράγραφοι 2 και 3 διαγράφεται ο όρος «κιβδηλεία», που από παραδρομή είχε παραμείνει μετά την κατάργηση του ομώνυμου εγκλήματος.

Τροποποιείται η 4η παράγραφος του άρθρου 235 ώστε να είναι απολύτως σαφές ότι τα διευθυντικά στελέχη θα πρέπει να καλύπτουν με δόλο την παραβίαση συγκεκριμένων καθηκόντων τους, λόγω της οποίας, από αμέλειά τους καθίσταται δυνατή μια πράξη δωροληψίας.

Στην 2 η παράγραφο του άρθρου 236 αυξάνεται η προβλεπόμενη ποινή για την ενεργητική δωροδοκία χάριν πράξεων αντιτιθέμενων στα καθήκοντα του υπαλλήλου, η οποία από πλημμέλημα μετατρέπεται σε κακούργημα, με απειλούμενη ποινή κάθειρξης έως οκτώ έτη.

Η 3η παράγραφος του άρθρου τροποποιείται, ώστε να είναι σαφές πως τα διευθυντικά στελέχη νομικών προσώπων θα πρέπει να καλύπτουν με δόλο την παραβίαση συγκεκριμένων καθηκόντων τους, λόγω της οποίας, από αμέλειά τους καθίσταται δυνατή μια πράξη δωροδοκίας.

Τέλος, στην 4η παράγραφο διευκρινίζεται ότι και η πλημμεληματική πράξη ενεργητικής δωροδοκίας που τελείται στην αλλοδαπή από ημεδαπό διώκεται αυτεπαγγέλτως, και δεν απαιτούνται οι όροι του άρθρου 6 παράγραφος 3.

Η 3η παράγραφος του άρθρου 237 τροποποιείται, ώστε να είναι σαφές πως τα διευθυντικά στελέχη νομικών προσώπων θα πρέπει να καλύπτουν με δόλο την παραβίαση συγκεκριμένων καθηκόντων τους, λόγω της οποίας, από αμέλειά τους καθίσταται δυνατή μια πράξη δωροδοκίας.

Άρθρο 4

Προστίθεται παράγραφος 2 στο άρθρο 272 ΠΚ, στην οποία προβλέπεται κακουργηματική μορφή του αδικήματος όταν αυτό τελείται από δράστη ο οποίος συμμετέχει σε πλήθος που διαπράττει βιαιοπραγίες εναντίον προσώπων ή πραγμάτων ή εισβάλλει παράνομα σε ξένα σπίτια ή άλλα ακίνητα (άρθρο 189 παρ. 1-3 ΠΚ). Η απειλή κάθειρξης έως δέκα έτη δικαιολογείται στην περίπτωση αυτή λόγω της αμεσότητας του κινδύνου που ενέχει η κατοχή εκρηκτικών υπό αυτές τις περιστάσεις.

Στο ίδιο άρθρο αναριθμείται η παράγραφος 2 σε 3.

Τροποποιείται η 1η παράγραφος του άρθρου 290, προκειμένου οι προβλεπόμενες σε αυτό αυξημένες ποινές για τα εκ του αποτελέσματος διακρινόμενα εγκλήματα να ισχύουν σε όλες τις μορφές των βασικών εγκλημάτων. Η τροποποίηση αυτή κρίθηκε αναγκαία προκειμένου να τηρείται η αρχή της αναλογικότητας.

Τροποποιείται η 1η παράγραφος του άρθρου 290Α, προκειμένου οι προβλεπόμενες σε αυτό αυξημένες ποινές για τα εκ του αποτελέσματος διακρινόμενα εγκλήματα να ισχύουν σε όλες τις μορφές των βασικών εγκλημάτων, όπως και στο προηγούμενο άρθρο.

Τροποποιείται η 1η παράγραφος του άρθρου 291, προκειμένου οι προβλεπόμενες σε αυτό αυξημένες ποινές για τα εκ του αποτελέσματος διακρινόμενα εγκλήματα να ισχύουν σε όλες τις μορφές των βασικών εγκλημάτων, όπως και στα προηγούμενα δύο άρθρα.

Άρθρο 5

Προστίθεται κακουργηματική μορφή κλοπής ως περίπτωση δ΄ στο άρθρο 374 παρ. 1 ΠΚ, όταν αυτή τελείται με διάρρηξη από δύο ή περισσότερα μέλη συμμορίας (άρθρο 187 παρ. 3 ΠΚ) που έχουν οργανωθεί για την διάπραξη κλοπών αυτού του είδους. Η απειλή κάθειρξης έως δέκα έτη δικαιολογείται από τον συνδυασμό των χαρακτηριστικών της πράξης με την επικινδυνότητα της συμμορίας. Η εν λόγω διακεκριμένη μορφή κλοπής θα συρρέει φαινομενικώς με την πράξη της παρ. 3 του άρθρου 187 ΠΚ, όπως και με εκείνη του άρθρου 334 ΠΚ.

Τροποποιείται η 1η παράγραφος του άρθρου 405, διότι, κατά την άποψη που επικράτησε, όλες οι μορφές απιστίας, εκτός εκείνων που στρέφονται κατά του Δημοσίου ή νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, πρέπει να διώκονται κατ’ έγκληση. H ρύθμιση αυτή εναρμονίζεται με την κατ’ έγκληση δίωξη του πυρήνα των περιουσιακών εγκλημάτων (απάτη, υπεξαίρεση, καταδολίευση κ.λπ.) στον ιδιωτικό τομέα και έχει την αυτή δικαιολογία, δηλαδή τον ατομικό χαρακτήρα των προσβαλλόμενων εννόμων αγαθών. Κατά την μειοψηφήσασα άποψη, η κατ΄ έγκληση δίωξη δεν αρμόζει σε πράξεις κακουργηματικού χαρακτήρα και εμφανίζεται κατ’ εξοχήν προβληματική όταν εγκλήματα όπως η απάτη, η υπεξαίρεση ή η απιστία στρέφονται κατά νομικών προσώπων.

Άρθρο 6

Σε εκκρεμείς ποινικές διαδικασίες για απιστία κατ’ άρθρ. 390 παρ. 1 εδάφ. β΄ εφαρμόζεται το άρθρο 464 ΠΚ. Η προθεσμία των τεσσάρων μηνών αρχίζει από τη δημοσίευση του παρόντος όπως και για τα λοιπά κατ’ έγκληση περιουσιακά εγκλήματα που διώκονταν αυτεπαγγέλτως από το προηγούμενο καθεστώς.

Στη μεταβατική διάταξη του άρθρου 465 προστίθεται εδάφιο δεύτερο, βάσει του οποίου, σε περίπτωση αρχικής ή επιγενόμενης συρροής χρηματικής ποινής του άρθρου 80 του ισχύοντος ΠΚ με χρηματική ποινή του άρθρου 57 του προϊσχύσαντος ΠΚ ή ειδικών ποινικών νόμων που εξακολουθούν να ισχύουν, αυτές εκτίονται αθροιστικά. Η αθροιστική έκτιση των υπό συζήτηση χρηματικών ποινών επιβάλλεται από τη διαφορετική φύση τους και τον διαφορετικό τρόπο εκτέλεσής τους που οδηγούν σε αδυναμία ενσωμάτωσής τους σε ενιαία συνολική τιμή.

Δείτε αναλυτικά το σχέδιο νόμου στο opengov.gr

Αναδημοσίευση από lawspot.gr

Υπερχρεωμένα νοικοκυριά: Απόρριψη αίτησης δανειολήπτριας λόγω αναρτήσεων στο Facebook (ΕιρΑθ 5551/2019)

Αναρτήσεις στο Facebook ως αποδεικτικά στοιχεία – Απόρριψη αίτησης για υπαγωγή στο Νόμο Κατσέλη λόγω απόκρυψης της πραγματικής οικονομικής κατάστασης, η οποία προέκυψε από δημόσιες αναρτήσεις

Με απόφασή του το Ειρηνοδικείο Αθηνών απέρριψε αίτηση για την υπαγωγή στις διατάξεις του Νόμου 3869/2010 για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά, κρίνοντας ότι η αιτούσα προχώρησε σε “ανειλικρινή δήλωση” σχετικά με την οικονομική της κατάστασης, καθώς αποσιώπησε δολίως τη βελτίωση του οικογενειακού εισοδήματός της.

Το στοιχείο που παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον στην προκειμένη περίπτωση είναι πως το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του, έλαβε υπόψη δημόσιες αναρτήσεις φωτογραφιών της αιτούσας στο Facebook, στις οποίες αναφέρεται τόσο ο τόπος διαμονής με τον σύζυγό της (Λονδίνο) όσο και η εταιρεία στην οποία εργάζεται.

Όπως αναφέρεται στην απόφαση, η αιτούσα εκθέτει ότι από το 2013 δεν έχει κανένα εισόδημα και ο σύζυγος της, ως ελεύθερος επαγγελματίας, έχει μηνιαίο εισόδημα που δεν ξεπερνά τα 660 ευρώ, ενώ με υπεύθυνη δήλωση της το 2016, στα πλαίσια της επικαιροποίησης των σχετικών – εγγράφων της, δηλώνει ότι η κατάσταση της περιουσίας, των μεταβιβάσεων και των εισοδημάτων της ιδίας και του συζύγου της είναι πλήρης και ορθή.

«Πλην όμως, η αιτούσα, με την ως άνω υπεύθυνη δήλωση έχει παραβιάσει την επιβαλλόμενη από την διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 του ν. 3869/2010 υποχρέωση ειλικρίνειας, αποσιωπώντας την αλήθεια ως προς την βελτίωση του εισοδήματος τόσο της ιδίας όσο και του συζύγου της, καθώς από το έτος 2015 διαμένουν και εργάζονται στο Λονδίνο του Ηνωμένου Βασιλείου (βλ. δημόσιες αναρτήσεις φωτογραφιών της στον ιστότοπο κοινωνικής δικτύωσης «facebook» το έτος 2015, καθώς και σε διαφορετικές ημερομηνίες σε διάφορα σημεία της πρωτεύουσας του Ηνωμένου Βασιλείου, όπου αναφέρει ότι διαμένει, το έτος 2017 όπου αναφέρει η αιτούσα ότι εργάζεται στο Λονδίνο, καθώς και τον Αύγούστοο 2018 όπου αναφέρει ότι εργάζεται σε ανταλλακτήριο με την επωνυμία …. που εδρεύει στο Λονδίνο)».

Το δικαστήριο σημείωσε ότι οι φωτογραφικές ή κινηματογραφικές αναπαραστάσεις, φωνοληψίες και κάθε άλλη μηχανική απεικόνιση που προσκομίζεται ως αποδεικτικό μέσο σε πολιτική δίκη και αφορά σε ιδιωτική επαφή και συνομιλία εν αγνοία και χωρίς τη συναίνεση ενός εκ των συμμετεχόντων, καθίσταται απαράδεκτο αποδεικτικό μέσο.

Τέτοια απαγορευμένα αποδεικτικά μέσα, τα οποία δεν λαμβάνονται υπ’ όψιν στα πλαίσια της δίκης, αποτελούν και οι εκτυπώσεις που αποτυπώνουν αναρτήσεις στις οποίες προέβη κάποιος χρήστης στο «προφίλ» του στο μέσο κοινωνικής δικτύωσης «facebook» ώστε να είναι ορατές μόνο από τους «φίλους» του στο συγκεκριμένο μέσο κοινωνικής δικτύωσης.

Ωστόσο, το δικαστήριο τονίζει πως όταν η ιδιωτική ζωή έχει ευρέως δημοσιοποιηθεί παύει να είναι άξια προστασίας από τον νόμο περί προστασίας προσωπικών δεδομένων, καθώς «όταν τα δεδομένα του ατόμου είναι γνωστά σε ένα σχετικά μεγάλο αριθμό προσώπων ή μπορούν να γίνουν από αυτούς εύκολα αντιληπτά και θεωρούνται εξακριβωμένα, τότε δεν προσβάλλεται το δικαίωμα για πληροφορική αυτοδιάθεση και στην ιδιωτική ζωή».

Σύμφωνα με την απόφαση, στην περίπτωση Facebook, ο χρήστης έχει τη δυνατότητα να προβεί σε ρυθμίσεις ιδιωτικότητας στο προφίλ του, εάν επιθυμεί να περιορίσει τον κύκλο των προσώπων που έχουν πρόσβαση σε αυτό, στις φωτογραφίες του και γενικότερα στις αναρτήσεις του, δηλαδή να προβεί σε ρυθμίσεις περιορισμού προσβάσεως στις πληροφορίες του.

«Ακόμη όμως, έχει τη δυνατότητα να καταστήσει δημόσια κι ελεύθερα προσβάσιμα σε όλους (ακόμη και σε χρήστες του διαδικτύου που δεν έχουν λογαριασμό στο «facebook») τα στοιχεία αυτά, με την καταχώρισή τους στον εν λόγω ιστότοπο χωρίς ρυθμίσεις ασφαλείας. Πληροφορίες, όμως, οι οποίες αναρτώνται από το υποκείμενο των δεδομένων σε δημόσια πρόσβαση στο διαδίκτυο δεν συνιστούν προσωπικό δεδομένο και δεν εμπίπτουν στις προστατευτικές διατάξεις του Ν. 2472/1997», αναφέρει χαρακτηριστικά η απόφαση.

Ευχαριστούμε τον δικηγόρο κύριο Κωνσταντίνο Μπίτσιο για την αποστολή της απόφασης.

Δείτε αναλυτικά την απόφαση ΕιρΑΘ 5551/2019

Αναδημοσίευση από lawspot.gr

Δικαστική δικαίωση υπαλλήλου που απολύθηκε για να αντικατασταθεί από ρομπότ

Δικαστήριο στην Ισπανία έκρινε ως καταχρηστική την απόλυση «για τεχνικούς λόγους» μιας ταμία σε ξενοδοχείο του αρχιπελάγους των Καναρίων, η οποία είχε αντικατασταθεί τον Μάρτιο από ένα πληροφοριακό πρόγραμμα διαχείρισης.Το δικαστήριο της Λας Πάλμας ντε Γκραν Κανάρια απεφάνθη «πως είναι καταχρηστική η λύση του συμβολαίου μιας υπαλλήλου πολυεθνικής του τουριστικού κλάδου (…) που απολύθηκε, αφού εργάστηκε 13 χρόνια ως υπάλληλος γραφείου, για να αντικατασταθεί από ένα πληροφοριακό πρόγραμμα ή bot διαχείρισης», σύμφωνα με το δελτίο Τύπου που εξέδωσε το δικαστήριο.«Η αυτοματοποίηση μέσω των bot ή ρομπότ, με τη μοναδική δικαιολογία της μείωσης του κόστους, καταλήγει να περιορίζει το δικαίωμα στην εργασία για να ενισχύσει την ελευθερία της επιχείρησης», τονίζει ο δικαστής στην απόφασή του.Το ξενοδοχείο υποχρεούται να «επαναπροσλάβει την υπάλληλο εντός πέντε ημερών μετά την έκδοση της απόφασης» ή να αυξήσει σε άνω των 28.000 ευρώ την αποζημίωσή της, αποφάσισε ο δικαστής.Η απόφαση αυτή, κατά της οποίας μπορεί να ασκηθεί έφεση, αφορά μία μονάδα της εταιρείας Lopesa, με έδρα το Γκραν Κανάρια, όπου απασχολούνται «περισσότεροι από 4.000 υπάλληλοι», σύμφωνα με τον ιστότοπό του.Η ταμίας αντικαταστάθηκε από ένα εργαλείο διαχείρισης απαιτήσεων ή RPA (ρομποτική αυτοματοποίηση διαδικασιών). Μια μηχανή που, σύμφωνα με την απόφαση, «κάνει όσα της ανατίθενται από τις 17:15 έως τις 06:00» τις εργάσιμες ημέρες και «εργάζεται 24 ώρες ασταμάτητα, ακόμα και τις αργίες».Η υπάλληλος έλαβε τον Μάρτιο μία επιστολή απόλυσης για «τεχνικούς λόγους», αιτιολογία που ο δικαστής απέρριψε. (cnn.gr)

Αναδημοσίευση από legalnews24.gr

Άρειος Πάγος για έννοια «τρίτου» στη δυσφήμηση: Περιλαμβάνονται δικαστές, εισαγγελείς, γραμματείς και επιμελητές (ΑΠ 789/2019 Α2 Πολ. Τμήμα)

Αντίθετη εκδοχή δεν δικαιολογείται ούτε από τη γραμματική διατύπωση ούτε από την τελολογική ερμηνεία των άρθρων 362 και 363 του Ποινικού Κώδικα

Δημοσιεύθηκε μία νέα απόφαση του Αρείου Πάγου αναφορικά με το πολυσυζητημένο ζήτημα του καθορισμού της έννοιας του “τρίτου” στο αδίκημα της δυσφήμησης (απλής και συκοφαντικής).

Σύμφωνα με την απόφαση, στην έννοια του τρίτου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 του Ποινικού Κώδικα, περιλαμβάνεται οποιοδήποτε φυσικό πρόσωπο ή αρχή, όπως ο γραμματέας, ο δικαστικός επιμελητής, οι δικαστές, οι εισαγγελείς κλπ που έλαβαν γνώση του δυσφημιστικού ισχυρισμού.

Όπως αναφέρεται στην απόφαση, αντίθετη εκδοχή, κατά την οποία, όταν η ανακοίνωση του δυσφημιστικού γεγονότος γίνεται με το περιεχόμενο δικογράφου ενώπιον του δικαστή και του γραμματέα του δικαστηρίου και γενικά ενώπιον προσώπων, τα οποία είναι θεσμικά αρμόδια να λαμβάνουν γνώση υποχρεωτικά του περιεχομένου τους, δεν στοιχειοθετείται το αδίκημα της συκοφαντικής ή απλής δυσφήμησης, καθόσον τα πρόσωπα αυτά δεν περιλαμβάνονται στην έννοια του τρίτου, δεν δικαιολογείται από τη γραμματική διατύπωση των άρθρων 362-362 ΠΚ, αφού, κατά το νόημα της λέξεως, “τρίτος” είναι οποιοσδήποτε που δεν μετέχει στη σχέση που υπάρχει μεταξύ δύο προσώπων και, συνεπώς, αυτή καταλαμβάνει αναμφισβήτητα και τα ανωτέρω αναφερόμενα δικαστικά πρόσωπα.

Σύμφωνα με το δικαστήριο, η εκδοχή αυτή δεν δικαιολογείται ούτε από την τελολογική ερμηνεία των εν λόγω διατάξεων, σκοπός των οποίων είναι η προστασία του έννομου αγαθού της τιμής και υπόληψης του προσώπου, το οποίο είναι μέλος μιας οργανωμένης κοινωνίας, από την εξωτερίκευση εκδηλώσεων αμφισβήτησης του ανωτέρω έννομου αγαθού που περιέρχονται στην αντίληψη άλλου προσώπου, το οποίο μπορεί να σχηματίσει αρνητική αντίληψη για την προσωπικότητα εκείνου που αφορά το δυσφημιστικό γεγονός.

Αξίζει να σημειωθεί ότι το τελευταίο μόνο διάστημα έχουν εκδοθεί αρκετές αποφάσεις και προς τις δύο κατευθύνσεις (βλέπε σχετικά 487/2019490/2019 – Τμήμα Ε’ Ποινικό, 841/2019 – Τμήμα ΣΤ’ Ποινικό)

Απόσπασμα της απόφασης

[..] Μόνο το γεγονός ότι τα δικαστικά πρόσωπα, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, έχουν αυστηρά προκαθορισμένους ρόλους, δεν εκφράζουν την προσωπική τους άποψη, δεν δικαιούνται να προβαίνουν σε σχολιασμό όσων εκτίθενται στο πλαίσιο της οικείας διαδικασίας και εκφέρουν την κρίση τους εντός του πλαισίου των καθηκόντων τους, αποκλειστικά, προς διευθέτηση της εννόμου σχέσεως που αφορά τα διάδικα μέρη, χωρίς να την ανακοινώνουν σε άλλους, δεν δικαιολογεί τη συσταλτική ερμηνεία του όρου “τρίτος”, αφού και ο δικαστικός λειτουργός δεν παύει ως άνθρωπος να γίνεται κοινωνός μιας δυσμενούς παραστάσεως για το πρόσωπο που αφορούν οι ισχυρισμοί, χωρίς μάλιστα να έχει πάντοτε τη δυνατότητα να ερευνήσει την ουσιαστική βασιμότητα αυτών είτε για λόγους τυπικούς (όπως π.χ. σε περίπτωση παραγραφής, εκπρόθεσμης υποβολής της έγκλησης κλπ), είτε διότι περιορίζεται δικονομικά από το αντικείμενο της έρευνάς του, όπως συμβαίνει, όταν στο απευθυνόμενο σε αυτόν δικόγραφο περιλαμβάνονται, πέραν του ερευνώμενου αντικειμένου, και άσχετοι προς αυτό, δυσφημιστικοί για τον αντίδικο, ισχυρισμοί, οπότε ο θεσμικός ρόλος των δικαστικών προσώπων δεν αποτρέπει ουσιαστικά τον κίνδυνο διασυρμού του φορέα του προστατευόμενου έννομου αγαθού.

Δεν αποκλείεται δε ο δράστης, ο δόλος του οποίου δεν χρειάζεται να οριοθετεί και να προσδιορίζει επακριβώς τους τρίτους ενώπιον των οποίων επιδιώκει να συκοφαντήσει κάποιον, να αποβλέπει στην πραγματικότητα στο διασυρμό του συγκεκριμένου ατόμου με δυσφημιστικά γεγονότα, μέσω του θεσμικού ρόλου των δικαστικών λειτουργών και με πρόσχημα την επίκληση του συνταγματικώς κατοχυρωμένου δικαιώματος προσφυγής στη δικαιοσύνη.

[..] Συνεπώς με βάση τα παραπάνω δεν τελέστηκε σε βάρος του ενάγοντος το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμισης διότι …. οι παραπάνω ισχυρισμοί των εναγόμενων έλαβαν χώρα σε απολογητικό τους υπόμνημα που κατατέθηκε στον Πταισματοδίκη Νίκαιας, ο οποίος δεν θεωρείται τρίτος ενώπιον του οποίου τελείται το ανωτέρω αδίκημα”.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση λόγω της ερημοδικίας στον πρώτο βαθμό των εκκαλούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων κατά παραδοχή της έφεσής τους, απέρριψε στη συνέχεια την αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος ως ουσιαστικά αβάσιμη. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δηλαδή ότι τα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση πρόσωπα (ήτοι ο Πταισματοδίκης Νίκαιας, οι γραμματείς του Πταισματοδικείου Νίκαιας, ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Αθηνών και οι γραμματείς του Πρωτοδικείου Αθηνών) δεν θεωρούνται τρίτοι, παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή, τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 362 και 363 ΠΚ, αφού, όπως αναφέρθηκε, στην έννοια του τρίτου, κατά τις ανωτέρω διατάξεις, περιλαμβάνεται οποιοδήποτε φυσικό πρόσωπο ή αρχή, όπως ο γραμματέας, ο δικαστικός επιμελητής, οι δικαστές, οι εισαγγελείς κλπ που έλαβαν γνώση του δυσφημιστικού ισχυρισμού.

Επομένως, ο πρώτος, από τον αρ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση αυτή, είναι βάσιμος. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, κατά παραδοχή του προαναφερόμενου λόγου αναιρέσεως, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καθιστά αλυσιτελή την εξέταση του δευτέρου, από τον αρ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, λόγου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλον Δικαστή.

Δείτε αναλυτικά την απόφαση 789/2019 στο areiospagos.gr

Αναδημοσίευση από lawspot.gr

Τι αλλάζει στη Διαμεσολάβηση: Το σχέδιο νόμου με εκτενείς τροποποιήσεις στον Ν. 4512/2018

Αλλαγές σε υπαγόμενες διαφορές, παράσταση δικηγόρου, αμοιβές, φορείς κατάρτισης – Σε ισχύ η υποχρεωτική διαμεσολάβηση από 30 Νοεμβρίου

Εκτενείς τροποποιήσεις του νόμου 4512/2018 για τη διαμεσολάβηση σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις περιλαμβάνει το σχέδιο νόμου του Υπουργείου Δικαιοσύνης που τέθηκε χθες σε δημόσια διαβούλευση,

Σύμφωνα με το υπουργείο, «οι αλλαγές που επέρχονται με τη διαμεσολάβηση στον κλάδο της εξωδικαστικής επίλυσης των διαφορών, συνιστούν νέο σταθμό για την ισόρροπη προώθηση ενός πλήρους δικαιϊκού συστήματος, το οποίο συνδράμει σε μια ταχεία, αποτελεσματική, οικονομικά ορθότερη και εκσυγχρονισμένη με τις διεθνείς και ευρωπαϊκές επιδιώξεις, πρόσβαση στην δικαιοσύνη».

Οι νέες διατάξεις θα τεθούν σε ισχύ άμεσα, εκτός από εκείνες που αφορούν σε ιδιωτικές διαφορές που υπάγονται σε υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης, οι οποίες θα ισχύσουν από 30 Νοεμβρίου 2019 και καταλαμβάνουν τα εισαγωγικά της δίκης δικόγραφα στον πρώτο βαθμό, τα οποία κατατίθενται μετά την παρέλευση της ανωτέρω ημερομηνίας.

Ποιες υποθέσεις υπάγονται σε υποχρεωτική διαμεσολάβηση

Με το άρθρο 4 του υπό διαβούλευση σχεδίου τροποποιείται το άρθρο 182 του Νόμου 4512 αναφορικά με την υποχρέωση ενημέρωσης από δικηγόρο και τη διαδικασία προσφυγής στην υποχρεωτική αρχική συνεδρία Διαμεσολάβησης.

Στην παράγραφο 1 ορίζεται σαφώς η υποχρέωση του δικηγόρου να ενημερώσει τον εντολέα του επί ποινή απαραδέκτου της κατάθεσης του δικογράφου, αναφορικά με την διαμεσολάβηση και τις υποθέσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 182 που υπάγονται στην υποχρεωτική αρχική συνεδρία (ΥΑΣ).

Η διάταξη αυτή επιδιώκει η ενημέρωση για την δυνατότητα επίλυσης της διαφοράς με την διαμεσολάβηση, να δίνεται πριν την κατάθεση του εισαγωγικού δικογράφου της αγωγής ή άλλου ενδίκου βοηθήματος.

Στην παράγραφο 2 του άρθρου 182, προσδιορίζονται οι διαφορές ιδιωτικού δικαίου που υπάγονται στην υποχρεωτική αρχική συνεδρία (ΥΑΣ), δηλαδή, σε μία συνεδρία των μερών με τον διαμεσολαβητή, επί ποινή απαραδέκτου της συζήτησης της υπόθεσης.

Οι διαφορές αυτές είναι: α) οι οικογενειακές διαφορές, πλην των γαμικών διαφορών που αφορούν το διαζύγιο, την ακύρωση του γάμου, την αναγνώριση της ύπαρξης ή της ανυπαρξίας γάμου και των διαφορών από τις σχέσεις γονέων και τέκνων (προσβολή πατρότητας, μητρότητας κλπ) (παράγραφος 1 περιπτώσεις α’, β’ και γ’ και παράγραφος 2 του άρθρου 592 ΚΠολΔ), καθώς και

β) όλες οι διαφορές που εμπίπτουν στην καθ’ ύλην αρμοδιότητα του Μονομελούς και Πολυμελούς Πρωτοδικείου και εκδικάζονται κατά την Τακτική Διαδικασία του ΚΠολΔ.

Στην παράγραφο 3, αναφέρονται οι διαφορές που εξαιρούνται ρητά από την υποχρεωτική αρχική συνεδρία (ΥΑΣ) και είναι: α) η κύρια παρέμβαση που είναι συναφής με τις υποθέσεις που υπάγονται σ’ αυτήν (ΥΑΣ), β) οι διαφορές με το Δημόσιο ή ΟΤΑ ή ΝΠΔΔ, γ) οι διαφορές, στις οποίες οι διάδικοι δικαιούνται νομικής βοήθειας ή το ευεργέτημα της πενίας.

Επίσης διευκρινίζεται ότι σε περίπτωση που η διαφορά αχθεί στα δικαστήρια το πρακτικό της διαμεσολάβησης θα προσκομίζεται με το δικόγραφο των προτάσεων. 

Στην παράγραφο 4 που αφορά στην διαδικασία προσφυγής στην διαμεσολάβηση των υποθέσεων που υπάγονται στην Υποχρεωτική Αρχική Συνεδρία (ΥΑΣ) τροποποιούνται τα εξής: α) το αίτημα στον διαμεσολαβητή για την ΥΑΣ υποβάλλεται από τον αιτούμενο την δικαστική προστασία και όχι από δικηγόρο, όπως προβλεπόταν, β) σε περίπτωση που τα μέρη δεν συμφωνήσουν για το πρόσωπο του διαμεσολαβητή, αυτός ορίζεται από την Κεντρική Επιτροπή Διαμεσολάβησης, κατά σειρά προτεραιότητας σύμφωνα με τον αύξοντα αριθμό μητρώου από το Ειδικό Μητρώο διαμεσολαβητών του άρθρου 203 του ν.4512/2018, το οποίο είναι δημοσιευμένο στον ιστότοπο της Κεντρικής Επιτροπής Διαμεσολάβησης.

Περαιτέρω, προβλέπεται ότι για την Υποχρεωτική Αρχική Συνεδρία (ΥΑΣ) η παράσταση του δικηγόρου είναι δυνητική, με μειωμένο γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών του Δικηγορικού Συλλόγου, ποσού αναφοράς 50,00 ευρώ, δεδομένου ότι η συνεδρία αυτή είναι ενημερωτική ως προς την διαδικασία της διαμεσολάβησης και τον τρόπο λειτουργίας της και ως εκ τούτου δεν χρειάζεται απαραίτητα η παρουσία δικηγόρου, εκτός εάν οποιοδήποτε από τα μέρη το επιθυμεί.

Αντίθετα, σε περίπτωση που τα μέρη υπαχθούν στην διαδικασία της διαμεσολάβησης είναι υποχρεωτική η παράσταση δικηγόρου.

Επίσης, διαγράφεται ο περιορισμός της δυνατότητας παράτασης της προθεσμίας της διαδικασίας της διαμεσολάβησης, δεδομένου ότι απαιτείται συμφωνία όλων των μερών γι’ αυτήν.

Αξίζει να σημειωθεί ότι με την αναδιατύπωση του άρθρου 180 (άρθρο 3 νομοσχεδίου), προστίθεται η δυνατότητα προσθήκης ρήτρας διαμεσολάβησης σε έγγραφες συμφωνίες των μερών για την επίλυση αστικών και εμπορικών διαφορών ιδιωτικού δικαίου.

Υποχρεωτική παράσταση δικηγόρου

Αναφορικά με τη διαδικασία διαμεσολάβησης, μεταξύ άλλων, προβλέπεται η υποχρεωτική παράσταση δικηγόρου, εφόσον τα μέρη υπαχθούν στην διαδικασία της διαμεσολάβησης, πλην των περιπτώσεων των καταναλωτικών διαφορών και των μικροδιαφορών.

Αυτό κρίνεται σκόπιμο, δεδομένου ότι σε περίπτωση που τα μέρη αχθούν σε συμφωνία και υπογραφεί συμφωνητικό, αυτό αποτελεί τίτλο εκτελεστό.

Κατόπιν τούτου, η υποχρεωτική παράσταση των δικηγόρων στην διαδικασία της διαμεσολάβησης προκρίνεται για την ασφάλεια των συναλλαγών, δεδομένου ότι ο διαμεσολαβητής δεν είναι υποχρεωτικά νομικός.

Αμοιβή διαμεσολαβητή

Στο άρθρο 194 μειώνεται η αμοιβή του διαμεσολαβητή για την Υποχρεωτική Αρχική Συνεδρία (ΥΑΣ) στο ποσό των 50,00 ευρώ, εφόσον δεν υπάρχει έγγραφη συμφωνία των μερών, το οποίο προκαταβάλλεται στον διαμεσολαβητή από τον αιτούμενο δικαστική προστασία και μπορεί να εισπραχθεί ως δικαστικό έξοδο, αν η διαφορά αχθεί στο δικαστήριο.

Προβλεπόταν 170,00 ευρώ έως δύο ώρες απασχόλησης σε περίπτωση μη έγγραφης συμφωνίας των μερών.

Επίσης μειώνεται η ωριαία χρέωση για την αμοιβή του διαμεσολαβητή από το ποσό των 100,00 ευρώ στο ποσό των 80,00 ευρώ, ήτοι στο ποσό της ωριαίας χρέωσης της αμοιβής του δικηγόρου.

Οι ανωτέρω μειώσεις των αμοιβών του διαμεσολαβητή γίνονται με σκοπό να μην υφίστανται σοβαρά επιπλέον δαπανήματα και υπέρμετρη και επαχθή επέμβαση που προσβάλλει την ίδια την ουσία του δικαιώματος για πρόσβαση στην δικαιοσύνη, σε συμμόρφωση με την με αριθμό 34/2018 απόφαση της Διοικητικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, καθώς και με την ενωσιακή έννομη τάξη.

Φορείς κατάρτισης

Στο άρθρο 198 διευρύνεται η δυνατότητα σύστασης φορέων κατάρτισης από φυσικό ή νομικό πρόσωπο με αποκλειστικό αντικείμενο την εκπαίδευση στην διαμεσολάβηση και στους εναλλακτικούς τρόπους επίλυσης των διαφορών, σε συμμόρφωση με την αριθμό C-729/2017 απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ)

Ορίζεται ότι και τα Κέντρα δια Βίου Μάθησης (ΚΕΒΙΔΙΜ) υποχρεούνται να τηρούν τις προϋποθέσεις αναφορικά με τα προσόντα των εκπαιδευτών, την εκπαίδευση της διαμεσολάβησης και τον ελάχιστο αριθμό εκπαιδευτών και εκπαιδευομένων.

Ορίζεται ελάχιστος αριθμός εκπαιδευτών για κάθε φορέα κατάρτισης σε τρεις (3), με βασική προϋπόθεση την τετραετή εμπειρία στην διαμεσολάβηση και διαζευκτικά τα λοιπά προσόντα, όπως μεταπτυχιακό ή διδακτορικό τίτλο ή εκατόν εξήντα (160) ώρες εκπαίδευσης, επιπλέον της βασικής εκπαίδευσης στην διαμεσολάβηση.

Προβλέπεται σε ξεχωριστή παράγραφο η ήδη ισχύουσα διάταξη με την οποία στους εν ενεργεία δικαστικούς ή εισαγγελικούς λειτουργούς μπορούν να ανατίθενται καθήκοντα εκπαίδευσης διαμεσολαβητών, μόνο στα Κέντρα δια Βίου Μάθησης (ΚΕΒΙΔΙΜ), εφόσον έχουν δικαστική εμπειρία ή επιστημονική εξειδίκευση στην διαμεσολάβηση και προστίθεται η δυνατότητα αυτή, ακόμα και στους επί τιμή δικαστικούς λειτουργούς, υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις.

Δείτε αναλυτικά το σχέδιο νόμου στο opengov.gr

Αναδημοσίευση από lawspot.gr